You are on page 1of 561

Πρωτοπρεσβυτέρου Μιχαήλ Δ.

Στεφάνου

Περιπατητής
Εκκλησιαστικής
Ιστορίας

Peripatitis.net 2015-2017
1
Περιπατητής Εκκλησιαστικής Ιστορίας

Έκδοσις 1η

2
Η πρώτη ημέρα δημιουργίας
Στο πρώτο κεφάλαιο της Γενέσεως στην Παλαιά
Διαθήκη διαβάζουμε για τη δημιουργία του κόσμου:
Στην αρχή ο Θεός ποίησε τον Ουρανό και τη γη.

Ο Απόστολος Παύλος αναφέρει πως ανέβηκε μέχρι τον


τρίτο ουρανό πράγμα που σημαίνει πως ο ουρανός έχει
πολλά επίπεδα τα οποία βέβαια εμείς δεν βλέπουμε και
δεν αντιλαμβανόμαστε.

Ο ουρανός είναι ο τόπος όλων των ορατών και αοράτων


δημιουργημάτων. Είναι το σπίτι των αγγέλων. Οι άγγελοι
κατά τους πατέρες της εκκλησίας δημιουργήθηκαν από
τον Θεό πριν τον ουρανό και τη γη και έχουν έναν σκοπό · τη δοξολογία του Θεού.
(Οι άγγελοι) είναι δεύτερα νοερά φώτα, τα οποία δέχονται το φωτισμό από το πρώτο
και άναρχο φως· δεν έχουν γλώσσα και ακοή, αλλά μεταδίδουν μεταξύ τους τις
σκέψεις και τις αποφάσεις τους χωρίς προφορικό λόγο. Ο Λόγος δημιούργησε όλους
τους αγγέλους με το Άγιο Πνεύμα με τον αγιασμό του τους τελειοποίησε· μετέχουν
στο φωτισμό και τη χάρη αναλογικά με την αξία και το τάγμα τους. Ο χώρος τους
περιορίζει· διότι όταν είναι στον ουρανό, δεν βρίσκονται στη γη· κι όταν ο Θεός τους
αποστέλλει στη γη, δεν παραμένουν στον ουρανό. Βέβαια, τα τείχη, οι πόρτες, οι
κλειδαριές και τα λουκέτα δεν τους περιορίζουν· διότι είναι ακαθόριστοι.

Τη γη Ο Θεός τη δημιούργησε από το μηδέν την πρώτη ημέρα της


δημιουργίας. Διότι, (η Γραφή) λέει «ο Θεός δημιούργησε στην αρχή τον
ουρανό και τη γη»· Η γη βέβαια, στην αρχή δεν είχε την τωρινή της μορφή.
Επικρατούσε παντού σκοτάδι και η μορφή της ήταν «ακατασκεύαστη». Έτσι ο Θεός
έδωσε εντολή να γίνει φως. Στην αρχή, λοιπόν, την πρώτη ημέρα δημιούργησε ο
Θεός το φως, σαν στολίδι και κόσμημα όλου του ορατού κόσμου. Διότι, αν
αφαιρέσεις το φως, όλα μένουν μέσα στο σκοτάδι άγνωστα, επειδή δεν μπορούν να
φανερώσουν την ομορφιά τους. «Και ονόμασε ο Θεός το φως ημέρα, ενώ το σκοτάδι
νύχτα». Και το σκοτάδι δεν είναι κάποια ύπαρξη, αλλά κάποιο συμβάν· είναι απουσία
του φωτός. Μη φανταστεί όμως κανείς πως το φως αυτό προέρχονταν από τον ήλιο.
Όχι! Ο ήλιος και τα αστέρια δημιουργήθηκαν από τον Θεό πολύ αργότερα δηλαδή
την Τέταρτη ημέρα της δημιουργίας. Η επιστήμη άλλωστε μας λέει πως ο ήλιος, που
βλέπουμε εμείς κάθε μέρα στον ουρανό, δεν είναι ο μοναδικός που υπάρχει στο
σύμπαν. Μόνο στο δικό μας γαλαξία υπάρχουν 200 περίπου δισεκατομμύρια ήλιοι.
Το σύμπαν όμως έχει πολλούς γαλαξίες. Υπάρχουν λοιπόν στο σύμπαν αμέτρητοι
ήλιοι και μερικοί από αυτούς είναι ένα εκατομμύριο φορές μεγαλύτεροι από το δικό
μας!

Ο Μ. Βασίλειος εις την "Εξαήμερον" μας εξηγεί ότι δεν υπάρχει αντίθεση ή
περιτολογία της 1ης από την 4η ημέρα της δημιουργίας: "...κατά την τέταρτη ημέρα,
αναδεικνύεται το υλικό αίτιο του χωρισμού της ημέρας από της νυκτός, ο ήλιος κατά
δε την πρώτη ημέρα το απώτερον αίτιον τούτου, ο Θεός.

3
Με τη δημιουργία λοιπόν του ουρανού της γης και του φωτός ολοκληρώθηκε η
πρώτη μέρα της δημιουργίας. καὶ ἐγένετο ἑσπέρα καὶ ἐγένετο πρωί ἡμέρα μία.

ἐν ἀρχῇ ἐποίησεν ὁ θεὸς τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν 2ἡ δὲ γῆ ἦν ἀόρατος καὶ
ἀκατασκεύαστος καὶ σκότος ἐπάνω τῆς ἀβύσσου καὶ πνεῦμα θεοῦ ἐπεφέρετο ἐπάνω τοῦ
ὕδατος 3καὶ εἶπεν ὁ θεός γενηθήτω φῶς καὶ ἐγένετο φῶς 4καὶ εἶδεν ὁ θεὸς τὸ φῶς ὅτι
καλόν καὶ διεχώρισεν ὁ θεὸς ἀνὰ μέσον τοῦ φωτὸς καὶ ἀνὰ μέσον τοῦ σκότους 5καὶ
ἐκάλεσεν ὁ θεὸς τὸ φῶς ἡμέραν καὶ τὸ σκότος ἐκάλεσεν νύκτα καὶ ἐγένετο ἑσπέρα καὶ
ἐγένετο πρωί ἡμέρα μία.

Η δεύτερη και η τρίτη ημέρα της


δημιουργίας.
«Στην αρχή, το νερό κυριαρχούσε σ’ όλη την επιφάνεια
της γης. Και ο Θεός δημιούργησε πρώτα το στερέωμα,
που χωρίζει το νερό που είναι πάνω από το στερέωμα
από το νερό που είναι κάτω από το στερέωμα· διότι, με
την εντολή του Δεσπότου Θεού, δημιουργήθηκε το
στερέωμα στο μέσον της αβύσσου
των νερών. Και γι’ αυτό, είπε ο Θεός να γίνει το
στερέωμα, και έγινε. Για ποιό λόγο, όμως, ο Θεός
τοποθέτησε νερό πάνω από το στερέωμα; Λόγω της
υπερβολικής θερμότητος του ήλιου και του αιθέρα·
καθώς, αμέσως μετά το στερέωμα, απλώνεται από κάτω
ο αιθέρας. Αλλά και ο ήλιος και η σελήνη και τα άστρα
βρίσκονται στο στερέωμα. Κι αν δεν είχε τοποθετηθεί νερό πάνω απ’ αυτό, το
στερέωμα θα είχε ανάψει από θερμότητα.
Κατόπιν, ο Θεός έδωσε εντολή να συγκεντρωθούν τα νερά σε μία συναγωγή. Η
φράση «μία συναγωγή» δεν σημαίνει ότι αυτά συγκεντρώθηκαν σ’ ένα τόπο, –διότι
λέει, στη συνέχεια, «τα συστήματα των νερών τα ονόμασε θάλασσες»–· η φράση
δηλώνει ότι τα νερά συγκεντρώθηκαν όλα μαζί, ξεχωριστά από την
ξηρά. «Τα νερά, λοιπόν, συγκεντρώθηκαν στις δεξαμενές τους και φάνηκε η ξηρά».
Έτσι σχηματίστηκαν οι δύο θάλασσες που περιβρέχουν την Αίγυπτο –καθόσον αυτή
βρίσκεται ανάμεσα σε δύο θάλασσες». (Ιωάννης Δαμασκηνός).

Κατόπιν ο Θεός έδωσε εντολή να βλαστήσει η γη και έτσι ολοκληρώθηκε η δεύτερη


και η τρίτη ημέρα της δημιουργίας.

Υπάρχει εδώ ένα ερώτημα που προκύπτει: πώς υπήρξε φυτική ζωή προ του ηλίου;
Δίδονται τρεις απαντήσεις: α) Η βιβλική κοσμογονία δεν εκθέτει τα πράγματα κατά
επιστημονικό αλλά κατά δημώδη τρόπο προς θρησκευτικό σκοπό. β) Ο Χρυσόστομος
ανατρέχει εις την Θείαν παντοδυναμίαν και γ) κατά την τρίτη ημέρα δημιουργήθηκαν
τα σπέρματα του φυτικού βασιλείου τα οποία βραδύτερα αναπτύχθηκαν σύμφωνα με
την άποψη του ιερού Αυγουστίνου.

4
Προτιμητέα η πρώτη γνώμη.

6καὶ εἶπεν ὁ θεός γενηθήτω στερέωμα ἐν μέσῳ τοῦ ὕδατος καὶ ἔστω διαχωρίζον
ἀνὰ μέσον ὕδατος καὶ ὕδατος καὶ ἐγένετο οὕτως 7καὶ ἐποίησεν ὁ θεὸς τὸ
στερέωμα καὶ διεχώρισεν ὁ θεὸς ἀνὰ μέσον τοῦ ὕδατος ὃ ἦν ὑποκάτω τοῦ
στερεώματος καὶ ἀνὰ μέσον τοῦ ὕδατος τοῦ ἐπάνω τοῦ στερεώματος 8καὶ
ἐκάλεσεν ὁ θεὸς τὸ στερέωμα οὐρανόν καὶ εἶδεν ὁ θεὸς ὅτι καλόν καὶ ἐγένετο
ἑσπέρα καὶ ἐγένετο πρωί ἡμέρα δευτέρα9καὶ εἶπεν ὁ θεός συναχθήτω τὸ ὕδωρ τὸ
ὑποκάτω τοῦ οὐρανοῦ εἰς συναγωγὴν μίαν καὶ ὀφθήτω ἡ ξηρά καὶ ἐγένετο οὕτως
καὶ συνήχθη τὸ ὕδωρ τὸ ὑποκάτω τοῦ οὐρανοῦ εἰς τὰς συναγωγὰς αὐτῶν καὶ
ὤφθη ἡ ξηρά 10καὶ ἐκάλεσεν ὁ θεὸς τὴν ξηρὰν γῆν καὶ τὰ συστήματα τῶν
ὑδάτων ἐκάλεσεν θαλάσσας καὶ εἶδεν ὁ θεὸς ὅτι καλόν 11καὶ εἶπεν ὁ θεός
βλαστησάτω ἡ γῆ βοτάνην χόρτου σπεῖρον σπέρμα κατὰ γένος καὶ καθ'
ὁμοιότητα καὶ ξύλον κάρπιμον ποιοῦν καρπόν οὗ τὸ σπέρμα αὐτοῦ ἐν αὐτῷ κατὰ
γένος ἐπὶ τῆς γῆς καὶ ἐγένετο οὕτως 12καὶ ἐξήνεγκεν ἡ γῆ βοτάνην χόρτου
σπεῖρον σπέρμα κατὰ γένος καὶ καθ' ὁμοιότητα καὶ ξύλον κάρπιμον ποιοῦν
καρπόν οὗ τὸ σπέρμα αὐτοῦ ἐν αὐτῷ κατὰ γένος ἐπὶ τῆς γῆς καὶ εἶδεν ὁ θεὸς ὅτι
καλόν 13καὶ ἐγένετο ἑσπέρα καὶ ἐγένετο πρωί ἡμέρα τρίτη. Η τέταρτη και η
πέμπτη ημέρα της δημιουργίας.

Η Τέταρτη και η πέμπτη ημέρα της Δημιουργίας

Στις τρεις πρώτες ημέρες της δημιουργίας «καθώς το


φως διαχεόταν και συστελλόταν με
θεία εντολή, έγινε η ημέρα και η νύχτα. Και την τέταρτη
ημέρα ο Θεός δημιούργησε το μεγάλο αστέρι, δηλαδή
τον ήλιο, για να ορίζει την αρχή και τη διεύθυνση της
ημέρας· διότι αυτός συνιστά την ημέρα, καθώς ημέρα
έχουμε όταν ο ήλιος είναι πάνω στη γη· και διάρκεια
ημέρας είναι η διαδρομή του ήλιου πάνω στη γη από την
ανατολή μέχρι τη δύση του. Δημιούργησε ακόμη το
μικρότερο αστέρι, δηλαδή τη σελήνη, και τα αστέρια
για να ορίζουν την αρχή και τη διεύθυνση της νύχτας
φωτίζοντάς την. Νύχτα έχουμε όταν ο ήλιος είναι κάτω
από τη γη και διάρκεια της νύχτας είναι η διαδρομή του ήλιου κάτω από τη γη από τή
δύση έως την ανατολή
του. Η σελήνη, λοιπόν, και τα αστέρια ορίσθηκαν για να φωτίζουν τη νύχτα· αυτό δεν
σημαίνει ότι αυτά την ημέρα είναι κάτω από τη γη, διότι υπάρχουν και την ημέρα
αστέρια πάνω από τη γη· αλλά ο ήλιος με το λαμπρότερο φως του σκεπάζει και τ’
αστέρια και τη σελήνη, και δεν τα αφήνει να φαίνονται.
Σ’ αυτά τ’ αστέρια ο Δημιουργός έδωσε το πρωτοδημιούργητο φως του, όχι διότι δεν
είχε άλλο φως, αλλά για να μην παραμείνει εκείνο το φως άχρηστο. Διότι το αστέρι
δεν είναι το ίδιο το φως, αλλά δοχείο του φωτός».(Ιωάννης ο Δαμασκηνός)

14καὶ εἶπεν ὁ θεός γενηθήτωσαν φωστῆρες ἐν τῷ στερεώματι τοῦ οὐρανοῦ εἰς φαῦσιν
τῆς γῆς τοῦ διαχωρίζειν ἀνὰ μέσον τῆς ἡμέρας καὶ ἀνὰ μέσον τῆς νυκτὸς καὶ ἔστωσαν
εἰς σημεῖα καὶ εἰς καιροὺς καὶ εἰς ἡμέρας καὶ εἰς ἐνιαυτοὺς 15καὶ ἔστωσαν εἰς φαῦσιν
ἐν τῷ στερεώματι τοῦ οὐρανοῦ ὥστε φαίνειν ἐπὶ τῆς γῆς καὶ ἐγένετο οὕτως 16καὶ
ἐποίησεν ὁ θεὸς τοὺς δύο φωστῆρας τοὺς μεγάλους τὸν φωστῆρα τὸν μέγαν εἰς ἀρχὰς
τῆς ἡμέρας καὶ τὸν φωστῆρα τὸν ἐλάσσω εἰς ἀρχὰς τῆς νυκτός καὶ τοὺς ἀστέρας 17καὶ

5
ἔθετο αὐτοὺς ὁ θεὸς ἐν τῷ στερεώματι τοῦ οὐρανοῦ ὥστε φαίνειν ἐπὶ τῆς γῆς 18καὶ
ἄρχειν τῆς ἡμέρας καὶ τῆς νυκτὸς καὶ διαχωρίζειν ἀνὰ μέσον τοῦ φωτὸς καὶ ἀνὰ μέσον
τοῦ σκότους καὶ εἶδεν ὁ θεὸς ὅτι καλόν 19καὶ ἐγένετο ἑσπέρα καὶ ἐγένετο πρωί ἡμέρα
Τετάρτη

Την Πέμπτη ημέρα της δημιουργίας ο Θεός δημιούργησε τα ψάρια, τα πουλιά και τα
ζώα της ξηράς δείχνοντας με αυτό τον τρόπο πως αυτά είαι μεν ανώτερα από τα φυτά
αλλά κατώτερα από τον άνθρωπο που πλάσθηκε την έκτη ημέρα.

Η δημιουργία του ανθρώπου


Φτάσαμε στην έκτη ημέρα της
δημιουργίας, την ημέρα δηλαδή που ο
Θεός δημιούργησε τον άνθρωπο.

Λέει ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός: «ο


Θεός δημιουργεί με τα χέρια του τον
άνθρωπο
και από ορατή και από αόρατη φύση, ν’
αποτελεί δική του εικόνα και
ομοίωση· το σώμα το έπλασε από τη γη,
ενώ με το δικό του φύσημα έδωσε
τη λογική και νοερή ψυχή, πράγμα το οποίο το ονομάζουμε θεία εικόνα.
Διότι το νοερό και το αυτεξούσιο του ανθρώπου δείχνει το «κατ’ εικόνα»,
ενώ η, όσο είναι δυνατόν, η ομοιότητα στην αρετή δείχνει το «καθ’ ομοίωσιν».
Και πλάσθηκαν συγχρόνως το σώμα και η ψυχή· όχι το ένα πρώτα και το άλλο
έπειτα, σύμφωνα με τις φλυαρίες του Ωριγένη.
Ο Θεός, λοιπόν, έπλασε τον άνθρωπο άκακο, απλό, ενάρετο, χαρούμενο,
αμέριμνο, στολισμένο με κάθε αρετή, προικισμένο με όλα τα αγαθά, σαν
κάποιον δεύτερο κόσμο, μικρό κόσμο μέσα σε μεγάλο, άλλο άγγελο,
σύνθετο προσκυνητή, επόπτη της ορατής δημιουργίας, γνώστη των
μυστηρίων της αόρατης, επίγειο βασιλιά που τον κυβερνά από ψηλά,
ταυτόχρονα επίγειο και ουράνιο, πρόσκαιρο και αθάνατο, ορατό και νοητό,
ενδιάμεσο μεταξύ μεγαλείου και μικρότητος, τον ίδιο και πνεύμα και σάρκα.
Είναι σάρκα εξαιτίας της υπερηφάνειας και πνεύμα εξαιτίας της χάρης· το ένα,
για να υποφέρει και υποφέροντας να θυμάται και να γίνεται συνετός, και το
άλλο, για να μένει σταθερός και να δοξάζει τον ευεργέτη του φιλοτιμούμενος
από το μεγαλείο του· τον έπλασε ζώσα ύπαρξη που κατ’ οικονομία ζει εδώ,
δηλαδή στην παρούσα ζωή, αλλά που προορίζεται για αλλού,
να μετοικήσει στη μέλλουσα ζωή· και το τέλος του μυστηρίου είναι ότι
θεώνεται με την κίνησή του προς το Θεό· θεώνεται μάλιστα με την μετοχή
στο θείο φωτισμό, αλλά χωρίς να μεταβάλλεται σε θεία ουσία.
Και τον έπλασε αναμάρτητο στη φύση του και αυτεξούσιο στη θέλησή του.
Λέγοντας «αναμάρτητο» δεν εννοώ ότι δεν είναι δεκτικός αμαρτίας –μόνον
ο Θεός είναι ανεπίδεκτος αμαρτίας–, αλλά εννοώ ότι δεν έχει την αμαρτία
στη φύση του, αλλά μάλλον στην προαίρεσή του· δηλαδή, έχει τη δύναμη να
διατηρείται και να προοδεύει στο αγαθό, με τη βοήθεια της θείας χάριτος· και
επίσης, μπορεί να παρεκτραπεί από το καλό και να οδηγηθεί στο κακό,
με παραχώρηση του Θεού, εξαιτίας του αυτεξουσίου του· διότι, ό,τι γίνεται

6
εξαναγκαστικά, δεν είναι αρετή.
Η ψυχή, επίσης, είναι ζώσα ύπαρξη, απλή, ασώματη· η φύση της είναι
αόρατη με τα μάτια του σώματος· είναι λογική και νοερή,
χωρίς σχήμα· κατοικεί σε οργανικό σώμα και του παρέχει ζωή,
ανάπτυξη, αντίληψη και γέννηση· δεν έχει τον νου σαν κάτι διαφορετικό από
τον εαυτό της, αλλά σαν το πιο καθαρό στοιχείο της· διότι, όπως είναι
το μάτι στο σώμα, έτσι είναι και ο νους για την ψυχή. Είναι αυτεξούσια και
έχει θέληση και ενέργεια· είναι μεταβλητή, δηλαδή μεταβάλλεται σύμφωνα με
τη θέλησή της, διότι είναι κτιστή. Όλα αυτά τα έχει λάβει με φυσική τάξη από
τη χάρη του Δημιουργού της, η οποία της έδωσε και την ύπαρξη και τη φύση.
Με πόσους τρόπους νοείται το ασώματο.

Ο άνθρωπος συνδέεται με το λογικό του με τις ασώματες και νοερές φύσεις,


διότι συλλογίζεται, σκέφτεται και κρίνει το καθετί· επιδιώκει τις αρετές και
ποθεί την κορωνίδα των αρετών, εννοώ την ευσέβεια· γι’ αυτό και ο
άνθρωπος είναι ένας μικρός κόσμος.
Χαρακτηριστικές πάλι ιδιότητες της ψυχής είναι η ευσέβεια και η νόηση. Ενώ
οι αρετές αποτελούν κοινές ιδιότητες της ψυχής και του σώματος·
αποδίδονται όμως στην ψυχή, διότι η ψυχή κυβερνά το σώμα.
Πρέπει να γνωρίζουμε ότι το λογικό από τη φύση του κυβερνά το άλογο·
διότι οι δυνάμεις της ψυχής διαιρούνται σε λογικό και άλογο. Τα μέρη
μάλιστα του αλόγου είναι δύο· το ένα είναι κουφό στη φωνή του λογικού,
δεν υπακούει δηλαδή στη λογική, ενώ το άλλο είναι προσεκτικό και
υπάκουο στη λογική. Ανυπάκουο βέβαια και απείθαρχο στη λογική
είναι το ζωτικό μέρος της ψυχής, το οποίο ονομάζεται και σφυγμικό· επίσης
και το σπερματικό μέρος, δηλαδή το αναπαραγωγικό και το φυτικό, το οποίο
λέγεται και θρεπτικό· σ’ αυτό ανήκει και το αυξητικό μέρος, το οποίο και
διαπλάθει το σώμα. Αυτά δεν τα εξουσιάζει η λογική, αλλά η φύση. Το μέρος
πάλι της ψυχής που είναι προσεκτικό και υπάκουο στη λογική διαιρείται σε
επιθυμία και θυμό. Μάλιστα, το άλογο μέρος της ψυχής ονομάζεται παθητικό
και ορεκτικό
(αυθόρμητο). Και πρέπει να γνωρίζουμε ότι η ορμέμφυτη κίνηση
ανήκει στο μέρος της ψυχής που υπακούει στη λογική.
Σ’ αυτό όμως που δεν υπακούει στη λογική ανήκει το θρεπτικό, το γεννητικό
και το σφυγμικό. Το αυξητικό, το θρεπτικό και το γεννητικό ονομάζονται
«φυτικό», ενώ το σφυγμικό καλείται «ζωτικό».
Το θρεπτικό έχει τέσσερις δυνάμεις: την ελκτική, που έλκει την τροφή·
την καθεκτική που κρατεί την τροφή και δεν της επιτρέπει να αποβληθεί
αμέσως· την αλλοιωτική, που μεταβάλλει την τροφή σε χυμούς· την
αποκριτική, η οποία αποβάλλει τα περιττώματα μέσω του αφεδρώνα και τα
απορρίπτει από τον οργανισμό.
Πρέπει να γνωρίζουμε ότι από τις δυνάμεις που υπάρχουν στα όντα άλλες
είναι ψυχικές, άλλες φυσικές και άλλες ζωτικές. Ψυχικές είναι αυτές που
ανήκουν στην προαίρεση, δηλαδή η επιθυμία και η αίσθηση. Στην επιθυμία
ανήκει
η ικανότητα μεταβάσεως από τόπο σε τόπο, η κίνηση όλου του
σώματος, η φωνητική και αναπνευστική ικανότητα· από μας εξαρτάται να τα
ενεργούμε αυτά ή να μην τα ενεργούμε. Φυσικές και ζωτικές δυνάμεις είναι
αυτές που ενεργούν χωρίς τη θέλησή μας. Φυσικές είναι η θρεπτική, η
αυξητική και η αναπαραγωγική· ζωτική είναι η σφυγμική. Αυτές ενεργούν

7
είτε το θέλουμε είτε όχι.
Επίσης, πρέπει να γνωρίζουμε ότι άλλα από τα πράγματα είναι αγαθά και άλλα
κακά. Το αγαθό που προσδοκάμε γεννά την επιθυμία, ενώ αυτό που έχει
πραγματοποιηθεί γεννά την ευχαρίστηση. Παρόμοια, το προσδοκώμενο κακό
δημιουργεί φόβο, ενώ το πραγματοποιημένο λύπη. Και να γνωρίζουμε ότι
λέγοντας αγαθό εννοούμε και το αληθινό αγαθό και το θεωρούμενο· το ίδιο
εννούμε και με το κακό.

Ας σημειώσουμε ότι με την ένοια κατ'εικόνα δεν εννοεί τη σωματική εικόνα αλλά
της ψυχής την ομοίωση.

Ακόμη, εξ' αρχής ομότιμος με τον άνδρα δημιουργήθηκε η γυναίκα, επειδή όμως
έπταισε ελλατώθηκε αυτής η αρχή και υπό του άνδρα γεγένηται.

26καὶ εἶπεν ὁ θεός ποιήσωμεν ἄνθρωπον κατ' εἰκόνα ἡμετέραν καὶ καθ' ὁμοίωσιν καὶ
ἀρχέτωσαν τῶν ἰχθύων τῆς θαλάσσης καὶ τῶν πετεινῶν τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῶν κτηνῶν
καὶ πάσης τῆς γῆς καὶ πάντων τῶν ἑρπετῶν τῶν ἑρπόντων ἐπὶ τῆς γῆς 27καὶ ἐποίησεν ὁ
θεὸς τὸν ἄνθρωπον κατ' εἰκόνα θεοῦ ἐποίησεν αὐτόν ἄρσεν καὶ θῆλυ ἐποίησεν αὐτούς
28καὶ ηὐλόγησεν αὐτοὺς ὁ θεὸς λέγων αὐξάνεσθε καὶ πληθύνεσθε καὶ πληρώσατε τὴν
γῆν καὶ κατακυριεύσατε αὐτῆς καὶ ἄρχετε τῶν ἰχθύων τῆς θαλάσσης καὶ τῶν πετεινῶν
τοῦ οὐρανοῦ καὶ πάντων τῶν κτηνῶν καὶ πάσης τῆς γῆς καὶ πάντων τῶν ἑρπετῶν τῶν
ἑρπόντων ἐπὶ τῆς γῆς 29καὶ εἶπεν ὁ θεός ἰδοὺ δέδωκα ὑμῖν πᾶν χόρτον σπόριμον
σπεῖρον σπέρμα ὅ ἐστιν ἐπάνω πάσης τῆς γῆς καὶ πᾶν ξύλον ὃ ἔχει ἐν ἑαυτῷ καρπὸν
σπέρματος σπορίμου ὑμῖν ἔσται εἰς βρῶσιν 30καὶ πᾶσι τοῖς θηρίοις τῆς γῆς καὶ πᾶσι
τοῖς πετεινοῖς τοῦ οὐρανοῦ καὶ παντὶ ἑρπετῷ τῷ ἕρποντι ἐπὶ τῆς γῆς ὃ ἔχει ἐν ἑαυτῷ
ψυχὴν ζωῆς πάντα χόρτον χλωρὸν εἰς βρῶσιν καὶ ἐγένετο οὕτως 31καὶ εἶδεν ὁ θεὸς τὰ
πάντα ὅσα ἐποίησεν καὶ ἰδοὺ καλὰ λίαν καὶ ἐγένετο ἑσπέρα καὶ ἐγένετο πρωί ἡμέρα
ἕκτη

Η πτώση του ανθρώπου και οι συνέπειες


του πρωπατορικού αμαρτήματος

καὶ ἔπλασεν ὁ θεὸς τὸν ἄνθρωπον χοῦν ἀπὸ τῆς γῆς


καὶ ἐνεφύσησεν εἰς τὸ πρόσωπον αὐτοῦ πνοὴν ζωῆς
καὶ ἐγένετο ὁ ἄνθρωπος εἰς ψυχὴν ζῶσαν 8καὶ
ἐφύτευσεν κύριος ὁ θεὸς παράδεισον ἐν εδεμ κατὰ
ἀνατολὰς καὶ ἔθετο ἐκεῖ τὸν ἄνθρωπον ὃν ἔπλασεν
9καὶ ἐξανέτειλεν ὁ θεὸς ἔτι ἐκ τῆς γῆς πᾶν ξύλον
ὡραῖον εἰς ὅρασιν καὶ καλὸν εἰς βρῶσιν καὶ τὸ ξύλον
τῆς ζωῆς ἐν μέσῳ τῷ παραδείσῳ καὶ τὸ ξύλον τοῦ
εἰδέναι γνωστὸν καλοῦ καὶ πονηροῦ: Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος,
ερμηνεύοντας το εμφύσημα αυτού του Θεού, λέγει ότι είναι «ου μόνον ανοίας αλλά
και ατοπίας μεστός ο λόγος» ότι το εμφύσημα στον Αδάμ ήταν η ψυχή και ότι
μεταδόθηκε η ψυχή στο σώμα από την ουσία του Θεού. Αν αυτό ήταν αληθινό τότε

8
δεν θα ήταν σε άλλον σοφή και σε άλλον μωρά και ασύνετη, ούτε στον έναν θα ήταν
ψυχή δικαία και στον άλλον ψυχή άδικη. Η ουσία του Θεού «ου μερίζεται ουδέ
αλλοιούται, αλλ’ εστίν αναλλοίωτος». Το εμφύσημα λοιπόν του Θεού ήταν η «του
αγίου Πνεύματος ενέργεια». Όπως ο Χριστός είπε «λάβετε Πνεύμα άγιον», έτσι και
το θείο εμφύσημα «ανθρωπίνως ακουόμενον, Πνεύμά εστι το προσκυνητόν και
άγιον». Κατά τον άγιον, δεν είναι ψυχή ένα κομμάτι του Θεού, αλλά η ενέργεια του
Παναγίου Πνεύματος, που έκτισε και δημιούργησε ψυχή, χωρίς να γίνει αυτό ψυχή.
«Τούτο το Πνεύμα προελθόν, ουκ αυτό γέγονε ψυχή, αλλά ψυχήν έκτισεν∙ ουκ αυτό
εις ψυχήν μετεβλήθη, αλλά ψυχήν εδημιούργησε δημιουργόν γαρ το Πνεύμα το
Άγιον, κοινωνεί τη δημιουργία του σώματος και τη δημιουργία της ψυχής. Πατήρ γαρ
και Υιός και Πνεύμα Άγιον τη θεία δυνάμει δημιουργεί το πλάσμα.

21καὶ ἐπέβαλεν ὁ θεὸς ἔκστασιν ἐπὶ τὸν αδαμ καὶ ὕπνωσεν καὶ ἔλαβεν μίαν τῶν
πλευρῶν αὐτοῦ καὶ ἀνεπλήρωσεν σάρκα ἀντ' αὐτῆς 22καὶ ᾠκοδόμησεν κύριος ὁ
θεὸς τὴν πλευράν ἣν ἔλαβεν ἀπὸ τοῦ αδαμ εἰς γυναῖκα καὶ ἤγαγεν αὐτὴν πρὸς τὸν
αδαμ 23καὶ εἶπεν αδαμ τοῦτο νῦν ὀστοῦν ἐκ τῶν ὀστέων μου καὶ σὰρξ ἐκ τῆς
σαρκός μου αὕτη κληθήσεται γυνή ὅτι ἐκ τοῦ ἀνδρὸς αὐτῆς ἐλήμφθη αὕτη
24ἕνεκεν τούτου καταλείψει ἄνθρωπος τὸν πατέρα αὐτοῦ καὶ τὴν μητέρα αὐτοῦ
καὶ προσκολληθήσεται πρὸς τὴν γυναῖκα αὐτοῦ καὶ ἔσονται οἱ δύο εἰς σάρκα μίαν
25καὶ ἦσαν οἱ δύο γυμνοί ὅ τε αδαμ καὶ ἡ γυνὴ αὐτοῦ καὶ οὐκ ᾐσχύνοντο: Ο Θεός
προγνωρίζοντας το τι θα επακολουθούσε μετά την δημιουργία των ανθρώπων τους
έπλασε βιολογικά έτοιμους για «γάμου κοινωνίαν». Η δημιουργία αναφέρεται αρχικά
μόνο στον Αδάμ. «Του Αδάμ καθεύδοντος, η γυνή κατασκευάζετο»1. Ο άγιος
Ιωάννης ο Χρυσόστομος αναφέρει ότι ο Μωυσής δεν χρησιμοποιεί το ρήμα
«έπλασεν» όταν μιλά για την Εύα αλλά το «ωκοδόμησεν» θέλοντας να δείξει ότι αυτή
έγινε από την ίδια ουσία του Αδάμ, όχι από άλλη, διαφορετική. Η γυναίκα λοιπόν δεν
υπολείπεται σε κάτι από τον Αδάμ. Είναι ανθρώπινη ύπαρξη τέλεια αλλά και ισότιμη
προς αυτόν. Ο Θεός προγνωρίζοντας την πτώση των πρωτοπλάστων επινοεί τον γάμο
και την ανάγκη της αμοιβαίας παρηγοριάς τους.
Πριν από την παρακοή και την έξοδο από την παραδείσια ζωή δεν υπήρχε ο
γάμος. Οι πρωτόπλαστοι ζούσαν παρθενική ζωή, μιμούμενοι την ζωή των Αγγέλων.
Λέγει ο άγιος Χρυσόστομος: «Τα της συνουσίας έγιναν μετά την παράβαση• μέχρι
τότε ζούσαν ως άγγελοι μέσα στον παράδεισο, χωρίς να φλέγωνται από την σαρκική
επιθυμία, ούτε να πολιορκούνται από άλλα πάθη, ούτε να πιέζονται από τις φυσικές
ανάγκες, αλλά αφού δημιουργήθηκαν εντελώς άφθαρτοι και αθάνατοι, δεν είχαν
ανάγκη ούτε να φορούν ρούχα. Πριν μπει η αμαρτία και η παρακοή ήσαν ντυμένοι με
την θεϊκή δόξα, γι’ αυτό και δεν ντρέπονταν αν και ήσαν γυμνοί»2. Οι πρωτόπλαστοι
δεν κατόρθωσαν να διατηρήσουν την ανώτερη αυτή ζωή για τον εαυτό τους.
Φάνηκαν ανάξιοι των τόσων μεγάλων αγαθών που τους έδωσε ο Θεός3.

ὁ δὲ ὄφις ἦν φρονιμώτατος πάντων τῶν θηρίων τῶν ἐπὶ τῆς γῆς ὧν ἐποίησεν
κύριος ὁ θεός καὶ εἶπεν ὁ ὄφις τῇ γυναικί τί ὅτι εἶπεν ὁ θεός οὐ μὴ φάγητε ἀπὸ
παντὸς ξύλου τοῦ ἐν τῷ παραδείσῳ

Ο διάβολος προσεγγίζει την Εύα και θεολογεί, γίνεται ο πρώτος θεολόγος αφού
ονομάζει το Θεό Θεό.

Υπάρχει εδώ ένα ερώτημα: πως ελάλησε ο όφις; Ο όφις κατόρθωσε να μιμηθεί την
ανθρώπινη φωνή χωρίς όμως αυτό να ξενίσει την Εύα. Υπήρχε πρό της πτώσεως μια

9
τέλεια αρμονία μεταξύ Θεού και ανθρώπου, ανθρώπου και ζώων, αλλά και ζώων με
ζώων.

Ο διάβολος δεν γνώριζε τί εντολή είχε δώσει ο Θεός στους πρωτοπλάστους και
προσπαθεί τώρα να ψαρέψει την απάντηση από την αφελή συνομιλήτριά του. Δε
διστάζει να ονομάσει το Θεό ψεύτη, λέγοντας πως ο Θεός δε σας είπε την αλήθεια, αν
φάτε από τον καρπό που σας απαγόρευσε θα ανοίξουν τα μάτια σας και θα γίνετε θεοί
ίσοι με αυτόν και δεν θα τον έχετε πλέον ανάγκη.

Από την άλλη μεριά η Εύα, αντί να φύγει απαντάει. Πολύ σωστά επισημαίνει ο
Χρυσόστομος «Μή βάλητε τους μαργαρίτας έμπροσθεν των χοίρων». Όσο λοιπόν η
Εύα πείθετε στα λόγια του σατανά, τόσο απομακρύνεται από τον Θεό, τόσο και η
Θεία Χάρη την απογυμνώνει σταδιακά. Τελικά τρώει τον απαγορευμένο καρπό και
δίνει και στον άντρα της. Μια μεγάλη αμαρτία έχει πλέον συντελεσθεί. Η αμαρτία
αυτή εμπεριέχει μέσα της την υπερηφάνεια, την απιστία, την αυθάδεια, την παρακοή.
Παρόλα αυτά η αμαρτία αυτή είναι μικρότερη από αυτή των εκπεσόντων αγγέλων.
Διότι ο πειρασμός των πρωτοπλάστων ήταν εξωτερικός, ενώ των εκπεσόντων
αγγέλων εσωτερικός.

Ακολουθεί ο σκοτισμός του νου, αντιλαμβάνονται ξαφνικά χάνοντας την πρότερη


αθωότητα ότι είναι γυμνοί και σκεπάζονται με φύλα συκής.

Ο Θεός φωνάζει εν μέσω του παραδείσου: Αδάμ που ει; Οι πρωτόπλαστοι κρύβονται
εξαιτίας των ενοχών τους. Αντί όμως ο Θεός να εισπράξει την ομολογία του Αδάμ
για το αν έφαγε από τον απαγορευμένο καρπό, βρίσκει μπροστά Του την μετάθεση
των ευθυνών στη γυναίκα. Το ίδιο κάνει και η γυναίκα μεταθέτοντας με τη σειρά της
την ευθύνη της στον διάβολο.

Ας προσέξουμε. Τον όφι δεν τον ρωτά για το τι έπραξε διότι γνωρίζει ο Θεός πως
ενήργησε εξ’ ιδίας πρωτοβουλίας. Ο σατανάς ήδη μετά την πτώση του είχε
κατακριθεί.

Το φίδι τιμωρείται με το να περπατά με την κοιλιά του και να τρώει χώμα πράγμα
που συμβολίζει την τέλεια συντριβή του διαβόλου.

Την γυναίκα νίκησες σατανά και δι’ αυτής τον άνδρα, από γυναίκα όμως θα νικηθείς.
Εδώ εικονίζεται η Θεοτόκος. Το δε «εκ του σπέρματός σου» δηλοί τον μέλλοντα
Λυτρωτή Χριστό. Δηλοί επίσης και την παρθενία της Παναγίας, διότι όχι εκ
σπέρματος ανδρός, αλλά εκ σπέρματός σου της γυναικός θα προκύψει ο Λυτρωτής
Χριστός.

Ο Φιλόστοργος Πατήρ ευαγγελίζεται την υπόσχεση της ελεύσεως του Λυτρωτή και
την πλήρη συντριβή του σατανά, εξ’ ου και πρωτοευαγγέλιο ονομάσθηκε ο στίχος
αυτός.

Μιλώντας στην Εύα, μιλά προς αυτή σε γένος αρσενικό. Αυτός σου τηρήσει την
κεφαλήν. Αναφερόμενος εδώ ξεκάθαρα ο Θεός στον Μεσσία. Ο σταυρικός θάνατος
του Λυτρωτού είναι η πληγή στην πτέρνα Του.

10
Η λαγνεία της Εύας προς τον απαγορευμένο καρπό τιμωρείται με τους πόνους της
γέννας και την υποταγή της στον άνδρα.

Για τον Αδάμ η φύση αγριεύει βγάζοντας αγκάθια και τριβόλια και έτσι πλέον
καλείται με τον ιδρώτα του προσώπου του να κερδίζει το ψωμί του.

Η μεγαλύτερη όμως συνέπεια της αμαρτίας είναι ο θάνατος. «Εως ότου αποστρέψαι
εις την γην, εξ’ ης ελήφθη".

Ο Θεός εν συνεχεία ενδύει τους πρωτοπλάστους με δερμάτινους χιτώνες για να τους


προστατέψει από την μεταβολή των καιρικών φαινομένων. Οποία στοργή του Θεού
εκεί που ξεσπούσε η θεία οργή Του!

Όταν δε εκβλήθησαν εκ του παραδείσου οι πρωτόπλαστοι, κατοίκησαν απέναντι από


τον παράδεισο και τούτο για να βλέπουν το τί έχασαν και να μισούν εφ’ εξής την
αμαρτία. Τα Χερουβείμ με την φλογίνη ρομφαία φυλάνε πλέον αντί του Αδάμ τον
παράδεισο. Ο Ευσέβιος Καισαρείας, λέγει πως αυτό επικράτησε μέχρι τον θάνατο
των πρωτοπλάστων.

«Ἀδάμ δε ἔγνω Εὔα τήν γυναίκα αυτοῦ». Μετά την έκπτωση εκ του παραδείσου τότε
τα συνουσίας αρχήν λαμβάνει. Πρό δε της παρακοής αγγελικόν βίον εμιμούντο λέει ο
Ιωάννης ο Χρυσόστομος.

Άρα αυτό που λένε πολλοί πως εξαιτίας της συνουσίας εκβλήθηκαν οι πρωτόπλαστοι
από τον παράδεισο δεν ισχύει..

Η ιστορία του Κάϊν


και του Άβελ.

. 1αδαμ δὲ ἔγνω ευαν τὴν γυναῖκα αὐτοῦ


καὶ συλλαβοῦσα ἔτεκεν τὸν καιν καὶ εἶπεν
ἐκτησάμην ἄνθρωπον διὰ τοῦ θεοῦ 2καὶ
προσέθηκεν τεκεῖν τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ
τὸν αβελ. Το προσέθηκεν σημαίνει ότι
ευθύς αμέσως γέννησε τον Άβελ. Άρα ο
Κάϊν και ο Άβελ ήταν δίδυμοι.

καὶ ἐγένετο αβελ ποιμὴν προβάτων καιν δὲ ἦν ἐργαζόμενος τὴν γῆν 3καὶ
ἐγένετο μεθ' ἡμέρας ἤνεγκεν καιν ἀπὸ τῶν καρπῶν τῆς γῆς θυσίαν τῷ κυρίῳ
4καὶ αβελ ἤνεγκεν καὶ αὐτὸς ἀπὸ τῶν πρωτοτόκων τῶν προβάτων αὐτοῦ καὶ
ἀπὸ τῶν στεάτων αὐτῶν καὶ ἐπεῖδεν ὁ θεὸς ἐπὶ αβελ καὶ ἐπὶ τοῖς δώροις αὐτοῦ
5ἐπὶ δὲ καιν καὶ ἐπὶ ταῖς θυσίαις αὐτοῦ οὐ προσέσχεν Το ερώτημα εδώ που

11
προκύπτει είναι το πως εκδηλώθηκε αυτή η ευαρέσκεια του Θεού στη θυσία
του Άβελ: Δια πυρός μας λένε οι πατέρες, το οποίο πυρ ήλθε εξ' ουρανού.

καὶ ἐλύπησεν τὸν καιν λίαν καὶ συνέπεσεν τῷ προσώπῳ 6καὶ εἶπεν κύριος ὁ
θεὸς τῷ καιν ἵνα τί περίλυπος ἐγένου καὶ ἵνα τί συνέπεσεν τὸ πρόσωπόν σου
7οὐκ ἐὰν ὀρθῶς προσενέγκῃς ὀρθῶς δὲ μὴ διέλῃς ἥμαρτες ἡσύχασον πρὸς
σὲ ἡ ἀποστροφὴ αὐτοῦ καὶ σὺ ἄρξεις αὐτοῦ. 8καὶ εἶπεν καιν πρὸς αβελ τὸν
ἀδελφὸν αὐτοῦ διέλθωμεν εἰς τὸ πεδίον καὶ ἐγένετο ἐν τῷ εἶναι αὐτοὺς ἐν τῷ
πεδίῳ καὶ ἀνέστη καιν ἐπὶ αβελ τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ καὶ ἀπέκτεινεν αὐτόν.
Οποία αναισθησία! Αντί να παραδειγματιστεί από τη θυσία του Άβελ. Αντί να
ακούσει να φιλόστοργα λόγια του ουρανίου Πατρός σπεύδει ως λέων να
κατασπαράξει από τη ζήλια του εκείνον που δικαιώθηκε λόγω της εξαιρετικής του
ευλάβειας. Τον καλεί λοιπόν να πάνε έναν περίπατο. Ο αδελφός του ως απονήρευτος
και άκακος δέχεται την πρόταση του αδελφού και εκεί δέχεται τη θανάσιμη επίθεση.

9καὶ εἶπεν ὁ θεὸς πρὸς καιν ποῦ ἐστιν αβελ ὁ ἀδελφός σου ὁ δὲ εἶπεν οὐ
γινώσκω μὴ φύλαξ τοῦ ἀδελφοῦ μού εἰμι ἐγώ 10καὶ εἶπεν ὁ θεός τί ἐποίησας
φωνὴ αἵματος τοῦ ἀδελφοῦ σου βοᾷ πρός με ἐκ τῆς γῆς 11καὶ νῦν
ἐπικατάρατος σὺ ἀπὸ τῆς γῆς Οποία φρικτή καταδίκη! Όταν από το στόμα του
Θεού τον ευλογία σκορπίζοντος εξέρχεται η κατάρα! Η παρά τω Θεώ όμως
κατάρα είναι έκφραση Θείας δικαιοσύνης.

ἣ ἔχανεν τὸ στόμα αὐτῆς δέξασθαι τὸ αἷμα τοῦ ἀδελφοῦ σου ἐκ τῆς χειρός σου
12ὅτι ἐργᾷ τὴν γῆν καὶ οὐ προσθήσει τὴν ἰσχὺν αὐτῆς δοῦναί σοι στένων καὶ
τρέμων ἔσῃ ἐπὶ τῆς γῆς Δεν πρόκειται λέει εδώ ο Θεός η γη να σου αποφέρει τα
του κόπου σου. Μάταια δηλαδή θα ιδρώνεις. Αυτή είναι η δεύτερη τιμωρία που
λαμβάνει. Το στένων και τρέμων ἔση, σημαίνει θα έχεις στεναγμό λόγω του
περιπλανώμενου επί της γης βίου σου. Αυτή είναι η τρίτη τιμωρία.

13καὶ εἶπεν καιν πρὸς τὸν κύριον μείζων ἡ αἰτία μου τοῦ ἀφεθῆναί με 14εἰ
ἐκβάλλεις με σήμερον ἀπὸ προσώπου τῆς γῆς καὶ ἀπὸ τοῦ προσώπου σου
κρυβήσομαι καὶ ἔσομαι στένων καὶ τρέμων ἐπὶ τῆς γῆς καὶ ἔσται πᾶς ὁ
εὑρίσκων με ἀποκτενεῖ με 15καὶ εἶπεν αὐτῷ κύριος ὁ θεός οὐχ οὕτως πᾶς ὁ
ἀποκτείνας καιν ἑπτὰ ἐκδικούμενα παραλύσει καὶ ἔθετο κύριος ὁ θεὸς σημεῖον
τῷ καιν τοῦ μὴ ἀνελεῖν αὐτὸν πάντα τὸν εὑρίσκοντα αὐτόν Ο Κάϊν δεν μετανοεί.
δεν συνέρχεται. Δεν πικραίνεται διότι χωρίσθηκε από τον Θεό, αλλά το μόνο που
φοβάται είναι να μην τον σκοτώσουν. Ποιοι όμως να τον σκοτώσουν; Σίγουρα όχι οι
γονείς του ο Αδάμ και η Εύα. Εδώ φαίνεται πως ο Αδάμ πρό του φόνου του Άβελ θα
είχε κάνει και άλλα τέκνα. Ο Θεός έδωσε λέει στον Κάϊν σημείο ώστε όποιος τον
εύρισκε να μην τον σκότωνε. Ποιο ήταν αυτό το σημείο; Το σκυθρωπό του πρόσωπο
ήταν, το οποίο προκαλούσε σε όποιον τον έβλεπε την αποστροφή.

16ἐξῆλθεν δὲ καιν ἀπὸ προσώπου τοῦ θεοῦ καὶ ᾤκησεν ἐν γῇ ναιδ κατέναντι
εδεμ

17καὶ ἔγνω καιν τὴν γυναῖκα αὐτοῦ καὶ συλλαβοῦσα ἔτεκεν τὸν ενωχ καὶ ἦν
οἰκοδομῶν πόλιν καὶ ἐπωνόμασεν τὴν πόλιν ἐπὶ τῷ ὀνόματι τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ
ενωχ Οικοδόμησε πόλη ο Καϊν η οποία ουσιαστικά ήταν ένα πρωτόγονο φρούριο
από γιγαντιαίους λίθους το οποίο τον προστάτευε από τα αδέρφια του, διότι ήταν
ένοχος απέναντί τους. Έτσι έληξε ο πλάνης βίος του Κάϊν δείχνοντας τελικά πως η

12
προσκόλησή του στα γήινα τον χώρισε τελικά από τα υπόλοιπα αδέρφια του. Οι
απόγονοι δε του Κάϊν απομακρύνθηκαν από τον Θεό.

18ἐγενήθη δὲ τῷ ενωχ γαιδαδ καὶ γαιδαδ ἐγέννησεν τὸν μαιηλ καὶ μαιηλ
ἐγέννησεν τὸν μαθουσαλα καὶ μαθουσαλα ἐγέννησεν τὸν λαμεχ 19καὶ ἔλαβεν
ἑαυτῷ λαμεχ δύο γυναῖκας ὄνομα τῇ μιᾷ αδα καὶ ὄνομα τῇ δευτέρᾳ σελλα Ο
Λάμεχ είναι ο πρώτος που παραβιάζει την μονογαμία παίρνοντας για τον εαυτό του
δύο γυναίκες.

20καὶ ἔτεκεν αδα τὸν ιωβελ οὗτος ἦν ὁ πατὴρ οἰκούντων ἐν σκηναῖς


κτηνοτρόφων 21καὶ ὄνομα τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ ιουβαλ οὗτος ἦν ὁ καταδείξας
ψαλτήριον καὶ κιθάραν 22σελλα δὲ ἔτεκεν καὶ αὐτὴ τὸν θοβελ καὶ ἦν
σφυροκόπος χαλκεὺς χαλκοῦ καὶ σιδήρου ἀδελφὴ δὲ θοβελ νοεμα Να η
αξιοπρέπεια του ανθρώπου ως εξέλιξη προς απάντηση των υποστηρικτών της
Δαρβίνειας θεωρίας. Ο Ιουβάλ είναι ο εφευρέτης των έγχορδω οργάνων, ενώ ο
Θοβέλ είναι ο πρώτος που επεξεργάζεται μέταλλα. Κσνείς από αυτούς σίγουρα δεν
ήταν η εξέλιξη κάποιου είδους πιθήκου...

23εἶπεν δὲ λαμεχ ταῖς ἑαυτοῦ γυναιξίν αδα καὶ σελλα ἀκούσατέ μου τῆς φωνῆς
γυναῖκες λαμεχ ἐνωτίσασθέ μου τοὺς λόγους ὅτι ἄνδρα ἀπέκτεινα εἰς τραῦμα
ἐμοὶ καὶ νεανίσκον εἰς μώλωπα ἐμοί

24ὅτι ἑπτάκις ἐκδεδίκηται ἐκ καιν ἐκ δὲ λαμεχ ἑβδομηκοντάκις ἑπτά Ο Λάμεχ


λοιπόν επανἐλαβε την αμαρτία του Κάϊν γενόμενος κι αυτός φονιάς.

25ἔγνω δὲ αδαμ ευαν τὴν γυναῖκα αὐτοῦ καὶ συλλαβοῦσα ἔτεκεν υἱὸν καὶ
ἐπωνόμασεν τὸ ὄνομα αὐτοῦ σηθ λέγουσα ἐξανέστησεν γάρ μοι ὁ θεὸς
σπέρμα ἕτερον ἀντὶ αβελ ὃν ἀπέκτεινεν καιν 26καὶ τῷ σηθ ἐγένετο υἱός
ἐπωνόμασεν δὲ τὸ ὄνομα αὐτοῦ ενως οὗτος ἤλπισεν ἐπικαλεῖσθαι τὸ ὄνομα
κυρίου τοῦ θεοῦ

αὕτη ἡ βίβλος γενέσεως ἀνθρώπων ᾗ ἡμέρᾳ ἐποίησεν ὁ θεὸς τὸν αδαμ κατ'
εἰκόνα θεοῦ ἐποίησεν αὐτόν 2ἄρσεν καὶ θῆλυ ἐποίησεν αὐτοὺς καὶ εὐλόγησεν
αὐτούς καὶ ἐπωνόμασεν τὸ ὄνομα αὐτῶν αδαμ ᾗ ἡμέρᾳ ἐποίησεν αὐτούς

3ἔζησεν δὲ αδαμ διακόσια καὶ τριάκοντα ἔτη καὶ ἐγέννησεν κατὰ τὴν ἰδέαν
αὐτοῦ καὶ κατὰ τὴν εἰκόνα αὐτοῦ καὶ ἐπωνόμασεν τὸ ὄνομα αὐτοῦ σηθ
4ἐγένοντο δὲ αἱ ἡμέραι αδαμ μετὰ τὸ γεννῆσαι αὐτὸν τὸν σηθ ἑπτακόσια ἔτη καὶ
ἐγέννησεν υἱοὺς καὶ θυγατέρας 5καὶ ἐγένοντο πᾶσαι αἱ ἡμέραι αδαμ ἃς ἔζησεν
ἐννακόσια καὶ τριάκοντα ἔτη καὶ ἀπέθανεν

13
Ενώχ.

Μια μορφή που δεσπόζει για την αγιότητα της ζωής του,
εφόσον η Γραφή δεν αναφέρει τίποτε εις βάρος του, είναι ο
Ενώχ.

Γιος ενός άσημου για την ιστορία ανθρώπου, του Ιάρεδ,


απογόνου του τρίτου γιου του Αδάμ Σηθ, άθελά του
"καθιερώθηκε" απ' τον Θεό όπως βεβαιώνει κι η σημασία
του ονόματός του, να διαδραματίσει σπουδαίο ρόλο στο
θείο σχέδιο για τη σωτηρία του κόσμου. Γέννησε το
Μαθουσάλα, τον μακροβιότερο άνθρωπο που ποτέ έζησε
στη γη, παρ' όλο που η δική του ζωή διήρκεσε τόσο λίγο,
τριακόσια εξήντα πέντε χρόνια. Έζησε ζωή άμεμπτης
αγνότητας σε περίοδο που ούτε ο Νόμος του Θεού είχε δοθεί, ούτε, φυσικά, κι η
μεταγενέστερη του Νόμου Χάρη είχε επιτελεστεί. Οραματίστηκε την τελική Κρίση
που ο Θεός θα κάμει στα τέλη των αιώνων και δια του τρόπου με τον οποίο έγινε η
"μετάθεσή" του, μίλησε στις επόμενες γενιές για την μετά το θάνατο Ανάσταση του
Μεσσία που θα 'ρχόταν και για την τελική Ανάσταση των "κεκοιμημένων αγίων",
"ίνα καταποθή το θνητόν υπό της ζωής" (Β΄ Κορ. 10:4).

Στο βιβλίο της Γένεσης συναντάμε δυο πρόσωπα με το όνομα Ενώχ στο 4:17,18 και
στο 5:18, που είναι μεταξύ τους τελείως ανόμοια και διαφορετικά. Ο πρώτος είναι ο
γιος του Κάιν του αδελφοκτόνου, προς τιμήν του οποίου ο πατέρας του "έκτισεν
πόλιν και κάλεσεν κατά το όνομα αυτού" (4:17), κι ο δεύτερος είναι ο γιος του Ιάρεδ,
όπως ήδη είπαμε, ο εκλεκτός του Θεού Ενώχ, που "δεν είχε εδώ πόλιν μένουσαν,
αλλά την μέλλουσαν επιζητούσε" (Εβρ. 11:13-14) στην οποία και τόσο ένδοξα
μετέβη.

Το ότι ο Ενώχ έζησε τριακόσια εξήντα πέντε μόνο χρόνια, που είναι ακριβώς ο
αριθμός των ημερών ενός ηλιακού έτους, δεν ξέρουμε τι συμβολίζει. Ίσως τη
ματαιότητα της σύντομης εδώ ζωής μας, ίσως την πληρότητα μιας αποστολής την
οποία ο Θεός ανέθεσε σε κάποιον άνθρωπό Του, ίσως το τέλειο ανάστημα της ζωής
του Χριστού, στο οποίο, ο Θεός θέλει να φτάσουμε, πριν μας πάρει κοντά Του,
ίσως... ίσως... Ασχέτως όμως όλων αυτών, γεγονός είναι ένα, ότι ο Ενώχ αποτελεί μια
εξαίρεση, ένα υπόδειγμα, ένα θαύμα του Θεού σε ανθρώπινη ζωή.

Γιατί άραγε έζησε τόσο λίγο, ενώ ο γιος του, ο Μαθουσάλα έφτασε τη μεγαλύτερη
ηλικία ανθρώπου, επί της γης -965 χρόνια-, ο δε μεταγενέστερός του ο Νώε, δεύτερος
μετά τον Αδάμ κληρονόμος όλης της γης, έζησε 950 χρόνια; Μήπως ο Ενώχ έτσι
εξεπλήρωσε κάποια πολύ σημαντική αποστολή; Ενώ θα παρευρέθηκε στην κηδεία
του Αδάμ (πράγμα που συνάγεται απ' τους υπολογισμούς των ετών που περιέχονται
στην πρώτη αυτή περίοδο της ιστορίας), και δεδομένου ότι ο Αδάμ ως εκπρόσωπος
του αμαρτωλού ανθρώπου έπρεπε να πεθάνει και το σώμα του να ταφεί στη γη, ο
Ενώχ εκπροσωπώντας τον αγιασμένο άνθρωπο του Θεού δεν πέθανε, αλλά
"μετατέθηκε", απ' ευθείας, χωρίς να γευτεί θάνατο, στου ουρανό του Θεού. Πιστή

14
εικόνα τούτη για τον σωσμένο δια της θυσίας του Ιησού Χριστού αμαρτωλό, για τον
οποίο θάνατος πια δεν υπάρχει, διότι "μετέβη εκ του θανάτου εις την ζωήν" (Ιωάν.
5:24).

Ο Λόγος του Θεού μας λέει ότι ο Ενώχ "περιεπάτησεν μετά του Θεού" (Γέν. 5:24),
όχι ενώπιον του Θεού, όπως μας λέει για τον Αβραάμ (Γεν. 17:1), για το Δαυίδ
(Ψαλμ. 89:15), για τον Ησαϊα (40:27-31), για το Ζαχαρία και την Ελισσάβετ (Ιακ.
1:6). Μήπως τούτο είναι σύμβολο και συγχρόνως προφητεία του περπατήματος που ο
χριστιανός, ο άνθρωπος δηλαδή που θα δεχόταν τη Χάρη, θα 'κανε με τον Χριστό,
βάσει της υπόσχεσής Του "μεθ' υμών ειμί..." (Ματθ. 28:20) και της εντολής Του
"μείνατε εν εμοί καγώ εν υμίν" (Ιωάν. 15:4); Διότι σε τούτη την περίπτωση δεν
έχουμε περπάτημα "ενώπιον" του Θεού, αλλά "μετά" του Θεού. Κάτι δηλαδή πολύ
ουσιαστικότερο και πλουσιότερο για κάθε άνθρωπο που ανήκει σε Κείνον, ασχέτως
περιόδου στην οποία έζησε. Όταν κάποιος περπατάει με τον Θεό, έχει και πλήρη
συναίσθηση της παρουσίας Του. Ό,τι ακριβώς χρειάζεται για να ζει ζωή αγνότητας
μέσα στον κόσμο.

Το μυστικό του περπατήματος του Ενώχ μετά του Θεού ήταν η πίστη του στον Θεό,
της οποίας συνέπεια ήταν το ότι "ευηρέστησεν τον Θεόν" και ότι δε γεύτηκε θάνατο
"διότι μετέθεσεν αυτόν ο Θεός" (Γεν. 11:5-6). Η μετάθεση δε αυτή είναι τύπος του
τρόπου με τον οποίο οι άγιοι του Θεού "θέλουσι μεταμορφωθή εν τη εσχάτη
σάλπιγγι" χωρίς να γευτούν θάνατο (Α΄ Κορ. 15:51-52).

Αλλά ο Ενώχ δεν προφήτεψε μόνο με τη ζωή του μελλοντικές αλήθειες, αλλά και με
το στόμα του προφήτεψε περί της Κρίσης, την οποίαν στα τέλη των αιώνων ο Κύριος
μαζί με τους αγίους Του θα κάμει για κάθε ασεβή άνθρωπο: "... δια να ελέγξη πάντας
τους ασεβείς..." Στην επιστολή του Ιούδα, εδ. 14-15, διαβάζουμε: "Προεφήτευσε δε
περί τούτων και ο Ενώχ, έβδομος από Αδάμ, λέγων· Ιδού, ήλθεν ο Κύριος με
μυριάδας αγίων αυτού, δια να κάμη κρίσιν κατά πάντων και να ελέγξη πάντας τους
ασεβείς εξ αυτών δια πάντα τα έργα της ασεβείας αυτών, τα οποία έπραξαν και δια
πάντα τα σκληρά, τα οποία ελάλησαν κατ' αυτού αμαρτωλοί ασεβείς".

Ο Ενώχ αναφέρεται μια μόνο φορά στην Καινή Διαθήκη, ως προφήτης (Ιούδα 14).
Με το όνομα "Βιβλίο Ενώχ" σώζεται απόκρυφο σύγγραμμα που γράφτηκε περί τα
110 π.Χ., περιέχει προφητείες περί της συντέλειας του κόσμου, και είναι σε αιθιοπική
μετάφραση. Δεν αποκλείεται η παραπομπή στο βιβλίο του Ιούδα να είναι παρμένη απ'
αυτό. Όμως το βιβλίο αυτό το απέρριψαν ως "μη κανονικό" τόσο οι Εβραίοι όσο και
οι Πατέρες της Εκκλησίας.

Ας μείνει μέσα μας, απ' όλα όσα ελέχθησαν περί του Ενώχ, πως αν κάτι έχει ύψιστη
σημασία για τον Θεό και για μας είναι το να "περιπατώμεν καθώς Εκείνος
περιεπάτησεν" (Α΄ Ιωάν. 2:6), "φυλάττοντες τας εντολάς αυτού και πράττοντες τα
αρεστά ενώπιον αυτού" (Α΄ Ιωάν. 3:22).

Γιἀννης Έρτσος

Σας παραθέτουμε τώρα προς ανάγνωσιν το απόκρυφο βιβλίο του Ενώχ:

1. Λόγος εὐλογίας Ἑνώχ, καθὼς εὐλόγησεν ἐκλεκτοὺς δικαίους οἵτινες

15
ἔσονται εἰς ἡμέραν ἀνάγκης ἐξᾶραι πάντας τοὺς ἐχθρούς, καὶ σωθήσονται
δίκαιοι.
2. Καὶ ἀναλαβὼν τὴν παραβολὴν αὐτοῦ εἶπεν Ἑνώχ· (ἄνθρωπος δίκαιός
ἐστιν, [ᾧ] ὅρασις ἐκ θεοῦ αὐτῷ ἀνεῳγμένη ἦν, ἔχων τὴν ὅρασιν τοῦ ἁγίου
«καὶ» τοῦ οὐρανοῦ·) Ἔδειξέν μοι, καὶ ἁγιολόγων ἁγίων ἤκουσα ἐγώ, καὶ ὡς
ἤκουσα παρ’ αὐτῶν πάντα καὶ ἔγνων ἐγὼ θεωρῶν· καὶ οὐκ εἰς τὴν νῦν
γενεὰν διενοούμην, ἀλλὰ ἐπὶ πόρρω οὖσαν ἐγὼ λαλῶ.
3. Καὶ περὶ τῶν ἐκλεκτῶν νῦν λέγω καὶ περὶ αὐτῶν ἀνέλαβον τὴν
παραβολήν μου. καὶ ἐξελεύσεται ὁ ἅγιός μου ὁ μέγας ἐκ τῆς κατοικήσεως
αὐτοῦ,
4. καὶ ὁ θεὸς τοῦ αἰῶνος ἐπὶ γῆν πατήσει ἐπὶ τὸ Σεινὰ ὄρος καὶ φανήσεται
ἐκ τῆς παρεμβολῆς αὐτοῦ, καὶ φανήσεται ἐν τῇ δυνάμει τῆς ἰσχύος αὐτοῦ
ἀπὸ τοῦ οὐρανοῦ τῶν οὐρανῶν.
5. καὶ φοβηθήσονται πάντες καὶ πιστεύσουσιν οἱ ἐγρήγοροι, «καὶ ᾄσουσιν
ἀπόκρυφα ἐν πᾶσιν τοῖς ἄκροις τῆς [γῆς]· καὶ σεισθήσονται πάντα τὰ ἄκρα
τῆς γῆς,» καὶ λήμψεται αὐτοὺς τρόμος καὶ φόβος μέγας μέχρι τῶν περάτων
τῆς γῆς.
6. καὶ σεισθήσονται καὶ πεσοῦνται καὶ διαλυθήσονται ὄρη ὑψηλά, καὶ
ταπεινωθήσονται βουνοὶ ὑψηλοὶ τοῦ διαρυῆναι ὄρη, καὶ τακήσονται ὡς
κηρὸς ἀπὸ προσώπου πυρὸς ἐν φλογί.
7. καὶ διασχισθήσεται ἡ γῆ σχίσμα ῥαγάδι, καὶ πάντα ὅσα ἐστὶν ἐπὶ τῆς γῆς
ἀπολεῖται, καὶ κρίσις ἔσται κατὰ πάντων.
8. καὶ μετὰ τῶν δικαίων τὴν εἰρήνην ποιήσει, καὶ ἐπὶ τοὺς ἐκλεκτοὺς ἔσται
συντήρησις καὶ εἰρήνη, καὶ ἐπ’ αὐτοὺς γενήσεται ἔλεος, καὶ ἔσονται
πάντες τοῦ θεοῦ, καὶ τὴν εὐδοκίαν δώσει αὐτοῖς καὶ πάντας εὐλογήσει καὶ
πάντων ἀντιλήμψεται καὶ βοηθήσει ἡμῖν, καὶ φανήσεται αὐτοῖς φῶς καὶ
ποιήσει ἐπ’ αὐτοὺς εἰρήνην.
9. ὅτι ἔρχεται σὺν ταῖς μυριάσιν αὐτοῦ καὶ τοῖς ἁγίοις αὐτοῦ, ποιῆσαι
κρίσιν κατὰ πάντων, καὶ ἀπολέσει πάντας τοὺς ἀσεβεῖς, καὶ ἐλέγξει
πᾶσαν σάρκα περὶ πάντων ἔργων τῆς ἀσεβείας αὐτῶν ὧν ἠσέβησαν καὶ
σκληρῶν ὧν ἐλάλησαν λόγων, «καὶ περὶ πάντων ὧν κατελάλησαν» κατ’
αὐτοῦ ἁμαρτωλοὶ ἀσεβεῖς.
II
1. Κατανοήσατε πάντα τὰ ἔργα ἐν τῷ οὐρανῷ, πῶς οὐκ ἠλλοίωσαν τὰς
ὁδοὺς αὐτῶν, καὶ τοὺς φωστῆρας τοὺς ἐν τῷ οὐρανῷ, ὡς τὰ πάντα
ἀνατέλλει καὶ δύνει, τεταγμένος ἕκαστος ἐν τῷ τεταγμένῳ καιρῷ, καὶ ταῖς
ἑορταῖς αὐτῶν φαίνονται, καὶ οὐ παραβαίνουσιν τὴν ἰδίαν τάξιν.
2. ἴδετε τὴν γῆν καὶ διανοήθητε περὶ τῶν ἔργων τῶν ἐν αὐτῇ γενομένων
ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τελειώσεως ὥς εἰσιν φθαρτά, ὡς οὐκ ἀλλοιοῦνται, οὐδὲν
τῶν ἐπὶ γῆς, ἀλλὰ πάντα ἔργα θεοῦ ὑμῖν φαίνεται.
3. ἴδετε τὴν θερείαν καὶ τὸν χειμῶνα *****
καταμάθετε καὶ ἴδετε πάντα τὰ δένδρα *****
III–V
1.πῶς τὰ φύλλα χλωρὰ ἐν αὐτοῖς σκέποντα τὰ δένδρα, καὶ πᾶς ὁ καρπὸς
αὐτῶν εἰς τιμὴν καὶ δόξαν. διανοήθητε καὶ γνῶτε περὶ πάντων τῶν ἔργων
αὐτοῦ, καὶ νοήσατε ὅτι θεὸς ζῶν ἐποίησεν αὐτὰ οὕτως, καὶ ζῇ εἰς πάντας
τοὺς αἰῶνας·
2. καὶ τὰ ἔργα αὐτοῦ πάντα ὅσα ἐποίησεν εἰς τοὺς αἰῶνας ἀπὸ ἐνιαυτοῦ εἰς
ἐνιαυτὸν γινόμενα πάντα οὕτως, καὶ πάντα ὅσα ἀποτελοῦσιν αὐτῷ τὰ
ἔργα, καὶ οὐκ ἀλλοιοῦνται αὐτῶν τὰ ἔργα, ἀλλ’ ὡσπερεὶ κατὰ ἐπιταγὴν τὰ

16
πάντα γίνεται.
3. ἴδετε πῶς ἡ θάλασσα καὶ οἱ ποταμοὶ ὡς ὁμοίως ἀποτελοῦσιν καὶ οὐκ
ἀλλοιοῦσιν αὐτῶν τὰ ἔργα ἀπὸ τῶν λόγων αὐτοῦ.
4. ὑμεῖς δὲ οὐκ ἐνεμείνατε οὐδὲ ἐποιήσατε κατὰ τὰς ἐντολὰς αὐτοῦ, ἀλλὰ
ἀπέστητε καὶ κατελαλήσατε μεγάλους καὶ σκληροὺς λόγους ἐν στόματι
ἀκαθαρσίας ὑμῶν κατὰ τῆς μεγαλωσύνης αὐτοῦ. ὅτι κατελαλήσατε ἐν τοῖς
ψεύμασιν ὑμῶν, σκληροκάρδιοι, οὐκ ἔστιν εἰρήνη ὑμῖν.
5. τοιγὰρ τὰς ἡμέρας ὑμῶν ὑμεῖς καταράσεσθε καὶ τὰ ἔτη τῆς ζωῆς ὑμῶν
ἀπολεῖται, καὶ τὰ ἔτη τῆς ἀπωλείας ὑμῶν πληθυνθήσεται ἐν κατάρᾳ
αἰώνων, καὶ οὐκ ἔσται ὑμῖν ἔλεος καὶ εἰρήνη.
6. τότε ἔσται τὰ ὀνόματα ὑμῶν εἰς κατάραν αἰώνιον πᾶσιν τοῖς δικαίοις,
καὶ ἐν ὑμῖν καταράσονται πάντες οἱ καταρώμενοι, καὶ πάντες οἱ
ἁμαρτωλοὶ καὶ ἀσεβεῖς ἐν ὑμῖν ὀμοῦνται, καὶ πάντες οἱ ἀναμάρτητοι
χαρήσονται, καὶ ἔσται αὐτοῖς λύσις ἁμαρτιῶν καὶ πᾶν ἔλεος καὶ εἰρήνη καὶ
ἐπιείκεια, ἔσται αὐτοῖς σωτηρία, φῶς ἀγαθόν, καὶ αὐτοὶ κληρονομήσουσιν
τὴν γῆν καὶ πᾶσιν ὑμῖν τοῖς ἁμαρτωλοῖς οὐχ ὑπάρξει σωτηρία, ἀλλὰ ἐπὶ
πάντας ὑμᾶς κατάλυσις, κατάρα.
7. καὶ τοῖς ἐκλεκτοῖς φῶς καὶ χάρις καὶ εἰρήνη, καὶ αὐτοὶ κληρονομήσουσιν
τὴν γῆν, ὑμῖν δὲ τοῖς ἀσεβέσιν ἔσται κατάρα.
8. τότε δοθήσεται τοῖς ἐκλεκτοῖς φῶς καὶ χάρις, καὶ αὐτοὶ
κληρονομήσουσιν τὴν γῆν. τότε δοθήσεται πᾶσιν τοῖς ἐκλεκτοῖς σοφία, καὶ
πάντες οὗτοι ζήσονται, καὶ οὐ μὴ ἁμαρτήσονται ἔτι οὐ κατ’ ἀλήθειαν οὔτε
κατὰ ὑπερηφανίαν, καὶ ἔσται ἐν ἀνθρώπῳ πεφωτισμένῳ φῶς καὶ
ἀνθρώπῳ ἐπιστήμονι νόημα, καὶ οὐ μὴ πλημμελήσουσιν
9. οὐδὲ μὴ ἁμάρτωσιν πάσας τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς αὐτῶν, καὶ οὐ μὴ
ἀποθάνωσιν ἐν ὀργῇ θυμοῦ, ἀλλὰ τὸν ἀριθμὸν αὐτῶν ζωῆς ἡμερῶν
πληρώσουσιν, καὶ ἡ ζωὴ αὐτῶν αὐξηθήσεται ἐν εἰρήνῃ, καὶ τὰ ἔτη τῆς
χαρᾶς αὐτῶν πληθυνθήσεται ἐν ἀγαλλιάσει καὶ εἰρήνη αἰῶνος ἐν πάσαις
ταῖς ἡμέραις τῆς ζωῆς αὐτῶν.
VI
1. Καὶ ἐγένετο οὗ ἂν ἐπληθύνθησαν οἱ υἱοὶ τῶν ἀνθρώπων, ἐν ἐκείναις
ταῖς ἡμέραις ἐγεννήθησαν θυγατέρες ὡραῖαι καὶ καλαί.
2. καὶ ἐθεάσαντο αὐτὰς οἱ ἄγγελοι υἱοὶ οὐρανοῦ καὶ ἐπεθύμησαν αὐτάς,
καὶ εἶπαν πρὸς ἀλλήλους· Δεῦτε ἐκλεξώμεθα ἑαυτοῖς γυναῖκας ἀπὸ τῶν
ἀνθρώπων, καὶ γεννήσομεν ἑαυτοῖς τέκνα.
3. καὶ εἶπεν Σεμειαζᾶς πρὸς αὐτούς, ὃς ἦν ἄρχων αὐτῶν Φοβοῦμαι μὴ οὐ
θελήσετε ποιῆσαι τὸ πρᾶγμα τοῦτο, καὶ ἔσομαι ἐγὼ μόνος ὀφειλέτης
ἁμαρτίας μεγάλης.
4. ἀπεκρίθησαν οὖν αὐτῷ πάντες Ὀμόσωμεν ὅρκῳ πάντες καὶ
ἀναθεματίσωμεν πάντες ἀλλήλους μὴ ἀποστρέψαι τὴν γνώμην ταύτην,
μέχρις οὗ ἂν τελέσωμεν αὐτὴν καὶ ποιήσωμεν τὸ πρᾶγμα τοῦτο.
5. τότε ὄμοσαν πάντες ὁμοῦ καὶ ἀνεθεμάτισαν ἀλλήλους ἐν αὐτῷ ...
7. Καὶ ταῦτα τὰ ὀνόματα τῶν ἀρχόντων αὐτῶν· Σεμιαζά, οὗτος ἦν ἄρχων
αὐτῶν· Ἀραθάκ, Κιμβρά, Σαμμανή, Δανειήλ, Ἀρεαρώς, Σεμιήλ, Ἰωμειήλ,
Χωχαριήλ, Ἐζεκιήλ, Βατριήλ, Σαθιήλ, Ἀτριήλ, Ταμιήλ, Βαρακιήλ, Ἀνανθνά,
Θωνιήλ, Ῥαμιήλ, Ἀσέαλ, Ῥακειήλ, Τουριήλ.
8. οὗτοί εἰσιν ἀρχαὶ αὐτῶν οἱ [ἐπὶ] δέκα.
VII
1. Καὶ ἔλαβον ἑαυτοῖς γυναῖκας· ἕκαστος αὐτῶν ἐξελέξαντο ἑαυτοῖς
γυναῖκας, καὶ ἤρξαντο εἰσπορεύεσθαι πρὸς αὐτὰς καὶ μιαίνεσθαι ἐν

17
αὐταῖς· καὶ ἐδίδαξαν αὐτὰς φαρμακείας καὶ ἐπαοιδὰς καὶ ῥιζοτομίας, καὶ
τὰς βοτάνας ἐδήλωσαν αὐταῖς.
2. Αἱ δὲ ἐν γαστρὶ λαβοῦσαι ἐτέκοσαν γίγαντας μεγάλους ἐκ πηχῶν
τρισχιλίων,
3. οἵτινες κατησθίοσαν τοὺς κόπους τῶν ἀνθρώπων. ὡς δὲ οὐκ ἐδυνήθησαν
αὐτοῖς οἱ ἄνθρωποι ἐπιχορηγεῖν,
4. οἱ γίγαντες ἐτόλμησαν ἐπ’ αὐτούς, καὶ κατησθίοσαν τοὺς ἀνθρώπους.
5. καὶ ἤρξαντο ἁμαρτάνειν ἐν τοῖς πετεινοῖς καὶ τοῖς [θ]ηρίοις καὶ ἑρπετοῖς
καὶ τοῖς [ἰ]χθύσιν, καὶ ἀλλήλων τὰς σάρκας κατεσθίειν, καὶ τὸ αἷμα ἔπινον.
6. τότε ἡ γῆ ἐνέτυχεν κατὰ τῶν ἀνόμων.
VIII
1. Ἐδίδαξεν τοὺς ἀνθρώπους Ἀζαὴλ μαχαίρας ποιεῖν καὶ ὅπλα καὶ ἀσπίδας
καὶ θώρακας, διδάγματα ἀγγέλων, καὶ ὑπέδειξεν αὐτοῖς τὰ μέταλλα καὶ
τὴν ἐργασίαν αὐτῶν, καὶ ψέλια καὶ κόσμους καὶ στίβεις καὶ τὸ
καλλιβλέφαρον καὶ παντοίους λίθους ἐκλεκτοὺς καὶ τὰ βαφικά.
2. καὶ ἐγένετο ἀσέβεια πολλή, καὶ ἐπόρνευσαν καὶ ἀπεπλανήθησαν καὶ
ἠφανίσθησαν ἐν πάσαις ταῖς ὁδοῖς αὐτῶν.
3. Σεμιαζᾶς ἐδίδαξεν ἐπα[ο]ιδὰς καὶ ῥιζοτομίας· Ἀρμαρὼς ἐπαοιδῶν
λυτήριον· Βαρακιὴλ ἀστρολογίας· Χωχιὴλ τὰ σημειωτικά· Σαθιὴλ
ἀστεροσκοπίαν· Σεριὴλ σεληναγωγίας.
4. τῶν οὖν ἀνθρώπων ἀπολλυμένων ἡ βο[ὴ] εἰς οὐρανοὺς ἀνέβη.
IX
1. Τότε παρ[α]κύψαντες Μιχαὴλ καὶ Οὐ[ρι]ὴλ καὶ Ῥαφαὴλ καὶ Γαβριή[λ],
οὗτοι ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἐθεάς[αν]το αἶμα πολὺ ἐκχυννόμεν[ον] ἐπὶ τῆς γῆς·
2. καὶ εἶπαν πρὸ[ς] ἀλλήλους φωνὴ βοώντω[ν] ἐπὶ τῆς γῆς μέχρι πυλῶν
τοῦ οὐρανοῦ.
3. ἐντυγχάνουσιν αἱ ψυχαὶ τῶν ἀνθρώπων λεγόντων Εἰσαγάγετε τὴν
κρίσιν ἡμῶν πρὸς τὸν ὕψιστ[ον].
4. Καὶ εἶπα[ν] τῷ κυρίῳ Σὺ εἶ κύριος τῶν κυρίων καὶ ὁ θεὸς τῶν θεῶν καὶ
βασιλεὺς τῶν αἰώνων· ὁ θρόνος τῆς δόξης σου εἰς πάσας τὰς γενεὰς τοῦ
αἰῶνος, καὶ τὸ ὄνομά σου τὸ ἅγιον καὶ μέγα καὶ εὐλογητὸν εἰς πάντας τοὺς
αἰῶνας.
5. σὺ γὰρ ἐποίησας τὰ πάντα, καὶ πᾶσαν τὴν ἐξουσίαν ἔχων, καὶ πάντα
ἐνώπιόν σου φανερὰ καὶ ἀκάλυπτα.
6. καὶ πάντα σὺ ὁρᾷς ἃ ἐποίησεν Ἀζαήλ, ὃς ἐδίδαξεν πάσας τὰς ἀδικίας ἐπὶ
τῆς γῆς καὶ ἐδήλωσεν τὰ μυστήρια τοῦ αἰῶνος τὰ ἐν τῷ οὐρανῷ ἃ
ἐπιτηδεύουσιν [καὶ] ἔγνωσαν ἄνθρωποι,
7. καὶ Σεμιαζᾶς, ᾧ τὴν ἐξουσίαν ἔδωκας ἄρχειν τῶν σὺν αὐτῷ ἅμα ὄντων.
8. καὶ ἐπορεύθησαν πρὸς τὰς θυγατέρας τῶν ἀνθρώπων τῆς γῆς καὶ
συνεκοιμήθησαν αὐταῖς καὶ ἐμιάνθησαν, καὶ ἐδήλωσαν αὐταῖς πάσας τὰς
ἁμαρτίας.
9. καὶ αἱ γυναῖκες ἐγέννησαν τιτᾶνας, ὑφ’ ὧν ὅλη ἡ γῆ ἐπλήσθη αἵματος
καὶ ἀδικίας.
10. καὶ νῦν ἰδοὺ βοῶσιν αἱ ψυχαὶ τῶν τετελευτηκότων καὶ ἐντυγχάνουσιν
μέχρι τῶν πυλῶν τοῦ οὐρανοῦ, καὶ ἀνέβη ὁ στεναγμὸς αὐτῶν καὶ οὐ
δύναται ἐξελθεῖν ἀπὸ προσώπου τῶν ἐπὶ τῆς γῆς γινομένων ἀνομημάτων.
11. καὶ σὺ πάντα οἶδας πρὸ τοῦ αὐτὰ γενέσθαι, καὶ σὺ ὁρᾷς ταῦτα καὶ ἐᾷς
αὐτούς, καὶ οὐδὲ ἡμῖν λέγεις τί δεῖ ποιεῖν αὐτοὺς περὶ τούτων.
X
1. Τότε Ὕψιστος εἶπεν περὶ τούτων, ὁ μέγας Ἅγιος, καὶ ἐλάλησεν καὶ εἶπεν

18
καὶ ἔπεμψεν Ἰστραὴλ πρὸς τὸν υἱὸν Λέμεχ
2. Εἶπον αὐτῷ ἐπὶ τῷ ἐμῷ ὀνόματι Κρύψον σεαυτόν, καὶ δήλωσον αὐτῷ
τέλος ἐπερχόμενον, ὅτι ἡ γῆ ἀπόλλυται πᾶσα, καὶ κατακλυσμὸς μέλλει
γίνεσθαι πάσης τῆς γῆς καὶ ἀπολέσει πάντα ὅσα ἐστὶν [ἐν] αὐτῇ.
3. καὶ δίδαξον αὐτὸν ὅπως ἐκφύγῃ, καὶ μενεῖ τὸ σπέρμα αὐτοῦ εἰς πάσας
τὰς γενεὰς τοῦ αἰῶνος.
4. Καὶ τῷ Ῥαφαὴλ εἶπεν Δῆσον τὸν Ἀζαὴλ ποσὶν καὶ χερσίν, καὶ βάλε
αὐτὸν εἰς τὸ σκότος, καὶ ἄνοιξον τὴν ἔρημον τὴν οὖσαν ἐν τῷ Δαδουὴλ
κἀκεῖ βάλε αὐτόν,
5. καὶ ὑπόθες αὐτῷ λίθους τραχεῖς καὶ ὀξεῖς καὶ ἐπικάλυψον αὐτῷ τὸ
σκότος. καὶ οἰκησάτω ἐκεῖ εἰς τοὺς αἰῶνας, καὶ τὴν ὄψιν αὐτοῦ πώμασον
καὶ φῶς μὴ θεωρείτω·
6. καὶ ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῆς μεγάλης τῆς κρίσεως ἀπαχθήσεται εἰς τὸν
ἐνπυρισμόν.
7. καὶ ἰαθήσεται ἡ γῆ, ἣν ἠφάνισαν οἱ ἄγγελοι, καὶ τὴν ἴασιν τῆς γῆς
δήλωσον, ἵνα ἰάσωνται τὴν πληγήν, ἵνα μὴ ἀπόλωνται πάντες οἱ υἱοὶ τῶν
ἀνθρώπων ἐν τῷ μυστηρίῳ ὅλῳ ᾧ ἐπέταξαν οἱ ἐγρήγοροι καὶ ἐδίδαξαν
τοὺς υἱοὺς αὐτῶν,
8. καὶ ἠρημώθη πᾶσα ἡ γῆ ἀφανισθεῖσα ἐν τοῖς ἔργοις τῆς διδασκαλίας
Ἀζαήλ· καὶ ἐπ’ αὐτῷ γράψον τὰς ἁμαρτίας πάσας.
9. Καὶ τῷ Γαβριὴλ εἶπεν ὁ κύριος Πορεύου ἐπὶ τοὺς μαζηρέους, ἐπὶ τοὺς
κιβδήλους καὶ τοὺς υἱοὺς τῆς πορνείας, καὶ ἀπόλεσον τοὺς υἱοὺς τῶν
ἐγρηγόρων ἀπὸ τῶν ἀνθρώπων· πέμψον αὐτοὺς ἐν πολέμῳ ἀπωλείας.
μακρότης γὰρ ἡμερῶν οὐκ ἔστιν αὐτῶν
10. καὶ πᾶσα ἐρώτησις [οὐκ] ἔσται τοῖς πατράσιν αὐτῶν καὶ περὶ αὐτῶν, ὅτι
ἐλπίζουσιν ζῆσαι ζωὴν αἰώνιον, καὶ ὅτι ζήσεται ἕκαστος αὐτῶν ἔτη
πεντακόσια.
11. Καὶ εἶπεν Μιχαήλ Πορεύου καὶ δήλωσον Σεμιαζᾷ καὶ τοῖς λοιποῖς τοῖς
σὺν αὐτῷ ταῖς γυναιξὶν μιγεῖσιν, μιανθῆναι ἐν αὐταῖς ἐν ἀκαθαρσίᾳ
αὐτῶν·
12. καὶ ὅταν κατασφαγῶσιν οἱ υἱοὶ αὐτῶν καὶ ἴδωσιν τὴν ἀπώλειαν τῶν
ἀγαπητῶν, καὶ δῆσον αὐτοὺς ἑβδομήκοντα γενεὰς εἰς τὰς νάπας τῆς γῆς
μέχρι ἡμέρας κρίσεως αὐτῶν καὶ συντελεσμοῦ, ἕως τελεσθῇ τὸ κρίμα τοῦ
αἰῶνος τῶν αἰώνων.
13. τότε ἀπαχθήσονται εἰς τὸ χάος τοῦ πυρὸς καὶ εἰς τὴν βάσανον καὶ εἰς
τὸ δεσμωτήριον συνκλείσεως αἰῶνος.
14. καὶ ὃς ἂν κατακαυθῇ καὶ ἀφανισθῆ ἀπὸ τοῦ νῦν, μετ’ αὐτῶν ὁμοῦ
δεθήσονται μέχρι τελειώσεως γενεᾶς.
15. ἀπόλεσον πάντα τὰ πνεύματα τῶν κιβδήλων καὶ τοὺς υἱοὺς τῶν
ἐγρηγόρων διὰ τὸ ἀδικῆσαι τοὺς ἀνθρώπους.
16. καὶ ἀπόλεσον τὴν ἀδικίαν πᾶσαν ἀπὸ τῆς γῆς, καὶ πᾶν ἔργον πονηρίας
ἐκλειπέτω, καὶ ἀναφανήτω τὸ φυτὸν τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς ἀληθείας εἰς
τοὺς αἰῶνας· μετὰ χαρᾶς φυτευθήσεται.
17. Καὶ νῦν πάντες οἱ δίκαιοι ἐκφεύξονται, καὶ ἔσονται ζῶντες ἕως
γεννήσωσιν χιλιάδας, καὶ πᾶσαι αἱ ἡμέραι νεότητος αὐτῶν, καὶ τὰ
σάββατα αὐτῶν μετὰ εἰρήνης πληρώσουσιν.
18. τότε ἐργασθήσεται πᾶσα ἡ γῆ ἐν δικαιοσύνῃ καὶ φυτευθήσεται δένδρον
ἐν αὐτῇ, καὶ πλησθήσεται εὐλογίας.
19. καὶ πάντα τὰ δένδρα τῆς γῆς ἀγαλλιάσονται· φυτευθήσεται, καὶ
ἔσονται φυτεύοντες ἀμπέλους, καὶ ἡ ἄμπελος ἣν ἂν φυτεύσωσιν,

19
ποιήσουσιν πρόχους οἴνου χιλιάδας καὶ σπόρου ποιήσει καθ’ ἕκαστον
μέτρον, ἐλαίας ποιήσει ἀνὰ βάτους δέκα.
20. καὶ σὺ καθάρισον τὴν γῆν ἀπὸ πάσης ἀκαθαρσίας καὶ ἀπὸ πάσης
ἀδικίας καὶ ἀπὸ πάσης ἁμαρτίας καὶ ἀσεβείας, καὶ πάσας τὰς ἀκαθαρσίας
τὰς γινομένας ἐπὶ τῆς γῆς ἐξάλειψον.
21. καὶ ἔσονται πάντες λατρεύοντες οἱ λαοὶ καὶ εὐλογοῦντες πάντες ἐμοὶ
καὶ προσκυνοῦντες.
22. καὶ καθαρισθήσεται πᾶσα ἡ γῆ ἀπὸ παντὸς μιάσματος καὶ ἀπὸ πάσης
ἀκαθαρσίας καὶ ὀργῆς καὶ μάστιγος, καὶ οὐκέτι πέμψω ἐπ’ αὐτοὺς εἰς
πάσας τὰς γενεὰς τοῦ αἰῶνος.
XI
1. καὶ τότε ἀνοίξω τὰ ταμεῖα τῆς εὐλογίας τὰ ὄντα ἐν τῷ οὐρανῷ, καὶ
κατενεγκεῖν αὐτὰ ἐπὶ τὰ ἔργα, ἐπὶ τὸν κόπον τῶν υἱῶν τῶν ἀνθρώπων.
2. καὶ τότε ἀλήθεια καὶ εἰρήνη κοινωνήσουσιν ὁμοῦ εἰς πάσας τὰς ἡμέρας
τοῦ αἰῶνος καὶ εἰς πάσας τὰς γενεὰς τῶν ἀνθρώπων.
XII
1. Πρὸ τούτων τῶν λόγων ἐλήμφθη Ἑνώχ, καὶ οὐδεὶς τῶν ἀνθρώπων ἔγνω
ποῦ ἐλήμφθη καὶ ποῦ ἐστιν καὶ τί ἐγένετο αὐτῷ.
2. καὶ τὰ ἔργα αὐτοῦ μετὰ τῶν ἐγρηγόρων, καὶ μετὰ τῶν ἁγίων αἱ ἡμέραι
αὐτοῦ.
3. Καὶ ἑστὼς ἤμην Ἑνὼχ εὐλογῶν τῷ κυρίῳ τῆς μεγαλωσύνης, τῷ βασιλεῖ
τῶν αἰώνων. καὶ ἰδοὺ οἱ ἐγρήγοροι τοῦ ἁγίου τοῦ μεγάλου ἐκάλουν με·
4. Ἑνώχ, ὁ γραμματεὺς τῆς δικαιοσύνης, πορεύου καὶ εἶπε τοῖς ἐγρηγόροις
τοῦ οὐρανοῦ οἵτινες ἀπολιπόντες τὸν οὐρανὸν τὸν ὑψηλόν, τὸ ἁγίασμα τῆς
στάσεως τοῦ αἰῶνος, μετὰ τῶν γυναικῶν ἐμιάνθησαν, καὶ ὥσπερ οἱ υἱοὶ
τῆς γῆς ποιοῦσιν, οὕτως καὶ αὐτοὶ ποιοῦσιν, καὶ ἔλαβον ἑαυτοῖς γυναῖκας.
Ἀφανισμὸν μέγαν ἠφανίσατε τὴν γῆν,
5. καὶ οὐκ ἔσται ὑμῖν εἰρήνη οὔτε ἄφεσις. καὶ περὶ ὧν χαίρουσιν τῶν υἱῶν
αὐτῶν,
6. τὸν φόνον τῶν ἀγαπητῶν αὐτῶν ὄψονται, καὶ ἐπὶ τῇ ἀπωλείᾳ τῶν υἱῶν
αὐτῶν στενάξουσιν καὶ δεηθήσονται εἰς τὸν αἰῶνα, καὶ οὐκ αὐτοῖς ἔσται
εἰς ἔλεον καὶ εἰρήνην.
XIII
1. Ὁ δὲ Ἑνὼχ τῷ Ἀζαὴλ εἶπεν Πορεύου· οὐκ ἔσται σοι εἰρήνη. κρίμα μέγα
ἐξῆλθεν κατὰ σοῦ δῆσαί σε,
2. καὶ ἀνοχὴ καὶ ἐρώτησίς σοι οὐκ ἔσται περὶ ὧν ἔδειξας ἀδικημάτων καὶ
περὶ πάντων τῶν ἔργων τῶν ἀσεβειῶν καὶ τῆς ἀδικίας καὶ τῆς ἁμαρτίας,
ὅσα ὑπέδειξας τοῖς ἀνθρώποις.
3. Τότε πορευθεὶς εἴρηκα πᾶσιν αὐτοῖς, καὶ αὐτοὶ πάντες ἐφοβήθησαν, καὶ
ἔλαβεν αὐτοὺς τρόμος καὶ φόβος.
4. καὶ ἠρώτησαν ὅπως γράψω αὐτοῖς ὑπομνήματα ἐρωτήσεως ἵνα γένηται
αὐτοῖς ἄφεσις, καὶ ἵνα ἐγὼ ἀναγνῶ αὐτοῖς τὸ ὑπόμνημα τῆς ἐρωτήσεως
ἐνώπιον Κυρίου τοῦ οὐρανοῦ,
5. ὅτι αὐτοὶ οὐκ ἔτι δύνανται λαλῆσαι, οὐδὲ ἀπᾶραι αὐτῶν τοὺς ὀφθαλμοὺς
εἰς τὸν οὐρανὸν ἀπὸ αἰσχύνης περὶ ὧν ἡμαρτήκεισαν καὶ κατεκρίθησαν.
6. Τότε ἔγραψα τὸ ὑπόμνημα τῆς ἐρωτήσεως αὐτῶν καὶ τὰς δεήσεις περὶ
τῶν πνευμάτων αὐτῶν καὶ περὶ ὧν δέονται, ὅπως αὐτῶν γένωνται ἄφεσις
καὶ μακρότης.
7. καὶ πορευθεὶς ἐκάθισα ἐπὶ τῶν ὑδάτων Δὰν ἐν γῇ Δάν, ἥτις ἐστὶν ἐκ
δεξιῶν Ἑρμωνειεὶμ δύσεως· ἀνεγίγνωσκον τὸ ὑπόμνημα τῶν δεήσεων

20
αὐτῶν.
8. ὡς ἐκοιμήθην, καὶ ἰδοὺ ὄνειροι ἐπ’ ἐμὲ ἦλθον καὶ ὁράσεις ἐπ’ ἐμὲ
ἐπέπιπτον, καὶ ἴδον ὁράσεις ὀργῆς, καὶ ἦλθεν φωνὴ λέγουσα Εἶπον τοῖς
υἱοῖς τοῦ οὐρανοῦ τοῦ ἐλέγξαι αὐτούς.
9. Καὶ ἔξυπνος γενόμενος ἦλθον πρὸς αὐτούς, καὶ πάντες συνηγμένοι
ἐκάθηντο πενθοῦντες ἐν Ἐβελσατά, ἥτις ἐστὶν ἀνὰ μέσον τοῦ Λιβάνου καὶ
Σενισήλ, περικεκαλυμμένοι τὴν ὄψιν.
10. ἐνώπιον αὐτῶν καὶ ἀνήγγειλα αὐτοῖς πάσας τὰς ὁράσεις ἃς εἶδον κατὰ
τοὺς ὕπνους, καὶ ἠρξάμην λαλεῖν τοὺς λόγους τῆς δικαιοσύνης, ἐλέγχων
τοὺς ἐγρηγόρους τοῦ οὐρανοῦ.
XIV
1. Βίβλος λόγων δικαιοσύνης καὶ ἐλέγξεως ἐγρηγόρων τῶν ἀπὸ τοῦ
αἰῶνος, κατὰ τὴν ἐντολὴν τοῦ ἁγίου τοῦ μεγάλου ἐν ταύτῃ τῇ ὁράσει.
2. Ἐγὼ εἶδον κατὰ τοὺς ὕπνους μου ὃ νῦν λέγω ἐν γλώσσῃ σαρκίνῃ ἐν τῷ
πνεύματι τοῦ στόματός μου, ὃ ἔδωκεν ὁ μέγας τοῖς ἀνθρώποις λαλεῖν ἐν
αὐτοῖς καὶ νοήσει καρδίας·
3. ὃς ἔκτισεν καὶ ἔδωκεν ἐλέγξασθαι ἐγρηγόρους τοὺς υἱοὺς τοῦ οὐρανοῦ.
4. Ἐγὼ τὴν ἐρώτησιν ὑμῶν τῶν ἀγγέλων ἔγραψα, καὶ ἐν τῇ ὁράσει μου
τοῦτο ἐδείχθη· καὶ οὔτε ἡ ἐρώτησις ὑμῶν παρεδέχθη,
5. ἵνα μηκέτι εἰς τὸν οὐρανὸν ἀναβῆτε ἐπὶ πάντας τοὺς αἰῶνας, καὶ ἐν τοῖς
δεσμοῖς τῆς γῆς ἐρρέθη δῆσαι ὑμᾶς εἰς πάσας τὰς γενεὰς τοῦ αἰῶνος,
6. καὶ ἵνα περὶ τούτων ἴδητε τὴν ἀπώλειαν τῶν υἱῶν ὑμῶν τῶν ἀγαπητῶν,
καὶ ὅτι οὐκ ἔσται ὑμῖν ὄνησις αὐτῶν, ἀλλὰ πεσοῦνται ἐνώπιον ὑμῶν ἐν
μαχαίρᾳ.
7. καὶ ἡ ἐρώτησις ὑμῶν περὶ αὐτῶν οὐκ ἔσται οὐδὲ περὶ ὑμῶν· καὶ ὑμεῖς
κλαίοντες καὶ δεόμενοι καὶ μὴ λαλοῦντες πᾶν ῥῆμα ἀπὸ τῆς γραφῆς ἧς
ἔγραψα.
8. Καὶ ἐμοὶ ἐφ’ ὁράσει οὕτως ἐδείχθη· ἰδοὺ νεφέλαι ἐν τῇ ὁράσει ἐκάλουν
καὶ ὁμίχλαι με ἐφώνουν, καὶ διαδρομαὶ τῶν ἀστέρων καὶ διαστραπαί με
κατεσπούδαζον καὶ ἐθορύβαζόν με, καὶ ἄνεμοι ἐν τῇ ὁράσει μου
ἐξεπέτασάν με
9. καὶ ἐπῆράν με ἄνω καὶ εἰσήνεγκάν με εἰς τὸν οὐρανόν, καὶ εἰσῆλθον
μέχρις ἤγγισα τείχους οἰκοδομῆς ἐν λίθοις χαλάζης καὶ γλώσσης πυρὸς
κύκλῳ αὐτῶν· καὶ ἤρξαντο ἐκφοβεῖν με.
10. Καὶ εἰσῆλθον εἰς τὰς γλώσσας τοῦ πυρός, καὶ ἤγγισα εἰς οἶκον μέγαν
οἰκοδομημένον ἐν λίθοις χαλάζης, καὶ οἱ τοῖχοι τοῦ οἴκου ὡς λιθόπλακες,
καὶ πᾶσαι ἦσαν ἐκ χιόνος, καὶ ἐδάφη χιονικά,
11. καὶ αἱ στέγαι ὡς διαδρομαὶ ἀστέρων καὶ ἀστραπαί, καὶ μεταξὺ αὐτῶν
χερουβὶν πύρινα, καὶ οὐρανὸς αὐτῶν ὕδωρ,
12. καὶ πῦρ φλεγόμενον κύκλῳ τῶν τειχῶν, καὶ θύραι πυρὶ καιόμεναι.
13. εἰσῆλθον εἰς τὸν οἶκον ἐκεῖνον, θερμὸν ὡς πῦρ καὶ ψυχρὸν ὡς χιών, καὶ
πᾶσα τροφὴ ζωῆς οὐκ ἦν ἐν αὐτῷ· φόβος με ἐκάλυψεν καὶ τρόμος με
ἔλαβεν.
14. καὶ ἤμην σειόμενος καὶ τρέμων, καὶ ἔπεσον. ἐθεώρουν ἐν τῇ ὁράσει
μου,
15. καὶ ἰδοὺ ἄλλη θύρα ἀνεῳγμένη κατέναντί μου, καὶ ὁ οἶκος μείζων
τούτου, καὶ ὅλος οἰκοδομημένος ἐν γλώσσαις πυρός,
16. καὶ ὅλος διαφέρων ἐν δόξῃ καὶ ἐν τιμῇ καὶ ἐν μεγαλωσύνῃ, ὥστε μὴ
δύνασθαί με ἐξειπεῖν ὑμῖν περὶ τῆς δόξης καὶ περὶ τῆς μεγαλωσύνης
αὐτοῦ.

21
17. τὸ ἔδαφος αὐτοῦ ἦν πυρός, τὸ δὲ ἀνώτερον αὐτοῦ ἦσαν ἀστραπαὶ καὶ
διαδρομαὶ ἀστέρων, καὶ ἡ στέγη αὐτοῦ ἦν πῦρ φλέγον.
18. Ἐθεώρουν δὲ καὶ εἶδον θρόνον ὑψηλόν, καὶ τὸ εἶδος αὐτοῦ ὡσεὶ
κρυστάλλινον, καὶ τροχὸς ὡς ἡλίου λάμποντος καὶ ὄρος χερουβίν.
19. καὶ ὑποκάτω τοῦ θρόνου ἐξεπορεύοντο ποταμοὶ πυρὸς φλεγόμενοι, καὶ
οὐκ ἐδυνάσθην ἰδεῖν.
20. καὶ ἡ δόξα ἡ μεγάλη ἐκάθητο ἐπ’ αὐτῷ· τὸ περιβόλαιον αὐτοῦ ὡς εἶδος
ἡλίου, λαμπρότερον καὶ λευκότερον πάσης χιόνος.
21. καὶ οὐκ ἐδύνατο πᾶς ἄγγελος παρελθεῖν εἰς τὸν οἶκον τοῦτον καὶ ἰδεῖν
τὸ πρόσωπον αὐτοῦ διὰ τὸ ἔντιμον καὶ ἔνδοξον, καὶ οὐκ ἐδύνατο πᾶσα
σὰρξ ἰδεῖν αὐτοῦ
22. τὸ πῦρ φλεγόμενον κύκλῳ· καὶ πῦρ μέγα παρειστήκει αὐτῷ, καὶ οὐδεὶς
ἐγγίζει αὐτῷ. κύκλῳ μυρίαι μυριάδες ἑστήκασιν ἐνώπιον αὐτοῦ, καὶ πᾶς
λόγος αὐτοῦ ἔργον.
23. καὶ οἱ ἅγιοι τῶν ἀγγέλων οἱ ἐγγίζοντες αὐτῷ οὐκ ἀποχωροῦσιν νυκτὸς
οὔτε ἀφίστανται αὐτοῦ.
24. Κἀγὼ ἤμην ἕως τούτου ἐπὶ πρόσωπόν μου βεβλημένος καὶ τρέμων, καὶ
ὁ κύριος τῷ στόματι αὐτοῦ ἐκάλεσέν με καὶ εἶπέν μοι, Πρόσελθε ὧδε,
Ἑνώχ, καὶ τὸν λόγον μου ἄκουσον.
25. καὶ προσελθών μοι εἷς τῶν ἁγίων ἤγειρέν με καὶ ἔστησέν με, καὶ
προσήγαγέν με μέχρι τῆς θύρας· ἐγὼ δὲ τὸ πρόσωπόν μου κάτω ἔκυφον.
XV
1. Καὶ ἀποκριθεὶς εἶπέν μοι, Ὁ ἄνθρωπος ὁ ἀληθινός, ἄνθρωπος τῆς
ἀληθείας, ὁ γραμματεύς· καὶ τῆς φωνῆς αὐτοῦ ἤκουσα· μὴ φοβηθῇς, Ἑνώχ,
ἄνθρωπος ἀληθινὸς καὶ γραμματεὺς τῆς ἀληθείας· πρόσελθε ὧδε, καὶ τῆς
φωνῆς μου ἄκουσον.
2. πορεύθητι καὶ εἶπε τοῖς πέμψασίν σε, Ἐρωτῆσαι ὑμᾶς ἔδει περὶ τῶν
ἀνθρώπων, καὶ μὴ τοὺς ἀνθρώπους περὶ ὑμῶν.
3. διὰ τί ἀπελίπετε τὸν οὐρανὸν τὸν ὑψηλὸν τὸν ἅγιον τοῦ αἰῶνος, καὶ
μετὰ τῶν γυναικῶν ἐκοιμήθητε καὶ μετὰ τῶν θυγατέρων τῶν ἀνθρώπων
ἐμιάνθητε καὶ ἐλάβετε ἑαυτοῖς γυναῖκας; ὥσπερ υἱοὶ τῆς γῆς ἐποιήσατε
καὶ ἐγεννήσατε ἑαυτοῖς τέκνα, υἱοὺς γίγαντας.
4. καὶ ὑμεῖς ἦτε ἅγιοι καὶ πνεύματα ζῶντα αἰώνια ἐν τῷ αἵματι τῶν
γυναικῶν ἐμιάνθητε, καὶ ἐν αἵματι σαρκὸς ἐγεννήσατε καὶ ἐν αἵματι
ἀνθρώπων ἐπεθυμήσατε. καθὼς καὶ αὐτοὶ ποιοῦσιν σάρκα καὶ αἷμα,
οἵτινες ἀποθνήσκουσιν καὶ ἀπόλλυνται.
5. διὰ τοῦτο ἔδωκα αὐτοῖς θηλείας, ἵνα σπερματίζουσιν εἰς αὐτὰς καὶ
τεκνώσουσιν ἐν αὐταῖς τέκνα οὕτως, ἵνα μὴ ἐκλείπῃ αὐτοῖς πᾶν ἔργον ἐπὶ
τῆς γῆς.
6. ὑμεῖς δὲ ὑπήρχετε πνεύματα ζῶντα αἰώνια καὶ οὐκ ἀποθνήσκοντα εἰς
πάσας τὰς γενεὰς τοῦ αἰῶνος.
7. καὶ διὰ τοῦτο οὐκ ἐποίησα ἐν ὑμῖν θηλείας· τὰ πνεύματα τοῦ οὐρανοῦ, ἐν
τῷ οὐρανῷ ἡ κατοίκησις αὐτῶν.
8. καὶ νῦν οἱ γίγαντες οἱ γεννηθέντες ἀπὸ τῶν πνευμάτων καὶ σαρκὸς
πνεύματα ἰσχυρὰ ἐπὶ τῆς γῆς, καὶ ἐν τῇ γῇ ἡ κατοίκησις αὐτῶν ἔσται.
9. πνεύματα πονηρὰ ἐξῆλθον ἀπὸ τοῦ σώματος αὐτῶν, διότι ἀπὸ τῶν
ἀνωτέρων ἐγένοντο, καὶ ἐκ τῶν ἁγίων ἐγρηγόρων ἡ ἀρχὴ τῆς κτίσεως
αὐτῶν καὶ ἀρχὴ θεμελίου· πνεύματα πονηρὰ κληθήσεται.
10. πνεύματα οὐρανοῦ, ἐν τῷ οὐρανῷ ἡ κατοίκησις αὐτῶν ἔσται καὶ τὰ
πνεύματα ἐπὶ τῆς γῆς τὰ γεννηθέντα, ἐπὶ τῆς γῆς ἡ κατοίκησις αὐτῶν

22
ἔσται.
11. καὶ τὰ πνεύματα τῶν γιγάντων νεφέλας ἀδικοῦντα, ἀφανίζοντα καὶ
ἐνπίπτοντα καὶ συνπαλαίοντα καὶ συνρίπτοντα ἐπὶ τῆς γῆς, πνεύματα
σκληρὰ γιγάντων, καὶ δρόμους ποιοῦντα καὶ μηδὲν ἐσθίοντα, ἀλλ’
ἀσιτοῦντα καὶ διψῶντα καὶ προσκόπτοντα πνεύματα.
12. καὶ ἐξαναστήσει ταῦτα εἰς τοὺς υἱοὺς τῶν ἀνθρώπων καὶ τῶν
γυναικῶν, ὅτι ἐξεληλύθασιν ἀπ’ αὐτῶν,
XVI
1. ἀπὸ ἡμέρας σφαγῆς καὶ ἀπωλείας καὶ θανάτου, ἀφ’ ὧν τὰ πνεύματα
ἐκπορευόμενα ἐκ τῆς ψυχῆς τῆς σαρκὸς αὐτῶν ἔσται ἀφανίζοντα χωρὶς
κρίσεως· οὕτως ἀφανίσουσιν μέχρις ἡμέρας τελειώσεως, τῆς κρίσεως τῆς
μεγάλης, ἐν ᾗ ὁ αἰὼν ὁ μέγας τελεσθήσεται.
2. καὶ νῦν ἐγρηγόροις τοῖς πέμψασίν σε ἐρωτῆσαι περὶ αὐτῶν, οἵτινες ἐν
οὐρανῷ ἦσαν.
3. Ὑμεῖς ἐν τῷ οὐρανῷ ἦτε, καὶ πᾶν μυστήριον ὃ οὐκ ἀνεκαλύφθη ὑμῖν καὶ
μυστήριον τὸ ἐκ τοῦ θεοῦ γεγενημένον ἔγνωτε, καὶ τοῦτο ἐμηνύσατε ταῖς
γυναιξὶν ἐν ταῖς σκληροκαρδίαις ὑμῶν, καὶ ἐν τῷ μυστηρίῳ τούτῳ
πληθύνουσιν αἱ θήλειαι καὶ οἱ ἄνθρωποι τὰ κακὰ ἐπὶ τῆς γῆς.
4. εἶπον οὖν αὐτοῖς Οὐκ ἔστιν εἰρήνη.
XVII
1. Καὶ παραλαβόντες με εἴς τινα τόπον ἀπήγαγον, ἐν ᾧ οἱ ὄντες ἐκεῖ
γίνονται ὡς πῦρ φλέγον καὶ, ὅταν θέλωσιν, φαίνονται ὡσεὶ ἄνθρωποι.
2. Καὶ ἀπήγαγόν με εἰς ζοφώδη τόπον καὶ εἰς ὄρος οὗ ἡ κεφαλὴ ἀφικνεῖτο
εἰς τὸν οὐρανόν.
3. καὶ εἶδον τόπον τῶν φωστήρων καὶ τοὺς θησαυροὺς τῶν ἀστέρων καὶ
τῶν βροντῶν, καὶ εἰς τὰ ἀεροβαθῆ, ὅπου τόξον πυρὸς καὶ τὰ βέλη καὶ τὰς
θήκας αὐτῶν καὶ τὰς ἀστραπὰς πάσας.
4. Καὶ ἀπήγαγόν με μέχρι ὑδάτων καὶ μέχρι πυρὸς δύσεως, ὅ ἐστιν καὶ
παρέχον πάσας τὰς δύσεις τοῦ ἡλίου.
5. καὶ ἤλθομεν μέχρι ποταμοῦ πυρός, ἐν ᾧ κατατρέχει τὸ πῦρ ὡς ὕδωρ καὶ
ῥέει εἰς θάλασσαν μεγάλην δύσεως.
6. ἴδον τοὺς μεγάλους ποταμούς, καὶ μέχρι τοῦ μεγάλου ποταμοῦ καὶ μέχρι
τοῦ μεγάλου σκότους κατήντησα, καὶ ἀπῆλθον ὅπου πᾶσα σὰρξ οὐ
περιπατεῖ.
7. ἴδον τοὺς ἀνέμους τῶν γνόφων τοὺς χειμερινοὺς καὶ τὴν ἔκχυσιν τῆς
ἀβύσσου πάντων ὑδάτων.
8. ἴδον τὸ στόμα τῆς γῆς πάντων τῶν ποταμῶν καὶ τὸ στόμα τῆς ἀβύσσου.
XVIII
1. ἴδον τοὺς θησαυροὺς τῶν ἀνέμων πάντων, ἴδον ὅτι ἐν αὐτοῖς ἐκόσμησεν
πάσας τὰς κτίσεις καὶ τὸν θεμέλιον τῆς γῆς, καὶ τὸν λίθον ἴδον τῆς γωνίας
τῆς γῆς.
2. ἴδον τοὺς τέσσαρας ἀνέμους τὴν γῆν βαστάζοντας,
3. καὶ τὸ στερέωμα τοῦ οὐρανοῦ, καὶ αὐτοὶ ἱστᾶσιν μεταξὺ γῆς καὶ
οὐρανοῦ.
4. ἴδον ἀνέμους τῶν οὐρανῶν στρέφοντας καὶ διανεύοντας τὸν τροχὸν τοῦ
ἡλίου, καὶ πάντας τοὺς ἀστέρας.
5. ἴδον τοὺς ἐπὶ τῆς γῆς ἀνέμους βαστάζοντας ἐν νεφέλῃ. ἴδον πέρατα τῆς
γῆς, τὸ στήριγμα τοῦ οὐρανοῦ ἐπάνω.
6. Παρῆλθον καὶ ἴδον τόπον καιόμενον νυκτὸς καὶ ἡμέρας, ὅπου τὰ ἑπτὰ
ὄρη ἀπὸ λίθων πολυτελῶν, [τρία] εἰς ἀνατολὰς καὶ τρία εἰς νότον

23
βάλλοντα.
7. καὶ τὰ μὲν πρὸς ἀνατολὰς ἀπὸ λίθου χρώματος, τὸ δὲ ἦν. ἀπὸ λίθου
μαργαρίτου, καὶ τὸ ἀπὸ λίθου ταθέν, τὸ δὲ κατὰ νότον ἀπὸ λίθου πυρροῦ·
8. τὸ δὲ μέσον αὐτῶν ἦν εἰς οὐρανόν, ὥσπερ θρόνος θεοῦ ἀπὸ λίθου φουκά,
καὶ ἡ κορυφὴ τοῦ θρόνου ἀπὸ λίθου σαφφείρου·
9. καὶ πῦρ καιόμενον ἴδον. κἀπέκεινα τῶν ὀρέων τούτων
10. τόπος ἐστὶν πέρας τῆς μεγάλης γῆς· ἐκεῖ συντελεσθήσονται οἱ οὐρανοί.
11. καὶ ἴδον χάσμα μέγα εἰς τοὺς στύλους τοῦ πυρὸς καταβαίνοντας καὶ
οὐκ ἦν μέτρον οὔτε εἰς βάθος οὔτε εἰς ὕψος.
12. καὶ ἐπέκεινα τοῦ χάσματος τούτου ἴδον τόπον ὅπου οὐδὲ στερέωμα
οὐρανοῦ ἐπάνω, οὔτε γῆ ᾖ τεθεμελιωμένη ὑποκάτω αὐτοῦ, οὔτε ὕδωρ ἦν
ὑπὸ αὐτὸ οὔτε πετεινόν, ἀλλὰ τόπος ἦν ἔρημος καὶ φοβερός.
13. ἐκεῖ ἴδον ἑπτὰ ἀστέρας ὡς ὄρη μεγάλα καιόμενα, περὶ ὧν
πυνθανομένῳ μοι
14. εἶπεν ὁ ἄγγελος Οὗτός ἐστιν ὁ τόπος τὸ τέλος τοῦ οὐρανοῦ καὶ γῆς·
δεσμωτήριον τοῦτο ἐγένετο τοῖς ἄστροις καὶ ταῖς δυνάμεσιν τοῦ οὐρανοῦ.
15. καὶ οἱ ἀστέρες οἱ κυλιόμενοι ἐν τῷ πυρί, οὗτοί εἰσιν οἱ παραβάντες
πρόσταγμα κυρίου ἐν ἀρχῇ τῆς ἀνατολῆς αὐτῶν - ὅτι τόπος ἔξω τοῦ
οὐρανοῦ κενός ἐστιν - ὅτι οὐκ ἐξῆλθαν ἐν τοῖς καιροῖς αὐτῶν.
16. καὶ ὀργίσθη αὐτοῖς καὶ ἔδησεν αὐτοὺς μέχρι καιροῦ τελειώσεως αὐτῶν
ἁμαρτίας «αὐτῶν», ἐνιαυτῶν μυρίων.
XIX
1. Καὶ εἶπέν μοι Οὐριήλ Ἐνθάδε οἱ μιγέντες ἄγγελοι ταῖς γυναιξὶν
στήσονται, καὶ τὰ πνεύματα αὐτῶν πολύμορφα γενόμενα λυμαίνεται τοὺς
ἀνθρώπους καὶ πλανήσει αὐτοὺς ἐπιθύειν τοῖς δαιμονίοις μέχρι τῆς
μεγάλης κρίσεως, ἐν ᾗ κριθήσονται εἰς ἀποτελείωσιν.
2. καὶ αἱ γυναῖκες αὐτῶν τῶν παραβάντων ἀγγέλων εἰς σειρῆνας
γενήσονται.
3. κἀγὼ Ἑνὼχ ἴδον τὰ θεωρήματα μόνος, τὰ πέρατα πάντων, καὶ οὐ μὴ ἴδῃ
οὐδὲ εἷς ἀνθρώπων ὡς ἐγὼ ἴδον.
XX
1. Ἄγγελοι τῶν δυνάμεων.
2. Οὐριήλ, ὁ εἷς τῶν ἁγίων ἀγγέλων ὁ ἐπὶ τοῦ κόσμου καὶ τοῦ ταρτάρου.
3. Ῥαφαήλ, ὁ εἷς τῶν ἁγίων ἀγγέλων ὁ ἐπὶ τῶν πνευμάτων τῶν ἀνθρώπων,
4. Ῥαγουήλ, ὁ εἷς τῶν ἁγίων ἀγγέλων ὁ ἐκδικῶν τὸν κόσμον τῶν
φωστήρων.
5. Μιχαήλ, ὁ εἷς τῶν ἁγίων ἀγγέλων ὁ ἐπὶ τῶν τοῦ λαοῦ ἀγαθῶν
τεταγμένος καὶ ἐπὶ τῷ χάῳ.
6. Σαριήλ, ὁ εἷς τῶν ἁγίων ἀγγέλων ὁ ἐπὶ τῶν πνευμάτων οἵτινες ἐπὶ τῷ
πνεύματι ἁμαρτάνουσιν.
7. Γαβριήλ, ὁ εἷς τῶν ἁγίων ἀγγέλων ὁ ἐπὶ τοῦ παραδείσου καὶ τῶν
δρακόντων καὶ χερουβείν. ἀρχαγγέλων ὀνόματα ἑπτά.
XXI
1. Καὶ ἐφώδευσα ἕως τῆς ἀκατασκευάστου.
2. κἀκεῖ ἐθεασάμην ἔργον φοβερόν· ἑώρακα οὔτε οὐρανὸν ἐπάνω, οὔτε γῆν
τεθέαμαι τεθεμελιωμένην, ἀλλὰ τόπον ἀκατασκεύαστον καὶ φοβερόν.
3. καὶ ἐκεῖ τεθέαμαι ἑπτὰ τῶν ἀστέρων τοῦ οὐρανοῦ δεδεμένους καὶ
ἐρριμμένους ἐν αὐτῷ, ὁμοίους ὄρεσιν μεγάλοις καὶ ἐν πυρὶ καιομένους.
4. τότε εἶπον Διὰ ποίαν αἰτίαν ἐπεδέθησαν, καὶ διὰ τί ὧδε ἐρίφησαν;
5. τότε εἶπέν μοι Οὐριήλ, ὁ εἷς τῶν ἁγίων ἀγγέλων ὃς μετ’ ἐμοῦ ἦν - καὶ

24
αὐτὸς ἡγεῖτο αὐτῶν - καὶ εἶπέν μοι Ἑνώχ, περὶ τίνος ἐρωτᾷς, ἢ περὶ τίνος
τὴν ἀλήθειαν φιλοσπευδεῖς;
6. οὗτοί εἰσιν τῶν ἀστέρων τοῦ οὐρανοῦ οἱ παραβάντες τὴν ἐπιταγὴν τοῦ
κυρίου, καὶ ἐδέθησαν ὧδε μέχρι τοῦ πληρῶσαι μύρια ἔτη, τὸν χρόνον τῶν
ἁμαρτημάτων αὐτῶν.
7. Κἀκεῖθεν ἐφώδευσα εἰς ἄλλον τόπον τούτου φοβερώτερον, καὶ τεθέαμαι
ἔργα φοβερώτερα, πῦρ μέγα ἐκεῖ καιόμενον καὶ φλεγόμενον, καὶ διακοπὴν
εἶχεν ὁ τόπος ἕως τῆς ἀβύσσου, πλήρης στύλων πυρὸς μεγάλου
καταφερομένων· οὔτε μέτρον οὔτε πλάτος ἠδυνήθην ἰδεῖν οὐδὲ εἰκάσαι.
8. τότε εἶπον Ὡς φοβερὸς ὁ τόπος καὶ ὡς δεινὸς τῇ ὁράσει.
9. τότε ἀπεκρίθη μοι ὁ εἷς τῶν ἁγίων ἀγγέλων ὃς μετ’ ἐμοῦ ἦν, καὶ εἶπέν
μοι Ἑνώχ, διὰ τί ἐφοβήθης; οὕτως καὶ ἐπτοήθης; καὶ ἀπεκρίθην Περὶ
τούτου τοῦ φοβεροῦ καὶ περὶ τῆς προσόψεως τῆς δεινῆς.
10. καὶ εἶπεν Οὗτος ὁ τόπος δεσμωτήριον ἀγγέλων· ὧδε συνσχεθήσονται
μέχρι αἰῶνος εἰς τὸν αἰῶνα.
XXII
1. Κἀκεῖθεν ἐφώδευσα εἰς ἄλλον τόπον, καὶ ἔδειξέν μοι πρὸς δυσμὰς ἄλλο
ὄρος μέγα καὶ ὑψηλόν, πέτρας στερεάς.
2. καὶ τέσσαρες τόποι ἐν αὐτῷ κοῖλοι, βάθος ἔχοντες καὶ λίαν λεῖοι, τρεῖς
αὐτῶν σκοτινοὶ καὶ εἷς φωτινός, καὶ πηγὴ ὕδατος ἀνὰ μέσον αὐτοῦ. καὶ
εἶπον Πῶς λεῖα τὰ κοιλώματα ταῦτα καὶ ὁλοβαθῆ καὶ σκοτινὰ τῇ ὁράσει;
3. τότε ἀπεκρίθη Ῥαφαήλ, ὁ εἷς τῶν ἁγίων ἀγγέλων ὃς μετ’ ἐμοῦ ἦν, καὶ
εἶπέν μοι Οὗτοι οἱ τόποι οἱ κοῖλοι, ἵνα ἐπισυνάγωνται εἰς αὐτοὺς τὰ
πνεύματα τῶν ψυχῶν τῶν νεκρῶν. εἰς αὐτὸ τοῦτο ἐκρίθησαν, ὥδε
ἐπισυνάγεσθαι πάσας τὰς ψυχὰς τῶν ἀνθρώπων.
4. καὶ οὗτοι οἱ τόποι εἰς ἐπισύνσχεσιν αὐτῶν ἐποίησαν μέχρι τῆς ἡμέρας
τῆς κρίσεως αὐτῶν καὶ μέχρι τοῦ διορισμοῦ καὶ διορισμένου χρόνου ἐν ᾧ ἡ
κρίσις ἡ μεγάλη ἔσται ἐν αὐτοῖς.
5. τεθέαμαι ἀνθρώπους νεκροὺς ἐντυγχάνοντας, καὶ ἡ φωνὴ αὐτοῦ μέχρι
τοῦ οὐρανοῦ προέβαινεν καὶ ἐνετύγχανεν.
6. καὶ ἠρώτησα Ῥαφαὴλ τὸν ἄγγελον ὃς μετ’ ἐμοῦ ἦν, καὶ εἶπα αὐτῷ Τοῦτο
τὸ πνεῦμα τὸ ἐντυγχάνον τίνος ἐστίν, δι’ ὃ οὕτως ἡ φωνὴ αὐτοῦ προβαίνει
καὶ ἐντυγχάνει ἕως τοῦ οὐρανοῦ;
7. καὶ ἀπεκρίθη μοι λέγων Τοῦτο τὸ πνεῦμά ἐστιν τὸ ἐξελθὸν ἀπὸ Ἄβελ ὃν
ἐφόνευσε Κάιν ὁ ἀδελφός, καὶ Ἄβελ ἐντυγχάνει περὶ αὐτοῦ μέχρι τοῦ
ἀπολέσαι τὸ σπέρμα αὐτοῦ ἀπὸ προσώπου τῆς γῆς, καὶ ἀπὸ τοῦ
σπέρματος τῶν ἀνθρώπων ἀφανθῇ τὸ σπέρμα αὐτοῦ.
8. Τότε ἠρώτησα περὶ τῶν κυκλωμάτων πάντων, διὰ τί ἐχωρίσθησαν ἓν
ἀπὸ τοῦ ἑνός;
9. καὶ ἀπεκρίθη μοι λέγων Οὗτοι οἱ τρεῖς ἐποιήθησαν χωρίζεσθαι τὰ
πνεύματα τῶν νεκρῶν· καὶ οὕτως ἐχωρίσθη εἰς τὰ πνεύματα τῶν δικαίων,
οὗ ἡ πηγὴ τοῦ ὕδατος ἐν αὐτῷ φωτινή·
10. καὶ οὕτως ἐκτίσθη τῶν ἁμαρτωλῶν, ὅταν ἀποθάνωσιν καὶ ταφῶσιν εἰς
τὴν γῆν, καὶ κρίσις οὐκ ἐγενήθη ἐπ’ αὐτῶν ἐν τῇ ζωῇ αὐτῶν.
11. ὧδε χωρίζεται τὰ πνεύματα αὐτῶν εἰς τὴν μεγάλην βάσανον ταύτην,
μέχρι τῆς μεγάλης ἡμέρας τῆς κρίσεως, τῶν μαστίγων καὶ τῶν βασάνων
τῶν κατηραμένων μέχρι αἰῶνος· ἦν ἀνταπόδοσις τῶν πνευμάτων· ἐκεῖ
δήσει αὐτοὺς μέχρις αἰῶνος.
12. καὶ οὕτως ἐχωρίσθη τοῖς πνεύμασιν τῶν ἐντυγχανόντων, οἵτινες
ἐνφανίζουσιν περὶ τῆς ἀπωλείας, ὅταν φονευθῶσιν ἐν ταῖς ἡμέραις τῶν

25
ἁμαρτωλῶν.
13. καὶ οὕτως ἐκτίσθη τοῖς πνεύμασιν τῶν ἀνθρώπων, ὅσοι οὐκ ἔσονται
ὅσιοι ἀλλὰ ἁμαρτωλοί, καὶ μετὰ τῶν ἀνόμων ἔσονται μέτοχοι. τὰ δὲ
πνεύματα, ὅτι οἱ ἐνθάδε θλιβέντες ἔλαττον κολάζονται αὐτῶν, οὐ
τιμωρηθήσονται ἐν ἡμέρᾳ τῆς κρίσεως, οὐδὲ μὴ μετεγερθῶσιν ἐντεῦθεν.
14. Τότε ηὐλόγησα τὸν κύριον τῆς δόξης, καὶ εἶπα Εὐλογητὸς εἶ, Κύριε ὁ τῆς
δικαιοσύνης, κυριεύων τοῦ αἰῶνος.
XXIII
1. Κἀκεῖθεν ἐφώδευσα εἰς ἄλλον τόπον πρὸς δυσμὰς τῶν περάτων τῆς γῆς.
2. καὶ ἐθεασάμην πῦρ διατρέχον καὶ οὐκ ἀναπαυόμενον οὐδὲ ἐλλεῖπον τοῦ
δρόμου, ἡμέρας καὶ νυκτὸς ἅμα διαμένον.
3. καὶ ἠρώτησα λέγων Τί ἐστιν τὸ μὴ ἔχον ἀνάπαυσιν;
4. τότε ἀπεκρίθη μοι Ῥαγουήλ ὁ εἷς τῶν ἁγίων ἀγγέλων ὃς μετ’ ἐμοῦ ἦν
Οὗτος ὁ δρόμος τοῦ πυρὸς τὸ πρὸς δυσμὰς πῦρ τὸ ἐκδιῶκόν ἐστιν πάντας
τοὺς φωστῆρας τοῦ οὐρανοῦ.
XXIV
1. Καὶ ἔδειξέν μοι ὄρη πυρὸς καιόμενα νυκτός.
2. καὶ ἐπέκεινα αὐτῶν ἐπορεύθην καὶ ἐθεασάμην ἑπτὰ ὄρη, ἔνδοξα πάντα,
ἑκάτερα τοῦ ἑκατέρου διαλλάσσοντα, ὧν οἱ λίθοι ἔντιμοι τῇ καλλονῇ, καὶ
πάντα ἔντιμα καὶ ἔνδοξα καὶ εὐειδῆ, τρία ἐπ’ ἀνατολὰς ἐστηριγμένα ἐν τῷ
ἑνί, καὶ τρία ἐπὶ νότον ἐν τῷ ἑνὶ καὶ φάραγγες βαθεῖαι καὶ τραχεῖαι, μία τῇ
μιᾷ οὐκ ἐγγίζουσαι,
3. καὶ τῷ ὄρει ἕβδομον ὄρος ἀνὰ μέσον τούτων, καὶ ὑπερεῖχεν τῷ ὕψει
ὅμοιον καθέδρᾳ θρόνου, καὶ περιεκύκλου δένδρα αὐτῷ εὐειδῆ.
4. καὶ ἦν ἐν αὐτοῖς δένδρον ὃ οὐδέποτε ὤσφρανμαι καὶ οὐδεὶς ἕτερος αὐτῷ
ηὐφράνθη, καὶ οὐδὲν ἕτερον ὅμοιον αὐτῷ· ὀσμὴν εἶχεν εὐωδεστέραν
πάντων ἀρωμάτων, καὶ τὰ φύλλα αὐτοῦ καὶ τὸ ἄνθος καὶ τὸ δένδρον οὐ
φθίνει εἰς τὸν αἰῶνα. οἱ δὲ περὶ τὸν καρπὸν ὡσεὶ βότρυες φοινίκων.
5. τότε εἶπον ὡς καλὸν τὸ δένδρον τοῦτό ἐστιν καὶ εὐῶδες, καὶ ὡραῖα τὰ
φύλλα, καὶ τὰ ἄνθη αὐτοῦ ὡραῖα τῇ ὁράσει.
6. τότε ἀπεκρίθη μοι Μιχαήλ, εἷς τῶν ἁγίων ἀγγέλων ὃς μετ’ ἐμοῦ ἦν - καὶ
αὐτὸς αὐτῶν ἡγεῖτο –
XXV
1. καὶ εἶπέν μοι Ἑνώχ, τί ἐρωτᾷς καὶ τί ἐθαύμασας ἐν τῇ ὀσμῇ τοῦ δένδρου,
καὶ διὰ τί θέλεις τὴν ἀλήθειαν μαθεῖν;
2. τότε ἀπεκρίθην αὐτῷ Περὶ πάντων εἰδέναι θέλω, μάλιστα δὲ περὶ τοῦ
δένδρου τούτου σφόδρα.
3. καὶ ἀπεκρίθη λέγων Τοῦτο τὸ ὄρος τὸ ὑψηλόν, οὗ ἡ κορυφὴ ὁμοία
θρόνου θεοῦ, καθέδρα ἐστὶν οὗ καθίζει ὁ μέγας κύριος, ὁ ἅγιος τῆς δόξης ὁ
βασιλεὺς τοῦ αἰῶνος, ὅταν καταβῇ ἐπισκέψασθαι τὴν γῆν ἐπ’ ἀγαθῷ.
4. καὶ τοῦτο τὸ δένδρον εὐωδίας, καὶ οὐδεμία σὰρξ ἐξουσίαν ἔχει ἅψασθαι
αὐτοῦ μέχρι τῆς μεγάλης κρίσεως, ἐν ᾗ ἐκδίκησις πάντων καὶ τελείωσις
μέχρις αἰῶνος· τότε δικαίοις καὶ ὁσίοις δοθήσεται
5. ὁ καρπὸς αὐτοῦ τοῖς ἐκλεκτοῖς εἰς ζωὴν εἰς βορρᾶν, καὶ
μεταφυτευθήσεται ἐν τόπῳ ἁγίῳ παρὰ τὸν οἶκον τοῦ θεοῦ βασιλέως τοῦ
αἰῶνος.
6. τότε εὐφρανθήσονται εὐφραινόμενοι καὶ χαρήσονται καὶ εἰς τὸ ἅγιον
εἰσελεύσονται· αἱ ὀσμαὶ αὐτοῦ ἐν τοῖς ὀστέοις αὐτῶν, καὶ ζωὴν πλείονα
ζήσονται ἐπὶ γῆς ἣν ἔζησαν οἱ πατέρες σου, καὶ ἐν ταῖς ἡμέραις αὐτῶν καὶ
βάσανοι καὶ πληγαὶ καὶ μάστιγες οὐχ ἅψονται αὐτῶν.

26
7. Τότε ηὐλόγησα τὸν θεὸν τῆς δόξης, τὸν βασιλέα τοῦ αἰῶνος, ὃς
ἡτοίμασεν ἀνθρώποις τὰ τοιαῦτα δικαίοις, καὶ αὐτὰ ἔκτισεν καὶ εἶπεν
δοῦναι αὐτοῖς.
XXVI
1. Καὶ ἐκεῖθεν ἐφώδευσα εἰς τὸ μέσον τῆς γῆς, καὶ ἴδον τόπον
ηὐλογημένον, ἐν ᾧ δένδρα ἔχοντα παραφυάδας μενούσας καὶ βλαστούσας
τοῦ δένδρου ἐκκοπέντος.
2. κἀκεῖ τεθέαμαι ὄρος ἅγιον· ὑποκάτω τοῦ ὄρους ὕδωρ ἐξ ἀνατολῶν, καὶ
τὴν δύσιν εἶχεν πρὸς νότον.
3. καὶ ἴδον πρὸς ἀνατολὰς ἄλλο ὄρος ὑψηλότερον τούτου, καὶ ἀνὰ μέσον
αὐτοῦ φάραγγα βαθεῖαν, οὐκ ἔχουσαν πλάτος, καὶ δι’ αὐτῆς ὕδωρ
πορεύεται ὑποκάτω ὑπὸ τὸ ὄρος.
4. καὶ πρὸς δυσμὰς τούτου ἄλλο ὄρος ταπεινότερον αὐτοῦ καὶ οὐκ ἔχον
ὕψος, καὶ φάραγγα βαθεῖαν καὶ ξηρὰν ἀνὰ μέσον αὐτῶν, καὶ ἄλλην
φάραγγα βαθεῖαν καὶ ξηρὰν ἐπ’ ἄκρων τῶν τριῶν ὀρέων.
5. καὶ πᾶσαι φάραγγές εἰσιν βαθεῖαι ἐκ πέτρας στερεᾶς, καὶ δένδρον οὐκ
ἐφυτεύετο ἐπ’ αὐτάς.
6. καὶ ἐθαύμασα περὶ τῆς φάραγγος, καὶ λίαν ἐθαύμασα.
XXVII
1. καὶ εἶπον Διὰ τί ἡ γῆ αὕτη ἡ εὐλογημένη καὶ πᾶσα πλήρης δένδρων,
αὐτὴ δὲ ἡ φάραγξ κεκατηραμένη ἐστίν;
2. γῆ κατάρατος τοῖς κεκατηραμένοις ἐστὶν μέχρι αἰῶνος. ὧδε
ἐπισυναχθήσονται πάντες οἱ κεκατηραμένοι οἵτινες ἐροῦσιν τῷ στόματι
αὐτῶν κατὰ Κυρίου φωνὴν ἀπρεπῆ, καὶ περὶ τῆς δόξης αὐτοῦ σκληρὰ
λαλήσουσιν. ὧδε ἐπισυναχθήσονται, καὶ ὧδε ἔσται τὸ οἰκητήριον.
3. ἐπ’ ἐσχάτοις αἰῶσιν, ἐν ταῖς ἡμέραις τῆς κρίσεως τῆς ἀληθινῆς ἐναντίον
τῶν δικαίων εἰς τὸν ἅπαντα χρόνον ὧδε εὐλογήσουσιν οἱ ἀσεβεῖς τὸν
κύριον τῆς δόξης, τὸν βασιλέα τοῦ αἰῶνος·
4. ἐν ταῖς ἡμέραις τῆς κρίσεως αὐτῶν εὐλογήσουσιν ἐν ἐλέει, ὡς ἐμέρισεν
αὐτοῖς.
5. Τότε ηὐλόγησα τὸν κύριον τῆς δόξης, καὶ τὴν δόξαν αὐτοῦ ἐδήλωσα καὶ
ὕμνησα μεγαλοπρεπῶς.
XXVIII
1. Καὶ ἐκεῖθεν ἐπορεύθην εἰς τὸ μέσον Μανδοβαρά, καὶ ἴδον αὐτὸ ἔρημον·
καὶ αὐτὸ μόνον
2. πλήρης δένδρων καὶ ἀπὸ τῶν σπερμάτων ὕδωρ ἄνομβρον ἄνωθεν
φερόμενον,
3. ὡς ὑδραγωγὸς δαψιλὴς ὡς πρὸς βορρᾶν ἐπὶ δυσμῶν πάντοθεν ἀνάγει
ὕδωρ καὶ δρόσον.
XXIX
1. Ἔτι ἐκεῖθεν ἐπορεύθην εἰς ἄλλον τόπον ἐν τῷ Βαβδηρά, καὶ πρὸς
ἀνατολὰς τοῦ ὄρους τούτου ᾠχόμην,
2. καὶ ἴδον κρίσεως δένδρα πνέοντα ἀρωμάτων, λιβάνων καὶ ζμύρνας, καὶ
τὰ δένδρα αὐτῶν ὅμοια καρύαις.
XXX
1. Καὶ ἐπέκεινα τούτων ᾠχόμην πρὸς ἀνατολὰς μακράν, καὶ ἴδον τόπον
ἄλλον μέγαν, φάραγγα ὕδατος,
2. ἐν ᾧ καὶ δένδρα χρόα ἀρωμάτων ὁμοίων σχίνῳ,
3. καὶ τὰ παρὰ τὰ χείλη τῶν φαράγγων τούτων ἴδον κιννάμωμον
ἀρωμάτων· καὶ ἐπέκεινα τούτων ᾠχόμην πρὸς ἀνατολάς.

27
XXXI
1. καὶ ἴδον ἄλλα ὄρη καὶ ἐν αὐτοῖς ἄλση δένδρων, καὶ ἐκπορευόμενον ἐξ
αὐτῶν νέκταρ τὸ καλούμενον σαρρὰν καὶ χαλβάνη.
2. καὶ ἐπέκεινα τῶν ὀρέων τούτων ἴδον ἄλλο ὄρος πρὸς ἀνατολὰς τῶν
περάτων τῆς γῆς, καὶ πάντα τὰ δένδρα πλήρη ἐξαυτῆς ἐν ὁμοιώματι
ἀμυγδάλων,
3. ὅταν τριβῶσιν· διὸ εὐωδέστερον ὑπὲρ πάντων τῶν ἀρωμάτων. *****
XXXII
1. εἰς βορρᾶν πρὸς ἀνατολὰς τεθέαμαι ἑπτὰ ὄρη πλήρη νάρδου χρηστοῦ
καὶ σχίνου καὶ κινναμώμου καὶ πιπέρεως.
2. Καὶ ἐκεῖθεν ἐφώδευσα ἐπὶ τὰς ἀρχὰς πάντων τῶν ὀρέων τούτων,
μακρὰν ἀπέχων πρὸς ἀνατολὰς τῆς γῆς, καὶ διέβην ἐπάνω τῆς ἐρυθρᾶς
θαλάσσης, καὶ ᾠχόμην ἐπ’ ἄκρων, καὶ ἀπὸ τούτου διέβην ἐπάνω τοῦ
Ζωτιήλ.
3. καὶ ἦλθον πρὸς τὸν παράδεισον τῆς δικαιοσύνης, καὶ ἴδον μακρόθεν τῶν
δένδρων τούτων δένδρα πλείονα καὶ μεγάλα δύο μὲν ἐκεῖ, μεγάλα σφόδρα
καλὰ καὶ ἔνδοξα καὶ μεγαλοπρεπῆ, καὶ τὸ δένδρον τῆς φρονήσεως, οὗ
ἐσθίουσιν ἅγιοι τοῦ καρποῦ αὐτοῦ καὶ ἐπίστανται φρόνησιν μεγάλην.
4. ὅμοιον τὸ δένδρον ἐκεῖνο στροβιλέᾳ τὸ ὕψος, τὰ δὲ φύλλα αὐτοῦ κερατίᾳ
ὅμοια, ὁ δὲ καρπὸς αὐτοῦ ὡσεὶ βότρυες ἀμπέλου ἱλαροὶ λίαν, ἡ δὲ ὀσμὴ
αὐτοῦ διέτρεχεν πόρρω ἀπὸ τοῦ δένδρου.
5. τότε εἶπον ὡς καλὸν τὸ δένδρον, καὶ ὡς ἐπίχαρι τῇ ὁράσει.
6. τότε ἀπεκρίθη Ῥαφαήλ, ὁ ἅγιος ἄγγελος ὁ μετ’ ἐμοῦ ὤν Τοῦτο τὸ
δένδρον φρονήσεως, ἐξ οὗ ἔφαγεν ὁ πατήρ σου.
LXXXIX
42. Καὶ οἱ κύνες ἤρξαντο κατεσθίειν τὰ πρόβατα καὶ οἱ ὕες καὶ οἱ ἀλώπεκες
κατήσθιον αὐτά, μέχρι οὗ ἤγειρεν ὁ κύριος τῶν προβάτων κριὸν ἕνα ἐκ
τῶν προβάτων.
43. καὶ ὁ κριὸς οὗτος ἤρξατο κερατίζειν καὶ ἐπιδιώκειν ἐν τοῖς κέρασιν, καὶ
ἐνετίνασσεν εἰς τοὺς ἀλώπεκας, καὶ μετ’ αὐτοὺς εἰς τοὺς ὕας· καὶ
ἀπώλεσεν ὕας πολλούς, καὶ μετ’ αὐτοὺς [ἐλυμήνα]το τοὺς κύνας.
44. καὶ τὰ πρόβατα ὧν οἱ ὀφθαλμοὶ ἠνοίγησαν ἐθεάσαντο τὸν κριὸν τὸν ἐν
τοῖς προβάτοις, ἕως οὗ ἀφῆκεν τὴν ὁδὸν αὐτοῦ καὶ ἤρξατο πορεύεσθαι
ἀνοδίᾳ.
45. καὶ ὁ κύριος τῶν προβάτων ἀπέστειλεν τὸν ἄρνα τοῦτον ἐπὶ ἄρνα
ἕτερον, τοῦ στῆσαι αὐτὸν εἰς κριὸν ἐν ἀρχῇ τῶν προβάτων ἀντὶ τοῦ κριοῦ
τοῦ ἀφέντος τὴν ὁδὸν αὐτοῦ.
46. καὶ ἐπορεύθη πρὸς αὐτὸν καὶ ἐλάλησεν αὐτῷ σιγῇ κατὰ μόνας, καὶ
ἤγειρεν αὐτὸν εἰς κριὸν καὶ εἰς ἄρχοντα καὶ εἰς ἡγούμενον τῶν προβάτων·
καὶ οἱ κύνες ἐπὶ πᾶσιν τούτοις ἔθλιβον τὰ πρόβατα.
47. [καὶ] ὁ κριὸς ὁ πρῶτος τὸν κριὸν τὸν δεύτερον ἐπεδίωκεν, καὶ ἔφυγεν
ἀπὸ προσώπου αὐτοῦ· εἶτ’ ἐθεώρουν τὸν κριὸν τὸν πρῶτον ἕως οὗ ἔπεσεν
ἔμπροσθεν τῶν κυνῶν.
48. καὶ ὁ κριὸς ὁ δεύτερος ἀναπηδήσας ἀφηγήσατο τῶν προβάτων.
49. καὶ τὰ πρόβατα ηὐξήθησαν καὶ ἐπληθύνθησαν· καὶ πάντες οἱ κύνες καὶ
οἱ ἀλώπεκες ἔφυγον ἀπ’ αὐτοῦ καὶ ἐφοβοῦντο αὐτόν.
XC
1. ******
6. [καὶ ἀναγνωσθής]ονται [πάντες] οἱ λόγοι τῶν ἀνομιῶν ὑμῶν ἐν[ώπιον]
τοῦ μεγάλου ἁγίου κατὰ πρόσωπον ὑμῶν· εἶτ’ ἀναφελεῖ τὰ πάντα ἔργα τὰ

28
μετασχόντα ἐν τῇ ἀνομίᾳ.
7. οὐαὶ ὑμῖν οἱ ἁμαρτωλοὶ [οἱ] ἐν μέσῳ τῆς θαλάσσης καὶ ἐπὶ τῆς ξηρᾶς
ὄντες· μνημόσυνον εἰς ὑμᾶς κακόν.
8. οὐαὶ ὑμῖν οἱ κτώμενοι χρυσίον καὶ ἀργύριον οὐκ ἀπὸ δικαιοσύνης, καὶ
ἐρεῖτε, πλούτῳ πεπλουτήκαμεν καὶ τὰ ὑπάρχοντα ἐσχήκαμεν καὶ
κεκτήμεθα,
9. καὶ πᾶν ὃ ἐὰν θελήσωμεν ποιήσωμεν, ὅτι ἀργύριον τεθησαυρίκαμεν ἐν
τοῖς θησαυροῖς ἡμῶν καὶ ἀγαθὰ πολλὰ ἐν ταῖς οἰκίαις ἡμῶν.
10. καὶ ὡς ὕδωρ ἐκχυθήσεται. πεπλάνησθε, ὅτι οὐ μὴ παραμείνῃ ὁ πλοῦτος
ὑμῶν, ἀλλὰ ταχὺ [ἀναπτήσεται] ἀπὸ ὑμῶν, ὅτι ἀδίκως πάντα κέκτησθε·
καὶ ὑμεῖς εἰς κατάραν μεγάλην παραδοθήσεσθε.
XCI
1. καὶ νῦν ὀμνύω ὑμῖν τοῖς φρονίμοις καὶ οὐχὶ τοῖς ἄφροσι, ὅτι πολλὰς
ὄψεσθε ἐπὶ τῆς γῆς ἀνομίας·
2. ὅτι κάλλος περιθήσονται ἄνδρες ὡς γυναῖκες, [καὶ] χρῶμα ὡραῖον ὑπὲρ
παρθένους, ἐν βασιλείᾳ καὶ μεγαλωσύνῃ καὶ ἐν ἐξουσίᾳ. ἔσονται δὲ
ἀργύριον καὶ χρυσίον [παρ’] αὐτοῖς εἰς βρώματα, καὶ ἐν ταῖς οἰκίαις αὐτῶν
ὡς ὕδωρ ἐκχυθήσονται
3. [διὰ τὸ μ]ὴ ἐπιστήμην αὐτοὺς μηδὲ φρόνησιν μηδεμίαν [ἔχειν]. οὕτω
ἀπολεῖσθε κοινῶς μετὰ πάντων [τῶν] ὑπαρχόντων ὑμῶν [καὶ τῆς] πάσης
δόξης καὶ τῆς τιμῆς [ὑμῶν καὶ] εἰς ἀτιμίαν καὶ ἐρήμωσιν [καὶ σφαγὴν]
μεγάλην τ[ὰ πνεύματα ὑμῶν εἰς τὴν κάμινον τοῦ πυρὸς ἐμβληθήσεται.]
Four lines are lost.
ἐπὶ τὴν [γῆν οὐκ ἀπεστάλη ἀλλ’ αὐτὴν οἱ ἄνθρω]ποι ἀφ’ ἑαυτῶν [ἔκτισαν
καὶ εἰς κατάραν] μεγάλην ἀφίξονται οἱ ποιοῦντες [αὐτήν].
5. καὶ δουλεία (στειρα pap) γυναικὶ οὐκ ἐδόθη ἀλλὰ διὰ τὰ ἔργα τῶν
χειρῶν· ὅτι οὐχ ὡρίσθη δούλην εἶναι δούλην· ἄνωθεν οὐκ ἐδόθη ἀλλὰ ἐκ
καταδυναστείας ἐγένετο. ὁ[μοίως] οὐδὲ ἡ ἀνομία ἄνωθεν ἐδόθη ἀλλ’ ἐκ
παραβάσεως. ὁμοίως οὐδὲ στεῖρα γυνὴ ἐκτίσθη ἀλλ’ ἐξ ἰδίων ἀδικημάτων
ἐπετιμήθη ἀτεκνίᾳ [καὶ] ἄτεκνος ἀποθανεῖται.
6. ὀμνύω ὑμῖν ἁμαρτωλοὶ κατὰ τοῦ ἁγίου τοῦ μεγάλου ὅτι τὰ ἔργα ὑμῶν τὰ
πονηρὰ ἔσται ἀνακεκαλυμμένα ἐν τῷ οὐρανῷ· οὐκ ἔσται ὑμῖν ἔργον
ἀποκεκρυμμένον ἄδικον.
7. μὴ ὑπολάβητε τῇ ψυχῇ ὑμῶν μηδὲ ὑπολάβητε τῇ καρδίᾳ ὑμῶν ὅτι οὐ
γινώσκουσιν οὐδὲ βλέπουσιν οὐδὲ τὰ ἀδικήματα ὑμῶν θεωρεῖται, οὐδὲ
ἀπογράφεται αὐτὰ ἐνώπιον τοῦ ὑψίστου. ἀπὸ τοῦ [νῦν] ἐπιγνῶτε ὅτι
πάντα τὰ ἀδικήματα ὑμῶν ἀπογράφονται ἡμέραν ἐξ [ἡμέρας] μέχρι τῆς
κρίσεως ὑμῶν.
9. οὐαὶ ὑμῖν ἄφρονες ὅτι ἀπολεῖσθε διὰ τὴν ἀφροσύνην ὑμῶν καὶ τῶν
[φρονίμων] οὐ μὴ ἀκούσητε καὶ τὰ ἀγαθὰ οὐκ ἀπαντήσει ὑμῖν, τὰ δὲ κακὰ
[περιέξει] ὑμᾶς.
10. καὶ νῦν γινώσκετε ὅτ[ι ἡτοίμασται] ὑμῖν εἰς ἡμέραν ἀπωλείας. [μὴ
ἐλπίζε]τε σωθῆναι, ἁμαρτωλοί· ἀπ[ελθόντες] ἀποθάνετε, γινώσκοντε[ς ὅτι
ἡτοίμας]ται εἰς ἡμέραν κρίσεως μ[εγάλης καὶ στε]νοχωρίας μείζονος τ[οῖς
πνεύμασιν ὑμῶν.]
11. Οὐαὶ ὑμῖν οἱ σκληροτράχηλοι τῇ καρδίᾳ ποιοῦντες τὸ κα[κὸν καὶ
ἔσθοντες αἷμα πόθ]εν ὑμῖν ἔσο[νται ἀγαθὰ ἵνα φάγητε ...] Four lines are
lost.
12. [ἔργα τῆ]ς ἀδικίας· διότι ἐλπίδας κα[λὰς ἔχετε ὑμῖ]ν; νῦν γνωστὸν ὑμῖν
ἔστω ὅτι εἰς [χεῖρας τ]ῶν δικαίων παραδοθήσεσθε καὶ ἀποκτενοῦσιν ὑμᾶς

29
καὶ οὐ μὴ φείσονται ὑμῶν.
13. οὐαὶ ὑμῖν οἱ ἐπιχαίροντες τοῖς κακοῖς τῶν δικαίων· τάφος ὑμῶν οὐ μὴ
ὀρυγῇ.
14. οὐαὶ ὑμῖν οἱ βουλόμενοι ἀκυρῶσαι τοὺς λόγους τῶν δικαίων· οὐ μὴ
γένηται ὑμῖν ἐλπὶς σωτηρίας.
15. Οὐαὶ ὑμῖν οἱ γράφοντες λόγους ψευδεῖς καὶ λόγους πλανήσεως· αὐτοὶ
γράφουσιν καὶ πολλοὺς ἀποπλανήσουσιν τοῖς ψεύδεσιν αὐτῶν·
16. πλανᾶσθε ὑμεῖς αὐτοὶ καὶ οὐκ ἔστιν ὑμῖν χαίρειν, ἀλλὰ ταχέως
ἀπολεῖσθε.
XCII
1. Οὐαὶ ὑμῖν οἱ ποιοῦντες πλανήματα, καὶ τοῖς ἔργοις τοῖς ψευδέσιν
λαμβάνοντες τιμὴν καὶ δόξαν· ἀπολώλατε, οὐκ ἔστιν ὑμῖν σωτηρία εἰς
ἀγαθόν.
2. Οὐαὶ ὑμῖν οἱ ἐξαλλοιοῦντες τοὺς λόγους τοὺς ἀληθινούς, καὶ
διαστρέφοντες τὴν αἰώνιον διαθήκην, καὶ λογιζόμενοι ἑαυτοὺς
ἀναμαρτήτους· ἐν τῇ γῇ καταποθήσονται.
3. τότε ἑτοιμάζεσθε οἱ δίκαιοι καὶ προέχεσθε τὰς ἐντεύξεις ὑμῶν εἰς
μνημόσυνον, δίδοτε αὐτὰς ἐν διαμαρτυρίᾳ ἐνώπιον τῶν ἀγγέλων, ὅπως
εἰσαγάγωσιν τὰ ἁμαρτήματα τῶν ἀδίκων ἐνώπιον τοῦ ὑψίστου θεοῦ εἰς
μνημόσυνον·
4. καὶ τότε συν[ταραχ]θήσονται ἐν [ἡμέρ]ᾳ ἀπωλείας τῆς ἀδικίας.
5–6. ἐν αὐτῷ [τῷ και]ρῷ ἐκείνῳ αἱ τίκτουσαι ἐκβαλοῦσιν καὶ ἐκσπάσουσιν
καὶ ἐγκαταλείψουσιν [τὸ νήπιο]ν βρέφος, καὶ αἱ ἐν γαστρὶ ἔχου[σαι
ἐκτρώσο]υσιν καὶ αἱ θηλάζουσαι ῥίψ[ουσιν τὰ τέκ]να αὐτῶν καὶ οὐ μὴ
ἐπι[στρέψου]σιν ἐπὶ τὰ νήπια αὐτῶν οὐ[δὲ ἐπὶ τὰ θηλά]ζοντα οὐδὲ μὴ
φείσονται ...
7. [καὶ] οἱ γλύφοντες εἰκόνα[ς ἀργυ]ρᾶς καὶ χρυσᾶς, ξυλίνας τε [καὶ
λιθίνας] καὶ ὀστρακίνας, καὶ λατρεύ[οντες φαν]τάσμασιν καὶ δαιμονίοι[ς
καὶ βδελύγ]μασιν καὶ πνεύμασιν πονη[ροῖς καὶ] πάσαις ταῖς πλάναις οὐ
κατ’ ἐπι[στήμην] καὶ πᾶν βοήθημα οὐ μὴ εὕρητε [ἀπ’] αὐτῶν.
8–9. καὶ πλανηθήσονται ἐν ἀφροσύνῃ τῆς καρδίας αὐτῶν καὶ τὰ ὁράματα
τῶν ἐνυπνίων καταπλανήσουσιν ὑμᾶς, ὑμεῖς καὶ τὰ ἔργα ὑμῶν τὰ ψευδῆ ἃ
ἐποιήσατε καὶ ἐλαεργ[ήσατε], καὶ ἐπὶ μιᾶς ἀπολεῖσθε.
10–12. καὶ τότε μακάριοι πάντες οἱ ἀκούσαντες φρονίμων λόγους καὶ
μαθήσονται αὐτούς, ποιῆσαι τὰς ἐντολὰς τοῦ ὑψίστου, καὶ πορεύσονται ἐν
ὁδοῖς δικαιοσύνης αὐτοῦ καὶ οὐ μὴ πλανήσουσιν μετὰ τῶν πλανώντων καὶ
σωθήσονται.
13. οὐαὶ οἱ οἰκοδομοῦντες τὰς οἰκοδομὰς αὐτῶν οὐκ ἐκ κόπων ἰδίων, καὶ ἐκ
λίθων καὶ ἐκ πλίνθων πᾶσαν οἰκοδομὴν ποιεῖτε οἷς οὐκ ἔστιν ὑμῖν χά[ρις].
14. οὐαὶ οἱ ἐξουθενοῦντες τὴν θεμελίωσιν καὶ τὴν κληρονομίαν τῶν
πατέρων αὐτῶν τὴν ἀπ’ αἰῶνος, [ὅτι] διώξεται ὑμᾶς πνεῦμα πλανήσεως·
οὐκ ἔστιν ὑμῖν ἀναπαῦσαι.
15. οὐαὶ ὑμῖν οἱ ποιοῦντες τὴν ἀ[νομίαν] καὶ ἐπιβοηθοῦντες τῇ ἀδι[κίᾳ,
φονεύ]οντες τὸν πλησίον αὐτῶ[ν ἕως τῆς] ἡμέρας τῆς κρίσεως τῆς
[μεγάλης·
16. ]ὅτι τότε ἐκτρίψει τὴν δόξ[αν ὑμῶν] καὶ ἐπεγερεῖ τὸν θυμὸν [αὐτοῦ
καθ’] ὑμῶν ἀπολεῖ πάντας ὑ[μᾶς ἐν ῥομ]φαίᾳ καὶ πάντες οἱ δί[καιοι
μνημο]νήσουσιν τὰς ἀδικίας [ὑμῶν.]
XCIII
1–2. καὶ τότε ἐν ἑνὶ τόπῳ ..... [ῥέῃ τὰ α]ἵμα[τα αὐτῶν. καὶ ἄνθρωπο]ς οὐκ

30
[ἀφέξ]ει τὴν [χεῖρα αὐτοῦ ἀπ]ὸ τοῦ υἱοῦ αὐ[τοῦ, οὔτ’ ἀ]πὸ τοῦ ἀγαπητοῦ
αὐτοῦ ἀποκτεῖναι αὐτόν, καὶ ὁ ἁμαρτωλὸς ἀπὸ τοῦ ἐντίμου, οὔτε ἀπὸ τοῦ
ἀδελφοῦ αὐτοῦ· ἐξ ὄρθρων μέχρις οὗ δῦναι τὸν ἥλιον φονευθήσονται ἐπὶ
τὸ αὐτό.
3. καὶ διαπορεύσεται ἵππος ἕως τοῦ στήθους αὐτοῦ διὰ τοῦ αἵματος τῶν
ἁμαρτωλῶν, καὶ τὸ ἅρμα μέχρι ἀξόνων καταβήσεται.
4. καὶ καταβήσονται ἄγγελοι καταδύνοντες εἰς τὰ ἀπόκρυφα ἐν ἡμέρᾳ
ἐκείνῃ· οἵτινες ἐβοήθουν τῇ ἀδικίᾳ καὶ συστραφήσονται εἰς ἕνα τόπον καὶ ὁ
ὕψιστος ἐγερθήσεται ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως ποιῆσαι ἐκ πάντων κρίσιν
μεγάλην,
5. καὶ τάξει φυλακὴν ἐπὶ πάντας τοὺς δικαίους καὶ ἁγίους τῶν ἁγίων
ἀγγέλων, καὶ τηρηθήσονται ὡς κόριον ὀφθαλμοῦ ἕως οὗ ἐκλείπῃ τὰ κακὰ
καὶ ἁμαρτία. καὶ ἀπ’ ἐκείνου ὑπνώσουσιν εὐσεβεῖς ὕπνον ἡδύν, καὶ οὐκ
ἔσται οὐκέτι ὁ ἐκφοβῶν αὐτούς.
6. τότε ὄψονται οἱ φρόνιμοι τῶν ἀνθρώπων καὶ κατανοήσουσιν οἱ υἱοὶ τῆς
γῆς ἐπὶ τοὺς λόγους τούτους τῆς ἐπιστολῆς ταύτης, καὶ γνώσονται ὅτι οὐ
δύναται ὁ πλοῦτος αὐτῶν διασῶσαι αὐτοὺς ἐν τῇ πτώσει τῆς ἀδικίας.
7. οὐαὶ ὑμῖν οἱ ἄδικοι ὅταν ἐκθλίβητε τοὺς δικαίους ἐν ἡμέρᾳ ἀνάγκης
στερεᾶς καὶ φυλάξητε αὐτοὺς ἐν πυρί, ὅτι κομιεῖσθε κατὰ τὰ ἔργα ὑμῶν.
8. οὐαὶ ὑμῖν σκληροκάρδιοι, ἀγρυπνοῦντες νοῆσαι τὸ κακόν· περιέχει ὑμᾶς
φόβος, καὶ οὐκ ἔστιν ὁ ἀντιλαμβανόμενος ὑμῶν.
9. οὐαὶ ὑμῖν πᾶσιν τοῖς ἁμαρτωλοῖς ἐπὶ τοῖς ἔργοις τοῦ στόματος ὑμῶν.
οὐαὶ ὑμῖν πᾶσιν τοῖς ἁμαρτωλοῖς ἐπὶ τοῖς λόγοις τοῦ στόματος ὑμῶν καὶ
ἐπὶ τοῖς [ἔργοις] τῶν χειρῶν ὑμῶν ὅτι ἀπὸ τῶν ἁγίων ἔργων
ἀπεπλα[νήθητε] .....
11. ... πᾶσα νεφέλη καὶ ὀμίχλη καὶ δρόσος καὶ ὄμβρος ... ἐπὶ ταῖς ἁμαρτίαις
ὑμῶν.
12. δίδοτε οὖν ὄμβρῳ δῶρα ἵνα μὴ [κωλυθῇ κα]ταβῆναι ὑμῖν, καὶ δρόσῳ
κα[ὶ νεφέλῃ] καὶ ὀμίχλῃ· χρυσίον διαγράψα[τε ἵνα κα]ταβῶσιν·
13. ὅτι ἐὰν ἐπιρρίψῃ ἐφ’ ὑμ[ᾶς χι]ὼν καὶ πάχνη καὶ ψῦχος αὐτῆς, καὶ οἱ
ἄνεμοι καὶ ὁ παγετὸς αὐτῶν, καὶ πᾶσαι αἱ μάστιγες αὐτῶν, οὐ δύνασθε
ὑποστῆναι ἔμπροσθεν ψύχους καὶ τῶν μαστίγων αὐτῶν.
XCIV
1. κατανοήσατε τοίνουν, υἱοὶ τῶν ἀνθρώπων, τὰ ἔργα τοῦ ὑψίστου καὶ
φοβήθητε τοῦ ποιῆσαι τὸ πονηρὸν ἐναντίον αὐτοῦ.
2. ἐὰν ἀποκλείσῃ τὰς θυρίδας τοῦ οὐρανοῦ καὶ κωλύσῃ τὴν δρόσον καὶ τὸν
ὄμβρον καταβῆναι εἵνεκα ὑμῶν, τί ποιήσετε;
3. ἐὰν ἀποστείληται τὸν θυμὸν αὐτοῦ ἐφ’ ὑμᾶς καὶ ἐπὶ τὰ ἔργα ὑμῶν, οὐχὶ
ἔσεσθε δεόμενοι αὐτοῦ; διὰ τί ὑμεῖς λαλεῖτε τῷ στόματι ὑμῶν μεγάλα καὶ
σκληρὰ ἐπὶ τῇ μεγαλωσύνῃ αὐ[τοῦ;
4. ὁρᾶ]τε τοὺς ναυκλήρους τοὺς πλωιζομένους τὴν θάλασσαν, ὑπὸ τοῦ
κ[λύδω]νος καὶ χειμῶνος σεσαλευμένα τὰ πλοῖα αὐτῶν,
5. καὶ χειμαζόμενοι πάντες φοβοῦνται, ἔξω δὲ τὰ [ἀγαθὰ πάντα] καὶ τὰ
ὑπάρχοντα αὐτῶν ἐκβάλλουσιν εἰς τὴν θάλασσαν, καὶ ὑποπτεύουσιν ἐν τῇ
καρδίᾳ αὐτῶν ὅτι ἡ [θάλασσα κα]ταπίεται αὐτοὺς καὶ ἐν αὐτ[ῇ
ἀπολοῦν]ται.
6. οὐχὶ πᾶσα ἡ θάλασσα καὶ [πάντα τὰ] ὕδατα αὐτῆς ἔργον τοῦ ὑψ[ίστου
ἐστί,] καὶ αὐτὸς συνεστήσατο τὰ π[έρατα αὐ]τῶν, καὶ συνέδησεν αὐτ[ήν,
καὶ περι]έφραξεν αὐτὴν ἄμμῳ;
7. [καὶ ἀπὸ τῆς] ἐμβριμήσεως αὐτοῦ φ[οβοῦνται καὶ ξη]ραίνονται, καὶ οἱ

31
ἰχθύες .....
8. [.. γῆν] καὶ πάντα τὰ ἐν αὐτοῖς; καὶ τίς ἔδωκεν ἐπιστήμην πᾶσιν τοῖς
κινουμένοις ἐν τῇ θαλάσσῃ; οἱ ναύκληροι τὴν θάλασσαν φοβοῦνται.
XCV
1. καὶ ὅταν ἐκβάλῃ ἐφ’ ὑμᾶς τὸν κλύδωνα τοῦ πυρὸς τῆς καύσεως ὑμῶν,
ποῦ ἀποδράντες σωθήσεσθε; καὶ ὅταν δῷ ἐφ’ ὑμᾶς φωνὴν αὐτοῦ,
2. ἔσεσθε συνσειόμενοι καὶ φοβούμενοι ἤχῳ μεγάλῳ «καὶ» τὴν γῆν
σύμπασαν σειομένην καὶ τρέμουσαν καὶ συνταρασσομένην.
3. καὶ οἱ ἄγγελοι συντελοῦντες τὸ συνταχθὲν αὐτοῖς, καὶ ὁ οὐρανὸς καὶ οἱ
φωστῆρες σειόμενοι καὶ τρέμοντες· ἅπαντες οἱ υἱοὶ τῆς γῆς καὶ ὑμεῖς
ἁμαρτωλοὶ ἐπικατάρατοι εἰς τὸν αἰῶνα· οὐκ ἔστιν ὑμῖν χαίρειν.
4. θαρσεῖτε, ψυχαὶ τῶν δικαίων τῶν ἀποθανόντων, τῶν δικαίων καὶ τῶν
εὐσεβῶν,
5. καὶ μὴ λυπεῖσθε ὅτι κατέβησαν αἱ ψυχαὶ ὑμῶν εἰς ᾅδου μετὰ λύπης καὶ
οὐκ ἀπηντήθη τῷ σώματι τῆς σαρκὸς ὑμῶν ἐν τῇ ζωῇ ὑμῶν κατὰ τὴν
ὁσιότητα ὑμῶν, ἐπεὶ αἱ ἡμέραι ἃς ἦτε ἡμέραι ἦσαν ἁμαρτωλῶν καὶ
καταράτων ἐπὶ τῆς γῆς.
6. ὅταν ἀποθάνητε, τότε ἐροῦσιν οἱ ἁμαρτωλοὶ ὅτι εὐσεβεῖς κατὰ τὴν
εἱμαρμένην ἀπεθάνοσαν, καὶ τί αὐτοῖς περιεγένετο ἐπὶ τοῖς ἔργοις αὐτῶν;
7. καὶ αὐτοὶ ὁμοίως ἡμῖν ἀπεθάνοσαν. ἴδετε οὖν ὡς ἀποθνήσκουσιν μετὰ
λύπης καὶ σκότους, καὶ τί αὐτοῖς ἐγένετο περισσόν;
8. ἀπὸ τοῦ νῦν ἀναστήτωσαν καὶ σωθήτωσαν, καὶ ὄψονται εἰς τὸν αἰῶνα
ἡμᾶς φαγεῖν καὶ πεῖν.
9. τοιγαροῦν ἁρπάσαι καὶ ἁμαρτάνειν καὶ λωποδυτεῖν καὶ ἐγκτᾶσθαι καὶ
[ἰδεῖν] ἡμέρας ἀγαθάς.
10. ἴδετε οὖν οἱ δικαιοῦντες [ἑαυτ]ούς, ὁποία ἐγένετο αὐτῶν ἡ καταστροφή,
ὅτι πᾶσα δικαιοσύνη οὐχ εὑρέθη ἐν αὐτοῖς ἕως ἀπέθανον καὶ ἀπώλοντο
11. καὶ ἐγένοντο ὡς οὐκ ὄντες καὶ κατέβησαν αἱ ψυχαὶ αὐτῶν μετ’ ὀδύνης
εἰς ᾅδου .....
XCVI
1. ἐγὼ ὀμνύω ὑμῖν ..... Three lines are lost .....
2. ἐπίσταμαι τὸ μυστήριον τοῦτο· ἀν[έγνων] γὰρ τὰς πλάκας τοῦ οὐρανοῦ
καὶ εἶδον τὴν γραφὴν ἀναγκαίαν· ἔγνων τὰ γ[εγραμμέ]να ἐν αὐταῖς καὶ
ἐγκεκολαμμέν[α περὶ] ὑμῶν,
3. ὅτι ἀγαθὰ καὶ ἡ χαρὰ καὶ ἡ τ[ιμὴ] ἡτοίμασται καὶ ἐγγέγραπται ταῖς
ψ[υχαῖς] τῶν ἀποθανόντων εὐσεβῶν·
4. καὶ χαιρήσονται καὶ οὐ μὴ ἀπόλωνται τὰ πνεύματα αὐτῶν οὐδὲ τὸ
μνημόσυνον ἀπὸ προσώπου τοῦ μεγάλου εἰς πάσας τὰς γενεὰς τῶν
αἰώνων. μὴ οὖν φοβεῖσθε τοὺς ὀνειδισμοὺς αὐτῶν.
5. καὶ ὑμεῖς, οἱ νεκροὶ τῶν ἁμαρτωλῶν, ὅταν ἀποθάνητε ἐροῦσιν ἐφ’ ὑμῖν,
μακάριοι ἁμαρτωλοὶ πάσας τὰς ἡμέρας αὐτῶν ὅσας εἴδοσαν ἐν τῇ ζωῇ
αὐτῶν, καὶ ἐνδόξως
6. ἀπεθάνοσαν, καὶ κρίσις οὐκ ἐγενήθη ἐν τῇ ζωῇ αὐτῶν.
7. αὐτοὶ ὑμεῖς γινώσκετε ὅτι εἰς ᾅδου κατάξουσιν τὰς ψυχὰς ὑμῶν,
8. καὶ ἐκεῖ ἔσονται ἐν ἀνάγκῃ μεγάλῃ καὶ ἐν σκότει καὶ ἐν παγίδι καὶ ἐν
φλογὶ καιομένῃ, καὶ εἰς κρίσιν μεγάλην εἰσελεύσονται αἱ ψυχαὶ ὑμῶν ἐν
πάσαις ταῖς γενεαῖς τοῦ αἰῶνος. οὐαὶ ὑμῖν, οὐκ ἔστιν ὑμῖν χαίρειν.
9. μὴ γὰρ εἴπητε οἱ δίκαιοι, ὅσιοι ὄντες ἐν τῇ ζωῇ, τῶν ἡμερῶν τῆς θλίψεως
κόπους ἐκοπιάσαμεν, καὶ ἀνηλώμεθα καὶ ὀλίγοι ἐγενήθημεν, καὶ
ἀντιλήμπτορα οὐχ εὑρήκαμεν·

32
10. συντετριμμένοι καὶ ἀπολώλαμεν, καὶ ἀπηλπίσμεθα καὶ μηκέτι εἰδέναι
σωτηρίαν ἡμέραν ἐξ ἡμέρας.
11. ἠλπίσαμεν γενέσθαι κεφαλή, ἐγενήθημεν κέρ[κος· ἐκο]πιάσαμεν
ἐργαζόμενοι καὶ τῶν ὀψωνίων οὐ κεκυριεύκαμεν. ἐγενήθημεν κατάβρωμα
ἁμαρτωλῶν, [οἱ ἄνο]μοι ἐβάρυναν ἐφ’ ἡμᾶς τὸν ζυγόν.
12. οἳ κυριεύουσιν, οἱ ἐχθροὶ ἡμῶν ἐγκεντρίζουσιν ἡμᾶς καὶ περικλείουσιν
ἡμᾶς· ἐζητήσαμεν πο[ῦ φύγωμεν] ἀπ’ αὐτῶν ὅπως ἀναψύχ[ωμεν.] ... three
lines are lost ...
14. ἐκράξαμεν ἐπὶ τοὺς καταβάλλοντας καὶ βιαζομένους ἡμᾶς καὶ τὰς
ἐντεύξεις ἡμῶν οὐκ ἀπεδέξαντο, οὐδὲ ἐβούλοντο ἐπακοῦσαι τῆς φωνῆς
ἡμῶν.
15. καὶ οὐκ ἀντελαμβάνοντο ἡμῶν, οὐχ εὑρόντες κατὰ τῶν βιαζομένων καὶ
κατεσθόντων ἡμᾶς, ἀλλὰ στερεοῦσιν αὐτοὺς ἐφ’ ἡμᾶς· ἀπέκτειναν ἡμᾶς
καὶ εἰς ὀλίγους ἤγαγον. καὶ οὐχ ὑποδεικνύουσιν περὶ τῶν πεφονευμένων
ἡμῶν, καὶ οὐκ ἀναμιμνήσκουσιν περὶ τῶν ἁμαρτωλῶν αὐτῶν τὰς
ἁμαρτίας αὐτῶν.
XCVII
1. ὀμνύω ὑμῖν ὅτι οἱ ἄγγελοι ἐν τῷ οὐρανῷ ἀναμιμνήσκουσιν [ὑμῶν] εἰς
ἀγαθὸν ἐνώπιον τῆς δόξης τοῦ μεγάλου.
2. θαρσεῖτε δὴ ὅτι ἐπαλαιώθητε ἐν τοῖς κακοῖς καὶ ἐν ταῖς θλίψεσιν· ὡσεὶ
φωστῆρες τοῦ οὐρανοῦ ἀναλάμψετε καὶ φανεῖτε, αἱ θυρίδες τοῦ οὐρανοῦ
ἀνοιχθήσονται ὑμῖν,
3–4. καὶ ἡ κραυγὴ ὑμῶν ἀκουσθήσεται καὶ ἡ κρίσις ὑμῶν ἣν κράζετε καὶ
φανεῖται ἐφ’ ὅσα συλλαβήσεται ὑμῖν περὶ τῆς θλίψεως ὑμῶν, καὶ ἐκ
πάντων ὅστις μετέσχεν τῶν βιαζομένων καὶ κατεσθόντων ὑμᾶς.
5. [μὴ φοβεῖσθε] τὰ κακὰ ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῆς κρίσεως τῆς μεγάλης καὶ οὐ μὴ
εὑρεθῆτε ὡς οἱ ἁμαρτωλοί. [ἀλλ’ ὑμεῖς οἱ ἁμαρτωλοὶ] σκυλήσεσθε καὶ
κρίσις αἰώνιος ἐξ ὑμῶν ἔσται εἰς πάσας τὰς γενεὰς τῶν αἰώνων.
6. μὴ φοβεῖσθε οἱ δίκαιοι ὅταν ἴδητε τοὺς ἁμαρτωλοὺς κατισχύοντας καὶ
εὐοδουμένους, καὶ μὴ μέτοχοι αὐτῶν γίνεσθε, ἀλλὰ μακρὰν ἀπέχεσθε ἀπὸ
πάντων τῶν ἀδικημάτων αὐτῶν.
7. μὴ γὰρ εἴπητε οἱ ἁμαρτωλοὶ [ὅτι] οὐ μὴ ἐκζητηθῶσιν αἱ ἁμαρτίαι ὑμῶν
[ἐξ] ἡμερῶν.
8. καὶ νῦν ἀποδεικνύω ὑμῖν ὅτι φῶς καὶ σκότος ἡμέρα καὶ νὺξ
ἐποπτεύουσιν τὰς ἁμαρτίας ὑμῶν πάσας.
9. μὴ πλανᾶσθε τῇ καρδίᾳ ὑμῶν μηδὲ ψεύδεσθε μηδὲ ἐξαλλοιώσητε τοὺς
λόγους τῆς ἀληθείας, μηδὲ καταψεύδεσθε τῶν [λόγων τοῦ] ἁγίου, καὶ μὴ
δότε ἔπαινον ταῖς [εἰκόσιν ὑ]μῶν· οὐ γὰρ εἰς δικαίωμα εἰσάγ[ουσιν πάντα
τὰ ψεύδ]η καὶ πᾶσα [ἡ πλάνη] .... Two lines are lost ....
10. τῆς ἀληθείας ἐξαλλοιοῦσιν καὶ ἀντιγράφουσιν οἱ ἁμαρτωλοὶ καὶ
ἀλλάσσουσιν τοὺς πολλούς, καὶ ψεύδονται καὶ πλάσσουσιν πλάσματα
μεγάλα καὶ τὰς γραφὰς ἀναγράφουσιν ἐπὶ τοῖς ὀνόμασιν αὐτῶν·
11. καὶ ὄφελον πάντας τοὺς λόγους μου γράφωσιν ἐπ’ ἀληθείας ἐπὶ τὰ
ὀνόματα αὐτῶν καὶ μήτε ἀφέλωσιν μήτε ἀλλοιώσωσιν τῶν λόγων τούτων,
ἀλλὰ πάντα ἐπ’ ἀληθείας γράφωσιν ἃ ἐγὼ διαμαρτυροῦμαι αὐτοῖς.
12. καὶ πάλιν ἐγὼ γινώσκω μυστήριον δεύτερον, ὅτι δικαίοις καὶ ὁσίοις καὶ
φρονίμοις δοθήσονται αἱ βίβλοι μου εἰς χαρὰν ἀληθείας,
13. καὶ αὐτοὶ πιστεύσουσιν αὐταῖς καὶ ἐν αὐταῖς χαρήσονται καὶ
ἀγαλλιάσονται πάντες οἱ δίκαιοι μαθεῖν ἐξ αὐτῶν πάσας τὰς ὁδοὺς τῆς
ἀληθείας.

33
CVI
1. μετὰ δὲ χρόνον ἔλαβεν Μαθουσάλεκ τῷ υἱῷ μου γυναῖκα καὶ ἔτεκεν
υἱὸν καὶ ἐκάλεσεν τὸ ὄνομα αὐτοῦ Λάμεχ. ἐταπεινώθη ἡ δικαιοσύνη μέχρι
τῆς ἡμέρας ἐκείνης. καὶ ὅτε εἰς ἡλικίαν ἐπῆλθεν, ἔλαβεν αὐτῷ γυναῖκα καὶ
ἔτεκεν αὐτῷ παιδίον,
2. καὶ ὅτε ἐγεννήθη τὸ παιδίον ἦν τὸ σῶμα λευκότερον χιόνος καὶ
πυρρότερον ῥόδου, τὸ τρίχωμα πᾶν λευκὸν καὶ ὡς ἔρια λευκὰ καὶ οὖλον
καὶ ἔνδοξον. καὶ ὅτε ἀνέῳξεν τοὺς ὀφθαλμούς, ἔλαμψεν ἡ οἰκία ὡσεὶ
ἥλιος.
3. καὶ ἀνέστη ἐκ τῶν χειρῶν τῆς μαίας καὶ ἀνέῳξεν τὸ στόμα καὶ
εὐλόγησεν τῷ κυρίῳ·
4. καὶ ἐφοβήθη Λάμεχ ἀπ’ αὐτοῦ καὶ ἔφυγεν καὶ ἦλθεν πρὸς Μαθουσάλεκ
τὸν πατέρα αὐτοῦ καὶ εἶπεν αὐτῷ,
5. τέκνον ἐγεννήθη μου ἀλλοῖον, οὐχ ὅμοιον τοῖς ἀνθρώποις ἀλλὰ τοῖς
τέκνοις τῶν ἀγγέλων τοῦ οὐρανοῦ, καὶ ὁ τύπος ἀλλοιότερος, οὐχ ὅμοιος
ἡμῖν· τὰ ὄμματά ἐστιν ὡς ἀκτῖνες τοῦ ἡλίου, καὶ ἔνδοξον τὸ πρόσωπον·
6. καὶ ὑπολαμβάνω ὅτι οὐκ ἔστιν ἐξ ἐμοῦ ἀλλὰ ἐξ ἀγγέλου, καὶ
εὐλαβοῦμαι αὐτὸν μήποτέ τι ἔσται ἐν ταῖς ἡμέραις αὐτοῦ ἐν τῇ γῇ.
7. καὶ παραιτοῦμαι, π[άτερ, καὶ] δέομαι, βάδισον πρὸς Ἑνὼ[χ τὸν πατέρα
ἡμῶν καὶ ἐρώτησον] ... Two lines are lost ...
8. [ἦλθ]εν πρὸς ἐμὲ εἰς τὰ τέρματα τῆς γῆς οὗ [εἶδ]εν τότε εἶναι με καὶ
εἶπέν μοι, πάτερ [μου] ἐπάκουσον τῆς φωνῆς μου καὶ ἧκε [πρὸς] ἐμέ. καὶ
ἤκουσα τὴν φωνὴν αὐτοῦ καὶ ἦλθον πρὸς αὐτὸν καὶ εἶπα, ἰδοὺ πάρειμι
τέκνον· διὰ τί ἐλήλυθας πρὸς ἐμέ, τέκνον;
9. καὶ ἀπεκρίθη λέγων, δι’ ἀνάγκην μεγάλην ἦλθον ὧδε, πάτερ·
10. καὶ νῦν ἐγεννήθη τέκνον Λάμεχ τῷ υἱῷ μου, καὶ ὁ τύπος αὐτοῦ καὶ ἡ
εἰκὼν αὐτοῦ «οὐχ ὅμοιος ἀνθρώποις καὶ τὸ χρῶμα αὐτοῦ» λευκότερον
χιόνος καὶ πυρρότερον ῥόδου, καὶ τὸ τρίχωμα τῆς κεφαλῆς αὐτοῦ
λευκότερον ἐρίων λευκῶν, καὶ τὰ ὄμματα αὐτοῦ ἀφόμοια ταῖς τοῦ ἡλίου
ἀκτῖσιν,
11. καὶ ἀνέστη ἀπὸ τῶν τῆς μαίας χειρῶν καὶ ἀνοίξας τὸ στόμα εὐλόγησεν
τὸν κύριον τοῦ αἰῶνος·
12. καὶ ἐφοβήθη ὁ υἱός μου Λάμεχ, καὶ ἔφυγεν πρὸς ἐμέ, καὶ οὐ πιστεύει ὅτι
υἱὸς αὐτοῦ ἐστιν, ἀλλὰ ὅτι ἐξ ἀγγέλων ... one or two lines omitted ... τὴν
ἀκρίβειαν ἣν ἔχεις (?) καὶ τὴν ἀλήθειαν.
13. τότε ἀπεκρίθην λέγων, ἀνακαινίσει ὁ κύριος πρόσταγμα ἐπὶ τῆς γῆς,
καὶ τὸν αὐτὸν τρόπον τέκνον τεθέαμαι καὶ ἐσήμανά σοι· ἐν γὰρ τῇ γενεᾷ
Ἰάρεδ τοῦ πατρός μου παρέβησαν τὸν λόγον κυρίου ἀπὸ τῆς διαθήκης τοῦ
οὐρανοῦ.
14. καὶ ἰδοὺ ἁμαρτάνουσιν καὶ παραβαίνουσιν τὸ ἔθος, καὶ μετὰ γυναικῶν
συγγίνονται καὶ μετ’ αὐτῶν ἁμαρτάνουσιν καὶ ἔγημαν ἐξ αὐτῶν,
[καὶ τίκτουσιν οὐχ ὁμοίους πνεύμασιν ἀλλὰ σαρκίνους]·
15. καὶ ἔσται ὀργὴ μεγάλη ἐπὶ τῆς γῆς καὶ κατακλυσμός, καὶ ἔσται
ἀπώλεια μεγάλη ἐπὶ ἐνιαυτὸν ἕνα·
16. καὶ τόδε τὸ παιδίον τὸ γεννηθὲν καταλειφθήσεται, καὶ τρία αὐτοῦ
τέκνα σωθήσεται ἀποθανόντων τῶν ἐπὶ τῆς γῆς·
17b. καὶ πραϋνεῖ τὴν γῆν ἀπὸ τῆς οὔσης ἐν αὐτῇ φθορᾶς.
18. καὶ νῦν λέγε Λάμεχ ὅτι τέκνον σού ἐστιν δικαίως καὶ ὁσίως, [καὶ]
κάλεσον αὐτοῦ τὸ ὄνομα [Νῶε]· αὐτὸς γὰρ ἔσται ὑμῶν κατάλειμμα ἐφ’ οὗ
ἂν καταπαύσητε καὶ «οἱ» υἱοὶ αὐτοῦ ἀπὸ τῆς φθορᾶς τῆς γῆς καὶ ἀπὸ

34
πάντων τῶν ἁμαρτωλῶν καὶ ἀπὸ πασῶν τῶν συντελειῶν ἐπὶ τῆς γῆς ...
Four lines are lost ...
19. ὑπέδειξέν μοι καὶ ἐμήνυσεν, καὶ ἐν ταῖς πλαξὶν τοῦ οὐρανοῦ ἀνέγνων
αὐτά.
CVII
1. τότε τεθέαμαι τὰ ἐγγεγραμμένα ἐπ’ αὐτῶν, ὅτι γενεὰ γενεᾶς κακ[ίων
ἔσται], καὶ εἶδον τόδε μέχρις τοῦ ἀνας[τῆναι] γενεὰν δικαιοσύνης καὶ ἡ
κακία ἀπολεῖται καὶ ἡ ἁμαρτία ἀλλάξει ἀπὸ τῆς γῆς καὶ τὰ ἀγαθὰ ἥξει ἐπὶ
τῆς γῆς ἐπ’ αὐτούς.
2. καὶ νῦν ἀπότρεχε τέκνον καὶ σήμανον Λάμεχ τῷ υἱῷ σου ὅτι τὸ παιδίον
τοῦτο τὸ γεννηθὲν τέκνον αὐτοῦ ἐστιν δικαίως καὶ οὐ ψευδῶς.
3. καὶ ὅτε ἤκουσεν Μαθουσάλεκ τοὺς λόγους Ἑνὼχ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ,
μυστηριακῶς γὰρ ἐδήλωσεν αὐτῷ, [ἐπέστρεψεν καὶ ἐδήλωσεν αὐτῷ.] καὶ
ἐκλήθη τὸ ὄνομα αὐτοῦ Νῶε, εὐφραίνων τὴν γῆν ἀπὸ τῆς ἀπωλείας.
Liber Enoch
Apocalypsis Henochi Graece
(recensio ap. Syncellum)
(ed. M. Black)
Pseudepigrapha veteris testamenti Graece 3.
Leiden: Brill, 1970, pp. 21–26, 29–30, 32–33, 37.
VI
ἐκ τοῦ πρώτου βιβλίου Ἐνὼχ περὶ τῶν ἐγρηγόρων.
1. καὶ ἐγένετο ὅτε ἐπληθύνθησαν οἱ υἱοὶ τῶν ἀνθρώπων, ἐγεννήθησαν
αὐτοῖς θυγατέρες ὡραῖαι.
2. καὶ ἐπεθύμησαν αὐτὰς οἱ ἐγρήγοροι καὶ ἀπεπλανήθησαν ὀπίσω αὐτῶν,
καὶ εἶπον πρὸς ἀλλήλους, ἐκλεξώμεθα ἑαυτοῖς γυναῖκας ἀπὸ τῶν
θυγατέρων τῶν ἀνθρώπων τῆς γῆς.
3. καὶ εἶπε Σεμιαζᾶς ὁ ἄρχων αὐτῶν πρὸς αὐτούς, φοβοῦμαι μὴ οὐ
θελήσητε (Go θελήσετε) ποιῆσαι τὸ πρᾶγμα τοῦτο, καὶ ἔσομαι ἐγὼ μόνος
ὀφειλέτης ἁμαρτίας μεγάλης.
4. καὶ ἀπεκρίθησαν αὐτῷ πάντες καὶ εἶπον, ὀμόσωμεν ἅπαντες ὅρκῳ καὶ
ἀναθεματίσωμεν ἀλλήλους τοῦ μὴ ἀποστρέψαι τὴν γνώμην ταύτην,
μέχρις οὗ ἀποτελέσωμεν αὐτήν.
5. τότε πάντες ὤμοσαν ὁμοῦ καὶ ἀνεθεμάτισαν ἀλλήλους.
6. ἦσαν δὲ οὗτοι διακόσιοι οἱ καταβάντες ἐν ταῖς ἡμέραις Ἰάρεδ εἰς τὴν
κορυφὴν τοῦ Ἑρμονιεὶμ (Go κορυφὴν Ἑρμὼν) ὄρους, καὶ ἐκάλεσαν τὸ ὄρος
Ἑρμώμ, καθότι ὤμοσαν (Go ομοσαν) καὶ ἀνεθεμάτισαν ἀλλήλους ἐν αὐτῷ.
7. καὶ ταῦτα τὰ ὀνόματα τῶν ἀρχόντων αὐτῶν. α´ Σεμιαζᾶς, ὁ ἄρχων
αὐτῶν, β´ Ἀταρκούφ, γ´ Ἀρακιήλ, δ´ Χωβαβιήλ, ε´ Ὀραμμαμή, Ϛ´ Ῥαμιήλ, ζ´
Σαμψίχ, η´ Ζακιήλ, θ´ Βαλκιήλ, ι´ Ἀζαλζήλ, ια´ Φαρμαρός, ιβ´ Ἀμαριήλ, ιγ´
Ἀναγημάς, ιδ´ Θαυσαήλ, ιε´ Σαμιήλ, ιϚ´ Σαρινᾶς, ιζ´ Εὐμιήλ (Par. gr. 1711 ὁ
Εὐμιήλ), ιη´ Τυριήλ, ιθ´ Ἰουμιήλ, κ´ Σαριήλ.
VII
1. Οὗτοι καὶ οἱ λοιποὶ πάντες ἐν τῷ χιλιοστῷ ἑκατοστῷ ἑβδομηκοστῷ ἔτει
τοῦ κόσμου ἔλαβον ἑαυτοῖς γυναῖκας, καὶ ἤρξαντο μιαίνεσθαι ἐν αὐταῖς
ἕως τοῦ κατακλυσμοῦ καὶ ἔτεκον αὐτοῖς γένη τρία· πρῶτον γίγαντας
μεγάλους.
2. οἱ δὲ γίγαντες ἐτέκνωσαν Ναφηλείμ, καὶ τοῖς Ναφηλεὶμ ἐγεννήθησαν
Ἐλιούδ. καὶ ἦσαν αὐξανόμενοι κατὰ τὴν μεγαλειότητα αὐτῶν, καὶ
ἐδίδαξαν ἑαυτοὺς καὶ τὰς γυναῖκας ἑαυτῶν φαρμακείας καὶ ἐπαοιδίας.

35
VIII
1. Πρῶτος Ἀζαὴλ ὁ δέκατος τῶν ἀρχόντων ἐδίδαξε ποιεῖν μαχαίρας καὶ
θώρακας καὶ πᾶν σκεῦος πολεμικόν, καὶ τὰ μέταλλα τῆς γῆς καὶ τὸ
χρυσίον, πῶς ἐργάσωνται καὶ ποιήσωσιν αὐτὰ κόσμια ταῖς γυναιξί, καὶ τὸν
ἄργυρον. ἔδειξε δὲ αὐτοῖς καὶ τὸ στίλβειν καὶ τὸ καλλωπίζειν καὶ τοὺς
ἐκλεκτοὺς λίθους καὶ τὰ βαφικά· καὶ ἐποίησαν ἑαυτοῖς οἱ υἱοὶ τῶν
ἀνθρώπων καὶ ταῖς θυγατράσιν αὐτῶν, καὶ παρέβησαν καὶ ἐπλάνησαν
τοὺς ἁγίους.
2. καὶ ἐγένετο ἀσέβεια πολλὴ ἐπὶ τῆς γῆς, καὶ ἠφάνισαν τὰς ὁδοὺς αὐτῶν.
3. ἔτι δὲ καὶ ὁ πρώταρχος αὐτῶν Σεμιαζᾶς ἐδίδαξεν εἶναι ὀργὰς κατὰ τοῦ
νοός, καὶ ῥίζας βοτανῶν τῆς γῆς. ὁ δὲ ἑνδέκατος Φαρμαρὸς ἐδίδαξε
φαρμακείας, ἐπαοιδίας, σοφίας, καὶ ἐπαοιδῶν λυτήρια· ὁ ἔνατος ἐδίδαξεν
ἀστροσκοπίαν· ὁ δὲ τέταρτος ἐδίδαξεν ἀστρολογίαν· ὁ δὲ ὄγδοος ἐδίδαξεν
ἀεροσκοπίαν· ὁ δὲ τρίτος ἐδίδαξε τὰ σημεῖα τῆς γῆς· ὁ δὲ ἕβδομος ἐδίδαξε
τὰ σημεῖα τοῦ ἡλίου· ὁ δὲ εἰκοστὸς ἐδίδαξε τὰ σημεῖα τῆς σελήνης· πάντες
οὗτοι ἤρξαντο ἀνακαλύπτειν τὰ μυστήρια ταῖς γυναιξὶν αὐτῶν καὶ τοῖς
τέκνοις αὐτῶν. μετὰ δὲ ταῦτα ἤρξαντο οἱ γίγαντες κατεσθίειν τὰς σάρκας
τῶν ἀνθρώπων
4. καὶ ἤρξαντο οἱ ἄνθρωποι ἐλαττοῦσθαι ἐπὶ τῆς γῆς.
VIII col I
4. οἱ δὲ λοιποὶ ἐβόησαν εἰς τὸν οὐρανὸν περὶ τῆς κακώσεως αὐτῶν
λέγοντες εἰσενεχθῆναι τὸ μνημόσυνον αὐτῶν ἐνώπιον κυρίου.
VIII col II
4. Τότε ἐβόησαν οἱ ἄνθρωποι εἰς τὸν οὐρανὸν λέγοντες Εἰσαγάγετε τὴν
κρίσιν ἡμῶν πρὸς τὸν ὕψιστον, καὶ τὴν ἀπώλειαν ἡμῶν ἐνώπιον τῆς δόξης
τῆς μεγάλης, ἐνώπιον τοῦ κυρίου τῶν κυρίων πάντων τῇ μεγαλωσύνῃ.
IX col I
1. Καὶ ἀκούσαντες οἱ τέσσαρες μεγάλοι ἀρχάγγελοι, Μιχαὴλ καὶ Οὐριὴλ
καὶ Ῥαφαὴλ καὶ Γαβριὴλ, (καὶ Par. gr. 1711) παρέκυψαν ἐπὶ τὴν γῆν ἐκ τῶν
ἁγίων τοῦ οὐρανοῦ.
2. καὶ θεασάμενοι αἷμα πολὺ ἐκκεχυμένον ἐπὶ τῆς γῆς καὶ πᾶσαν ἀσέβειαν
καὶ ἀνομίαν γενομένην ἐπ’ αὐτῆς,
3. εἰσελθόντες εἶπον πρὸς ἀλλήλους ὅτι Τὰ πνεύματα καὶ αἱ ψυχαὶ τῶν
ἀνθρώπων στενάζουσιν ἐντυγχάνοντα καὶ λέγοντα ὅτι Εἰσαγάγετε τὴν
κρίσιν ἡμῶν πρὸς τὸν ὕψιστον, καὶ τὴν ἀπώλειαν ἡμῶν ἐνώπιον τῆς δόξης
τῆς μεγαλωσύνης, ἐνώπιον τοῦ κυρίου τῶν κυρίων πάντων τῇ
μεγαλωσύνῃ.
4. καὶ εἶπον τῷ κυρίῳ τῶν αἰώνων Σὺ εἶ ὁ θεὸς τῶν θεῶν καὶ κύριος τῶν
κυρίων καὶ ὁ βασιλεὺς τῶν βασιλευόντων καὶ θεὸς τῶν αἰώνων, καὶ ὁ
θρόνος τῆς δόξης σου εἰς πάσας τὰς γενεὰς τῶν αἰώνων, καὶ τὸ ὄνομά σου
ἅγιον καὶ εὐλογημένον εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας.
IX col II
1. Καὶ ἀκούσαντες οἱ τέσσαρες μεγάλοι ἀρχάγγελοι, Μιχαὴλ καὶ Οὐριὴλ
καὶ Ῥαφαὴλ καὶ Γαβριὴλ, παρέκυψαν (= οἱ <δ> Par gr. 1711) ἐπὶ τὴν γῆν ἐκ
τῶν ἁγίων τοῦ οὐρανοῦ.
2. καὶ θεασάμενοι αἷμα πολὺ ἐκκεχυμένον ἐπὶ τῆς γῆς καὶ πᾶσαν ἀνομίαν
καὶ ἀσέβειαν γινομένην ἐπ’ αὐτῆς,
3. εἰσελθόντες εἶπον πρὸς ἀλλήλους ὅτι Τὰ πνεύματα καὶ αἱ ψυχαὶ τῶν
ἀνθρώπων ἐντυγχάνουσι στενάζοντα καὶ λέγοντα Εἰσαγάγετε τὴν δέησιν
ἡμῶν πρὸς τὸν ὕψιστον.

36
4. καὶ προσελθόντες οἱ τέσσαρες ἀρχάγγελοι εἶπον τῷ κυρίῳ Σὺ εἶ ὁ θεὸς
τῶν θεῶν καὶ κύριος τῶν κυρίων καὶ βασιλεὺς τῶν βασιλευόντων καὶ θεὸς
τῶν ἀνθρώπων, καὶ ὁ θρόνος τῆς δόξης σου εἰς πάσας τὰς γενεὰς τῶν
αἰώνων, καὶ τὸ ὄνομά σου ἅγιον καὶ εὐλογημένον εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας,
καὶ τὸ ὄνομά σου ἅγιον καὶ εὐλογημένον εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας.
IX
4. add. post αἰῶνας: καὶ τὰ ἑξῆς. τότε ὁ ὕψιστος ἐκέλευσε τοῖς ἁγίοις
ἀρχαγγέλοις, καὶ ἔδησαν τοὺς ἐξάρχους αὐτῶν καὶ ἔβαλον (ἔβαλλον Par.
gr. 1711) αὐτοὺς εἰς τὴν ἄβυσσον, ἕως τῆς κρίσεως, καὶ τὰ ἑξῆς. καὶ ταῦτα
μὲν ὁ Ἐνὼχ μαρτυρεῖ.
5. σὺ γὰρ εἶ ὁ ποιήσας τὰ πάντα καὶ πάντων τὴν ἐξουσίαν ἔχων, καὶ πάντα
ἐνώπιόν σου φανερὰ καὶ ἀκάλυπτα· καὶ πάντα ὁρᾷς, καὶ οὐκ ἔστιν ὃ
κρυβῆναί σε δύναται.
6. ὁρᾷς ὅσα ἐποίησεν Ἀζαὴλ καὶ (om. Par. gr. 1711) ὅσα εἰσήνεγκεν, (add.
καὶ Par. gr. 1711) ὅσα ἐδίδαξεν, ἀδικίας καὶ ἁμαρτίας ἐπὶ τῆς γῆς καὶ πάντα
δόλον ἐπὶ τῆς ξηρᾶς. ἐδίδαξε γὰρ τὰ μυστήρια καὶ ἀπεκάλυψε τῷ αἰῶνι τὰ
ἐν οὐρανῷ. ἐπιτηδεύουσιν δὲ τὰ ἐπιτηδεύματα αὐτοῦ, εἰδέναι τὰ μυστήρια,
οἱ υἱοὶ τῶν ἀνθρώπων.
7. τῷ Σεμιαζᾷ τὴν ἐξουσίαν ἔδωκας ἔχειν τῶν σὺν αὐτῷ ἅμα ὄντων.
8. καὶ ἐπορεύθησαν πρὸς τὰς θυγατέρας τῶν ἀνθρώπων τῆς γῆς καὶ
συνεκοιμήθησαν μετ’ αὐτῶν καὶ ἐν ταῖς θηλείαις ἐμιάνθησαν, καὶ
ἐδήλωσαν αὐταῖς πάσας τὰς ἁμαρτίας, καὶ ἐδίδαξαν αὐτὰς μίσητρα
(μίσιτρα Par. gr. 1711) ποιεῖν.
9. καὶ νῦν ἰδοὺ αἱ θυγατέρες τῶν ἀνθρώπων ἔτεκον ἐξ αὐτῶν υἱοὺς
γίγαντας· κίβδηλα ἐπὶ τῆς (om. Go) γῆς τῶν ἀνθρώπων ἐκκέχυται, καὶ ὅλη
ἡ γῆ ἐπλήσθη ἀδικίας.
10. καὶ νῦν ἰδοὺ τὰ πνεύματα τῶν ψυχῶν τῶν ἀποθανόντων ἀνθρώπων
ἐντυγχάνουσιν, καὶ μέχρι τῶν πυλῶν τοῦ οὐρανοῦ ἀνέβη ὁ στεναγμὸς
αὐτῶν καὶ οὐ δύναται ἐξελθεῖν ἀπὸ προσώπου τῶν ἐπὶ τῆς γῆς γινομένων
ἀδικημάτων.
11. καὶ σὺ αὐτὰ οἶδας πρὸ τῶν (τοῦ recte Par. gr. 1711) αὐτὰ γενέσθαι καὶ
ὁρᾷς αὐτοὺς καὶ ἐᾷς αὐτούς, καὶ οὐδὲν λέγεις. τί δεῖ ποιῆσαι αὐτοὺς (om.
Go) περὶ τούτου;
X
1. Τότε ὁ ὕψιστος εἶπε καὶ ὁ ἅγιος ὁ μέγας ἐλάλησε, καὶ ἔπεμψε τὸν Οὐριὴλ
πρὸς τὸν υἱὸν (Go τοῦ) Λάμεχ λέγων
2. Πορεύου πρὸς τὸν Νῶε καὶ εἶπον αὐτῷ τῷ ἐμῷ ὀνόματι Κρύψον σεαυτόν,
καὶ δήλωσον αὐτῷ τέλος ἐπερχόμενον, ὅτι ἡ γῆ ἀπόλλυται πᾶσα· καὶ εἶπον
αὐτῷ ὅτι κατακλυσμὸς μέλλει γίνεσθαι πάσης τῆς γῆς, ἀπολέσαι πάντα
ἀπὸ προσώπου τῆς γῆς.
3. δίδαξον τὸν δίκαιον τί ποιήσει, τὸν υἱὸν Λάμεχ, καὶ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ εἰς
ζωὴν συντηρήσει, καὶ ἐκφεύξεται δι’ αἰῶνος, καὶ ἐξ αὐτοῦ φυτευθήσεται
φύτευμα καὶ σταθήσεται πάσας τὰς γενεὰς τοῦ αἰῶνος.
4. Καὶ τῷ Ῥαφαὴλ εἶπε Πορεύου, Ῥαφαήλ, καὶ δῆσον τὸν Ἀζαήλ· χερσὶ καὶ
ποσὶ συμπόδισον αὐτόν, καὶ ἔμβαλε αὐτὸν εἰς τὸ σκότος, καὶ ἄνοιξον τὴν
ἔρημον τὴν οὖσαν ἐν τῇ ἐρήμῳ Δουδαήλ, καὶ ἐκεῖ πορευθεὶς βάλε αὐτόν.
5. καὶ ὑπόθες αὐτῷ λίθους ὀξεῖς καὶ (om. Go) λίθους τραχεῖς καὶ
ἐπικάλυψον αὐτῷ σκότος, καὶ οἰκησάτω ἐκεῖ εἰς τὸν αἰῶνα καὶ τὴν ὄψιν
αὐτοῦ πώμασον καὶ φῶς μὴ θεωρείτω·
6. καὶ ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῆς κρίσεως ἀπαχθήσεται εἰς τὸν ἐμπυρισμὸν τοῦ

37
πυρός.
7. καὶ ἴασαι τὴν γῆν ἣν ἠφάνισαν οἱ ἐγρήγοροι, καὶ τὴν ἴασιν τῆς πληγῆς
δήλωσον, ἵνα ἰάσωνται τὴν πληγὴν καὶ μὴ ἀπόλωνται πάντες οἱ υἱοὶ τῶν
ἀνθρώπων ἐν τῷ μυστηρίῳ ὃ εἶπον οἱ ἐγρήγοροι καὶ ἐδίδαξαν τοὺς υἱοὺς
τῶν ἀνθρώπων,
8. καὶ ἠρημώθη πᾶσα ἡ γῆ ἐν τοῖς ἔργοις τῆς διδασκαλίας Ἀζαήλ· καὶ ἐπ’
αὐτῇ γράψον πάσας τὰς ἁμαρτίας.
9. Καὶ τῷ Γαβριὴλ εἶπε Πορεύου, Γαβριήλ, ἐπὶ τοὺς γίγαντας, ἐπὶ τοὺς
κιβδήλους, ἐπὶ τοὺς υἱοὺς τῆς πορνείας, καὶ ἀπόλεσαν τοὺς υἱοὺς τῶν
ἐγρηγόρων ἀπὸ τῶν υἱῶν τῶν ἀνθρώπων· πέμψον αὐτοὺς εἰς ἀλλήλους, ἐξ
αὐτῶν εἰς αὐτούς, ἐν πολέμῳ καὶ ἐν ἀπωλείᾳ. καὶ μακρότης ἡμερῶν οὐκ
ἔσται αὐτοῖς,
10. καὶ πᾶσα ἐρώτησις οὐκ ἔστι τοῖς πατράσιν αὐτῶν, ὅτι ἐλπίζουσι ζῆσαι
ζωὴν αἰώνιον, καὶ ὅτι ζήσεται ἕκαστος αὐτῶν ἔτη πεντακόσια.
11. καὶ τῷ Μιχαὴλ εἶπε Πορεύου, Μιχαήλ, δῆσον Σεμιαζᾶν καὶ τοὺς ἄλλους
σὺν αὐτῷ τοὺς συμμιγέντας ταῖς θυγατράσι τῶν ἀνθρώπων τοῦ μιανθῆναι
ἐν αὐταῖς ἐν τῇ ἀκαθαρσίᾳ αὐτῶν.
12. καὶ ὅταν κατασφαγῶσιν οἱ υἱοὶ αὐτῶν καὶ ἴδωσι τὴν ἀπώλειαν τῶν
ἀγαπητῶν αὐτῶν, δῆσον αὐτοὺς ἐπὶ ἑβδομήκοντα γενεὰς εἰς τὰς νάπας
τῆς γῆς μέχρι ἡμέρας κρίσεως αὐτῶν, μέχρι ἡμέρας τελειώσεως τελεσμοῦ,
ἕως συντελεσθῇ κρίμα τοῦ αἰῶνος τῶν αἰώνων.
13. τότε ἀπενεχθήσονται εἰς τὸ χάος τοῦ πυρὸς καὶ εἰς τὴν βάσανον καὶ εἰς
τὸ δεσμωτήριον τῆς συγκλείσεως τοῦ αἰῶνος.
14. καὶ ὃς ἂν κατακρίθῃ καὶ ἀφανισθῇ ἀπὸ τοῦ νῦν, μετ’ αὐτῶν δεθήσεται
(δεηθήσεται recte Par. gr. 1711) μέχρι τελειώσεως γενεᾶς αὐτῶν.
περὶ δὲ τοῦ ὄρους ἐν ᾧ ὤμοσαν καὶ ἀνεθεμέτισαν πρὸς τὸν πλησίον αὐτῶν,
ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα οὐ μὴ ἀποστῇ ἀπ’ αὐτοῦ ψῦχος καὶ χιὼν καὶ πάχνη, καὶ
δρόσος οὐ μὴ καταβῇ εἰς αὐτό, εἰ μὴ εἰς κατάραν καταβήσεται ἐπ’ αὐτό,
μέχρις ἡμέρας κρίσεως τῆς μεγάλης. ἐν τῷ καιρῷ ἐκείνῳ κατακαυθήσεται
καὶ ταπεινωθήσεται, καὶ ἔσται κατακαιόμενον καὶ τηκόμενον ὡς κηρὸς
ἀπὸ πυρός, οὕτως κατακαήσεται περὶ πάντων τῶν ἔργων αὐτοῦ. καὶ νῦν
ἐγὼ λέγω ὑμῖν υἱοῖς ἀνθρώπων, Ὀργὴ μεγάλη καθ’ ὑμῶν, «καὶ» κατὰ τῶν
υἱῶν ὑμῶν, καὶ οὐ παύσεται ἡ ὀργὴ αὕτη ἀφ’ ὑμῶν, μέχρι καιροῦ σφαγῆς
τῶν υἱῶν ὑμῶν. καὶ ἀπολοῦνται οἱ ἀγαπητοὶ ὑμῶν καὶ ἀποθανοῦνται οἱ
ἔντιμοι ὑμῶν ἀπὸ πάσης τῆς γῆς, ὅτι πᾶσαι αἱ ἡμέραι τῆς ζωῆς αὐτῶν ἀπὸ
τοῦ νῦν οὐ μὴ ἔσονται πλείω τῶν ἑκατὸν εἴκοσιν ἐτῶν. καὶ μὴ δόξητε ἔτι
ζῆσαι ἐπὶ πλείονα ἔτη· οὐ γάρ ἐστιν ἐπ’ αὐτοῖς πᾶσα ὁδὸς ἐκφεύξεως ἀπὸ
τοῦ νῦν, διὰ τὴν ὀργὴν ἣν ὠργίσθη ὑμῖν ὁ βασιλεὺς πάντων τῶν αἰώνων·
μὴ νομίσητε ὅτι ἐκφεύξεσθε ταῦτα.
XV
8. Καὶ νῦν οἱ γίγαντες οἱ γεννηθέντες ἀπὸ πνευμάτων καὶ σαρκὸς
πνεύματα πονηρὰ ἐπὶ τῆς γῆς καλέσουσιν αὐτούς, ὅτι ἡ κατοίκησις αὐτῶν
ἔσται ἐπὶ τῆς γῆς.
9. πνεύματα πονηρὰ ἔσονται, τὰ πνεύματα ἐξεληλυθότα ἀπὸ τοῦ σώματος
τῆς σαρκὸς αὐτῶν, διότι ἀπὸ τῶν ἀνθρώπων ἐγένοντο, καὶ ἐκ τῶν ἁγίων
τῶν ἐγρηγόρων ἡ ἀρχὴ τῆς κτίσεως αὐτῶν καὶ ἀρχὴ θεμελίου· πνεύματα
πονηρὰ
10. ἐπὶ τῆς γῆς ἔσονται
11. τὰ πνεύματα τῶν γιγάντων νεμόμενα, ἀδικοῦντα, ἀφανίζοντα,
ἐμπίπτοντα καὶ συμπαλαίοντα καὶ ῥιπτοῦντα ἐπὶ τῆς γῆς καὶ δρόμους

38
ποιοῦντα καὶ μηδὲν ἐσθίοντα, ἀλλ’ ἀσιτοῦντα καὶ ῥιπτοῦντα καὶ φάσματα
ποιοῦντα καὶ διψῶντα καὶ προσκόπτοντα.
12. καὶ ἐξαναστήσονται τὰ πνεύματα ἐπὶ τοὺς υἱοὺς τῶν ἀνθρώπων καὶ
τῶν γυναικῶν, ὅτι ἐξ αὐτῶν ἐξεληλύθασι.
XVI
1. Καὶ ἀπὸ ἡμέρας καιροῦ σφαγῆς καὶ ἀπωλείας καὶ θανάτου τῶν
γιγάντων ναφηλείμ, οἱ ἰσχυροὶ τῆς γῆς, οἱ μεγάλοι ὀνομαστοί, τὰ
πνεύματα τὰ ἐκπορευόμενα ἀπὸ τῆς ψυχῆς αὐτῶν, ὡς ἐκ τῆς σαρκὸς
ἔσονται, ἀφανίζοντα χωρὶς κρίσεως· οὕτως ἀφανίσουσι μέχρις ἡμέρας τῆς
τελειώσεως, ἕως τῆς κρίσεως τῆς μεγάλης ἐν ᾗ (ᾧ Par. gr. 1711) ὁ αἰὼν ὁ
μέγας τελεσθήσεται.
XIX
3. ..... ἀνθρώπων ὡς ἐγὼ εἶδον.
XX
2. ὁ εἷς τῶν ἁγίων ὁ ἐπὶ τοῦ κόσμου καὶ τοῦ ταρτάρου.
3. Ῥαφαὴλ, ὁ εἷς τῶν ἁγίων ἀγγέλων ὁ ἐπὶ τῶν πνευμάτων τῶν ἀνθρώπων.
4. Ῥαγουήλ, ὁ εἷς τῶν ἁγίων ἀγγέλων ὁ ἐκδικῶν τὸν κόσμον τῶν
φωστήρων.
5. Μιχαήλ, ὁ εἷς τῶν ἁγίων ἀγγέλων ὃς ἐπὶ τῶν τοῦ λαοῦ ἀγαθῶν τέτακται
καὶ ἐπὶ τῷ χαῷ.
6. Σαριήλ, ὁ εἷς τῶν ἁγίων ἀγγέλων ὁ ἐπὶ τῶν πνευμάτων οἵτινες ἐπὶ τῷ
πνεύματι ἁμαρτάνουσιν.
7. Γαβριήλ, ὁ εἷς τῶν ἁγίων ἀγγέλων ὁ ἐπὶ τοῦ παραδείσου καὶ τῶν
δρακόντων καὶ χερουβίν. Ῥεμειήλ, ὁ εἷς τῶν ἁγίων ἀγγέλων ὃν ἔταξεν ὁ
θεὸς ἐπὶ τῶν ἀνισταμένων. ὀνόματα ζ´ ἀρχαγγέλων.
XXI
1. Καὶ ἐφώδευσα μέχρι τῆς ἀκατασκευάστου.
2. καὶ ἐκεῖ ἐθεασάμην ἔργον φοβερόν. ἑώρακα οὔτε οὐρανὸν ἐπάνω οὔτε
γῆν τεθεμελιωμένην, ἀλλὰ τόπον ἀκατασκεύαστον καὶ φοβερόν.
3. καὶ ἐκεῖ τεθέαμαι ζ´ ἀστέρας τοῦ οὐρανοῦ δεδεμένους καὶ ἐριμμένους ἐν
αὐτῷ ὁμοῦ, ὁμοίους ὁράσει μεγάλῃ καὶ ἐν πυρὶ καιομένους.
4. τότε εἶπον Διὰ ποίαν αἰτίαν ἐπεδέθησαν, καὶ διὰ ποίαν αἰτίαν ἐρίφησαν
ὧδε;
5. καὶ εἶπέν μοι Οὐριήλ, ὁ εἷς τῶν ἁγίων ἀγγέλων ὁ μετ’ ἐμοῦ ὤν - καὶ
αὐτὸς αὐτῶν ἡγεῖτο - καὶ εἶπέν μοι, Ἑνώχ, περὶ τίνος ἐρωτᾷς ἢ περὶ τίνος
τὴν ἀλήθειαν φιλοσπευδεῖς;
6. οὗτοί εἰσιν τῶν ἀστέρων τοῦ οὐρανοῦ οἱ παραβάντες τὴν ἐπιταγὴν τοῦ
κυρίου, καὶ ἐδέθησαν ὧδε μέχρι πληρωθῆναι μύρια ἔτη τὸν χρόνον τῶν
ἁμαρτημάτων αὐτῶν.
7. Κἀκεῖθεν ἐφώδευσα εἰς ἄλλον τόπον τούτου φοβερώτερον, καὶ τεθέαμαι
ἔργα φοβερά· πῦρ μέγα ἐκεῖ καιόμενον καὶ φλεγόμενον, καὶ διακοπὴν
εἶχεν ὁ τόπος ἕως τῆς ἀβύσσου, πλήρης στύλων πυρὸς μεγάλων
καταφερομένων· οὔτε μέτρον οὔτε μέγεθος ἠδυνήθην ἰδεῖν οὔτε εἰκάσαι.
8. τότε εἶπον Ὡς φοβερὸς ὁ τόπος οὗτος καὶ ὡς δεινὸς τῇ ὁράσει.
9. τότε ἀπεκρίθη μοι καὶ εἶπεν ...
***
Incert
1. παρὰ (Par. gr. 1711; Go περὶ) δὲ τοῦ ὄρους ἐν ᾧ ὤμοσαν καὶ
ἀνεθεμάτισαν πρὸς τὸν πλησίον αὐτῶν, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα οὐ μὴ ἀποστῇ
ἀπ’ αὐτοῦ ψῦχος καὶ χιὼν καὶ πάχνη, καὶ δρόσος οὐ μὴ καταβῇ εἰς αὐτό, εἰ

39
μὴ εἰς κατάραν καταβήσεται ἐπ’ (Go εἰς) αὐτό, μέχρις ἡμέρας κρίσεως τῆς
μεγάλης.
2. ἐν τῷ καιρῷ ἐκείνῳ κατακαυθήσεται καὶ (Go om.) ταπεινωθήσεται, καὶ
ἔσται κατακαιόμενον καὶ τηκόμενον ὡς κηρὸς ἀπὸ πυρός, οὕτως
κατακαήσεται περὶ πάντων τῶν ἔργων αὐτοῦ.
3. καὶ νῦν ἐγὼ λέγω ὑμῖν υἱοῖς ἀνθρώπων Ὀργὴ μεγάλη καθ’ ὑμῶν, κατὰ
τῶν υἱῶν ὑμῶν· καὶ οὐ παύσεται ἡ ὀργὴ αὕτη ἀφ’ ὑμῶν μέχρι καιροῦ
σφαγῆς τῶν υἱῶν ὑμῶν.
4. καὶ ἀπολοῦνται οἱ ἀγαπητοὶ ὑμῶν καὶ ἀποθανοῦνται οἱ ἔντιμοι ὑμῶν
ἀπὸ πάσης τῆς γῆς, ὅτι πᾶσαι αἱ ἡμέραι τῆς ζωῆς αὐτῶν ἀπὸ τοῦ νῦν οὐ μὴ
ἔσονται πλείω τῶν ἑκατὸν εἴκοσιν ἐτῶν.
5. καὶ μὴ δόξητε ἔτι ζῆσαι ἐπὶ πλείονα ἔτη· οὐ γάρ ἐστιν ἐπ’ αὐτοῖς πᾶσα
ὁδὸς ἐκφεύξεως ἀπὸ τοῦ νῦν, διὰ τὴν ὀργὴν ἣν ὠργίσθη ὑμῖν ὁ βασιλεὺς
πάντων τῶν αἰώνων· μὴ νομίσητε ὅτι ἐκφεύξεσθε ταῦτα.

Περί των γιγάντων


καὶ ἦν νωε ἐτῶν πεντακοσίων καὶ ἐγέννησεν νωε τρεῖς
υἱούς τὸν σημ τὸν χαμ τὸν ιαφεθκαὶ ἐγένετο ἡνίκα ἤρξαντο
οἱ ἄνθρωποι πολλοὶ γίνεσθαι ἐπὶ τῆς γῆς καὶ θυγατέρες
ἐγενήθησαν αὐτοῖς 2ἰδόντες δὲ οἱ υἱοὶ τοῦ θεοῦ τὰς
θυγατέρας τῶν ἀνθρώπων ὅτι καλαί εἰσιν ἔλαβον ἑαυτοῖς
γυναῖκας ἀπὸ πασῶν ὧν ἐξελέξαντο 3καὶ εἶπεν κύριος ὁ
θεός οὐ μὴ καταμείνῃ τὸ πνεῦμά μου ἐν τοῖς ἀνθρώποις
τούτοις εἰς τὸν αἰῶνα διὰ τὸ εἶναι αὐτοὺς σάρκας ἔσονται δὲ
αἱ ἡμέραι αὐτῶν ἑκατὸν εἴκοσι ἔτη 4οἱ δὲ γίγαντες ἦσαν
ἐπὶ τῆς γῆς ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις καὶ μετ' ἐκεῖνο ὡς
ἂν εἰσεπορεύοντο οἱ υἱοὶ τοῦ θεοῦ πρὸς τὰς θυγατέρας
τῶν ἀνθρώπων καὶ ἐγεννῶσαν ἑαυτοῖς ἐκεῖνοι ἦσαν οἱ
γίγαντες οἱ ἀπ' αἰῶνος οἱ ἄνθρωποι οἱ ὀνομαστοί

Παραθέτουμε ένα επεξηγηματικό κείμενο αναφορικά με τους γίγαντες από την


ιστοσελίδα http://www.oodegr.com.

... «Εδώ πρόκειται για το θέμα στο οποίο αναφέρθηκε ο Ιησούς Χριστός, στο
Ματθαίος κδ΄ 38, για τους προκατακλυσμιαίους ανθρώπους που ΄΄έτρωγαν και
έπιναν και παντρεύονταν΄΄, ώσπου ήρθε ο Κατακλυσμός. Επ' αυτών υπάρχουν
κάποιες παρατηρήσεις:

1η παρατήρηση: Το οριστικό άρθρο ΄΄οι΄΄, δείχνει ότι πρόκειται για κάποιους που
ήταν ήδη γνωστοί στους αναγνώστες της Γενέσεως, προς τους οποίους απευθύνεται
ο Μωυσής, δηλαδή προς τους Ισραηλίτες της εποχής του, που λάβαιναν το Νόμο.

2η παρατήρηση: Το ότι ΄΄εν ταις ημέραις εκείναις ήσαν΄΄, υπονοεί 1. Είτε ότι δεν
υπήρχαν πλέον οι γίγαντες στη ΄΄γη΄΄, όταν γραφόταν η Γένεση, δηλαδή κατά το 1500
π.Χ., 2. είτε ότι υπήρχαν και τότε.

40
3η παρατήρηση: Για ποια ΄΄γη΄΄ μιλάει; 1. Είτε για τη συγκεκριμένη γη στην οποία
συνέβαιναν τα γεγονότα που αναγράφονται στα γύρω κεφάλαια, (τη γη της
Μεσοποταμίας), 2. είτε γενικά για τη γύρω γη στην οποία είχαν επεκταθεί οι γίγαντες,
και η φυλή Αδάμ. Αυτό όμως δεν έχει σημασία, καθώς η αναφορά γίνεται μόνο για
τον καιρό πρό τού Κατακλυσμού. Είναι γεγονός όμως, ότι στη γη Χαναάν, οι
γίγαντες υπήρχαν και μετά από τον Κατακλυσμό.

Αυτό φαίνεται στους Αριθμούς 13/ιγ΄ 33: ΄΄και εκεί εωράκαμεν τους γίγαντας,
(εβραϊκό: Νεφιλείμ), και ήμεν ενώπιον αυτών ωσεί ακρίδες, αλλά και ούτως ήμεν
ενώπιον αυτών΄΄.

Αν αυτό φαίνεται παράξενο σε κάποιους που διδάχτηκαν ότι ο Κατακλυσμός ήταν


παγκόσμιος, ας διαβάσουν τη μελέτη μας: ΄΄Ήταν ο Κατακλυσμός Παγκόσμιος;΄΄
Εκεί θα δουν τις Αγιογραφικές και ιστορικές αποδείξεις, ότι επρόκειτο για έναν
τοπικό κατακλυσμό, που έπληξε μόνο τη φυλή Αδάμ, και μέλη μόνο των γύρω λαών.

Επιβίωση από τον Κατακλυσμό

Το ότι οι Νεφιλείμ επεβίωσαν του Κατακλυσμού, εξηγείται απλά:

Είναι λογικό, το ότι η φυλή των γιγάντων Νεφιλείμ, δεν έμενε ολόκληρη στην
κοιλάδα της Μεσοποταμίας, αλλά κάποιοι απ' αυτούς διεσπάρησαν στις γύρω
περιοχές.

Η Γένεση στο 7/ζ΄ 20, γράφει ότι ο Κατακλυσμός είχε ύψος 15 πήχες, (8- 9 μέτρα),
δηλαδή όσο χρειαζόταν για να καλύψει τις ψηλότερες περιοχές της χαμηλής
Μεσοποταμίας. Όσοι όμως έμεναν στα ορεινά γύρω από την πληγείσα περιοχή,
επεβίωσαν. Άλλωστε, ο Κατακλυσμός έγινε για τιμωρία της φυλής Αδάμ, και όχι των
γύρω λαών, όπως φαίνεται στη Γένεση 6/ς΄ 5 - 7, όπου η λέξη που χρησιμοποιείται
στο Εβραϊκό κείμενο γι' αυτούς με τους οποίους οργίστηκε ο Θεός, είναι: ΄΄Αδάμ΄΄.
Για τους άλλους λαούς, η Γένεση στο Εβραϊκό κείμενο, χρησιμοποιεί άλλη λέξη,
όπως φαίνεται στο Γένεσις 6/ς΄ 4, [΄΄οι άνθρωποι (εβραϊκά: ΄΄ενός΄΄), οι
ονομαστοί΄΄], και στο Γένεσις 13/ιγ΄ 13: [΄΄οι δε άνθρωποι (εβραϊκά: ΄΄ενός΄΄), οι εν
Σοδόμοις...΄΄].

Μια τελευταία παρατήρηση, ξεκινάει από το ίδιο εδάφιο της Γένεσης 6/ς΄ 4, που λέει:
΄΄Οι δε γίγαντες ήσαν επί τής γης εν ταις ημέραις εκείναις, και μετ' εκείνο, ως αν
εισεπορεύοντο οι υιοί τού Θεού προς τας θυγατέρας τών ανθρώπων...΄΄

Οι Νεφιλείμ λοιπόν, υπήρχαν ακόμη ΄΄και μετά από εκείνο΄΄ το γεγονός που
περιγράφεται, δηλαδή και μετά από την αύξηση του πληθυσμού στη
Μεσοποταμία. Είναι λάθος να ταυτίζονται κατ' ανάγκην οι Νεφιλείμ με τους γιους
των ισχυρών, καθώς μια αβίαστη ανάγνωση του κειμένου, δεν δείχνει τίποτα τέτοιο.
Το μεταβατικό ΄΄δε΄΄, δείχνει ότι γίνεται λόγος για κάποιους άλλους, και όχι για
τους γιούς των ισχυρών. Οι γιοί των ισχυρών δεν είναι οι Νεφιλείμ, αλλά οι ισχυροί
άνδρες της Μεσοποταμίας, των άλλων φυλών που ζούσαν κοντά στη φυλή Αδάμ.

Ίσως, ο σκοπός του χωρίου είναι να δείξει ότι η φυλή των γιγάντων, (η οποία
προβλημάτιζε τους Ισραηλίτες τον καιρό που ο Μωυσής έγραφε αυτά τα λόγια), ήταν
μια αρχαία φυλή, σύγχρονη της επιμειξίας της φυλής Αδάμ με τους γιούς των

41
ισχυρών, και ότι οι Νεφιλείμ επεβίωσαν ακόμη και μετά από την επιμειξία των
ισχυρών ανδρών της Μεσοποταμίας με τις ΄΄θυγατέρες Αδάμ΄΄, κατά την
προκατακλυσμιαία εποχή.

Ίσως ακόμα, η αναφορά αυτή να γίνεται για να δείξει ότι ο κατακλυσμός στρεφόταν
ειδικά κατά του λαού Αδάμ και όχι και των γύρω λαών, εκ των οποίων
επεβίωσαν και οι Νεφιλείμ.

Οι γίγαντες στην εποχή τού Ισραήλ

Σύμφωνα με την Αγία Γραφή, η περιοχή στην οποία επεβίωσαν κάποιοι από τη
φυλή των γιγάντων Νεφιλείμ, ήταν η Βασάν, που ονομάζεται: ΄΄γη γιγάντων΄΄.
(Δευτερονόμιο γ΄ 13).

Πρόκειται για μία ορεινή περιοχή ανατολικά της Θάλασσας της Γαλιλαίας,
κατάλληλη για επιβίωση των λαών της, από τον Κατακλυσμό που έπληξε τη
Μεσοποταμία, και το λαό Αδάμ (Όπως λέμε ΄΄λαός Ισραήλ΄΄).

Εκεί, οι γίγαντες υπήρχαν όχι μόνο μετά από τον Κατακλυσμό, αλλά και στις ημέρες
του Αβραάμ, όπως φαίνεται στη Γένεση 14/ιδ΄ 5, όπου λέει για τον Χοδολλογομόρ
και τους συμμάχους του, ότι ΄΄κατέκοψαν τους γίγαντας τους εν Ασταρώθ
Καρναιν΄΄, στη Βασσάν.

Και οι κατάσκοποι όμως των ημερών του Μωυσή, βρήκαν τους Νεφιλείμ στη
Χαναάν, όπως είδαμε στους Αριθμούς 13/ιγ΄ 33, όπου μάλιστα ονομάζει τους
γίγαντες ΄΄Νεφιλείμ΄΄. Εκεί έχει μάλιστα και οριστικό άρθρο, ΄΄τους Νεφιλείμ΄΄,
πράγμα που δείχνει ότι δεν επρόκειτο για παρομοίωση, αλλά για το γνωστό λαό
των Νεφιλείμ.

Άλλα εδάφια, όπως το Δευτερονόμιο 1/α΄ 28, αναφερόμενο στο ίδιο γεγονός,
ταυτίζει τους Νεφιλείμ με τους Ανακείμ, που προφανώς ήταν απόγονοί τους.

Με τους Ανακείμ συσχετίζει η Αγία Γραφή όλες τις φυλές γιγάντων που ζούσαν γύρω
από τη Θάλασσα της Γαλιλαίας, όπως ήταν οι Ραφαείμ, οι Εμμαίοι και οι
Ζουμζουμείμ, τους οποίους εξολώθρευσαν οι απόγονοι του Λωτ. (Δευτερονόμιο 2/β΄
10,11,20,21).

Οι Ραφαείμ, ήταν απόγονοι των Γιγάντων που επεβίωσαν από τον Κατακλυσμό, και
δεν ήταν απόγονοι του Νώε, καθώς δεν αναφέρονται στη Γένεση 10/ι΄, όπου
αναφέρονται οι λαοί που κατάγονται από το Νώε. Η σκέψη ότι ίσως να μην
αναφέρονται επειδή είναι πολύ νεώτεροι λαοί, δεν ευσταθεί, επειδή αναφέρονται στη
Γένεσις 14/ιδ΄ 5 σαν λαός, από την εποχή του Αβραάμ ακόμα, και συνεπώς είναι
αρχαιότεροι λαοί από αυτούς που αναφέρονται ως απόγονοι του Νώε!

Μετά από την εγκατάσταση των Ισραηλιτών στη Γη της Επαγγελίας, οι υψηλόσωμες
αυτές φυλές εξολωθρεύτηκαν, και δεν έμειναν Ανακείμ στο Ισραήλ. Μόνο στη Γάζα,
στη Γαθ, και στην Άζωτο έμειναν, αναμεμειγμένοι με τους Φιλισταίους. (Ιησούς
Ναυή 11/ια΄ 21, 22).

42
Ένας απ' αυτούς ήταν και ο Γολιάθ από τη Γαθ, που σκοτώθηκε από τον Δαυίδ. (Α΄
Σαμουήλ ιζ΄ 4: ΄΄Εξήλθεν... Γολιάθ εκ της Γαθ...΄΄).

Τον καιρό του Δαυίδ, σκοτώθηκαν οι τελευταίοι γίγαντες».

Αβραάμ.
Ο Αβραάμ έζησε περίπου το 2000 π.Χ. Εμφανίζεται ως εκλεκτός
του Θεού και προπάτορας του Ιησού Χριστού.

Εξ’ αρχής ο Θεός του υπόσχεται: «Καί ἐνευλογηθήσονται ἐν σοί


πᾶσαι αἱ φυλαί τῆς γῆς». Αυτό το εν σοι σημαίνει τον Χριστό.

Αμέσως μετά την κλήση του ο Αβραάμ «ἐπορεύθη» προ τα κει


που του υπέδειξε ο Κύριος. Υπακούοντας έτσι αμετεώριστα στον
Θεό και εφαρμόζοντας την αρετή της ξενιτείας.

Στο Γεν. 12, 10 βλέπουμε πως ο Αβραάμ κατέβηκε λίγο μετά στην Αίγυπτο
αφήνοντας την περιοχή που του υπέδειξε ο Θεός προφανώς χωρίς να πάρει ευλογία
και γι’ αυτό όπως θα δούμε έπεσε σε πειρασμό κινδυνεύοντας να χάσει τη γυναίκα
του.

Στο στίχο 11 του ίδιου κεφαλαίου καλείται η Σάρα ως γυναίκα ευπρόσωπος να γίνει
γυναίκα του Φαραώ. Η Σάρα ήταν τότε 65 χρονών δηλαδή μεσήλικας μιας που τότε
ο χρόνος ζωής των ανθρώπων ήταν τα 170 έτη. Ο Αβραάμ της ζητά να πει ότι είναι
αδελφή του και όχι σύζυγός του για να μην τον φονεύσουν. Ήταν βέβαια κατά την
ευρεία έννοια και αδελφή του όμως εδώ ο Αβραάμ λέει ψέματα για να σώσει τη ζωή
του.

Ο Ιερός Χρυσόστομος λέει περί του θέματος : «Προτιμά να παραδώσει τη σύζυγό του
στη μοιχεία λέγοντας ψέματα, ότι είναι αδελφή του, για να μη φονευθεί, διότι ο
θάνατος ήταν τότε τρομερός, καθ’ όσον ο Χριστός δεν κατήλθε ακόμη στη γη, ίνα
σπάσει τα δεσμά του...». Ο Θεός όμως φύλαξε τη γυναίκα του αβλαβή από τον
Φαραώ. Δια τούτο κάποιοι ερμηνευτές λέγουν πως ήξερε ως προφήτης ο Αβραάμ την
ευνοϊκή εξέλιξη των πραγμάτων και γι’ αυτό έδωσε τη γυναίκα του στον Φαραώ.

Ο Αβραάμ συναντά αργότερα ένα ιερέα του Υψίστου ονομαζόμενο Μελχισεδέκ, ο


οποίος του προσφέρει Άρτο και οίνο προτυπώνοντας με αυτό τον τρόπο την

43
αναίμακτη Θεία Λειτουργία των Χριστιανών. Ο πατριάρχης με τη σειρά του, τού
δίνει τη δεκάτη από τα λάφυρα του πολέμου που κέρδισε, διότι προηγουμένως είχε
έλθει σε εμπόλεμη σύγκρουση με 4 βασιλιάδες για να σώσει τον ανιψιό του τον Λωτ.
Από όλους είχε πάρει λάφυρα εκτός του βασιλιά των Σοδόμων δηλώνοντας έτσι πως
δεν ήθελε να έχει καμία σχέση με άπιστο.
Ο Μελχισεδέκ κατά τον Απόστολο Παύλο προτυπώνει τον Χριστό. Το όνομά του
σημαίνει βασιλιάς δικαιοσύνης η πρωτεύουσά του λέγεται Σαλήμ. Επομένως ήτο
βασιλιάς της ειρήνης. Παρουσιάζεται δε ως απάτωρ, αμήτωρ, αγενεαλόγητος. Όλα
αυτά απαντώνται στον Χριστό, ο Οποίος ως «απάτωρ» δεν έχει ούτε αρχή, ούτε
τέλος. Αμήτωρ ο Χριστός είναι εν τω ουρανώ.

Στο 15ο κεφάλαιο της Γενέσεως στον πρώτο στίχο ο Θεός λέει στον Αβραάμ: Μη
φοβάσαι, εγώ είμαι αυτός που σε υπερασπίζομαι. Ο μισθός σου θα είναι πολύ
μεγάλος. Για πιο μισθό μιλά εδώ ο Θεός; Απαντάμε: Επειδή ο Αβραάμ αρνήθηκε να
δεχτεί οτιδήποτε από τον βασιλιά των Σοδόμων δια τούτο ο Θεός τώρα του λέει πως
θα τον ανταμείψει πολύ περισσότερο.

Τι θα μου δώσεις διότι εγώ έμεινα άτεκνος. Η απάντηση του Αβραάμ πλήρους
οικειότητος, διότι έτσι συνομιλούν οι άγιοι με τον Θεό· σαν φίλοι. Ο θεός υπόσχεται
πως το σπέρμα του Αβραάμ θα είναι αναρίθμητο όπως τα αστέρια στον ουρανό και
επίστευσε ο Αβραάμ και ελογίσθη η πίστη του αυτή ως δικαιοσύνη (στιχ.6).

Η πίστη αυτή επισφραγίστηκε με θυσιαστικού περιεχομένου συμφωνία: Δάμαλιν ,


αίγα και κριόν τριών ετών λαμβάνει σύμφωνα με εντολή του Θεού ο Αβραάμ για να
κάνει διαθήκη με τον Θεό. Τα τρία αυτά ζώα συμβολίζουν τις τρεις γενεές των
Ισραηλιτών που θα παραμείνουν στην Αίγυπτο. Η τρυγών είναι η γεννεά η οποία θα
αναχωρήσει και γι’ αυτό δεν εδιχοτομήθει. Τα αρπαχτικά πουλιά που κατέβαιναν για
να φάνε τα διχοτομημένα ζώα συμβολίζουν τους εχθρούς του Ισραήλ. Ο Αβραάμ
πέφτει στη συνέχεια σε έκσταση και "φόβος σκοτεινός μέγας τον επισκίασε". (στίχος
12) Τούτο συνέβη δια να διεγερθεί περισσότερο η προσοχή του αγίου. Του
αναγγέλλει τελικά ο Θεός, πως οι απόγονοί του για 400 χρόνια θα δουλωθούν υπό
των Αιγυπτίων. Ο Θεός επικυρώνει την διαθήκη αυτή διαπερνώντας με θεϊκή φωτιά
τα διχοτομημένα ζώα εικονίζοντας έτσι τον μυστηριώδη τρόπο με τον οποίο ο Θεός
κυβερνά τον κόσμο.

Στο 16ο κεφάλαιο βλέπουμε τη Σάρα να βιάζεται να εκπληρωθεί η υπόσχεση του


Θεού περί των απογόνων της και στέλνει τη δούλη της την Άγαρ στον Αβραάμ δια
να τεκνοποιήσει αντ’ αυτής. Τούτη η ανυπομονησία της θα τιμωρηθεί με θλίψεις.
Στον 4ο λοιπόν στίχο του 16ου κεφαλαίου παρατηρούμε τη Σάρα να νιώθει
ητιμασμένη διότι παραχώρησε τον Άνδρα της στη δούλη της.

Ο Άβραμ για να επαναφέρει την πρότερη τάξη στον οίκο του καθησυχάζει τη Σάρα
λέγοντάς της «κάνε στη δούλη σου ότι σου αρέσει». Να λοιπόν το μεγαλείο της
αγάπης του Αβραάμ προς την σύζυγό του. Αν και απέκτησε υιό με την Άγαρ, την
παραδίδει τώρα στην κυρία της!

Στο 17ο κεφάλαιο της Γενέσεως στίχος 3, ο Θεός αλλάζει το όνομα του Άβραμ=
πατήρ υψηλός σε Αβραάμ= πατέρα πολλών εθνών. Η ιστορία του Ισραήλ θα το
αποδείξει στη συνέχεια αυτό. Σάρα σημαίνει αρχή μου, Σάρρα δε σημαίνει άρχουσα
δηλαδή μητέρα πολλών φυλών και όχι πλέον μίας μόνο φυλής.

44
Στη διαθήκη που έκανε ο Θεός με τον Αβραάμ υπήρχε και η εντολή της περιτομής,
δηλαδή της αποκοπής της ακροβυστίας του ανδρικού μορίου. Ο χρόνος της περιτομής
ήταν η 8η ημέρα της γεννήσεως του παιδιού. Η περιτομή του χριστιανισμού που
αντικατέστησε την παραπάνω, είναι η περιτομή της καρδιάς, δηλαδή το βάπτισμα.
(κολασ. 2,11).. Σε ηλικία 99 ετών ο Αβραάμ περιετέμνετο αυτός και όλος ο οίκος του.
Ο Ισμαήλ ήταν 13 ετών όταν του έγινε περιτομή και γι’ αυτό οι μουσουλμάνοι σε
αυτή την ηλικία κάνουν περιτομή ακόμη και σήμερα.

Στο κεφάλαιο 18 ο Αβραάμ αξιώνεται να δεχθεί ως


επισκέπτες τρία πρόσωπα εκ των οποίων ο ένας ήταν
ο ίδιος ο Θεός και οι άλλοι δύο ήταν άγγελοι.
(Γιαννακόπουλος, Η Παλαιά Διαθήκη, τόμος 1, σελ.
143). Ο Αβραάμ είχε και την αρετή της φιλοξενίας,
την οποία τόσο πολύ είχε καλλιεργήσει ώστε «και εν
μεσημβρία τούτο διεπράττετο» (Χρυσόστομος). Αφού
τους έπλυνε τα πόδια «έδραμε» που σημαίνει έτρεξε
να τους φτιάξει το γεύμα. Εκεί αποκαλύπτεται και ο
σκοπός της επίσκεψης, η αναγγελία της εγκυμοσύνης
της Σάρρας. Ακούγοντας αυτό η Σάρρα έσκυψε επί
της γης και γέλασε. Όταν όμως ο Κύριος τι ρώτησε
γιατί γέλασε, εκείνη αρνήθηκε το γεγονός. –Κι όμως γέλασες ήταν η απάντηση που
έλαβε.

Στον δρόμο προς τα Σόδομα ο Θεός αποκαλύπτει στον Αβραάμ τα θεϊκά σχέδια της
καταστροφής των Σοδόμων, εξαιτίας κυρίως του σοδομικού λεγομένου αμαρτήματος.
Ακολουθεί ένας εκπληκτικός διάλογος του Αβραάμ με τον Θεό. «Πάντα λόγον
υπερβαίνει και πάσαν έννοιαν η του Δεσπότου αγαθότης. Ποίος εξ ημών ζων εν μέσω
κακών ανθρώπων θα είχε τοιαύτη συγκατάβασιν και φιλανθρωπίαν ερωτά ο
Χρυσόστομος. Ήξερε ο Αβραάμ ότι συνομιλούσε τετ α τετ με τον Θεό. Αυτό
αποδεικνύεται από τη φράση «ο κρίνων πάσαν την γην».

Το αίτημα του Αβραάμ ήταν να σωθούν οι δίκαιες ψυχές των Σοδόμωνόμως δεν
βρίκε ανταπόκριση γιατί δεν υπήρχαν δίκαιοι στα Σόδομα πλην του Λωτ. Και γι’
αυτό οι άγγελοι επισκέφθηκαν αυτή την οικεία.

Οι κάτοικοι των Σοδόμων βλέποντας τους αγγέλους να φιλοξενούνται στο σπίτι του
Λωτ περικύκλωσαν αυτό έχοντας ένα αίτημα. Να συνευρεθούν μαζί τους! Βλέπουμε
το βάθος της αμαρτίας και της ακολάστου ζωής των σοδομικών κατοίκων. Από την
άλλη ο Λωτ. Προσφέρει τις κόρες του για να διαφυλάξει τους φιλοξενούμενούς του.
Δηλαδή προτιμά κατ’ αυτόν να πράξει το μικρότερο κακό. Τότε γίνεται το θαύμα.
Αυτοί που βροντούν την πόρτα παραλύουν πλήρως. Εκβάλλονται έξω της πόλεως
υπό των αγγέλων ο Λωτ και οι συγγενείς αυτού και ακολουθεί η καταστροφή.

«Μη περιβλέψη εις τα οπίσω» η εντολή αυτή δόθηκε στον Λωτ και στους συγγενείς
του δια να δοκιμασθεί η πίστη τους. Η γυναίκα όμως του Λωτ κοίταξε προς τα πίσω
βλέποντας το ολοκαύτωμα γενόμενη απευθείας στήλη άλατος.

Πυρκαγιά, και σεισμοί ήταν τα μέσα τιμωρίας των δύο αυτών πόλεων (Σοδόμων και
Γομόρων) . Οι καθιζήσεις που προκλήθηκαν στην περιοχή έκαναν τις πόλεις να
καταβυθιστούν στα νερά της λίμνης, δηλαδή της Νεκράς θαλάσσης. Η Νεκρά

45
θάλασσα είναι πλήρης αλάτων και θείου. Δεν ζει δε τίποτα μέσα σε αυτήν και κανένα
φυτό δεν φυτρώνει. Η ατμόσφαιρα είναι πλήρης αναθυμιάσεων από θείο. Ενώ
κανένα πτηνό δεν πετά πάνω απ’ αυτήν. Αν ριφθούν άνθρωποι και αντικείμενα μέσα
σ’ αυτήν δεν βυθίζονται, αλλά επιπλέουν.

Ο Λωτ κατοίκησε σε μια μικρή πόλη πλησίον των Σοδόμων ονόματι Σηγώρ. Οι
κόρες του Λωτ βλέποντας μία κατάσταση δύσκολη πλέον στο να βρουν συζύγους
αποφασίζουν να μεθύσουν τον πατέρα τους και ξαπλώνοντας μαζί του με σκοπό όχι
την απόλαυση αλλά την απόκτηση απογόνων. Πράξη παρόλα αυτά ακόλαστη που
δείχνει και τη φτωχή έναντι του Αβραάμ αρετή που είχε ο Λωτ. Από τη μία μεθά και
δεν καταλαβαίνει το τι κάνει και από την άλλη είχε ήδη παντρέψει τις κόρες του με
κατοίκους των Σοδόμων. Ο Θεός δεν τιμωρεί αυτή την αιμομιξία διότι προβλέποντας
τη διαφθορά των Μωαβιτών και Αμμανιτών (των απογόνων του Λωτ με τις κόρες
του) ήθελε αυτοί να μισηθούν από τους Ισραηλίτες.

Ο Αβραάμ εν τω μεταξύ κίνησε προς τα Γέραρα όπου εκεί η ιστορία των προ είκοσι
ετών επαναλαμβάνεται. Ο Αβιμέλεχ ο βασιλιάς της περιοχής απέστειλε ανθρώπους
του για να παραλάβουν δι αυτόν τη Σάρρα. Εδώ υπάρχει ένα ερώτημα: Πως ένας
βασιλιάς επιθύμησε την ενενηντάχρονη τότε Σάρρα; Ο Αβιμέλεχ είδε την αρετή και
τη δικαιοσύνη του Αβραάμ και της Σάρρας και θέλησε απόγονο απ’ αυτήν την οποία
θαύμαζε για να το έχει τούτο ως καύχημα. Ο Θεός όμως και πάλι προστάτευσε τη
Σάρρα τρομοκρατώντας τον βασιλιά καθ’ ὐπνον.

Όταν ο Αβραάμ έγινε 100 ετών η Σάρρα γέννησε υιό τον οποίο ονόμασε Ισσαάκ που
σημαίνει γέλιο προς εκπλήρωση της Θεϊκής υποσχέσεως.

Κατά τη διάρκεια του απογαλακτισμού του Ισαάκ σε ηλικία δηλαδή 3-4 ετών η
Σάρρα εκδήλωσε ζηλότυπη συμπεριφορά απέναντι στον Ισμαήλ και την μητέρα του
Άγαρ εκφράζοντας την επιθυμία της εκδίωξής των από την οικεία της. Ο Αβραάμ
πράγματι εκδίωξε εκ του οίκου του τον Ισμαήλ και την Άγαρ. Ο Ισμαήλ ήταν τότε 15
ετών. Η Άγαρ έπεσε σε απελπισία βλέποντας την τραγική κατάσταση στην οποία είχε
περιέλθει (μόνη μέσα στην έρημο) και έκλαιγε γοερά. Όμως ο Θεός άκουσε όχι το
θορυβώδη και απελπιστικό πόνο της μητρός, αλλά την σιωπηρά προσευχή του
σπέρματος του Αβραάμ (του Ισμαήλ). (Βλ.στιχ. 17), οδηγώντας τη μάνα και το παιδί
σε τόπο που ανάβλυζαν πηγές.

Να σημειώσουμε ότι σύμφωνα με τον ισχύον τότε νόμο του Χαμουραμπί, ο Αβραάμ
δικαιούταν ή να υιοθετήσει πλήρως τον γιο της δούλης ή να τον αφήσει ελεύθερο
πράγμα που έκανε. Άρα συνεπώς δεν ενήργησε παρανόμως.

Ο Ισμαήλ έζησε στην περιοχή της σημερινής Αραβίας και έγινε σύμφωνα με την
υπόσχεση του Θεού γενάρχης ενός πολύ μεγάλου έθνους. Πέθανε σε ηλικία 137 ετών.

Ο Αβραάμ μετά την καταστροφή των Σοδόμων μετοίκησε στα Γέραρα για αρκετά
χρόνια.

Εκείνο τον καιρό ο Θεός δοκίμασε τον Αβραάμ λέγοντάς του: «Αβραάμ, Αβραάμ
λάβε τον υιόν σου τον αγαπητό, ον ηγάπησας, τον Ισαάκ, και πορεύθητι εις την γην
την υψηλήν και ανένεγκον αυτόν εκεί εις ολοκάρπωσιν εφ’ εν των ορέων, ων αν σοι
είπω». Τι δοκιμασία και πόσοι λογισμοί θα έπρεπε να είχαν περάσει από το νου του

46
Αβραάμ... Τον υιό που του έταξε ο Θεός προς την εκπλήρωση των θείων επαγγελιών,
τώρα του ζητά να θυσιάσει! Δυνατός ο πειρασμός. «Λάβε τον υιόν σου τον
αγαπητόν» «βλέπε πως αναρριπίζει την φλόγα της φύσεως» λέει ο άγιος Γρηγόριος ο
Νύσσης. Ο Ισαάκ ήταν τότε σύμφωνα με τον Ιώσηπο 25 ετών.

«Εις γην υψηλήν» κατά τους ερμηνευτές η γη αυτή ήταν ο λόφος Μοριά στην
Ιερουσαλήμ, δηλαδή ο τόπος που εκτίσθη αργότερα ο ναός του Σολομώντος.

Ο πατριάρχης υπακούει τυφλά. Μάλιστα δε, παίρνει μαζί του και ξύλα μήπως δεν
βρει εκεί. Παίρνει μαζί του τον Ισαάκ και δυο δούλους, όχι όμως και τη Σάρρα.
Φτάνει ο Αβραάμ στον τόπο της θυσίας και δένει τον Ισαάκ όπως έδεναν τα αρνιά για
τη θυσία. Αυτός είναι ο μεγαλύτερος πειρασμός για τον Αβραάμ. Μία σκληρή γι’
αυτόν πραγματικότητα. Και «εξέτεινε» τη χείρα του αποφασισμένος να υπακούσει
στο πρόσταγμα του Θεού ανεξάρτητα από το προσωπικό κόστος που θα είχε η πράξη
του. Και τότε η αποκάλυψη· η φωνή του αγγέλου που διακόπτει τη θυσία δια να
επαινέσει την πίστη. «Τώρα έδειξες το πόσο φοβάσαι τον Θεό». Το πόσο τον αγαπάς
αφού γι’ αυτόν και τον ίδιο σου τον υιό θα θυσίαζες! Αντί λοιπόν του Ισαάκ, ο Θεός
έδωσε ένα κριάρι για θυσία του οποίου τα κέρατα είχαν μπλεχτεί σε έναν κοντινό
θάμνο.

Η Σάρρα λίγο αργότερα πέθανε σε ηλικία 127 ετών και ετάφη σε μέρος που αγόρασε
ο Αβραάμ από τους Χετταίους.

Σε ηλικία 140 ετών ο Αβραάμ έστειλε τον δούλο του Ελιέζερ στην Μεσοποταμία
ώστε να βρει νύφη για τον γιο του από την πατρίδα του. Δέκα καμήλες πράγματα
έστειλε ο Αβραάμ , τα οποία είχαν μέσα κάθε αγαθό και τούτο δια να εξασφαλίσει ει
δυνατόν την επιτυχία της αποστολής. Η διαδρομή από την Βηρσαβεέ ως την Χαρράν
ήταν 900 χιλιόμετρα δηλαδή 8 μέρες ταξίδι. Ο Ελιέζερ παρακαλεί τον Θεό να φέρει
εις πέρας την αποστολή δείχνοντας έτσι την πίστη του και την πνευματική ομοιότητά
που είχε με τον κύριό του.

Σε λίγο η Ρεβέκκα καταφθάνει στο πηγάδι εκπληρώνοντας με κάθε ακρίβεια τα


σημεία που ζήτησε ο Ελιέζερ στην προσευχή του. Δηλαδή πότισε τις 10 καμήλες του
δούλου και έδωσε και σ’ αυτόν να πιει. Σημεία καλοσύνης και ευγένειας.

Ακολουθεί η διαπραγμάτευση του Ελιέζερ με τον πατέρα της Ρεβέκκας Λάβαν για
τον επιποθούμενο γάμο και η συμφωνία αυτών.

Ο Ισαάκ συναντά τελικά την Ρεβέκκα και γίνεται ο γάμος αυτών.

Ο Αβραάμ μετά τον γάμο του Ισαάκ έζησε άλλα 35 έτη και στο διάστημα αυτό έλαβε
άλλη μία γυναίκα την Χεττούρα με την οποία απέκτησε και άλλα τέκνα. Στα παιδιά
της Χεττούρας έδωσε δώρα και τα απέπεμψε για να μη γίνει επιμιξία με τα παιδιά του
Ισαάκ δηλαδή του γένους της επαγγελίας. Τον δε Ισαάκ έκανε μοναδικό του
κληρονόμο και πέθανε σε ηλικία 175 ετών.

Στο Γεν. 25, 8 αναφέρεται πως πέθανε ο Αβραάμ και προσετέθη προς τον λαό
αυτού. Η λέξη προσετέθη δεν σημαίνει την ταφή αλλά το πέρασμα της ψυχής σε ένα
χώρο που βρίσκονταν οι ψυχές των δικαίων. Αυτός ο χώρος δεν ήταν ο παράδεισος,

47
διότι ο Χριστός δεν είχε έρθει ακόμα, αλλά ο κόλπος του Αβραάμ σύμφωνα με το
Λουκ. 16,22.

Τον Αβραάμ έθαψαν εκεί που ήταν θαμμένη και η Ρεβέκκα και τον κήδεψαν οι δύο
πρωτότοκοι υιοί του ο Ισαάκ και ο Ισμαήλ. Εκ τούτου φαίνεται πως ο Ισμαήλ δεν είχε
αποκοπεί από τον Αβραάμ εντελώς.

Να σημειώσουμε πως στο μέρος που ετάφησαν οι Αβραάμ, Σάρρα, Ισαάκ, και Ιακώβ,
η Αγία Ελένη έκτισε ναό τον οποίο οι σταυροφόροι ανακαίνισαν το 1167 εκ
θεμελίων. Το 1187 ο σουλτάνος Σαλαδίν μετέτρεψε τον ναό σε τζαμί και έκτοτε δεν
επιτρέπεται σε κανέναν χριστιανό πλην ιδιαιτέρων εξαιρέσεων η προσέγγιση του
τόπου.

Η ΑΝΑΚΑΛΥΨΗ ΤΟΥ ΤΑΦΟΥ ΤΟΥ ΑΒΡΑΑΜ

(Μία αποκλειστική ιστορία από το NEWS AGENCY of ISRAEL - αναδημοσίευση από


το περιοδικό PETAH TIKVAH, Ιαν-Φεβ 1998)

Eπί 714 χρόνια η είσοδος στον τάφο του πατριάρχη Αβραάμ ήταν απαγορευμένη σε
όλους όσους δεν ήταν Μουσουλμάνοι - τώρα έχει επιτραπεί ξανά στους Εβραίους
απογόνους του.

Το 1981, ο Δρ Seev Jevin, Διευθυντής της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας του Ισραήλ,


στριμώχτηκε μέσα από ένα στενό πέρασμα και κατέβηκε μέσα στο υπόγειο σπήλαιο-
θάλαμο του Μαχπελά, όπου πιστευόταν ότι είχαν θαφτεί ο Αβραάμ, ο Ισαάκ και ο
Ιακώβ. Η κατάβασή του στον τάφο έγινε κάτω από την αυστηρή επιτήρηση των
Ισλαμικών αρχών. Του είχαν ανοίξει τη μυστική είσοδο του Γιτσχάκ Χωλλ (Αίθουσα
του Ισαάκ) που βρισκόταν πίσω από τις σφραγισμένες πύλες του νοτιοανατολικού
τοίχου. Οι Εβραίοι από πολλά χρόνια υποψιάζονταν ότι η είσοδος προς τον αληθινό
τάφο του Αβραάμ πρέπει να ήταν εκεί, και γι' αυτό έβαζαν τα χαρτάκια με τα
αιτήματα των προσευχών τους στις σχισμές του τοίχου, που βρίσκεται στην έξω
μεριά του κτιρίου, στην ίδια τοποθεσία.

Η ανακάλυψη που έκανε ο Δρ Jevin το 1981 αποκρύφτηκε για πολιτικούς λόγους.


Ωστόσο, τώρα που η Χεβρών έχει επιστραφεί από τους Ισραηλινούς στους
Μουσουλμάνους, ο Δρ Jevin έγραψε στο περιοδικό News from Israel για το πως
πέρασε μέσα από το στενό πέρασμα, προχώρησε 16 σκαλοπάτια προς τα κάτω και
σύρθηκε επί 20 μέτρα σε ένα τούνελ πλάτους 100 εκ. και ύψους 60 εκ. με σκοπό
τελικά να φτάσει σε ένα θάλαμο 3,5 x 3,5 μ. Ο θάλαμος αυτός όπως και το τούνελ και
τα σκαλοπάτια ήταν όλα φτιαγμένα από επεξεργασμένες πέτρες όμοιες με αυτές που
υπάρχουν εξωτερικά του κτιρίου. Ήταν μια ομοιογενής ομάδα οικοδομικών υλικών
που ανήκε στην κατασκευή που είχε κάνει ο Ηρώδης πάνω απ' τον τάφο, παρόμοια με
τις πέτρες που είχαν χρησιμοποιηθεί για το Ναό.

48
Ο Δρ Jevin καθόρισε την ηλικία του επιχρίσματος που κάλυπτε τους μαύρους τοίχους
του ταφικού θαλάμου: προερχόταν από μεταγενέστερη χρονική περίοδο και είχε σαν
σκοπό να κρύψει τις αρχικές πέτρες της Ηρωδιανής κατασκευής. "Αυτή είναι μια
συνηθισμένη τακτική των Μουσουλμάνων με την οποία προσπαθούν να καλύψουν το
αρχικό", λέει ο Δρ Jevin.

Πίσω από το σπασμένο επίχρισμα, ανακάλυψε μια Λατινική επιγραφή,


χρονολογούμενη από την εποχή των Σταυροφόρων, και η οποία περιείχε τα ονόματα
του Ιακώβ και του Αβραάμ. Ήταν φανερό πως οι Χριστιανοί εδώ και πολλούς αιώνες
θεωρούσαν αυτό το μέρος "άγιο τόπο". Θα μπορούσε λοιπόν αυτός ο τάφος να είναι
πράγματι ο αληθινός τάφος του Αβραάμ;

Λίγα χρόνια νωρίτερα ο Μωσέ Νταγιάν, ο διάσημος στρατηγός, την εποχή που ήταν
Υπουργός Άμυνας, κάνοντας ερασιτεχνικά αρχαιολογικές έρευνες, έψαξε γι' αυτό το
μέρος. Μετά τον Πόλεμο των Έξη Ημερών, αυτός και ο δωδεκάχρονος γιος του
κατέβηκαν, κρεμασμένοι με σχοινί, μέσα από το πολύ στενό άνοιγμα φάρδους 30 εκ.
μέσα στον ταφικό θάλαμο, ο οποίος απείχε 20 εκ. από το φραγμένο άνοιγμα στο
δάπεδο του Γιτσχάκ Χωλλ. Μέτρησαν τον ταφικό θάλαμο αλλά δεν βρήκαν καθόλου
οστά. Τώρα, ο Δρ. Jevin στεκόταν στον ίδιο υπόγειο θάλαμο. Ήταν έτοιμος να
διακόψει την έρευνά του όταν σκόνταψε πάνω σε μια πλάκα στο δάπεδο.
Υποψιαζόμενος ότι υπήρχε μια τρύπα κάτω από την πλάκα, την σήκωσε, και
πράγματι βρήκε μια τρύπα από την οποία άρχιζε ένα πολύ στενό τούνελž στη
συνέχεια σύρθηκε μέσα από το στενό τούνελ. Και βρέθηκε σε ένα δωμάτιο 3,5 x 4,0
μ. από το οποίο άρχιζε ένα πέρασμα που οδηγούσε σε ένα δεύτερο μικρότερο θάλαμο
σχήματος οβάλ. Τότε θυμήθηκε ότι στο Ταλμούδ ήταν γραμμένο πως ο τάφος του
Αβραάμ ήταν μια διπλή σπηλιά, και ότι το όνομα "Μαχπελά" σημαίνει ακριβώς
"διπλή σπηλιά".

Έτσι ο Δρ Jevin υπήρξε ο πρώτος Εβραίος που ανακάλυψε τον τάφο των πατριαρχών
του Αβραάμ, Ισαάκ, και Ιακώβ ¾ τρία πατώματα κάτω από τον βόρειο ταφικό
θάλαμο. Σε ένα κοντινό θάλαμο μέσα στη σπηλιά, είχαν θαφτεί οι γυναίκες των
πατριαρχών, η Σάρα, η Ρεβέκκα και η Λεία.

Μέσα στην αμήχανη σιωπή του τάφου, ο Δρ. Jevin κύτταζε τριγύρω του με δέος και
βρήκε θραύσματα πήλινων αγγείων που χρονολογούνταν από τον καιρό των αρχαίων
ισραηλιτών, ίσως και από την εποχή του Αβραάμ - χειροτεχνήματα ηλικίας 4.000
χρόνων. Βρήκε κομμάτια μιας λάμπας και επίσης μια άθικτη κανάτα κρασιούž θα
μπορούσε να είναι η κανάτα του κρασιού με το οποίο οι μοναχοί είχαν πλύνει τα οστά
του Αβραάμ, το 1119 μ.Χ., όπως αναφέρουν παλιά χρονικά;

Το αρχαιολογικό αυτό εύρημα αποδεικνύει ότι το Μαχπελά είναι ένας Ιουδαϊκός


τόπος ταφής και ότι επί εκατοντάδες χρόνια πριν από τον Μωάμεθ αποτελούσε έναν
ιερό τόπο για τους Εβραίους. Τώρα οι Παλαιστίνιοι ισχυρίζονται ότι "οι Εβραίοι είναι
ξένοι στη Χεβρών". Επίσης, όταν οι Μουσουλμάνοι κατάφεραν να εξαφανίσουν κάθε
σχεδόν ιουδαϊκό ίχνος από τους θαλάμους αυτούς, μόνον ο πραγματικός ταφικός
θάλαμος παρέμεινε Ιουδαϊκός. Το πέρασμα που υπήρχε και οδηγούσε στο τούνελ
κατεύθυνε προς έναν υπόγειο λαβύρινθο, ίσως μία νεκρόπολη της εποχής του Ηρώδη.

49
Ισαάκ.
Ο Ισαάκ ήταν γιος του Αβραάμ. Το όνομά
του σημαίνει γέλιο, διότι η μητέρα του Σάρα
γέλασε μόλις ενημερώθηκε πως επρόκειτο
να κυοφορήσει διότι ήταν μεγάλη σε ηλικία.

Ο Ισαάκ παρέμεινε άτεκνος για 20 έτη. Κι


όμως «εδέετο» στον Θεό να λυθεί η ατεκνία
του. Με αυτό τον τρόπο ο Θεός θέλει να μας
διδάξει το όφελος της επιμονής στην
προσευχή.

Όταν η Ρεβέκκα έμεινε έγκυος, ένας


μεγάλος πόλεμος σκιρτημάτων ξέσπασε μέσα της σε σημείο να νομίσει πως θα
απέβαλλε. «Δύο έθνη...δύο λαοί εκ της κοιλίας σου» της είπε ο Θεός. Οι
Ισραηλίτες και οι Εδωμίτες.

Όταν γεννήθηκε ο Ιακώβ κρατούσε την πτέρνα του Ησαύ, που σημαίνει πως
επρόκειτο να γίνει υποσκελιστής και αντικαταστάτης του.

Αναφέρεται,πως ο Ισαάκ αγαπούσε τον Ησαύ λόγω του ότι γεννήθηκε πρώτος και
ότι ήταν κυνηγός. Η δε Ρεβέκκα αγαπούσε περισσότερο τον Ιακώβ λόγω
παρορμήσεων του Θεού. Αν και ήταν δίκαιοι άνθρωποι εντούτοις είχαν
ανθρώπινες αδυναμίες.

Ο Ησαύ μια μέρα, γυρνώντας από το κυνήγι ήταν κατάκοπος και ο Ιακώβ είχε
μαγειρέψει φακή. Λαίμαργος ο Ησαύ ζήτησε να φάει και ο Ιακώβ για να του
δώσει από το φαγητό του, τού ζήτησε τα πρωτοτόκια. Αυτό συνεπάγεται σε
διπλάσια μερίδα στην κληρονομιά και στην αρχηγία της πατριαρχικής
οικογένειας. Ο Ησάυ χάριν της στιγμιαίας βουλιμίας πούλησε τα πρωτοτόκιά του
αντί πινακίου φακής!

Ο Ησαύ παντρεύτηκε δύο χαναναίες πράγμα που πίκρανε τον Ισαάκ. Παρόλα
αυτά όταν γέρασε και πλησίαζε στον θάνατο κάλεσε τον πρωτότοκο γιο του τον
Ησάυ δια να τον ευλογήσει. Πρόκειται περί της Αβραμιαίας ευλογίας υπό του
Θεού.

Η Ρεβέκκα όμως προφανώς φωτισμένη υπό του Θεού στέλνει τον Ιακώβ αντί του

50
Ησαύ για να ευλογηθεί εκείνος. Για να φανεί δασύτριχος του έβαλε στα χέρια
κατσικίσιο μαλί. Ο Ισαάκ παρότι ανακαλύπτει στο τέλος την απάτη επικυρώνει
και δεν καταργεί την ευλογία του Ιακώβ δεχόμενος αυτήν ως οικονομία του Θεού.

Είναι αλήθεια πως και η Ρεβέκκα αλλά και ο Ιακώβ αμάρτησαν εξαπατώντας τον
Ισαάκ. Δια τούτο τιμωρήθηκαν υπό του Θεού. Η μεν Ρεβέκκα δια της 20ετούς
ξενιτείας του Ιακώβ τον οποίο δεν ξαναείδε, ο δε Ιακὠβ δια της αυτού ξενιτείας.

Πέθανε σε ηλικία 180 ετών στη Χεβρών, και εκεί οι γιοι του τον έθαψαν (Γένεση
35:27-29). Η Καινή Διαθήκη αναφέρει συχνά τον Ισαάκ και τη ζωή του: η
προσφορά του ως θυσία από τον Αβραάμ (Ιάκωβος 2:21), η αναφορά του Ιησού
ως άνθρωπος πίστης (Λουκάς 20:37), όπως και στην επί του Όρους ομιλία
(Ματθαίος 8:11). Επίσης στις επιστολές προς Ρωμαίους (9:7), και προς Γαλάτας
(4:28). Αναφέρεται και στον κατάλογο των ηρώων της πίστεως (Εβραίους
11:17,18).

Ο Ισαάκ ήταν άνθρωπος πίστεως και εμπιστοσύνης προς το Θεό. Ο δε


χαρακτήρας του ήταν ήπιος και ειρηνικός.1

1
πηγή:http://www.jesuslovesyou.gr/

51
1900 π.Χ Ιακώβ ο επονομαζόμενος
Ισραήλ.
Σύμφωνα με την Παλαιά Διαθήκη ο Ιακώβ έζησε
περίπου τον 18ο αι. π.Χ. Ήταν ο δεύτερος γιος του
Ισαάκ και της Ρεβέκκας και είχε έναν δίδυμο
αδερφό, τον Ησαύ, ο οποίος γεννήθηκε λίγο πριν
απ' αυτόν. Κατά την γέννα κρατούσε στο χέρι του
την φτέρνα του Ησαύ. Ήταν ο αγαπητός γιος της
μητέρας του, σε αντίθεση με τον αδερφό του που
ήταν ο αγαπητός γιος του πατέρα του. Κατόρθωσε
όμως με πονηριά να αποσπάσει τα πρωτοτόκια από
τον αδερφό του αντί πινακίου φακής και την ευχή
του πατέρα του.

Όταν ο Ησαύ έμαθε για την πράξη του Ιακώβ, τον


μίσησε και υποσχέθηκε να πάρει εκδίκηση
θανατώνοντάς τον (Γένεση 27:41). Έτσι ο Ιακώβ αναγκάστηκε να φύγει από το
πατρικό σπίτι και να πάει στη Χαρράν όπου έμενε ο θείος του Λάβαν (Γένεση 27:35-
45). Ο Ισαάκ τον ευλόγησε ξανά πριν φύγει (Γένεση 28:3).

Στο δρόμο προς τη Χαρράν διανυκτέρευσε, και είδε στο όνειρό του μια σκάλα η
οποία έφθανε μέχρι τον ουρανό, και από την οποία ανέβαιναν και κατέβαιναν
άγγελοι. Ο Θεός του φανερώθηκε στο ίδιο όνειρο και του υποσχέθηκε ότι θα τον
προστάτευε σε όλη του τη ζωή (Γένεση 28:10-15). Τον τόπο εκείνο που ο Θεός του
φανερώθηκε τον ονόμασε Βαιθήλ που σημαίνει "οίκος Θεού" (Γένεση 28:16-19).
Υποσχέθηκε δε να δίνει προσφορά τα δέκατα από όλα όσο του χάριζε ο Θεός
(Γένεση 28:20-22).

Έφτιαξε, γράφει ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, «ο γιός του μαραγκού, ο


Παντεχνίτης Λόγος του Θεού ...έχοντας με το Άγιο Πνεύμα σά δάχτυλό του ακονίσει
το στομωμένο σκεπάρνι της φύσεως, έφτιαξε για τον εαυτό του έμψυχη σκάλα, που η
βάση της στηρίζεται πάνω στην γή, και το κεφάλι της ακουμπάει στον ουρανό, που
πάνω της αναπαύεται ο Θεός, που τον τύπο της αντίκρυσε ο Ιακώβ. Απ’ αυτή αφού
κατέβηκε χωρίς να μετακινηθή από την θέση του ο Θεός... φανερώθηκε πάνω στην
γή και συναναστράφηκε τούς ανθρώπους... πάνω στην γή, στηρίχθηκε η νοητή
σκάλα, η Παρθένος, γιατί γεννήθηκε από την γή και η κεφαλή της φτάνει στον
ουρανό. Η κεφαλή βέβαια κάθε γυναίκας είναι ο άνδρας' για την Παρθένο όμως μιά
και δεν γνώρισε άνδρα, έγινε κεφαλή της ο Θεός και Πατέρας. Οι αρετές της
γεφύρωσαν το χάσμα και κατήργησαν την απόσταση μεταξύ του πλάσματος και του
Δημιουργού του. Οι αρετές της διαμεσολάβησαν στην υπέρβαση του νόμου, και την
φανέρωση της φιλανθρωπίας του Θεού. Ο πόθος της προς τον Θεό και η απόλυτη
προσαρμογή της στο θέλημά Του, η ευσπλαχνία της προς τούς ανθρώπους, η
διαρκώς ευεργετούσα χρηστότητα και αγαθοσύνη της, η χριστοειδής πραότητά της

52
μά πάνω απ’ όλα η ταπεινωσή της αποτελούν τις ιερές βαθμίδες της νοητής κλίμακας
από την οποία αρδεύεται σύμπας ο κόσμος τις δωρεές του Υιού της».

Φθάνοντας κοντά στη Χαρράν συνάντησε δίπλα σε ένα πηγάδι τη Ραχήλ να βόσκει
τα πρόβατα του πατέρα της Λάβαν. Η Ραχήλ μόλις πληροφορήθηκε πως ήταν γιος
της Ρεβέκκας, έτρεξε και το είπε στον πατέρα της. Αυτός πήγε να τον συναντήσει και
τον οδήγησε στο σπίτι του όπου διέμεινε για έναν μήνα (Γένεση 29:1-14). Μετά από
συμφωνία δούλεψε στο θείο του Λάβαν για επτά χρόνια για να πάρει ως σύζυγό του
τη Ραχήλ. Ο Λάβαν όμως τον εξαπάτησε και του έδωσε τη Λεία για σύζυγό του.
Μετά από νέα συμφωνία και δουλεύοντας στο Λάβαν για άλλα επτά χρόνια πήρε ως
σύζυγό του τη Ραχήλ την οποία αγαπούσε πολύ (Γένεση κεφ. 29). ο Ιακώβ και η
Ραχἠλ ἠταν ξαδέρφια, αφού ο Λάβαν και η Ρεβέκκα ήταν αδέρφια.

Δούλεψε ο Ιακώβ για την απόκτηση της Ρεβέκκας επτά χρόνια. Του φάνηκαν όμως
λίγες οι ημέρες που δούλευε για την απόκτηση της Ρεβέκκα. Λέει ο άγιος Ιωάννης ο
Χρυσόστομος «όταν πληγωθεί κανείς από τον πόθο της αγάπης, δεν βλέπει τίποτα εκ
των δυσκόλων πραγμάτων». Ο Λάβαν όμως τον εξαπάτησε δίδοντας για γυναίκα του
την μεγαλύτερη κόρη του Λεία χωρίς ο Ιακώβ να το καταλάβει αμέσως.

Πως ξεγελάστηκε ο Ιακώβ και ξάπλωσε με την Λεία; Η καλύπτρα, ο Φερετζές, το


σκοτεινό δωμάτιο τον εξαπάτησαν.

Να τονίσουμε πως το γεγονός της πολυγαμίας του Ιακώβ είναι ένα ακόμη στοιχείο
που αποδεινύει την ιστορικότητα του κειμένου διότι η Ιουδαϊκή νοοτροπία ήταν
αδύνατον να επινοήσει μία ιστορία η οποία συμβαδίζει με τον βαβυλωνιακό νομικό
κώδικα κατά την εποχή του οποίου έζησε ο Ιακώβ. (προ του 1500 π.Χ).

Από τη Λεία ο Ιακώβ απόκτησε τους Ρουβήν, Συμεών και Ιούδα (Γένεση 29:31-35).
Η Λεία γέννησε τον Ιούδα. Εδώ η μισουμένη γεννά τον κληρονόμον της ευλογίας εκ
του οποίου προήλθε ο Χριστός. Δυκνείεται εδώ το πόσο διαφορετικές είναι οι
εκτιμήσεις των ανθώπων από του Θεού.

Επειδή η Ραχήλ δε μπορούσε να γεννήσει, αποφάσισε να δώσει τη θεραπαινίδα της


Βαλλά στον Ιακώβ με την οποία ο Ιακώβ απέκτησε το Δαν και το Νεφθαλί (Γένεση
30:1-8). Το ίδιο όμως έπραξε και η Λεία όταν δε μπορούσε να αποκτήσει άλλα
παιδιά, δίνοντας του τη θεραπαινίδα της Ζελφά, από την οποία γεννήθηκε ο Ασήρ. Ο
Ιακώβ ήλθε σε σαρκική επαφή με την Βαλλά την δούλη όχι δια της φιληδονίας, αλλά
για να παρηγορήσει την σύζυγό του. Το ίδιο έκανε και με την Ζελφά.

Αργότερα όμως η Λεία γέννησε το Ζαβουλών και τη Δείνα. Ο Θεός ήνοιξεν την
μήτραν της Λείας δια να δικαιώσει και τον χαρακτήρα της και την περιφρόνηση πού
έτυχε από τον σύζυγό της και από τον πατέρα της ο οποίος την αντιμετώπισε ως
εμπόρευμα.

Ο Θεός όμως άκουσε και την προσευχή της Ραχήλ που παρέμενε άτεκνη και της
χάρισε τον Ιωσήφ (Γένεση 30:22-27). Μετά τη γέννηση του Ιωσήφ ο Ιακώβ θέλησε
να επιστρέψει στην πατρίδα του και ζήτησε από το Λάβαν να του το επιτρέψει. Στην
αρχή ο Λάβαν συμφώνησε, αργότερα όμως το μετάνιωσε. Έτσι ο Ιακώβ
αναγκάστηκε να φύγει κρυφά. Όταν ο Λάβαν το έμαθε, τον κυνήγησε και τον
συνάντησε στο όρος Γαλαάδ, όπου και συμφιλιώθηκαν (Γένεση 31:25-55).

53
Κατά τη διαδρομή του συνάντησε το Θεό με μοναδικό τρόπο, και εκεί ο Θεός τον
ευλόγησε και του έδωσε το όνομα Ισραήλ (32:23-33). Η συνάντηση αυτή με το Θεό
ήταν μία πάλη η οποία μας δείχνει τη δύναμη της προσευχής που λυγίζει ακόμη και
τον ίδιο το Θεό. Πάλεψε μας λέει με τον Θεό! Γιατί όμως πάλεψε; Από τη μία για να
δείξει ο Θεός ότι τον προστατεύει, και από την άλλη για να του δώσει θάρρος.
Νίκησες τον Θεό και φοβάσαι τον Ησαύ; Με το άγγιγμα του μηρού ο Θεός νάρκωσε
τον Ιακώβ για να μην υπερηφανεύεται δείχνοντας ο Θεός έτσι το θεληματικό της
ήττας Του.

Λίγο αργότερα συμφιλιώθηκε με τον αδερφό του Ησαύ (Γένεση κεφ. 33).

Ο Ιακώβ πήγε στην πόλη Συχέμ και αγόρασε αγρό, όπου έστησε σκηνή και
θυσιαστήριο (Γένεση 33:18-20). Εκεί ο άρχοντας της πόλης ταπείνωσε την κόρη του
Δείνα. Τότε οι γιοι του Συμεών, Ιακώβ και Λευί, πήγαν και σκότωσαν τους άντρες
της πόλης και τη λεηλάτησαν (Γένεση 34:25-31). Από εκεί ο Ιακώβ πήγε και
κατοίκησε στη Βαιθήλ όπου έστησε θυσιαστήριο (Γένεση 35:1-15). Όταν έφυγαν
από τη Βαιθήλ και λίγο πριν φθάσουν στην πόλη, η Ραχήλ γέννησε το δωδέκατο γιο
του, το Βενιαμίν. Η Ραχήλ όμως πέθανε πάνω στη γέννα (Γένεση 35:1-20).

Όταν αργότερα οι γιοι του πούλησαν τον Ιωσήφ στους Ισμαηλίτες, ο Ιακώβ
στεναχωρήθηκε πολύ. Αναγκάστηκε να πάει στην Αίγυπτο όπου εκεί ξανασυνάντησε
μετά από χρόνια τον Ιωσήφ τον οποίο ο Θεός είχε ευλογήσει. Εκεί έζησε τα
τελευταία χρόνια της ζωής του, προφήτευσε δε στους γιους του το τι επρόκειτο να
τους συμβεί (Γένεση 49:1-27).

Ας δούμε αναλυτικά τους προφητικούς λόγους του Ισραήλ: Ο πρωτότοκος Ρουβήν


στερείται των πρωτοτοκίων λόγω της αιμομειξίας του με την Βαλλά. Και η
καταδίκη. "Δεν θα προοδεύσεις". Και πράγματι από τη φυλή Ρουβήν δεν εξήλθε ούτε
προφήτης, ούτε κριτής. Αλλά και οι Συμεών και Λευί λόγω της σκληρής τους στάσης
απέναντι στους Συχεμίτες και της σαφαγής αυτών λόγω της Δείνας δεν ευλογούνται
από τον Ισραήλ. "Επικατάρατος ο θυμός αυτών". Η φυλή του Συμεών κατά την
έξοδο των Ισραηλιτών από την Αίγυπτο είναι ασθενέστερη. Κατά δε την ευλογία του
Μωϋσεώς αποσιωπάται εντελώς. Εντάχθηκε εν τέλει στην φυλή του Ιούδα ως δούλη.
Την φυλή του Λευί λυτρώνει ο Μωϋσής. Όμως παρέμεινε διεσπαρμένη μέσα στο
Ισραήλ χρησιμεύοντας ως ιερατική φυλή επειδή ευλόγησε αυτήν ο Μωϋσής. Αφού
λοιπόν τα πρωτοτόκια αφεραίθηκαν από τους Ρουβήν, Συμεών και Λευί πέρασαν στα
χέρια του Ιούδα. Από τη φυλή του Ιούδα επρόκειτο να γεννηθεί ο Μεσσίας. "Άρχων
και ηγούμενος".

Η φυλή Ζαβουλών θα είναι εύρωστη λόγω της θάλασσας που θα κατοικήσει, η φυλή
Ισσάχαρ ασχολήθηκε με την γεωργία ζώντας στην ενδοχώρα του Ισραήλ,
προστατευόμενη από τις άλλες φυλές.

Από την φυλή Δαν προήλθε ο Σαμψών. Μία φυλή για την οποία προφητεύεται η
σκληρότητά της και από την οποία θα προέλθει τελικά ο αντίχριστος.

Η φυλή Γαδ λόγω της τοποθεσίας που κατοίκησε ήταν πολεμική φυλή, πολεμώντας
συχνά με τους Άραβες.

Η φυλή Ασήρ ήταν παραγωγική φυλή από την οποία ως προφητεύθηκε τρέφονταν

54
και βασιλείς.

Η φυλή Νεφθαλείμ καυχάται για την Δεβώρα (κριτ. 4,10).

Η φυλή Ιωσήφ ευλογημένη και προστατευμένη υπό του Κυρίου μετά φυλών Εφραίμ
και Μανασσή. Η φυλή Εφραίμ έγινε η πιο ισχυρή μετά τη φυλή του Ιούδα.

Η φυλή Βενιαμίν θα είναι πολεμική και θαρραλέα. Από δω προέρχεται ο Απόστολος


Παύλος.

Μετά από τις ευλογίες που έδωσε πέθανε, το σώμα του ταριχεύτηκε και ο Ιωσήφ το
μετέφερε στη γη Χαναάν, στη Χεβρών, και το έθαψε στον τάφο του Αβραάμ στον
αγρό Μαχπελάχ (Γένεση 49:28-50:13). Ο Ιακώβ έζησε συνολικά 147 χρόνια.

Το όνομα του αναφέρεται αρκετές φορές και στην Καινή Διαθήκη (Ματθαίος 1:2,15,
8:11, Λουκάς 13:28, Πράξεις 7:14, Ρωμαίους 9:13, 11:26). Αναφέρεται και στον
κατάλογο των ηρώων της πίστεως (Εβραίους 11:9,20,21).

 Φρέαρ (πηγάδι) Ιακώβ: Πηγή στην περιοχή που ο Ιακώβ αγόρασε από τους
απογόνους Εμμώρ (Χαμώρ, Γένεση 33:19, Ιωάννης 4:5). Βρισκόταν στο όρος
Γαριζίν, εκεί όπου οι Σαμαρείτες λάτρευαν το Θεό τους (Ιωάννης 4:5,6,21).
Εκεί ο Ιησούς συνάντησε τη Σαμαρείτισσα και μίλησε για "το νερό που
ξεδιψάει" (Ιωάννης 4:7-30). Το πηγάδι αυτό υπάρχει μέχρι σήμερα.2

1600 π.Χ Ιωσήφ ο Πάγκαλος


Ο Ιωσήφ ο Πάγκαλος έζησε περίπου το 1600 π.Χ. Ήταν το
ενδέκατο παιδί του Ιακώβ του επονομαζόμενου Ισραήλ. Ο
πατέρας του τον αγαπούσε περισσότερο από τα άλλα τα
αδέλφια του αφενός μεν γιατί ήταν το πρώτο παιδί της
αγαπημένης του γυναίκας Ραχήλ, αφετέρου δε γιατί ήταν ένα
παιδί στολισμένο με αρετές. Έτσι λοιπόν «Εποίησε δε αυτώ
χιτώνα ποικίλον» (Γεν. 37,3) πράγμα που δημιούργησε
συναισθήματα φθόνου και αντιζηλίας στα υπόλοιπα αδέρφια
του. Εκτός αυτού σε νεαρή ηλικία κατά το Γεν. 37,2
κατήγγειλε προς τον πατέρα του ένα βαρύ αμάρτημα των
αδερφών του. Ίσως σοδομική αμαρτία.

Νεαρός ων είδε δύο προφητικά όνειρα: Το πρώτο έλεγε πως


τα δεμάτια από στάχυα των αδερφών του στον αγρό προσκύνησαν το δικό του
δεμάτι, και το δεύτερο πως ο ήλιος, η σελήνη και τα ένδεκα αστέρια τον
προσκύνησαν. Ο Ιακώβ αν και θύμωσε με τις διηγήσεις του εν τούτοις κρατούσε όλα
αυτά στη μνήμη του. Η διήγηση αυτή των ονείρων ήταν επιπόλαιη πράξη του Ιωσήφ
διότι έριξε λάδι στη φωτιά, πυρπόλησε δε τη ζηλοτυπία των αδερφών του κατ' αυτού.

2
Αρχιμ. Ιωήλ Γιαννακόπουλου, Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους Ο΄.

55
Ο Θεός του έδειξε αυτά τα όνειρα για τον ίδιο και όχι για να τα πει στους άλλους.
Και γι' αυτό και τιμωρήθηκε με την πώλησή του στην ξενιτιά.

"Μήπως εγώ και η μήτηρ σου θα σε προσκυνήσουμε"; Εδώ εκφράζεται από τον
Ιακώβ η άποψή του για το αδύνατον της εκπληρώσεως των ονείρων, διότι η Ραχήλ η
μητέρα του Ιωσήφ είχε πεθάνει. Ο Θεός όμως εννοούσε τη Λεία.

Μετά από αυτά τα μεγαλύτερα αδέρφια του συνωμότησαν τη δίωξη του Ιωσήφ από
την πατρική οικεία. Αρχικά σχεδίασαν την θανάτωσή του, όμως ο αδερφός του
Ρουβήν τον διεφύλαξε προτείνοντας αντί της θανάτωσης την πώλησή του σε ένα
καραβάνι αγαρηνών το οποίο περνούσε εκείνη τη στιγμή από τον τόπο.

Έτσι ο Ιωσήφ μεταφέρθηκε στην Αίγυπτο. Ο Πετεφρής αυλικός του Φαραώ τον
αγόρασε. Δεν άργησαν να φανούν στο παλάτι οι ικανότητες και η ευλογία που είχε
από τον Θεό ο Ιωσήφ. Η γραφή λέει πως ευδοκιμούσε ό,τι αναλάμβανε.

Δεν άργησε όμως ο αρχέκακος διάβολος να επιτεθεί στον Πάγκαλο νέο. Η γυναίκα
του Πετεφρή δαιμονικώς παρεσυρμένη από τα κάλη του Ιωσήφ του πρότεινε να
κοιμηθεί μαζί της, όμως έλαβε αρνητική απάντηση. Στο Γεν. 39,10 αναφέρεται πως
από ημέρα εις ημέραν γινόταν οι προκλητικές "επιθέσεις" της γυναίκας του Πετεφρή
και άρα ο αγώνας του Ιωσήφ κατ' αυτής ήταν συνεχόμενος. Η ηλικία του ήταν μόλις
20 ετών. Οποία εγκράτεια! Εν τέλει του επιτέθηκε δια να ικανοποιήσει το σαρκικό
της πάθος. Τότε ο Ιωσήφ έφυγε γυμνός δια να σωθεί από τον έντονο πειρασμό, όμως
συκοφαντήθηκε από τη γυναίκα ταύτη λέγοντας πως της επιτέθηκε τάχα εκείνος με
πονηρούς σκοπούς.

Έτσι κλείσθηκε στη φυλακή από τον Φαραώ. Κανονικά σύμφωνα με τη βαρύτητα
των κατηγοριών θα έπρεπε να θανατώνονταν, όμως φυλακίστηκε μόνο κάτι που
δείχνει πως ο Φαραώ δεν πίστευσε απόλυτα τα λεγόμενα της γυναικός.

Και στη φυλακή όμως ο Θεός δεν τον εγκατέλειψε. Μία μέρα δύο συγκρατούμενοί
του διηγήθηκαν τα όνειρα που είδαν. Ο ένας ήταν ο οινοχόος του Φαραώ και ο άλλος
ο αρτοποιός. Ο οινοχόος είδε στον ύπνο του ένα αμπέλι με τρία κλαδιά, από τους
καρπούς του έστυψε και έδωσε στο Φαραώ να πιει. – Σε τρείς ημέρες ο Φαραώ θα σε
αποκαταστήσει στο πρότερο αξίωμα που είχες του ερμήνευσε ο Ιωσήφ.

Ο αρτοποιός βλέποντας την ευνοϊκή εξήγηση του ονείρου του οινοχόυ διηγήθηκε και
το δικό του όνειρο: είδε ότι στο κεφάλι του είχε τρία καλάθια με λευκό ψωμί. Στο
τελευταίο καλάθι υπήρχε μέσα κάθε είδους τροφή για τον Φαραώ. Τα πτηνά όμως
έτρωγαν αυτές τις τροφές. -Σε τρεις ημέρες ο Φαραώ θα σε κρεμάσει και τα πτηνά θα
τρώνε τη σάρκα σου του είπε ο Ιωσήφ.

Πράγματι σε τρείς ημέρες ο Φαραώ έδωσε συμπόσιο στο οποίο αποκατέστησε τον
οινοχόο στο αξίωμά του, τον δε αρτοποιό τον κρέμασε. Ο Οιινοχόος όμως είχε
ξεχάσει την παράκληση του Ιωσήφ να μιλήσει γι’ αυτόν στον Φαραώ.

Μετά από δύο έτη ο Φαραώ είδε και αυτός δύο όνειρα. Στο πρώτο είδε επτά ωραίες
και παχιές αγελάδες να φαγώνονται από επτά ισχνές και αδύνατες. Στο δεύτερο επτά
παχιά και ωραία στάχυα να φαγώνονται από επτά αδύναμα και καμένα από τον
άνεμο. Βόες και στάχυα είναι τα όνειρα διότι δι αυτών γεωργείται η Αίγυπτος.

56
Κάλεσε όλους τους μάγους της περιοχής, όμως κανένας δεν μπόρεσε να εξηγήσει τα
όνειρα του Φαραώ. Τότε ο οινοχόος θυμήθηκε τον Ιωσήφ. Μίλησε γι’ αυτόν στον
Φαραώ ο οποίος διέταξε να τον φέρουν μπροστά του. Ο Ιωσήφ εξήγησε στον Φαραώ
πως τα όνειρά του σημαίνουν πως σε μικρό χρονικό διάστημα θα έρθουν στην
Αίγυπτο επτά χρόνια ευημερίας τα οποία όμως θα ξεχαστούν πολύ γρήγορα λόγω
των επτά χρόνων φτώχειας και ανέχειας που θα επακολουθήσουν. – βάλε λοιπόν
Φαραώ άνθρωπο ικανό ο οποίος θα συλλέξει σε αποθήκες τροφές για τα επτά χρόνια
λιμού που επρόκειτο να έρθουν. Η πρόταση αυτή άρεσε στον Φαραώ ο οποίος
ανέδειξε τον Ιωσήφ αντιβασιλέα και εξουσιαστή όλης της Αιγύπτου. Τον πάντρεψε
δε με την κόρη του Πετεφρή Ασεννέθ.

Ο Ιωσήφ απέκτησε από την Ασεννέθ δύο υιούς τον Μανασσή που το όνομά του
σημαίνει με έκανε να λησμονήσω και τον Εφραΐμ (με κατέστησε γόνιμο).

Στα επτά χρόνια της ευφορίας ο Ιωσήφ μάζεψε αμέτρητες τροφές στις αποθήκες οι
οποίες απεδείχθησαν σωτήριες για τα επόμενα επτά έτη λιμού που ακολούθησαν.
Σαν κυβερνήτης ωφέλησε το κράτος αλλά διαφύλαξε ταυτόχρονα και τους
κατοίκους.

Όταν ο Ιακώβ έμαθε πως στην Αίγυπτο υπήρχαν σιτηρά προς πώληση αποφάσισε να
στείλει τους υιούς του για να αγοράσουν διότι στη Χαρράν που κατοικούσε
επικρατούσε λιμός. Όταν ο Ιωσήφ είδε τους προσκυνούντας αυτόν δέκα αδελφούς
του να καταφθάνουν και να ζητούν σιτηρά έκρυψε απο αυτούς την ταυτότητά του
και τους μίλησε σκληρά κατηγορώντας τους ως κατασκόπους. Τους είπε πως δεν
πρόκειται να ζήσουν αν δεν φέρουν μπροστά σ’ αυτόν τον νεαρότερο αδελφό τους
τον Βενιαμίν ο οποίος δεν είχε ακολουθήσει τα δέκα αδέλφια στην Αίγυπτο.
Οπωσδήποτε θα ήταν αδύνατον ο Ιωσήφ να βλέπει όλους τους ξένους αγοραστές.
Μάλλον θα είχε δώσει διαταγή να βλέπει κατ' ιδίαν αυτους που προέρχονταν από την
Χαναάν ελπίζοντας πως θα έβλεπε ανάμεσά τους και τη δική του οικογένεια όπερ και
εγένετο. Ο Ιωσήφ ζήτησε να δει και τον Βενιαμήν διότι φοβήθηκε μήπως και εκείνος
έπαθε τα ίδια με αυτόν καθώς ήταν υιός της Ραχήλ. Δικαιολογημένος οπωσδήποτε ο
φόβος του.

Όταν μετά από καιρό επανήλθαν τα αδέλφια μαζί με τον Βενιαμίν, ο Ιωσήφ έδωσε
εντολή να ετοιμαστεί δείπνο για να φάει μαζί τους. Μόλις ο Ιωσήφ είδε τον Βενιαμίν
απήλθε δια να κλαύσει από την συγκίνηση. Τώρα πλέον θα άρχιζε η ροή των
αποκαλύψεων. Πριν όμως ήθελε να δει, να δοκιμάσει. Έτσι σερβίρει μεγαλύτερη
μερίδα στον Βενιαμίν για δει αν φθονείται και αυτός από των αδελφών του.

Στο τέλος του γεύματος ο Ιωσήφ έδωσε εντολή να γεμίσουν τις αποσκευές τους με
σιτηρά όμως μέσα σε αυτές να βάλουν και το αργυρό του κύπελλο. Είχε σκοπό όπως
και έκανε να τους σταματήσει στο δρόμο και να του κατηγορήσει για κλέφτες. Το
κύπελλο βρέθηκε στο σάκο του Βενιαμίν ο οποίος ως ένοχος θα έπρεπε να
παραμείνει πλέον στην Αίγυπτο ως δούλος. Η σκηνοθεσία αυτή της κλοπής είχε έναν
σκοπό. Να δει ο Ιωσήφ αν τα αδέρφια του φθονούν τον Βενιαμίν. Και γι' αυτό έβαλε
και τα χρήματα στους σάκους τους, ώστε να τους βάλει σε διαδικασία να σκεφτούν
πως η εύρεση του κυπέλλου στο σάκο του Βενιαμίν ήταν σὐμπτωση όπως και η
εύρεση των χρημάτων στους δικούς τους σάκους. Ο Ιούδας έντρομος πρότεινε στον
Ιωσήφ να παραμείνει αυτός ως δούλος διότι είχε δεσμευτεί στον πατέρα του Ιακώβ
για την επιστροφή του Βενιαμίν. Εκτός τούτου αποκαλύπτεται έτσι η ψυχική

57
μεταστροφή των αδερφών. Δεν ρίχνουν το βάρος στον Βενιαμίν αλλά στην δική τους
αμαρτία για την πώληση του Ιωσήφ. Ο Ιωσήφ πλέον πείθεται για την μεταστροφή
τους και αποφασίζει να τους αποκαλυφθεί. Έκλαψε δυνατά και τους αποκάλυψε
πως αυτός ήταν αυτός ο αδελφός τους που είχαν πουλήσει. Προσκάλεσε δε δια
αυτών τον πατέρα του Ιακώβ να έλθει με όλο το βιος του να κατοικήσει στην
Αίγυπτο στην περιοχή της Γεσέν και ότι ο ίδιος θα φρόντιζε να μη λείψει τίποτα σε
αυτούς για τα επόμενα πέντε έτη πείνας που απέμεναν.

Ακολουθεί η συνάντηση του Ιακώβ με τον Ιωσήφ και η εγκατάσταση του Ισραήλ
στην Αίγυπτο στην περιοχή Γεσέν. Στο Γεν. 47,31 αναφέρεται πως ο Ισραήλ
προσεκύνησε επί το άκρον της ράβδου του Ιωσήφ εκπληρώνοντας το όνειρο του υιού
του, ότι και ο ήλιος δηλ. ο πατέρας του θα τον προσκυνήσει. Εν συνεχεία υιοθετεί ο
Ιακώβ τους υιούς του Ιωσήφ Εφραίμ και Μανασσή και το κάνει αυτό διότι αυτοί
γεννήθηκαν από αλλογενή γυναίκα και έτσι μ' αυτόν τον τρόπο καθίστανται γνήσια
τέκνα του Ισραήλ. Τους δίδει δε διπλή μερίδα στα υλικά πρωτοτόκια, τα πνευματικά
όμως πρωτοτόκια τα δίδει στην φυλή του Ιούδα.

Ο Ιωσήφ πέθανε σε ηλικία 110 ετών. Το σώμα του το ταρίχευσαν και το έλαβαν μαζί
τους οι Ισραηλίτες όταν εξηλθαν από την Αίγυπτο.

Αν προσέξουμε λίγο στο βίο του Πάγκαλου Ιωσήφ θα δούμε πως ομοιάζει πολύ με
τη ζωή του Χριστού. Και γι’ αυτό οι πατέρες λένε πως προτυπώνεται στο πρόσωπό
του ο Χριστός. Ο αρχιμ. Δανιήλ Αεράκης γράφει σχετικά: 1.Ήταν αγαπητός γιός ο
Ιωσήφ, το πιο αγαπημένο παιδί του Ιακώβ. Αυτόν αγαπούσε περισσότερο από όλα τα
παιδιά του, γιατί του άξιζε. Και σ’ αυτόν είχε χαρίσει μοναδική στολή, λαμπρό
χιτώνα. «Ιακώβ δε ηγάπα τον Ιωσήφ παρά πάντας τους υιούς αυτού… Εποίησε δε
αυτώ χιτώνα ποικίλον» (Γεν. 37,3). Αγαπητός Υιός και ο Χριστός. Ο Αγαπητός Υιός
του ουρανίου Πατρός. Γι’ αυτόν ακούστηκε η φωνή του ουρανίου Πατρός στη
Βάπτιση και τη Μεταμόρφωση: «Ούτος έστιν ο Υιός μου ο αγαπητός, εν ω ευδό-
κησα» (Ματθ. 3,17. 17,5). Και είχε και ο Χριστός, ως Υιός μονογενής του Πατρός,
μοναδική στολή από τον Πατέρα. Είναι η στολή τη ς θεότητος. Ο Χριστός είναι ο
μονογενής Υιός και Λόγος του θεού και Θεός αληθινός.

2.Τόν φθόνησαν τον Ιωσήφ τα αδέλφια του. Δεν μπορούσαν να υποφέρουν τήν
υπεροχή του. Δεν μπορούσαν να χαρούν με τις χαρές του αδελφού τους.

Και με το Χριστό το ίδιο συνέβη. Τον μίσησαν και τον φθόνησαν «οι άνθρωποι του
Θεού», οι αρχιερείς και οι φαρισαίοι. Ο Πιλάτος «ήδει, ότι διά φθόνον παρέδωκαν
αυτόν» (Ματθ. 27,18). Ο φθόνος είναι το πρωταρχικό και γενεσιουργό πάθος.
Ακολουθούν το μίσος, η κακία, τα κακούργα σχέδια, οι χριστοκτόνες ενέργειες. Δεν
υπέφεραν να βλέπουν την υπεροχή του Χριστού, την επιρροή του στο λαό.

3.Αποφάσισαν τ’ αδέλφια να σκοτώσουν τον αθώο Ιωσήφ. Συσκέφθηκαν κρυφά και


είπαν: «Δεύτε αποκτείνωμεν αυτόν» (Γεν. 37,20). «Επονηρεύσαντο του αποκτείναι».
Το ίδιο και στη περίπτωση του Ιησού. Συσκέψεις και διαβούλια για την εξόντωση
του επικινδύνου γι’ αυτούς Διδασκάλου. «Και συνεβουλεύσαντο ίνα τον Ιησούν
δόλω κρατήσωσι και αποκτείνωσιν» (Ματθ. 26,4). Άρχοντες του Ισραήλ, αρχιερείς,
γραμματείς, φαρισαίοι, συσκέπτονται, πώς θα συλλάβουν και θα θανατώσουν τον
Ιησού, τον πιο εκλεκτό αδελφό τους. Εκείνο το «Δεύτε αποκτείνωμεν αυτόν» των
αδελφών του Ιωσήφ ακούγεται το ίδιο και στην παραβολή των κακών γεωργών, όπου

58
σαφώς συμβολίζεται η απόφαση των Ιουδαίων για τη θανάτωση του Ιησού.

4.Έπούλησαν τον Ιωσήφ τα αδέλφια του για 20 χρυσά νομίσματα. «Απέδοντο τον
Ιωσήφ τοις Ισμαηλίταις είκοσι χρυσών» (Γεν. 37,28). Και μάλιστα από όλα τα
αδέλφια του εκείνος που έκανε τη σχετική πρόταση ήταν ο Ιούδας. Ιούδας και στην
περίπτωση του εικονιζόμενου και προτυπούμενου Χριστού το όργανο της
αγοροπωλησίας, της πιο άδικης και άτιμης αγοροπωλησίας. Πούλησε το Χριστό για
30 αργύρια. «Έστησαν αυτώ (τω Ιούδα) τριάκοντα αργύρια» (Ματθ. 26,15).

5. Έπαθε και υπέφερε ο Ιωσήφ και στα χέρια των αδελφών του και στα χέρια των
ξένων, των Αιγυπτίων. Τα αδέλφια του τον έριξαν μέσα σ’ ένα βαθύ λάκκο, για να
τον κατασπαράξουν τα θηρία. Και οι Αιγύπτιοι τον έριξαν μέσα στη φυλακή σαν νά
ταν ένοχος, ενώ ήταν αθώος. Θύμα συκοφαντίας ο αθώος και αγνός Ιωσήφ. Έπαθε
και υπέφερε και ο Χριστός. Έπαθε ως άνθρωπος. Οι αδελφοί του οι Ιουδαίοι τον
οδήγησαν σε πολλά παθήματα, τον βασάνισαν. Αλλά και οι ξένοι, οι Ρωμαίοι, στους
οποίους τον παρέδωσαν οι Ιουδαίοι, και εκείνοι τον βασάνισαν. Ρίχτηκε στη φυλακή,
σύρθηκε σαν κακούργος στο κριτήριο, καταδικάστηκε σαν κοινός εγκληματίας και
τελικά θανατώθηκε πάνω στο Σταυρό.

6. Δεν έμεινε για πάντα ταπεινωμένος ο Ιωσήφ. Από την ταπείνωση του λάκκου και
της φυλακής οδηγήθηκε στη δ ό ξα. Ο Φαραώ τον ανέστησε από τα βάθη της
φυλακής και τον κατέστησε άρχοντα «Ιδού καθίστημί σε σήμερον επί πάσης γης
Αιγύπτου» (Γεν. 41,41). Προτύπωση της ένδοξου Αναστάσεως του Χριστού. Ρίχτηκε
στο λάκκο του θανάτου και του τάφου. Δεν παρέμεινε πολύ. Ανέστη τριήμερος.
Μετά το πάθος η δόξα Μετά το Σταυρό η Ανάσταση.

7.Και η τελευταία προτύπωση. Ο Ιωσήφ σαν άρχοντας της Αιγύπτου σε καιρό πείνας
άνοιξε τις αποθήκες του και έγινε σιτοδότης και έθρεψε τους πεινασμένους αδελφούς
του. Σιτοδότης και ο Χριστός. Ανεξάντλητες οι αποθήκες του. Πάντοτε προσφέρει
και προσφέρεται «εις βρώσιν τοις πιστοίς». Ψωμίζει με το θείο Άρτο του, ποτίζει με
το τίμιο Αίμα του. Τρέφει με τη θεία Κοινωνία.

Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος διηγούμενος την ιστορία του Ιωσήφ του Παγκάλου,
αναφέρει: «…έπειτα ήρθε η φυλακή και η επί τόσον χρόνον εκεί ταλαιπωρία, αλλ’
όμως διετηρήθη καθαρός ως άδαμας όχι μόνον χωρίς να γίνει ασθενέσθερος, αλλά και
προσλαμβάνων μεγαλυτέραν δύναμιν. Διότι είχε την ουράνιον χάριν που τον
ενίσχυε[1][12]… Ακούοντες αυτά ας μην διστάζουμε εμπρός στις θλίψεις, ούτε να
δυσανασχετουμε στηριζόμενοι στους συλλογισμούς μας, αλλ’ επιδεικνύοντας μεγάλη
υπομονή να τρεφόμεθα με την ελπίδα, γνωρίζοντας την εφευρετηκότητα του Κυρίου
μας, ότι δεν θα μας εγκαταλείψει, επειδή μας περιφρονεί, δια να δοκιμάσουμε τις
θλίψεις, αλλά επειδή θέλει να αγωνισθούμε και να φορέσουμε τον λαμπρόν
στέφανον»[2][13]. Και συνεχίζει: «… ας μην αγανακτούμε λοιπόν για τις θλίψεις,
αλλά ας ακούσουμε τον Παύλο ο οποίος λέει ότι αυτοί που θέλουν να ζήσουν ευσεβώς
εν Χριστώ Ιησού, θα διωχθούν (Β΄ Τιμ. 3, 42). Και ας μην παραξενευόμαστε, ούτε να
δυσανασχετούμε, αλλά με μεγάλη ανδρεία και υπομονή να υποφέρουμε όσα έρχονται»1.

Ο Ιωσήφ θεωρείται προτύπωση του Χριστού. Διότι όπως αυτός αγαπήθηκε


ιδιαιτέρως από τον πατέρα του και από φθόνο των αδερφών του πουλήθηκε όμως
αργότερα δοξάσθηκε απ' αυτούς, έτσι και ο Χριστός είναι ο αγαπητός Υιός του Θεού
που όμως πουλήθηκε από τους συμπατριώτες Του και αργότερα δοξάσθηκε υπό των

59
εθνών.

1300-1233 π.Χ Η έξοδος των


Ισραηλιτών από την Αίγυπτο/ α) Τα
χρόνια της καταπίεσης.
Μετά τον θάνατο του Ιωσήφ «ανέστη βασιλεύς
έτερος» ο οποίος δεν γνώριζε την ιστορία και τις
υπηρεσίες του Ιωσήφ προς τον αιγυπτιακό λαό στα
εδάφη του οποίου βρίσκονταν οι ισραηλίτες. Ποιος
όμως ήταν αυτός ο βασιλεύς; Οι πόλεις Πειθώμ και
Ραμεσή που αναφέρει η Βίβλος κτίστηκαν υπό του
Ραμσή ΙΙ ο οποίος για 64 χρόνια ήταν Φαραώ στην
Αίγυπτο, διάστημα αρκετό για την ιστορία της
Εξόδου των Εβραίων. Ο Ραμσής βασίλευσε από το
1300-1233 π.Χ, άρα τότε τοποθετούν πολλοί
ιστορικοί και την Έξοδο.

Άλλοι όμως ιστορικοί πιστεύουν στηριζόμενοι στο Γ΄


βασιλ. 6,1 κατά το οποίο η έναρξη την οικοδομής του
Ναού του Σολομώντος έγινε το 968 π.Χ. Έχουν
λοιπόν την γνώμη ότι 968+480=1448 π.Χ είναι το έτος της εξόδου. Τότε βασιλιάς
ήταν ο Αμενόφις Φαραώ. Επομένως επί του πατρός του Τουθμώσιος Γ΄ (1515-1461
π.Χ) έγινε η καταπίεση των Ισραηλιτών και επί του υιού του Αμενόφιος
πραγματοποιήθηκε η έξοδος. Το χρονολογικό αυτό ζήτημα παραμένει ανοικτό.

Η καταναγκαστική εργασία στην οποία επιδόθηκαν οι Ισραηλίτες αποδίδεται πολύ


χαρακτηριστικά στην τοιχογραφία των Θηβών στην οποία παριστάνονται αιχμάλωτοι
να κατασκευάζουν πλίνθους υπό το μαστίγιο του επιστάτου. Τούτο είναι δείγμα της
ιστορικής αξιοπιστίας της Βίβλου.

Μέσα λοιπόν σε αυτήν την δύσκολη ιστορικά εποχή για τους αιχμάλωτους
ισραηλίτες γεννήθηκε ο Μωυσής. Την εποχή εκείνη να σημειώσουμε πως ο Φαραώ
είχε δώσει εντολή στις μαίες να φονεύουν όλα τα αρσενικά παιδιά των Ισραηλιτών
διότι αυτοί είχαν πληθύνει αρκετά μέσα στην Αίγυπτο.

Οι γονείς του Μωυσή ήταν ο Αμβράμ και η Ιωχαβέδ οι οποίοι προφανώς πριν την
εντολή του Φαραώ είχαν αποκτήσει και άλλα δύο παιδιά, τον Ααρών και την Μαρία.

Η μητέρα του Μωυσή μόλις τον γέννησε φωτίστηκε από τον Θεό ότι επρόκειτο
αυτός να γίνει σπουδαίος, προορισμένος για υψηλή αποστολή και τον τοποθέτησε σε
ένα καλάθι αλειμμένο με πίσσα όπως ακριβώς και η κιβωτός του Νώε και το
τοποθέτησε στην άκρη του Νείλου ποταμού. Εκεί η Μαρία, αδελφή του Μωυσή,
κατασκόπευε αυτό ελπίζοντας πως κάποιος θα το παραλάβει.

Πράγματι, η κόρη του Φαραώ κατέφτασε στον ποταμό να λουσθεί και ανακάλυψε το
καλάθι με το μωρό. Το λυπήθηκε δε αυτό και είπε «εβραιόπουλο είναι αυτό». Από

60
που όμως κατανόησε η κόρη του Φαραώ ότι το παιδί ήταν εβραιόπουλο; Από την
περιτομή· είναι οπωσδήποτε η απάντηση.

Η θυγατέρα του Φαραώ μεγάλωσε το παιδί και το ονόμασε Μωυσή.

Η ΦΥΓΗ ΤΟΥ ΜΩΥΣΕΩΣ ΣΤΗΝ ΜΑΔΙΑΜ

Ο Μωυσής καθ’ όλο το διάστημα που ζούσε στα βασιλικά ανάκτορα διατηρούσε την
εθνική του συνείδηση ως απόγονος του Ιακώβ. Εξήλθε λοιπόν να συναντήσει τους
ομοεθνείς του οι οποίοι καταπιέζονταν υπό των Αιγυπτίων. Η έξοδός του αυτή δεν
ήταν μια προσωρινή συνάντηση, αλλά μία πράξη πίστεως για οριστική εγκατάλειψη
της βασιλικής θέσεως που κατείχε. Στην πρώτη του αυτή εξόρμηση, έγινε αυτόπτης
μάρτυρας μιας κακομεταχείρισης ενός εβραίου από έναν αιγύπτιο επιστάτη.
Βλέποντας τριγύρω του πως δεν τον έβλεπε κανένας φόνευσε τον αιγύπτιο, όμως η
πράξη του αυτή έγινε γνωστή στα βασιλικά ανάκτορα.

Ο ιερός Αυγουστίνος δεν απαλλάσσει τον Μωυσή τελείως της ευθύνης του φόνου,
αν και αυτός έγινε σε κατάσταση αμύνης και έτσι λέει «δια τούτο εξορίσθη εις
Μαδιάμ». Ο Θεός τον διώκει στην έρημο για να τον κάνει πιο ώριμο για την ηγεσία
των Ισραηλιτών που θα αναλάμβανε αργότερα.

Φθάνοντας στη γη Μαδιάμ κάθισε να δροσιστεί και να αναπαυθεί κοντά σε ένα


πηγάδι. Εκεί διαπληκτίστηκε με κάποιους βοσκούς οι οποίοι εξεδίωξαν από το
πηγάδι τις κόρες του ιερέως της περιοχής Ιοθόρ. Η πράξη του αυτή ήταν εξαιρετικά
γενναία και έτσι ο Ιοθόρ τον κάλεσε στο σπίτι του.

Ο Ιοθόρ του έδωσε για γυναίκα την κόρη του Σεπφώρα με την οποία απέκτησε δύο
γιους. Το Γηρσάμ και τον Ελιέζερ.

Μετά δε από πολλά έτη ξενιτείας στη γη Μαδιάμ πληροφορήθηκε πως ο βασιλιάς ο
οποίος καταπίεζε τους ισραηλίτες πέθανε. Πρόκειται μάλλον για τον Ραμσή ΙΙ ο
οποίος βασίλευσε στην Αίγυπτο για μακρύ χρονικό διάστημα. Οι Ισραηλίτες
πανηγυρικά δέχτηκαν την είδηση του θανάτου του Φαραώ ελπίζοντας πλέον πως θα
ξαποστάσουν από τον βαρύ ζυγό των καταναγκαστικών έργων. Από την άλλη ο
Μωυσής έζησε 40 χρόνια στην αφάνεια όπως ακριβώς και ο Χριστός, ο οποίος για
30 χρόνια έζησε κα αυτός με παρόμοιο τρόπο πριν ξεκινήσει το σωτήριο έργο Του. Η
μόνωση λοιπόν είναι η πνευματική τροφή των μεγάλων ανθρώπων.

Έξοδος: β) Η Κλήση του Μωυσέως


61
στην πύρινη βάτο.
Ο Μωυσής στα χρόνια που έζησε κοντά στον πεθερό
του Ιοθόρ ήταν ποιμένας προβάτων. Μια μέρα οδήγησε
το κοπάδι του πέρα των ορίων της ερήμου κοντά στο
όρος Χωρήβ. Εκεί φανερώθηκε σ’ αυτόν άγγελος
Κυρίου υπό τη μορφή πυρός εξερχομένου εκ μιας
βάτου, η οποία μεν εφλέγετο αλλά δεν κατεκαίετο.

Ο τόπος στον οποίο φανερώθηκε ο Θεός υπό την μορφή


της πύρινης βάτου κατά παράδοση ορίζεται η τοποθεσία
που είναι κτισμένη η Ιερά Μονή του Σινά. Ο δε άγγελος
που εμφανίστηκε στον Μωυσή είναι το δεύτερο
πρόσωπο της Αγίας Τριάδος ο Χριστός με τη μορφή
αγγέλου.

Το ερώτημα που προκύπτει αμέσως με την ανάγνωση του Εξ. 3,2 είναι το γιατί η
βάτος καιγόταν αλλά δεν εξαφανιζόταν; Πρώτον για να ελκύσει την προσοχή του
Μωυσή, δεύτερον ως εικονισμός της Παναγίας η οποία μεν γέννησε αλλά
παράλληλα παρέμεινε Παρθένος. Τρίτον ως συμβολισμός του Ισραηλιτικού λαού, ο
οποίος καταπιέστηκε στην Αίγυπτο αλλά δεν εχάθη. Τέταρτον διότι το πυρ είναι ο
καλλίτερος εικονισμός της Θεότητος διότι έχει καθαρότητα, φαεινότητα, θερμότητα,
δύναμη ακατάβλητη, μεγαλοπρέπεια, πηγή ζωής και ευλογία.

Μέσα λοιπόν από την Βάτο ακούστηκε φωνή να λέει: Μωυσή Μωυσή, εκείνος
απάντησε –τί είναι; Ο Θεός του είπε: - Μη πλησιάσεις εδώ· λύσε τα σανδάλια σου
και βγάλε τα υποδήματά σου, διότι ο τόπος όπου στέκεσαι είναι γη αγία. Εγώ είμαι ο
Θεός του πατρός σου, ο Θεός του Αβραάμ, ο Θεός του Ισαάκ και ο Θεός του Ιακώβ.
Ο Μωυσής γύρισε αλλού το κεφάλι του διότι φοβόταν να δει τον Θεό.

Η εντολή του Θεού να βγάλει ο Μωυσής τα υποδήματά του είναι η παρακίνηση του
Θεού προς τον άνθρωπο να αποθέσει στην άκρη την αμαρτωλή ζωή του
προσεγγίζοντας παράλληλα τον Θεό.

Εν συνεχεία ο Κύριος είπε στον Μωυσή: «Έλα τώρα να σε αποστείλω στον Φαραώ
τον βασιλέα της Αιγύπτου, να βγάλεις τον λαό μου τους Ισραηλίτες από τη χώρα της
Αιγύπτου».

Ο Μωυσής όμως είχε αντιρρήσεις για την αποστολή που τον προόριζε ο Θεός:
«Ποιος είμαι εγώ, για να μεταβώ στον Φαραώ τον βασιλέα της Αιγύπτου και να
βγάλω τους ισραηλίτες εκ της Αιγύπτου; «Εδίσταζεν, επειδή απέβλεπε και προς τη
σκληρότητα του Φαραώ και προς το δυσκολοκυβέρνητο του Ισραηλιτικού λαού.
Επειδή είχε πείρα της αχαριστίας των Ιουδαίων, γι’ αυτό αναχώρησε στην έρημο να
ησυχάσει μη υποφέροντας την κακία αυτών» λέει ο Μέγας Βασίλειος.

Ο Θεός όμως υπόσχεται στον Μωυσή πως θα είναι μαζί του. «έσομαι μετά σου».
Αμέσως όμως ακολουθεί δεύτερη αντίρρηση: «εκείνοι (δηλ. οι Ιουδαίοι) θα με
ρωτήσουν: -Ποιο είναι το όνομά Του; Τί θα απαντήσω α’αυτούς»; - Ἐγώ εἰμί ὁ Ὤν.
Είναι η απάντηση του Θεού. Ων= ο ζων, ο πράγματι υπάρχων. Δεν έχει ανάγκη

62
άλλον για να υπάρχει Εκείνος. Είναι η αρχή και το Τέλος. Ο Προαιώνιος Θεός. Ο
Θεός εξήγησε εν συνεχεία τον τρόπο συγκεντρώσεως του Ισραηλιτικού λαού, την
αίτηση για την έξοδό τους από τον Φαραώ, την αναμενόμενη αρνητική απάντηση
του Φαραώ η οποία όμως θα καμφθεί τελικά λόγω της Θείας επεμβάσεως. Και θα
είναι τόσο συντριπτική η ήττα των Αιγυπτίων, που οι Ισραηλίτες φεύγοντας θα είναι
γεμάτοι από λάφυρα χρυσά, αργυρά και πλούσιο ιματισμό.

Ο Μωυσής επανέρχεται και ρωτά: «Αν οι ισραηλίτες δεν με πιστεύσουν και δεν
υπακούσουν στους λόγους μου; Ο Θεός τώρα απαντά εις αυτόν με θαύμα. -Ρίψε τη
ράβδο που κρατάς κατά γης. Τότε αυτή έγινε όφις. Άπλωσε τώρα τη χείρα σου και
πιάσε την ουρά του όφεος τούτου. Ο Μωυσής άπλωσε το χέρι του έπιασε την ουρά
του φιδιού το οποίο έγινε και πάλι στα χέρια του ράβδος. Βάλε τώρα το χέρι σου
στον κόρφο σου. Ο Μωυσής έβαλε το χέρι του στον κόρφο του, όταν δε το έβγαλε
αυτό είχε γίνε λευκό όπως το χιόνι. Όταν το ξαναέβαλε στον κόρφο του το άρρωστο
χέρι που έπασχε από βαρύτατης μορφής λέπρας, και το ξαναέβγαλε αυτό από τον
κόρφο του, έγινε και πάλι φυσιολογικό όπως πριν. Αυτά τα δύο θαύματα θα
χρησιμοποιήσει ο Μωυσής για να πείσει τους Ισραηλίτες ότι πράγματι ο Θεός είναι
μαζί του.

Ο Μωυσής όμως και πάλι επανέρχεται στις αντιρρήσεις του: «Είμαι ισχνόφωνος και
βραδύγλωσσος» είπε. «Ποιος έδωσε στόμα στον άνθρωπο και ποιος έκανε τυφλό και
βαρήκοο, τυφλό και βλέποντα; Όχι εγώ ο Θεός; Όλες αυτές οι αντιρρήσεις του
Μωυσή δείχνουν πως αυτός δεν ήταν αυτόκλητος, αλλά θεόκλητος στο έργο του.
Και δια τούτο απαντά στον Θεό: -Σε παρακαλώ Κύριε χειροτόνησε άλλον, τον οποίο
θα αποστείλεις , για να φέρει εις πέρας το έργο τούτο. Η αντίρρηση αυτή του Μωυσή
εξόργισε τον Θεό, Οποίος του δίδει πλέον ως στόμα τον αδελφό του Ααρών. "Αυτός
θα ομιλέι αντί σου εις τον λαό, αυτός θα είναι το στόμα σου, συ δε θα νακοινώνεις
εις αυτόν τας υπό του Θεού αποκαλυπτομένας εις σε εντολάς"

«Πολλοί σπουδάρχαι, πολλοί αυτοχειροτόνητοι την παρούσα λαμπρότητα διώκοντες,


την δε μέλλουσα κρίσιν ου προωρόμενοι. Αλλ’ ου Μωυσής τοιούτος. Φθάνει μέχρι
του σημείου να εξοργίσει τον Θεό, διότι ηρνείτο την τιμή του αξιώματος» (Μ.
Βασίλειος).

Έτσι ο Μωυσής παραλαμβάνοντας τη γυναίκα και τα παιδιά του, κρατώντας την


θαυματουργική ράβδο στα χέρια του επέστρεψε στην Αίγυπτο αφήνοντας πίσω του
κάθε μορφή αντίρρησης που πρότερα είχε...

63
Έξοδος: γ) Ο Μωυσής και ο Ααρών στα
ανάκτορα του Φαραώ. Οι Δέκα πληγές
του Φαραώ.
Ο Μωυσής και ο Ααρών αφού ανέλαβαν
το έργο της λυτρώσεως του Ισραήλ και
την έξοδο του λαού τους από την
Αίγυπτο, όχι ως αυτόκλητοι λυτρωτές,
αλλά ως θεόκλητοι απεσταλμένοι του
Κυρίου, κατέφτασαν στα ανάκτορα του
Φαραώ για να του ανακοινώσουν τις
εντολές του Θεού (πρόκειται προφανώς
περί του Φαραώ Τουθμώσιος ιιι και του
υιού του Αμενόφιος) :

«Ταύτα λέγει ο Κύριος ο Θεός του Ισραηλιτικού λαού. Άφησε το λαό μου ελεύθερο,
να εορτάσει προς δόξαν μου εν τη ερήμω. Ο Φαραώ απάντησε. Ποιος είναι εκείνος ο
Κύριος στην εντολή του οποίου θα υπακούσω, ώστε να αφήσω ελεύθερους του
ισραηλίτες;...ο Μωυσής και ο Ααρών λέγουν εις αυτόν. Ο Θεός των Εβραίων μας
κάλεσε. Θα βαδίσουμε λοιπόν πορεία τριών ημερών στην έρημο, για να θυσιάσουμε
στον Κύριο τον Θεό μας....Ο βασιλεύς της Αιγύπτου απάντησε σ’ αυτούς : Γιατί
Μωυσή και Ααρών ξεσηκώνετε τον λαό μου από την εργασία του; Πηγαίνετε
έκαστος εις τα έργα του».. (Εξ. 5, 1-4)

Ο Φαραώ μετά από αυτή τη συνάντηση που είχε με τους απεσταλμένους του Θεού
σκλήρυνε τη στάση του προς τον Ισραηλιτικό λαό. Διπλασίασε το ζυγό της εργασίας
τους ώστε αυτοί να μην έχουν καθόλου χρόνο ανάπαυσης. Υποχρέωσε λοιπόν τους
ιουδαίους εργάτες να εξευρίσκουν οι ίδιοι το άχυρο διά την κατασκευή των πλίνθων
τους οποίους κατασκεύαζαν μέχρι τότε. Αλλά όμως ούτε στο ελάχιστο δεν θα έπρεπε
να μειωθεί η παραγωγή των πλίνθων.

Μετά από αυτά, οι γραμματείς των Ισραηλιτών επισκέφθηκαν τον Φαραώ ζητώντας
απ’ αυτόν έλεος. Ο Αιγύπτιος βασιλιάς όμως τους μίλησε σκληρά και δεν άλλαξε
καθόλου τις αποφάσεις του. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα οι Ισραηλίτες να μισήσουν
τον Μωυσή και τον Ααρών διότι αυτοί ήταν υπεύθυνοι για την τραγική κατάσταση
στην οποία είχαν περιέλθει.

Ο Μωυσής στραφείς προς τον Κύριο είπε: «Σε παρακαλώ Κύριε γιατί θλίβεις τον
λαό τούτο και γιατί με απέστειλες; Απ’ τη στιγμή που μίλησα στον Φαραώ εξ’
ονόματί Σου, αυτός έθλιψε περισσότερο τον λαό τούτο...». Ο Κύριος είπε τότε στον
Μωυσή: «Τώρα θα δεις εκείνα τα οποία θα κάνω στον Φαραώ. Διότι θα αναγκασθεί
υπό της κραταιάς Μου χειρός να αφήσει τους Ισραηλίτες ελεύθερους...» (Εξ. 5, 22-
23, 6, 1) και συμπλήρωσε: «Εγώ είμαι ο Κύριος» (Εξ. 6,2). Πρώτη φορά ο Θεός
ονομάζει τον Εαυτό Του Κύριο. Και τούτο το κάνει για να δηλώσει την δύναμή Του.
Το όνομα αυτό, «ΚΥΡΙΟΣ» δεν το αποκάλυψε ούτε στους πατριάρχες Αβραάμ,
Ισαάκ και Ιακώβ. Οποία λοιπόν τιμή για τον Μωυσή!

64
Οι ισραηλίτες όμως δεν πίστεψαν στον λόγο του Μωυσέως τον απέρριψαν και πάλι
λόγω της επιβαρύνσεως των εργασιών που είχαν τύχει. Τότε ο Θεός έστειλε και πάλι
τον Μωυσή στα ανάκτορα του Φαραώ. Ο Φαραώ ζήτησε από τον Μωυσή να κάνει
ένα θαύμα για να δει την δύναμή του, την αξιοπιστία των λόγων του. Τότε ο Ααρών
έπραξε καθώς του είπε ο Θεός. Έρριψε τη ράβδο του στο έδαφος και εκείνη έγινε ένα
μεγάλο φίδι. Τότε ο Φαραώ ζήτησε από τους δικούς του μάγους να πράξουν το ίδιο.
Και όντως οι μάγοι το έκαναν αυτό. Όμως το φίδι από τη ράβδο του Ααρών κατάπιε
τα φίδια των μάγων. Παρόλα αυτά ο Φαραώ δεν κάμφθηκε. Αυτό είναι το πρώτο
θαύμα που έκανε ο προφήτης του Θεού ενώπιον του βασιλιά της Αιγύπτου και των
αυλικών του. Εν αρχή λοιπόν οι αιγύπτιοι δεν τιμωρήθηκαν αλλά έγιναν θεατές ενός
θαυμαστού γεγονότος.

Πρώτη πληγή: Μεταβολή του ύδατος σε αίμα. Ο Θεός διατάζει τώρα τον Μωυσή
να συναντήσει τον Φαραώ στον Νείλο ποταμό εκεί που κατέβαινε ο βασιλιάς κάθε
πρωί ίσως για την προσφορά λατρείας, διότι τον Νείλο οι Αιγύπτιοι τον πίστευαν σαν
θεό... είπε ο Μωυσής προς τον Φαραώ –«Να, εγώ κτυπώ με τη ράβδο μου το ύδωρ
του ποταμού και θα μεταβληθεί σε αίμα. Τα ψάρια του ποταμού θα ψοφήσουν και το
ποτάμι θα βρομίσει.»

Το θαύμα αυτό ήταν μεγάλη πληγή για την Αίγυπτο, διότι ο Νείλος ήταν η καρδιά
των δραστηριοτήτων τους. Τούτο το θαύμα έγινε πρώτο αφενός διότι λάτρευαν το
ποτάμι για θεό οι Αιγύπτιοι και αφετέρου διότι σε αυτό το ποτάμι φονεύθηκαν
χιλιάδες νεογνά των ιουδαίων. Δικαία λοιπόν η πρώτη τιμωρία των Αιγυπτίων υπό
του Θεού! Πολλοί σπεύδουν να πουν πως αποκτά ερυθρότητα ο Νείλος κάθε Ιούλιο
λόγω των πολυάριθμων μυκήτων που αναπτύσσονται εκεί. Το φυσικό όμως
φαινόμενο αυτό δεν επηρεάζει τη ζωή των ψαριών, δεν καθιστά το νερό του ποταμού
μη πόσιμο. Άλλωστε εδώ μιλάμε για πραγματικό αίμα και όχι ερυθρότητα των
νερών.

Το ίδιο θαύμα έπραξαν και οι μάγοι του Φαραώ σκληραίνοντας έτσι την καρδιά του
βασιλέα τους. Ποια νερά μετέτρεψαν σε αίμα οι μάγοι; Αυτά που ήντλησαν εκ των
φρεάτων που άνοιξαν οι Αιγύπτιοι πλησίον του ποταμού. Η πρώτη πληγή κράτησε
επτά μέρες. Μετά το πέρας αυτής ξεκινά αμέσως η δεύτερη:

Δεύτερη πληγή: οι βάτραχοι. «Ο Κύριος είπε στον Μωυσή. Πήγαινε στον Φαραώ
και πες του. Άφησε ελεύθερο το λαό Μου, δια να με λατρεύσει. Εάν δεν θελήσεις να
τον αφήσεις ελεύθερο, αμέσως θα προσβάλλω όλη τη χώρα σου με βατράχους. Ο
Νείλος ποταμός θα ξεράσει βατράχους, οι οποίοι θα μπουν στα σπίτια σου, στα
δωμάτια του ύπνου σου, πάνω στα κρεβάτια σου, στους οίκους των αυλικών σου και
του λαού σου, εις τα προζύμια σου και στους φούρνους σου. Οι βάτραχοι θα ανέβουν
πάνω σου και στους αυλικούς σου». (Εξ. 7,26) Πράγματι ο Ααρών χτύπησε με τη
ράβδο του τα νερά του ποταμού Νείλου τα οποία έβγαλαν βάτραχους που σκέπασαν
όλη τη χώρα της κάτω Αιγύπτου, δηλαδή της περιοχής που κατοικούσε ο Φαραώ και
οι αυλικοί του. Οι μάγοι δε του Φαραώ έπραξαν το ίδιο. Μόνο προσθήκη του κακού
έκαναν αυτοί και όχι θεραπεία. Έτσι ο Φαραώ βλέποντας την αδυναμία των μάγων
κάλεσε τον Μωυσή και τον Ααρών και τους ζήτησε να προσευχηθούν στο θεό τους
για να ψοφήσουν οι ενοχλητικοί δια αυτούς βάτραχοι και τότε εκείνος θα αφήσει
τους Ισραηλίτες ελεύθερους. Ο Μωυσής έπραξε όπως του ζήτησε ο Αιγύπτιος
βασιλιάς, όμως εκείνος ανακουφισμένος πλέον από την απαλλαγή των βατράχων

65
σκληρύνθηκε και πάλι και δεν θέλησε να αφήσει ελεύθερους τους Ισραηλίτες.

Καί η πληγή αυτή συνδέεται με ένα φυσικό φαινόμενο κατά την ελάττωση των
νερών του Νείλου. Όμως εδώ δεν έχουμε φυσικό φαινόμενο αλλά θαύμα το οποίο
άλλωστε αναγνωρίζει και ο ίδιος ο Φαραώ.

Τρίτη πληγή: οι κώνωπες. «Ο Κύριος είπε στον Μωυσή. Ειπέ στον Ααρών.
Άπλωσε δια της χειρός σου τη ράβδο και κτύπησε το χώμα της γης και θα γίνουν
σκνίπες...» (εξ. 8,12)

Οι δύο πρώτες πληγές συνδέονται με τον Νείλο ποταμό. Η Τρίτη με την γη των
αιγυπτίων την οποία επίσης πίστευαν ως θεό. Το θαύμα των σκνιπών δεν
κατόρθωσαν οι αιγύπτιοι μάγοι να το επιτύχουν. Μάλιστα δε ομολόγησαν στον
Φαραώ πως αυτό ήταν δάκτυλος Θεού. (Εξ. 8,15). Οι μάγοι εδώ θαυμάζουν μεν,
αλλά δεν πιστεύουν!

Και η πληγή αυτή συνδέεται με ένα φυσικό φαινόμενο το οποίο συμβαίνει στην
Αίγυπτο μετά τον θερισμό. Τότε συμβαίνει μια μεγάλη επιδρομή σκνιπών, οι οποίοι
προέρχονται εκ των ελών του ποταμού. Η πληγή όμως αυτή έλαβε χώρα όχι τον
Ιούλιο, αλλά τον Φεβρουάριο και σε ασυνήθιστη έκταση. Άλλωστε και οι μάγοι
αναγνώρισαν αυτό ως δάκτυλο Θεού.

Τέταρτη πληγή: οι μύγες. «Ο Κύριος είπε προς τον Μωυσή. Σήκω πολύ πρωί
στάσου ενώπιον του Φαραώ και πες του...ταύτα λέγει ο Κύριος. Άφησε τον λαό μου
ελεύθερο, δια να με λατρεύσει στην έρημο. Αν δεν θελήσεις να αφήσει τον λαό μου
ελεύθερο, εγώ αμέσως θα στείλω εναντίον σου, εναντίον των αυλικών σου και του
λαού σου μέσα στα σπίτια σας σκυλόμυγα... την ημέρα αυτή θα δοξάσω τη χώρα
Γεσέμ στην οποία κατοικεί ο λαός Μου, διότι στη χώρα εκείνη δεν θα υπάρχει η
σκυλόμυγα αυτή». (εξ. 8, 16-18).

Στην πληγή αυτή ο Θεός απευθύνεται για πρώτη φορά μόνο στον Μωυσή και όχι και
στον Ααρών. Η πληγή αυτή δεν συναντάται στην Γεσέμ τον τόπο κατοικίας των
Ισραηλιτών και τούτο δια να τονιστεί το μέγεθος του θαύματος. Ο Φαραώ κάμπτεται
για πρώτη φορά αφήνοντας του Ισραηλίτες να θυσιάσουν εντός των ορίων της
Αιγύπτου, πράγμα αδύνατον, διότι οι Ιουδαίοι θα θυσίαζαν ζώα τα οποία οι
Αιγύπτιοι λάτρευαν ως θεούς. Η πληγή αυτή είναι τρομερωτέρα της προηγούμενης,
διότι οι σκυλόμυγες αυτές κεντούν οδυνηρώς το δέρμα, ιδίως αυτιά και βλέφαρα και
προξενούν τρομερό πόνο.

Ο Φαραώ τελικά προσωρινά κάμπτεται, αλλά όταν ο Μωυσής απάλλαξε την Αίγυπτο
από την παρουσία των μυγών η καρδία του και πάλι σκληρύνθηκε μένοντα άκαμπτη
πνευματικά.

Πέμπτη πληγή: Επιδημική νόσος των ζώων: είπε ο Μωυσής στον Φαραώ ταύτα
λέγει ο Κύριος:«...Εάν δεν θελήσεις να αφήσεις τον λαό Μου ελεύθερο, αλλά και
πάλι τον εμποδίσεις, να! Η τιμωρός χειρ του Κυρίου θα επέλθει στα ζώα του αγρού
σου, στους ίππους σου, τους όνους, τις καμήλες σου, τα βόδια σου και στα πρόβατα,
θάνατος μέγας σφόδρα». (Εξ. 9,3)

Να σημειωθεί εδώ πως ψόφησαν τα ζώα των Αιγυπτίων τα οποία έβοσκαν μαζί με τα

66
ζώα των Ισραηλιτών. Όταν η γραφή λέει πως ψόφησαν όλα τα ζώα των Αιγυπτίων
(εξ. 9,6) δεν εννοεί άπαντα τα ζώα των Αιγυπτίων αλλά αυτά που βρίσκονταν στον
αγρό για βοσκή. Αυτά ήταν στις οικίες σώθηκαν. Ο δε Φαραώ όταν πληροφορήθηκε
πως κανένα ζώο των Ισραηλιτών δεν ψόφησε από ζηλοτυπία και σκληροκαρδία δεν
θέλησε να αφήσει τον ισραηλιτικό λαό ελεύθερο.

Έκτη πληγή: Τα έλκη. «Ο Κύριος είπε στον Μωυσή και τον Ααρών τα εξής:
Λάβετε και γεμίστε τα χέρια σας αειθαλής καπνιάς από κάμινο και ας ρίψει αυτήν ο
Μωυσής στον ουρανό ενώπιον του Φαραώ και ενώπιον των αυλικών του. Αυτή θα
γίνει κονιορτός σε όλη τη χώρα της Αιγύπτου, ο κονιορτός θα γίνει σε ανθρώπους
και ζώα πληγές και εγκαύματα σε όλους τους ανθρώπους και τα ζώα, σε ολόκληρη
τη χώρα της Αιγύπτου». (εξ. 9,8-9)

Από τα εγκαύματα αυτά επλήγησαν και οι μάγοι των Αιγυπτίων οι οποίοι λόγω της
καταστάσεώς τους δεν μπόρεσαν να εμφανιστούν μπροστά στον Φαραώ. Ο Φαραώ
λόγω του εγωισμού του συνέχισε να εμποδίζει παρά ταύτα τα θαυμαστά γεγονότα
τον ισραηλιτικό λαό να λατρεύσει τον Θεό του στην έρημο.

Έβδομη πληγή: το χαλάζι. Είπε ο Μωυσής στον Φαραώ. Ταύτα λέγει ο Κύριος:
«...άφησε τον λαό Μου ελεύθερο, για να με λατρεύσει διότι αν δεν με υπακούσεις,
κατά τον χρόνο αυτό θα στείλω όλες τις πληγές Μου να πλήξουν την καρδία σου,
την καρδία των αυλικών σου και του λαού σου, για να μάθεις, ότι δεν υπάρχει, όπως
είμαι εγώ, άλλος Θεός σε όλη τη γη. Διότι τώρα αφού απλώσω τη χείρα Μου, θα
πατάξω εσένα, τον λαό σου θα θανατώσω και θα καταστραφείς από προσώπου γης».

Ο Φαραώ παρά τις προηγούμενες πληγές που επέστη δεν μετανόησε αλλά μάλλον
σκληρύνθηκε περισσότερο. Τώρα ο Θεός πρέπει να τον διαπαιδαγωγήσει με
σκληρότερα μέτρα. Βρέχει λοιπόν τρομερό χαλάζι αναμεμειγμένο με πυρ αστραπών.
Όσοι Αιγύπτιοι αδιαφόρησαν για την προειδοποίηση του Κυρίου ότι «αύριο» θα
συμβεί αυτό και δεν κλείστηκαν στις οικίες τους θανατώθηκαν, όπως και τα ζώα
τους. Η γη κατακάηκε και τα δέντρα των αγρών συνετρίβησαν.

Ο Φαραώ ομολογεί πλέον ότι αμάρτησε υπόσχεται να αφήσει τον λαό του Ισραήλ
ελεύθερο. Ο Μωυσής όμως παραμένει επιφυλακτικός έναντι της ομολογίας του.
Παρόλα αυτά βγαίνει στη θύελλα υψώνει τα χέρια ικετευτικά προς τον Θεό και η
χαλαζόπτωση παύει. Πολύ σωστά αναφέρει ο Ωριγένης ότι ο Μωυσής δεν
χρησιμοποίησε ράβδο για να παύσει την χαλαζόπτωση, αλλά μόνο τα χέρια του για
να μη θεωρηθεί μαγική η ράβδος.

Ο Φαραώ μετά την παύση και αυτής της πληγής αναίρεσε και πάλι τον λόγο του και
δεν άφησε ελεύθερους τους ισραηλίτες.

Όγδοη πληγή: Οι ακρίδες. «...αυτά λέγει ο Κύριος...άφησε τον λαό Μου ελεύθερο
για να με λατρεύσει. Αν δεν θελήσεις να αφήσεις τον λαό Μου ελεύθερο. Να! Εγώ
θα φέρω αύριο αυτήν την ώρα ακρίδες πολλές σ’ όλη τη χώρα σου, για να
σκεπάσουν το έδαφος αυτής σε βαθμό, ώστε να μη μπορείς να δεις τη χώρα σου. Η
ακρίδα αυτή θα φάει ότι έμεινε στη χώρα σου, ό,τι σας άφησε το χαλάζι, θα φάει
δηλαδή κάθε δένδρο σας, το οποίο υπάρχει στην ύπαιθρο. Από τις ακρίδες αυτές θα
γεμίσουν τα ανάκτορά σου και οι οικίες των αυλικών σου και όλες οι οικίες των
αιγυπτίων σε όλη την Αίγυπτο...» (εξ. 10, 3-6)

67
Οι αυλικοί του Φαραώ συνειδητοποιώντας το τι επρόκειτο να συμβεί ικέτευσαν τον
Φαραώ να αφήσει τους ισραηλίτες ελεύθερους. «Δεν βλέπεις» του είπαν, ότι όλη η
Αίγυπτος έχει καταστραφεί; Ο Φαραώ όμως δεν κάμφθηκε και η πληγή επήλθε. Ο
Φαραώ βλέποντας την καταστροφή κάλεσε εσπευσμένα τον Μωυσή και τον Ααρών
και δήλωσε για μία ακόμη φορά την μετάνοιά του. Ο Μωυσής και πάλι ύψωσε τα
χέρια του και οι ακρίδες ρίφθηκαν στην Ερυθρά θάλασσα. Η πληγή πέρασε και ο
Φαραώ επανήλθε στο εγωισμό του...

Ένατη πληγή: Το σκοτάδι: «Ο Κύριος είπε στον Μωυσή. Άπλωσε το χέρι σου στον
ουρανό και ας γίνει σκοτάδι σε όλη την Αίγυπτο, σκοτάδι τόσο πυκνό, ώστε να
μπορεί κανείς να το ψηλαφήσει...» (Εξ. 17, 21).

Αυτή η πληγή επέρχεται άνευ προειδοποιήσεως προς τον Φαραώ. Τρεις μέρες
καθηλώθηκαν οι Αιγύπτιοι στα κρεβάτια τους διότι δεν μπορούσαν τίποτε να δουν.
Ο Φαραώ όμως δεν υποχωρεί δεν θέλει να παραδεχτεί την ήττα του και απειλεί
πλέον τον Μωυσή πως αν ξαναεμφανιστεί μπροστά του θα τον θανατώσει. Ο
Μωυσής του απαντά με μεγαλοπρέπεια: «Το είπες! Συμφωνώ απόλυτα. Δεν θα
παρουσιαστώ άλλη φορά μπροστά σου».

Δέκατη πληγή: θάνατος των πρωτοτόκων. Μέχρι τώρα όλες οι πληγές είχαν
πλήξει την γεωργία, την κτηνοτροφία, την υγεία των Αιγυπτίων, όχι όμως και τις
ζωές τους. Τώρα κατ’ εντολή του Θεού ο Μωυσής μετά ιεράς αγανακτήσεως και
πριν εξέλθει από τα ανάκτορα του Φαραώ λέει: «Αυτά λέγει ο κύριος. Κατά το
μεσονύκτιο θα εισέλθω εις το μέσο της Αιγύπτου, και πεθάνει κάθε πρωτότοκο στην
Αίγυπτο. Από πρωτοτόκου του Φαραώ, ο οποίος κάθεται στον θρόνο, μέχρι
πρωτοτόκου της δούλης, η οποία βρίσκεται στον χειρόμυλό της και μέχρι
πρωτοτόκου παντός κατοικιδίου ζώου. Εκ του θανάτου των πρωτοτόκων θα γίνει
κλαυθμός μέγας σε όλη τη χώρα της Αιγύπτου...» (Εξ. 11, 4-6)

Πριν έλθει η συμφορά αυτή στους Αιγυπτίους, ο Θεός διέταξε τον Μωυσή να
ετοιμαστεί ο Ισραηλιτικός λαός για να εορτάσει το πρώτο του Πάσχα. Θα έπρεπε
λοιπόν, κατ’ εντολήν του Θεού κάθε ισραηλιτική οικογένεια να φάει ένα αρνί
ψημένο στη φωτιά ανακατεμένο με πικρά χόρτα που συμβόλιζε την πικρία της
Αιγυπτιακής δουλείας. Θα έπρεπε επίσης κάθε Ιουδαϊκή οικεία να ραντιστεί από το
αίμα του αρνίου, σημείο της επερχόμενης τιμωρίας των Αιγυπτίων.

Μεσούσης της νυκτός θανατικό ξέσπασε κατά των πρωτοτόκων των Αιγυπτίων.
Ήταν τόσος ο θρήνος που ο Φαραώ πλέον άνευ όρων και άνευ άλλης αναβολής
εξεβίασε τον λαό του Ισραήλ να φύγει από τη χώρα του. Συντριπτική η ήττα του. Οι
Ισραηλίτες φεύγοντας ζήτησαν και λάφυρα από τους Αιγυπτίους, χρυσά και αργυρά
αντικείμενα και πλούσιο ιματισμό. Και τα έλαβαν αυτά από τους Αιγυπτίους με
ειρηνικό τρόπο.

Περί του αμνού της θυσίας των Εβραίων : Ο αμνός που προσέφεραν οι ιουδαίοι
στον Θεό ήταν οπωσδήποτε ένας εικονισμός ένας τύπος του Χριστού. Το αίμα του
προσφερομένου αμνού των ισραηλιτών ήταν αλεξητήριο του θανάτου όχι όμως και
λύτρωση από αυτόν. Δηλαδή ήταν μία πρόσκαιρη ασπίδα κατά του θανάτου, ενός
θανάτου που οδηγούσε τελικά όλες τις ψυχές στον Άδη. Το Αίμα όμως του Χριστού
αποτελεί οριστική απαλλαγή του ανθρώπου από την αμαρτία και τον θάνατο.

68
Έξοδος Δ΄: Η διάβασης της Ερυθράς
Θαλάσσης
Δύο εκατομμύρια ισραηλιτών
συγκεντρώθηκαν στην πόλη Σοκχώθ διά
να εξέλθουν εκ της Αιγύπτου. Συνολικά
οι Εβραίοι διέμειναν στην Αίγυπτο 430
χρόνια.

Τη νύχτα που προηγήθηκε της εξόδου, ο


Θεός μίλησε στον Μωυσή και τον
Ααρών και τους έδωσε οδηγίες για το
πως θα πρέπει εφεξής να εορτάζεται το
Πάσχα. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνεται
και η εντολή εκείνη κατά την οποία από τον αμνό του Πάσχα των Εβραίων δεν
έπρεπε να συντριβεί κανένα οστό αλλά ολόκληρος να προσφερθεί στη θυσία. Ιδού ο
τύπος του Χριστού.

Φεύγοντας οι ισραηλίτες έλαβαν μαζί τους και τα οστά του Ιωσήφ. Εκείνος άλλωστε
πριν πεθάνει τους είχε ορκίσει λέγοντας: «Ο Κύριος ασφαλώς θα σας επισκεφθεί, για
να σας οδηγήσει στην Χαναάν. Λάβετε τότε από δω και φέρετε μαζί σας τα οστά
μου». (Εξ. 13,19).

Ο Θεός οδηγούσε τους ισραηλίτες την ημέρα ως φωτεινή νεφέλη, η οποία τους
δρόσιζε με τη σκιά που προκαλούσε, τη δε νύχτα, ως φωτιά η οποία φώτιζε τα
διαβήματα αυτών. Η οδός που ακολουθήθηκε προς την Χαναάν, δεν ήταν η
συντομότερη που θα μπορούσε να γίνει, δηλαδή δια της χώρας των Φιλισταίων,
αλλά η πιο δύσκολη, δια της ερήμου. Τούτο συνέβη διότι οι αιχμάλωτοι τόσο καιρό
ισραηλίτες δεν είχαν ούτε τη δύναμη, ούτε την πείρα να εμπλακούν σε πόλεμο με
τους εμπειροπόλεμους Φιλισταίους, καθώς επίσης επειδή ο Μωυσής είχε λάβει
εντολή από τον Θεό να επιστρέψει και πάλι στο Σινά.

Η διάβασης της Ερυθράς Θαλάσσης: Ο Μωυσής ευρισκόμενος στην περιοχή


Οθώμ ήτο δυνατόν να συνεχίσει την πορεία του προς το Σινά παραλιακά. Για να
δείξει όμως ο Θεός τη δύναμή Του, θέλησε να γίνει θαυματουργικώς η διάβασης
αυτών δια της Ερυθράς θαλάσσης. Έτσι ο Μωυσής έλαβε την εντολή να στραφεί
προς τα πίσω και να στρατοπεδεύσει Ανατολικά της Ερυθρά θάλασσης, Νότια προς
το όρος Attakah, Δυτικά προς την έρημο και Βόρεια προς τα Αιγυπτιακά άρματα.
Δηλαδή ένας πραγματικός εγκλωβισμός του Ισραήλ. Ο Φαραώ βλέποντας αυτήν την
εικόνα, κατεδίωξε αυτούς λέγοντας «οι ισραηλίτες περιπλανιούνται στο μέρος
εκείνο, διότι κλείσθηκαν υπό της ερήμου». (Εξ. 14, 3).

Όταν πλησίασαν οι Αιγύπτιοι αρκετά προς τους Ισραηλίτες, η πρώτη κίνηση του
εκλεκτού λαού, ήταν να στραφούν προς τον Κύριο, στη συνέχεια όμως
διαπιστώνοντας τη σοβαρότητα της κατάστασης είπαν προς τον Μωυσή: «Μήπως

69
επειδή δεν υπήρχαν μνήματα στην Αίγυπτο, μας έβγαλες να μας θανατώσεις και
θάψεις εδώ στην έρημο;..». (εξ. 14,11).

Ο Μωυσής προσευχήθηκε τότε σιωπηρά. «Τί βοάς προς με;» (Εξ.15,15) ήταν η
απάντηση του Θεού στην προσευχή του. Ο κύριος ακούει πολύ καθαρά τους
λογισμούς και τις καρδιακές προσευχές των ανθρώπων . -«Συ ύψωσε την ράβδο σου
και άπλωσε τη χείρα σου εις την Ερυθρά θάλασσα και χώρισε αυτήν. Έπειτα ας
εισέλθουν οι ισραηλίτες στην ξηρά την εν τω μέσω της θαλάσσης ανοιχθείσα» (Εξ.
14,16) είπε ο Θεός προς τον Μωυσή. Έτσι εκείνος με μια απλή κίνηση του χεριού
του διαίρεσε τα ύδατα με τέτοιο τρόπο, ώστε αυτά εκατέρωθεν της ξηράς που είχε
δημιουργηθεί στο μέσο, είχαν γίνει ακίνητα ως δύο τείχη.

Οι Αιγύπτιοι κατεδίωξαν τους ισραηλίτες και εισήλθαν στην ξηρά αυτή. Όλο το
ιππικό του Φαραώ, τα άρματα μάχης και οι στρατιώτες βρισκόταν στο μέσο των
υδάτων στο βυθό της Ερυθράς θάλασσας.

Όταν οι ισραηλίτες πέρασαν στην αντίπερα όχθη, ο Θεός επανέφερε τα νερά της
θάλασσας στην πρότερη θέση τους, καταπλακώνοντας τους Αιγυπτίους. Κανένας
Αιγύπτιος δεν σώθηκε, αλλά όλοι πνίγηκαν και ξεβράστηκαν στην ακτή της
θάλασσας. Οι Ισραηλίτες την ημέρα εκείνη απηλλάγησαν για πάντα από τα χέρια
των Αιγυπτίων. Τούτο ενίσχυσε την πίστη τους στο Θεό και στον δούλο Αυτού
Μωυσή.

Έξοδος Ε΄) Το ταξίδι των Ισραηλιτών


από την Ερυθρά θάλασσα προς το Σινά.
Το ταξίδι αυτό διήρκησε δύο μήνες. Το
πρώτο πέρασμά τους έγινε από την έρημο
Σουρ. Διέσχισαν 12 χλμ επί της αμμώδους
παραλίας της χερσονήσου του Σινά, έχοντας
δεξιά τους την Ερυθρά Θάλασσα και
αριστερά τους τη φαλακρή χαμηλή οροσειρά.
Τρεις ολόκληρες μέρες οι Ισραηλίτες δεν
έβρισκαν εκεί νερό για να πιουν. Στην
τοποθεσία Μερράν, δηλ. 65 χλμ δυτικότερα,
βρήκαν μεν νερό, αλλά αυτό ήταν πικρό
ακατάλληλο προς πόση. Ο λαός γόγγυζε κατά
του Μωυσή λέγοντας: «Τί θα πιούμε»; Ο
Κύριος έδειξε τότε στον Μωυσή ένα ξύλο και του είπε να το βάλει μέσα στο πικρό
νερό και εκείνο θαυματουργικώ τω τρόπω μετέτρεψε το νερό σε πόσιμο.

Το θαύμα αυτό έρχεται σε αντίθεση με την πρώτη πληγή του Φαραώ, κατά την οποία
τα νερά του Νείλου μεταβλήθηκαν θαυματουργικώς σε αίμα. Το δε ξύλο που
χρησιμοποίησε ο Μωυσής για να θεραπεύσει την πικρία των υδάτων, προτυπώνει το
Τίμιο Ξύλο του Ζωοποιού Σταυρού το οποίο θεραπεύει την ψυχική πικρία των
ανθρώπων.

Η έρημος Σιν ήταν το επόμενο πέρασμα των Εβραίων. Εκεί οι πεδιάδες είναι

70
στενότερες, τα δε βουνά σκοτεινότερα. Η όλη πορεία ήταν επίπονη, η τροφή σπάνια,
η κούραση ιδίως στα παιδιά και τις γυναίκες ανυπόφορη.

Στην κατάσταση αυτή ευρισκόμενοι οι Ισραηλίτες, θυμήθηκαν τα άφθονα κρέατα


των Αιγυπτίων. Ξέχασαν τα θαύματα που έκανε γι’ αυτούς ο Θεός και γόγγυξαν. Ο
Θεός απάντησε στην μεμψιμοιρία τους με θαύμα βρέχοντας από τον ουρανό άρτους.
Οι Εβραίοι βλέποντας τους άρτους αυτούς, τους ονόμασαν μάννα· από το εβραϊκό
Μαν-χου; Που σημαίνει τί είναι αυτό;

Ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης λέει: «Το μεν φαινόμενο των άρτων είναι ενός είδους, η
δε ποιότης ήτο δι έκαστον ποικίλη αναλόγως της επιθυμίας του, άρτος και γάλα και
κρέας και λάχανο εγένετο».

Το μάννα που έβρεχε ο Θεός ήταν άφθονο, ο καθένας όμως Ισραηλίτης μπορούσε να
συλλέγει τόσο μόνο όσο του χρειαζόταν καθ’ εκάστην ημέρα. Την ημέρα της
Παρασκευής όμως έπρεπε να προμηθευτούν την διπλάσια ποσότητα διότι το
Σάββατο απαγορευόταν κάθε εργασία. Οι ορθολογιστές πιστεύουν πως ήταν η φύση
του μάννα τέτοια που αλλοιώνονταν μέσα σε 24 ώρες. Δεν μπορούν όμως να
εξηγήσουν ούτε το θαύμα του Σαββάτου, ούτε πολύ περισσότερο το μάννα που
φύλαξαν οι Εβραίοι στην κιβωτό της Διαθήκης προς ανάμνηση αυτού του θαύματος.

Εκείνο το βράδυ ο Θεός έκανε και άλλο θαύμα. Έστειλε ορτύκια τόσα πολλά, ώστε
αυτά σκέπασαν την κατασκήνωση των Ισραηλιτών προσφέροντας έτσι σε αυτούς
άφθονο κρέας!

Το μάννα, ομοίαζε με σπόρο κοριάνδρου (βλέπε φωτογραφία αριστερά) είχε γλυκιά


γεύση σαν μέλι, ενώ κατά το άρωμα ήταν όμοιο με το αραβικό κόμμι.

Ένα γομόρ, δηλαδή 4,08 κιλά είχε δικαίωμα να συλλέγει ο καθένας. Κανείς δεν
έπρεπε να αποθηκεύσει από αυτά για την επόμενη μέρα αν δεν ξημέρωνε όπως
είπαμε Σάββατο. Αν κάποιος παράκουγε έβρισκε το αποθηκευμένο του μάννα την
άλλη μέρα σκουληκιασμένο και βρώμικο.

40 έτη έτρωγαν το μάννα οι Εβραίοι. Ασφαλώς αυτό δεν αποτελούσε τη μοναδική


τους τροφή. Έπιναν και γάλα, έτρωγαν και λιγοστό κρέας από τα ζώα που
διατηρούσαν. Είχαν κατά διαστήματα και σιτηρά από τις καλλιέργειες που έκαναν
στις οάσεις της ερήμου.

Το μάννα συμβολίζει τη Θεία Κοινωνία η Οποία είναι ο αληθινός Άρτος «ο εκ του


ουρανού καταβαίνων».

Το περιστατικό της Μερράν επαναλήφτηκε και στην έρημο Ραφιδείν όπου εκεί οι
Ισραηλίτες δεν έβρισκαν νερό για να πιουν. Ο Μωυσής έλαβε και πάλι τη ράβδο του,
αλλά εξοργισμένος αυτή τη φορά χτύπησε τον υποδεικνυόμενο εις αυτόν βράχο υπό
του Θεού, δύο φορές, διότι ήταν αγανακτισμένος με τη συμπεριφορά των Εβραίων.
Εξαιτίας αυτής της οργής, ο Θεός δεν επέτρεψε αργότερα στον Μωυσή και τον
Ααρών να εισάγουν αυτοί το λαό στη γη της επαγγελίας.

Στην έρημο Ραφιδείν οι Ισραηλίτες είχαν και άλλο πειρασμό. Οι Αμαληκίτες, ένας
νομαδικός λαός που ζούσε νότια της Χαναάν επιτέθηκαν εναντίον τους.

71
Ο Μωυσής έδωσε εντολή στον Ιησού του Ναυή να πολεμήσει εκείνος τους
Αμαληκίτες. Του είπε επίσης: «Εγώ, Να! Θα είμαι στην κορυφή του λόφου και η
ράβδος του Θεού θα είναι στο χέρι μου».

Πράγματι, καθήμενος ο Μωυσής στην κορυφή ενός λόφου που είχε θέα προς τη
μάχη, ύψωνε τα χέρια του στο Θεό. Όσο τα είχε υψωμένα νικούσαν οι Ισραηλίτες,
όταν δε τα κατέβαζε εξαιτίας της κούρασης, νικούσαν τότε οι Αμαληκίτες. Τα χέρια
του τα είχε υψωμένα σταυροειδώς εις τύπον του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού, ο
Οποίος συντρίβει τους αμαληκίτες, δηλαδή το διάβολο και τα όργανά του.

Οι Εβραίοι τελικά στήριξαν τα χέρια του Μωυσή στην ανάταση και κέρδισαν τους
Αμαληκίτες, ιδρύοντας στην τοποθεσία Θυσιαστήριο στο Θεό.

Έξοδος στ) Οι δέκα εντολές και η


Διαθήκη του Κυρίου με τους Εβραίους.
Οι Ισραηλίτες μετά την Ραφιδείν έφθασαν στους
πρόποδες του όρους Σινά, όπου εκεί ο Θεός κάλεσε
τον Μωυσή στην κορυφή του όρους για να συνάψει
την διαθήκη Του με τους Εβραίους.

Ο Κύριος κάλεσε τους Ισραηλίτες στο ιερατικό


αξίωμα κατονομάζοντας αυτούς έθνος άγιο, ώστε δι
αυτών να ευλογηθούν πάντα τα έθνη. Έτσι ο Θεός
αποδεικνύεται Θεός όχι μόνο των Εβραίων αλλά
όλης της γης.

Για τη σύναψη της Διαθήκης όλος ο λαός έπρεπε να


αγνισθεί, να προετοιμαστεί τρόπον τινά για την
μεγαλοπρεπή εμφάνιση του Θεού στο όρος Σινά.
Στην πρώτη αυτή «Πεντηκοστή» του ανθρώπινου γένους ο λαός έπρεπε να καθαρίσει
τα ρούχα του, ως τύπο εσωτερικής ψυχικής κάθαρσης. Οι άνδρες έπρεπε να
απέχουν από τις γυναίκες τους για τρεις μέρες και κατά τη διάρκεια της Θεοφάνειας,
κανείς δεν έπρεπε να αγγίξει το βουνό είτε άνθρωπος ήταν αυτός, είτε ζώο. Η
παραβίαση αυτών των εντολών θα τιμωρούνταν με θάνατο.

Μετά τρεις μέρες από την εντολή του αγνισμού, ο Θεός κατήλθε στο όρος Σινά το
οποίο κάπνιζε ολόκληρο, διότι υπό τη μορφή πυρός ενεφανίσθη ο Κύριος. Βροντές,
αστραπές και ήχος σάλπιγγος ήταν τα συνοδευτικά στοιχεία της φοβερής Θεϊκής
παρουσίας.

Ο Μωυσής εξήγαγε το λαό από τις σκηνές του για να ακούσουν αυτή τη συνομιλία
που θα είχε εκείνος με το Θεό. Μόνο οι δύο προφήτες (Μωυσής-Ααρών) θα
ανέβαιναν στην κορυφή του όρους Σινά. Κανείς άλλος ούτε και οι ιερείς δεν έπρεπε
να ακολουθήσουν τους δύο άνδρες, ούτε καν να αγγίξουν κάτι από το βουνό.

72
Ο Θεός έδωσε στη συνέχεια στον Μωυσή τις δέκα εντολές μέσα από τις οποίες με
συντομία κανονίζονται οι σχέσεις του ανθρώπου με τον Θεό και τον πλησίον:

1. «Δια σε δεν θα υπάρχουν άλλοι Θεοί πλην Εμού. Δεν θα κατασκευάσεις για
τον εαυτό σου είδωλο ουδέ εικόνα παντός εξ όσων υπάρχουν άνω εις τον
ουρανό, κάτω εις την γη και εις τα ύδατα υποκάτω της γης. (να τονίσουμε
εδώ πως οι Ισραηλίτες είναι ο μοναδικός λαός της αρχαιότητας που δεν είχε
εικόνα του Θεού του. Τούτο είναι αίνιγμα και σκάνδαλο για τους
θρησκειολόγους)...Εγώ είμαι ο Κύριος ο Θεός σου, Θεός ζηλότυπος τιμωρών
τέκνα δι’ αμαρτίας γονέων μέχρι τρίτης και τετάρτης γενεάς εις εκείνους οι
οποίοι με μισούν. Το δε έλεός Μου στέλλω εις εκείνους, οι οποίοι με
αγαπούν και φυλάσσουν τας εντολάς μου, εις αυτούς και τους απογόνους
αυτών μέχρι χιλίων γενεών! (Ας προσέξουμε τι λέει ο Θεός: Η τιμωρία του
Θεού δεν είναι μεγαλύτερη της φιλανθρωπίας Του. Ο Θεοδώρητος λέει πως η
έννοια βρίσκεται στη λέξη «μισούσι με», δηλαδή τιμωρεί τους απογόνους
εκείνους που αποδέχονται τα έργα των πατέρων τους και μισούν και εκείνοι
τον Κύριο.... “πρόσεχε ακριβώς ότι την μεν τιμωρία ήπλωσε μέχρι τετάρτης
γενεάς, τη δε φιλανθρωπία εις χιλίας γενεάς καθώς λέει ο Σεύηρος”).
2. «Δεν θα προφέρεις το όνομα του Κυρίου σου δια μάταια και ευτελή
πράγματα, διότι ο κύριος δεν θεωρεί καθαρό, αθώο, εκείνον ο οποίος
προφέρει το όνομά Του ματαίως και ασκόπως.
3. Ενθυμήσου την ημέρα του Σαββάτου, ώστε να αφιερώνεις ταύτην εις Εμέ.
Τηρών την αργίαν ταύτης.... (Όπως ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο σε έξι
ημέρες και την έβδομη ημέρα αναπαύτηκε, έτσι και ο άνθρωπος εις
ανάμνησιν αυτού του γεγονότος ώς δήλωση ότι όλος ο χρόνος ανήκει στο
Θεό, έπρεπε να αφιερώνει μία ημέρα της εβδομάδας στον Κύριο).
4. Τίμα τον πατέρα σου και τη μητέρα σου, διά να ευτυχήσεις και να γίνεις
μακροχρόνιος...( Εξ’ ίσου τιμάται εδώ ο άνδρας με τη γυναίκα. Την εποχή
εκείνη όλες οι αρχαίες νομοθεσίες δεν έδιναν καμία αξία στη γυναίκα. Να η
ανωτερότητα της Ιουδαϊκής νομοθεσίας και η θεοπνευστία της).
5. Ου μοιχεύσεις.
6. Ου κλέψεις.
7. Ου φονεύσεις.
8. Ου ψευδομαρτυρήσεις κατά του πλησίον σου μαρτυρία ψευδή.
9. Ουκ επιθυμήσεις την γυναίκα του πλησίον σου.
10. Ουκ επιθυμήσεις την οικίαν του πλησίον σου ούτε τον αγρόν αυτού ούτε τον
παίδα αυτού ούτε την παιδίσκην αυτού ούτε του βοός αυτού ούτε του
υποζυγίου αυτού ούτε παντός κτήνους αυτού ούτε όσα του πλησίον σου εστί.

Ο δεκάλογος αυτός είναι πράγματι θεόπνευστος, σε καμία άλλη θρησκεία ή


νομοθεσία της αρχαιότητας συναντάμε τον μονοθεϊσμό της πρώτης εντολής, τον
Σαββατισμό, άρα τον κύκλο των επτά ημερών της εβδομάδας . H δε συντομία, η
σαφήνεια, η απλότητα, το βάθος η ανωτερότητα του Μωσαϊκού νόμου δεικνύουν την
θεία καταγωγή του.

Ο λαός δεν άκουγε άλλα έβλεπε. Aντιλαμβανόταν την φωνή του Θεού υπό την
μορφή βροντών. Τούτη η μεγαλοπρεπής εμφάνιση του Θεού προκάλεσε τρόμο στους
Εβραίους οι οποίοι ζήτησαν από τον Μωυσή να τους μιλά εκείνος και όχι ο Θεός για
να μη πεθάνουνε. Στην Καινή Διαθήκη όταν ομιλεί ο Θεός προκαλεί άρρητη
γλυκύτητα. Να διαφορά των δύο διαθηκών.

73
Ακολούθως ο Θεός περνά στο δεύτερο στάδιο της αποκαλύψεως στο «βιβλίο της
διαθήκης» όπως ο Ίδιος το ονομάζει , το οποίο περιλαμβάνει νόμους λατρείας,
νόμους προσωπικών δικαιωμάτων, νόμους ιδιοκτησιακούς, νόμους μικτούς και
ορισμένες υποσχέσεις.

Α) Ο Θεός διατάσει «εν παντί τόπω» να κτιστούν θυσιαστήρια όπου θα


τελούνται εις το Πρόσωπό του ειρηνικές θυσίες. Ο Θεός αρχικά απαγορεύει την
κατασκευή θυσιαστηρίων από λίθους λαξευμένους διότι δεν είχαν ακόμη μόνιμη
διαμονή και αν εγκατέλειπαν αυτά οι ειδωλολάτρες που θα τα έβρισκαν θα τελούσαν
εκεί ειδωλολατρικές θυσίες. Έτσι οι απλές κατασκευές από χώμα ή σωρούς από
πέτρες εύκολα θα διαλύονταν.

Β) Εν συνεχεία ο Θεός έδωσε νόμους σχετικούς με τους δούλους. Ποιοι εβραίοι


γίνονταν δούλοι; Αυτοί που είχαν χρέος ανεξόφλητο. (Λευιτ.25,39). Αυτός που είχε
λοιπόν ανεξόφλητο χρέος θα γινόταν δούλος μέχρι έξι χρόνια, το έβδομο θα
αφήνονταν ελεύθερος παίρνοντας μάλιστα και δώρο από τον κύριό του φεύγοντας
απ’ αυτόν.

Αξιοσημείωτη είναι νομική προστασία που παρέχεται στις γυναίκες δούλες διότι η
κατάχρηση αυτών ήταν ευκολότερη. Δούλες γίνονταν συνήθως οι κόρες των
χρεοφειλετών. Έτσι: α) αν μία δούλη δεν άφηνε ικανοποιημένο τον κύριό της,
μπορούσε αυτός να την πωλήσει όχι σε ξένο αλλά σε εβραίο υπήκοο. Β) αν κάποιος
πάντρευε τη δούλη του με τον υιό του, ήταν υποχρεωμένος να της φέρεται ισότιμα με
τα παιδιά του, γ) αν κάποιος παντρευόταν και άλλη γυναίκα πέρα αυτής (πολυγαμία
υπήρχε τότε) ήταν υποχρεωμένος να τη συντηρεί και να της παρέχει και τα συζυγικά
καθήκοντα. Αν δεν το έκανε ήταν υποχρεωμένος να την αφήσει ελεύθερη.

Μη νομίσει κανείς πως ο νόμος αυτός ήταν σκληρός. Σε άλλους νόμους της
αρχαιότητας οι δούλοι και οι δούλες κανένα δικαίωμα δεν είχαν. Ποτέ δεν
αποκτούσαν την ελευθερία τους αν παρέμεναν δούλοι πάνω από τριετία!

Γ) Νόμοι σχετικοί με φόνους, έλλειψη σεβασμού προς τους γονείς και


κτυπήματα άλλων: Ήταν σαφής η εντολή για εκείνον που θα φόνευε κάποιον.
Θάνατος. Και τούτο επειδή η ζωή του ανθρώπου ανήκει στον Θεό. Τρεις άλλες
περιπτώσεις τιμωρούνταν δια θανάτου. Α) όταν κάποιος κτυπούσει τους γονείς του.
Οι άλλοι κώδικες των αρχαίων νόμων αγνοούσαν την εποχή εκείνη τη μητέρα. β) ο
κακολογών τον πατέρα ή τη μητέρα αυτού. Γ) αν κάποιος άρπαζε δια της βίας και
πωλούσε κάποιον για δούλο.

Αν κάποιος χτυπούσε αλλά δεν θανάτωνε κάποιον άλλο, όμως του προκαλούσε
τραύματα, τότε ήταν υποχρεωμένος να του πληρώσει τα ημερομίσθια και τη
νοσήλεια του. Αν δε κάποιος, κατά τη διάρκεια που ράβδιζε τη δούλη ή τον δούλο
του (ήταν η συνήθης τιμωρία που υπόκεινταν οι δούλοι) και ο δούλος πέθαινε κατά
την ώρα της τιμωρίας τότε αυτός θα τιμωρούνταν με θάνατο. Αν όμως ο δούλος
ζούσε μετά τον ραβδισμό δύο τρεις μέρες, τότε ο κύριος αυτού δεν είχε καμία
συνέπεια της πράξης του, διότι ο δούλος θεωρούνταν ως ιδιοκτησία αυτού.

Μη νομίσει κάποιος πως οι νόμοι αυτοί ήταν απάνθρωποι. Διότι την εποχή εκείνη τα
υπόλοιπα έθνη δεν προέβλεπαν καμία απολύτως νομοθεσία για την προστασία των
δούλων. Είναι μεν ατελής οι νόμοι αυτοί συγκριτικά με τους ευαγγελικούς νόμους,

74
όμως πρέπει να λάβουμε υπόψιν μας τη εποχή και τις κοινωνικές συνθήκες που
επικρατούσαν τότε.

Ας προσέξουμε τώρα τον παρακάτω νόμο που αφορά τα έμβρυα: «Εάν φιλονικούσαν
δύο άνδρες και κτυπούσαν κατά τη διάρκεια της συμπλοκής γυναίκα έγκυο και το
παιδί πέθαινε ενώ ήταν ακόμη ασχημάτιστο (εννοεί πρό του τετάρτου μηνός της
εγκυμοσύνης), ο ένοχος θα τιμωρούνταν με πρόστιμο το οποίο θα ήταν ανάλογο των
απαιτήσεων της συζύγου της γυναικός. (άρα εδώ ο νόμος θεωρεί την θανάτωση του
εμβρύου όχι ως φόνο αλλά ως σωματική βλάβη της γυναικός)... εάν όμως το εξελθόν
παιδίον ήταν σχηματισμένο (δηλ. μετά τον τέταρτο μήνα της εγκυμοσύνης) , ο
ένοχος θα έδιδε ζωής αντί ζωής εφαρμοζομένου του νόμου της ταυτοπαθείας. Ο
οποίος είναι ο εξής: οφθαλμός αντί οφθαλμού, οδόντα αντί οδόντος, χείρα αντί
χειρός, πόδα αντί ποδός, έγκαυμα αντί εγκαύματος, πληγήν αντί πληγής, μώλωπα
αντί μώλωπος» (στην δεύτερη περίπτωση λοιπόν που το έμβρυο ήταν σχηματισμένο,
το έμβρυο θεωρούνταν πρόσωπο, έχοντας ίσα δικαιώματα με κάθε άλλο άνθρωπο
και η θανάτωση αυτού τιμωρούνταν με τον παραπάνω νόμο της ταυτοπαθείας)....

Ο νόμος της ταυτοπαθείας δεν είναι απάνθρωπος όπως οι ορθολογιστές ισχυρίζονται.


Ο κώδικας του Χαμουραμπί και ο Ασσυριακός νόμος που ήταν σε εφαρμογή την
εποχή εκείνη προέβλεπε να τιμωρούνται αθώα τέκνα αντί του ενόχου πατρός. Πόση
λοιπόν είναι εδώ η ανωτερότητα του Μωσαϊκού νόμου!

Ας προσέξουμε επίσης στον νόμο που αναφέρεται στο Εξ. 22, 2-3 κατά τον οποίο αν
κάποιος κλέψει και τη στιγμή της κλοπής πιαστεί και θανατωθεί από τον ιδιοκτήτη, ο
ιδιοκτήτης δεν θα τιμωρούνταν για τον φόνο που διέπραξε διότι βρίσκονταν σε
καθεστώς ψυχικής έξαψης. Αν όμως την επομένη ημέρα ή μετά από ώρες σκότωνε
τον κλέφτη τότε θα τιμωρούνταν με θάνατο. Εδώ λοιπόν παρατηρούμε σε αντίθεση
με όλους τους άλλους ισχύοντες νόμους της αρχαιότητας πόσο ανώτερος και
λογικότερος είναι ο Εβραϊκός νόμος ο οποίος λαμβάνει υπόψη του τις συνθήκες κατά
τις οποίες ένα έγκλημα διεπράχθη.

Δ) Λοιποί νόμοι: Ο Θεός προστατεύει τις απατημένες παρθένες, απαγορεύει την


κτηνοβασία, την ειδωλολατρία και την μαγεία, τα οποία παραπτώματα τιμωρεί με
θάνατο. Προστατεύει επίσης τους ξένους, τις χήρες τα ορφανά και τους πτωχούς
δίδοντας εν τέλη την εντολή Του: «Θα είσθε άγιοι άνθρωποι ενώπιόν Μου».

Ε) Νόμοι δια τους δικαστικούς: Τους δικαστικούς ο Θεός τους ήθελε άμεμπτους
στην κρίση τους. Να μην ακολουθούσαν τη γνώμη της πλειονότητας αλλά την δίκαιη
κρίση. Να μην κάμπτονταν από την πτωχεία του πένητος, να βοηθούσαν τους
εχθρούς τους συμφιλιωνόμενοι τελικά με αυτούς, να μην δωροδοκούνταν, να μην
αδικούσαν τον προσήλυτο δηλαδή τον ξένο στην πατρίδα τους.

Ο Θεός υποσχέθηκε στο λαό Ισραήλ ότι αν αυτοί τηρούσαν τους νόμους Του θα τους
οδηγούσε στην γη της επαγγελίας διώχνοντας σταδιακά από κει όλους τους εχθρούς
τους.

Η Διαθήκη αυτή επικυρώθηκε με την κλήση του Μωϋσέως του Ααρών και 73
πρεσβυτέρων που ανέβηκαν στο όρος Σινά. Ο Μωυσής διάβασε τους νόμους στο λαό
ο οποίος αποδέχθηκε τους όρους της διαθήκης. Στη συνέχεια ο Μωυσής έστησε
θυσιαστήριο αποτελούμενο από 12 λίθους (12 φυλές του Ισραήλ) και εκεί προσέφερε

75
ολοκαυτώματα ειρηνικά. Το μισό αίμα των ζώων που προσφέρθηκε το
χρησιμοποίησε για το ραντισμό του θυσιαστηρίου και το άλλο μισό για να ραντίσει
το λαό. Η πράξη αυτή συμβολίζει την εξιλέωση και την καθαρότητα. Το Αίμα επίσης
επικύρωσε τη διαθήκη ως πράξη ένωσης του Θεού με τον Ισραηλιτικό λαό.

Και ο Κύριος Ιησούς Χριστός επικύρωσε την Καινή Διαθήκη με το δικό Του το
Αίμα.

Ο Θεός ενεφανίσθη στους πρεσβυτέρους, τον Μωυσή και τον Ααρών ως επικύρωση
της Διαθήκης. Πως εμφανίσθηκε; Μάλλον με ανθρώπινη μορφή· διότι γίνεται λόγος
περί ποδών (εξ. 24, 10-11). Έτσι επικυρώθηκε η Διαθήκη του Θεού με τους
Εβραίους με την τελική παρουσία του ίδιου του Θεού. Ο τόπος που στάθηκε ο Θεός
είχε την εικόνα σαπφείρου και καθαρού ουρανού χρώματος κυανού διαφανές.
Εικόνες της Θείας καθαρότητας και μεγαλοπρέπειας!

Έξοδος ζ) Το ιερό θυσιαστήριο και οι


ιερείς αυτού.

Ο
Μωυσής ανέβηκε στην κορυφή του όρους Σινά, όπου εκεί παρέμεινε 40 μέρες δίχως
τροφή και νερό μέσα στη φωτεινή νεφέλη της παρουσίας του Θεού. Εκεί ο Κύριος
του έδωσε οδηγίες για την ίδρυση της Σκηνής του Μαρτυρίου. Βάση αυτών των
οδηγιών όλοι οι ισραηλίτες εν αρχή έπρεπε να προσφέρουν χρυσό, άργυρο, χαλκό
και πορφύρα υλικά για την κατασκευή του Θυσιαστηρίου. Το γεγονός ότι ο Θεός
ζήτησε χαλκό και όχι σίδηρο είναι στοιχείο ότι το κείμενο ανέρχεται στο 1200 π.Χ
δηλ. στην εποχή του χαλκού, δείγμα της ιστορικής αξιοπιστίας της Βίβλου.

76
Ο Κύριος έδωσε ακριβή και λεπτομερή περιγραφή για την κατασκευή της Κιβωτού,
διότι Αυτός ήταν ο αρχιτέκτων του παλατίου Του.

Η Κιβωτός της Διαθήκης: Το ιερότερο μέρος της Σκηνής του θυσιαστηρίου ήταν η
Κιβωτός και συγκεκριμένα το ιλαστήριο αυτής το οποίο θεωρούνταν ως θρόνος του
Θεού. Από κει μιλούσε ο Θεός στο λαό Του. Εντός του Ιλαστηρίου ήταν
τοποθετημένες οι πλάκες της Διαθήκης, η στάμνα με ο μάνα και η ράβδος του
Ααρών η βλαστήσασα.

Το Ιλαστήριο ήταν το μέσο εξιλασμού των Εβραίων, καθόσον τούτο εραντίζετο με


το αίμα της θυσίας των προσφερομένων ζώων προς συγχώρηση των αμαρτιών τους.
Τη λέξη Ιλαστήριο χρησιμοποιεί και ο Απ. Παύλος για τον Χριστό ο Οποίος
λύτρωσε το ανθρώπινο γένος από τα δεσμά του θανάτου.. (Ρωμ. 3,25).

Στην Κιβωτό της Διαθήκης κατασκευάστηκαν δύο Χερουβείμ τοποθετημένα το ένα


αντικρυστά από το άλλο. Τα Χερουβείμ είναι ανώτεροι άγγελοι, οι οποίοι εδώ είχαν
μορφή ανθρώπου. Ταύτα ήσαν υπό της υπηρεσίας του Θεού και δεν παρείχαν στους
Ιουδαίους καμία πρόφαση ειδωλολατρίας.

Η τράπεζα των άρτων της προθέσεως: Η τράπεζα των άρτων της προθέσεως ήταν
περίπου ίση σε διαστάσεις με τη Κιβωτό της διαθήκης. Τρία πράγματα κοσμούσαν
την τράπεζα: α) Διακοσμητική κορνίζα χρυσή στο πάνω μέρος και γύρω-γύρω, β)
Μία λωρίδα πλάτους μιας παλάμης μεταξύ των ποδών της τραπέζης προς στερέωσή
της, γ) Στεφάνη κυματιστή γύρω-γύρω της τραπέζης προς διακόσμηση.

Πάνω στην Τράπεζα βρίσκονταν τα τρυβλία που ήταν δίσκοι στους οποίους πάνω
έθεταν τους άρτους της προθέσεως. Υπήρχαν επίσης θήκες για το λιβάνι, τα
σπονδεία που ήταν δοχεία οίνου προς θυσία και μικρά ποτηράκια για την άντληση
του οίνου.

Η επτάφωτος λυχνία, η οποία συμβόλιζε την επαγρύπνηση· όχι μόνο με το φως που
έδινε αλλά και με τη μορφή της ανθισμένης αμυγδαλιάς που είχε.

Τέσσερα καλύμματα της Σκηνής του Μαρτυρίου: Το πρώτο κάλυμμα είχε πάνω
του ραμμένα Χερουβείμ και κάλυπτε όλη τη σκηνή του μαρτυρίου.

Το δεύτερο κάλυμμα, ήταν κατασκευασμένο από μαλί αιγών και είχε ως σκοπό να
προστατεύσει το πρώτο λινό κάλυμμα.

Το τρίτο κάλυμμα ήταν κατασκευασμένο από δέρμα κριαριού και το τέταρτο από
δέρμα αλεπούς ή φώκιας και σκοπό είχαν τη προστασία της Σκηνής από τη βροχή.
Το χρώμα τους ήταν κυανό.

Η Σκηνή του Μαρτυρίου χωρίζονταν δια παραπετάσματος στα Άγια και στα Άγια
των Αγίων. Στα Άγια ήταν τοποθετημένη η Τράπεζα της προθέσεως και η χρυσή
λυχνία, ενώ μέσα στα Άγια των Αγίων ήταν τοποθετημένη η Κιβωτός του
Μαρτυρίου. Τέλος υπήρχε και ένα ακόμη παραπέτασμα στη θύρα της Σκηνής του
Μαρτυρίου.

Το θυσιαστήριο των ολοκαυτομάτων βρίσκονταν εντός της αυλής της Σκηνής και

77
εκεί κατακαίονταν τα ζώα της θυσίας. Η αυλή της Σκηνής είχε μήκος 100 πήχεων με
τη θύρα της εισόδου να βρίσκεται στο Ανατολικό μέρος αυτής ώστε ακόμη και ο
ήλιος να την προσκυνά και οι ισραηλίτες να μη προσκυνούν τον ήλιο που είναι
κτίσμα άλλα τον Δημιουργό.

Ο σκοπός της Αυλής ήταν εκεί να τοποθετηθεί το θυσιαστήριο των ολοκαυτομάτων,


όπου εκεί ο λαός προσέφερε τις θυσίες του. Στα Άγια έμπαιναν μόνον οι ιερείς και

στα Άγια των Αγίων μόνο ο αρχιερεύς και αυτός άπαξ μόνο του έτους.

Το θυσιαστήριο των θυμιαμάτων: Μήκους 1m και πάχους 50cm από χρυσό ήταν
το θυσιαστήριο των θυμιαμάτων στο οποίο ο ιερεύς έκαιγε θυμίαμα το πρωί κατά
την προσφορά της θυσίας και το απόγευμα όταν άναβε ο Ααρών τους λύχνους.

Οι τεχνίτες που εξέλεξε ο Θεός για την κατασκευή της Σκηνής του Μαρτυρίου ήταν
ο Βεσελεήλ και ο βοηθός του Ελιάβ.

Η εγκατάσταση της Ααρωνικής ιεροσύνης: Ο Θεός κάλεσε τον Μωυσή δίδοντάς


του εντολή να ετοιμάσει τον Ααρών και τους υιούς του Ναβάδ, Αβιούδ, Ελεάζαρ,
Ιθάμαρ στο ιερατικό αξίωμα. Ο Μωυσής είχε το ρόλο του μεσίτη στην παλαιά
λατρεία.

Ικανοί ιεροράπτες χαριτωμένοι από τον Κύριο έπρεπε να αναλάβουν την κατασκευή
των αμφίων.

Παραθέτουμε παρακάτω τα αρχιερατικά άμφια και τη σημασία που αυτά είχαν:

Α) επωμίς ή εφώδ: Ήταν άμφιο του αρχιερέως το οποίο αποτελούνταν από δύο
υφασμάτινα τεμάχια τα οποία κάλυπταν το στήθος και ράχη του αρχιερέως. Τα δύο
υφάσματα συνδεόταν μεταξύ τους με τιράντες στους ώμους, εξ’ ου και επωμίς. Το
άμφιο αυτό ήταν πολυτιμότατο διότι ήταν κατασκευασμένο από χρυσές κλωστές και
εξαίρετο βύσσο. Είχε ποικίλα χρώματα κυανό, ερυθρό, , ξανθό. Ήταν λίαν
εντυπωσιακό. Ο Θεός ήθελε δια της εξωτερικής λάμψεως να οδηγήσει στην
εσωτερική αξία του αμφίου αυτού.

Στις δύο επωμίδες ήταν τοποθετημένοι αντίστοιχα δύο πολύτιμοι λίθοι που είχαν
πάνω τους σκαλισμένα τα ονόματα των 12 φυλών του Ισραήλ. Εμφανιζόμενος ο
Ααρών έτσι ενώπιον του Θεού υπενθύμιζε σ’ Αυτόν όλο τον λαό.

Β) Περιστήθιο, το Λογείον της κρίσεως: Με το ίδιο ύφασμα που ήταν


κατασκευασμένο το εφώδ, ήταν και το λογείον της κρίσεως. Αυτό ήταν το
πολυτιμότερο αρχιερατικό άμφιο. Είχε κρεμασμένες πάνω του τέσσερις σειρές
πολύτιμων λίθων. Τρεις λίθοι ήταν σε κάθε σειρά. Σε κάθε λίθο ήταν χαραγμένο ένα
όνομα των υιών Ισραήλ. Οι λίθοι αυτοί κρέμονταν στο στήθος του αρχιερέως
σημαίνοντας πως αυτός είχε στην καρδιά του όλο το λαό ενώπιον του Θεού.
Ονομαζόταν λογείον της κρίσεως, διότι δι’ αυτού ο Θεός εξέδιδε τις αποφάσεις Του.
Ήταν όμοιο περίπου με το εγκόλπιο του σημερινού αρχιερέως. Προσέφερε τη
δήλωση και την αλήθεια (εξ. 28,26) που ήταν δηλ. η Θεία αποκάλυψη και η
επιβεβαίωση αυτής.

78
Γ) Ποδήρης χιτών: Υποδύτη καλεί η Γραφή τον εσωτερικό χιτώνα. Επ’ αυτού έπιπτε
το εφώδ. Δεν έφθανε μέχρι των πελμάτων των ποδών αλλά λίγο πάνω απ’ αυτά. στο
κάτω μέρος του χιτωνίου κρέμονταν χρυσά κουδουνάκια και καρποί ροδιάς ώστε
αυτά προξενώντας θόρυβο να θυμίζουν στον αρχιερέα Εκείνον που διέταξε την
κατασκευή αυτών.

Δ) Αρχιερατική μίτρα: επί της κεφαλής υπήρχε κίδαρις, ένα είδος σκεπάσματος της
κεφαλής. Αυτή κάλυπτε το μέτωπο του αρχιερέως με μία ταινία η οποία έφερε ένα
χρυσό πέταλο στο οποίο πάνω ήταν γραμμένο το όνομα του Θεού. Η αγιότητα αυτού
του πετάλου εξάγνιζε τις προσφορές του λαού από την αμαρτία. Στην κορυφή της
μίτρας υπήρχε μία τούφα μαλλιών, η οποία μιμούμενη τον ουρανό είχε το χρώμα
αυτού δηλώνοντας πως ο αρχιερεύς ήταν ουράνιος πολίτης.

Ενδύματα των ιερέων: Χιτών, ζώνη, κίδαρις, περισκελίς ήταν τα άμφια των ιερέων
τα οποία ομοίαζαν με αυτά του αρχιερέως και γι’ αυτό δεν περιγράφονται εκτενώς
στη Γραφή.

Το τυπικόν της χειροτονίας των ιερέων: Κατά την χειροτονία του Ααρών και των
υιών του στο αρχιερατικό και ιερατικό αξίωμα αντίστοιχα έπρεπε να ακολουθηθεί το
εξής τυπικό: πλύσιμο των χειροτονουμένων, ένδυση αυτών με τα άμφια, χρίσις δι’
αγίου ελαίου, σύμβολο εκχύσεως της θείας χάριτος, θυσία μόσχου υπέρ των ιερέων
προς καθαγιασμό τους, προσφορά των πολυτιμοτέρων μερών του ζώου στο Θεό.
Συγκεκριμένα αφιερώνονταν στο Θεό το στέρνο του ζώου ως σύμβολο της κάλυψης
της γαστριμαργίας, οι νεφροί ως προστασία από τις σαρκικές ηδονές, το ήπαρ ως
αντιμετώπιση του θυμού. (ερμηνεία συμβολισμών κατά τον Θεοδώρητο). Κατόπιν τα
μολυσμένα μέρη του ζώου ( δέρμα, κόπρος μετά των εντέρων) καίονταν εκτός του
θυσιαστηρίου.

Κατόπιν έπρεπε να ακολουθήσει η θυσία δύο κριών. Το πρώτο αφού καθαρίζονταν


έπρεπε να καεί ολόκληρο ως ολοκαύτωμα, σύμβολο της ολοκληρωτικής αφοσίωσης
στο Θεό.

Με το αίμα του λοβού του δεύτερου κριαριού το οποίο ονομαζόταν κριός της
τελείωσης, θα αλείφονταν το δεξί αυτί, το άκρο της δεξιάς χειρός, το άκρο του
δεξιού ποδός ως έκφραση υπακοής και εφαρμογής του θείου θελήματος.

Εν τέλει γινόταν ραντισμός δια αίματος και ιερού ελαίου των υιών του Ααρών. Η
τοποθέτηση των θυσιών διά των χειρών του Μωυσέως στα χέρια των ιερέων και
κατόπιν η μεταφορά τους στο θυσιαστήριο εγκαινιάζει τους ιερείς στις θυσίες και
χειροτονεί αυτούς. Τέλος ακολουθεί το ιερό δείπνο το οποίο δηλώνει την ένωση
Θεού και Ισραήλ.

Επτά ημέρες επαναλήφθηκε το τυπικό αυτό της χειροτονίας.

Εν τέλη ο Θεός υπενθύμισε στον Μωυσή τη σπουδαιότητα της τήρησης της αργίας
του Σαββάτου και έπαυσε πλέον να του μιλά.

79
Έξοδος η) Η αποστασία των Εβραίων
και η αποκατάσταση της διαρραγείσης
διαθήκης.
Η χρονική παράταση του Μωυσέως στην
κορυφή του όρους Σινά έφερε αναταραχή
στο λαό του Ισραήλ. Κάποιοι μάλιστα
επαναστάτησαν εναντίον του Ααρών,
απαιτώντας από αυτόν να κατασκευάσει
κάποιο αγαλματίδιο για θεό ώστε να
έχουν αισθητή την παρουσία του θεού
στη ζωή τους. Ίσως οι ισραηλίτες
υπέθεσαν ότι ο Μωυσής έγινε
παρανάλωμα της επί της κορυφής του
όρους Σινά θείας εκλάμψεως. Υποκινητές
αυτής της ανταρσίας φαίνεται να ήταν οι ιερείς οι μη ελθόντες στο όρος μετά του
Μωυσέως κινούμενοι από ζηλοτυπία.

Ο Ααρών μάζεψε όλα τα χρυσά κοσμήματα των γυναικών και τα έρριψε σε


χωνευτήρι λιώνοντάς τα. Κατόπιν έφτιαξε ένα χρυσό μοσχάρι το οποίο το παρέδωσε
στους ισραηλίτες για θεό.

Το ερώτημα που προκύπτει είναι το πως ο Ααρών παρασύρθηκε σε αυτή την


ανταρσία. Από φόβο είναι οπωσδήποτε η απάντηση και παρά τη θέλησή του. Η
πολυετής παραμονή των Εβραίων στην Αίγυπτο είχε ποτίσει την ψυχή τους από την
ειδωλολατρία.

Οι Εβραίοι δεν ήθελαν επί της ουσίας να λατρέψουν το χρυσό μοσχάρι για θεό, αλλά
τον Θεό τους υπό αισθητή μορφή. Από την άλλη μεριά ο Ααρών θέλησε να
καταπολεμήσει το φιλόκοσμο και φιλοχρήματο πάθος με τη μανία της
δεισιδαιμονίας. Αλλά ούτε όμως αυτό τη μανιώδη λύσσα του πάθους τους.

Ο Θεός πληροφόρησε τον Μωυσή για την αποστασία των ισραηλιτών και την
πρόθεσή Του να καταστρέψει τον αμαρτωλό λαό φτιάχνοντας από τον Μωυσή ένα
νέο έθνος. μεγάλη η πρόκληση και η τιμή που του υποβάλλεται. Πρότρεψε μάλιστα
τον προφήτη να μην προσευχηθεί για τους ενόχους. Παρακινώντας με αυτό τον
τρόπο την παράκληση καθώς λέει ο Αγ. Γρηγόριος. Ο Μωυσής όμως δια της
σεμνότητάς του αποδείχθηκε αληθινός μεσίτης του λαού του επιτυγχάνοντας τελικά
το έλεος και όχι τη διάλυση της διαθήκης.

Μόλις ο Μωυσής μαζί με τον Ιησού του Ναυή κατέβηκαν από το όρος Σινά είδαν με
τα μάτια τους το μέγεθος της αποστασίας. Και επειδή η όραση είναι δυνατότερη της
πληροφορίας ο Μωυσής έσπασε της θεοδημιούργητες πλάκες του νόμου που
κρατούσε στα χέρια του. Κατόπιν πήρε το χρυσό μοσχάρι το έλιωσε στη φωτιά και

80
το έριξε λιωμένο όπως ήταν σε ρυάκι αναγκάζοντας τους Εβραίους να πιούν από τα
νερά αυτά. Το έκανε αυτό για να αισθανθεί ο λαός την αδυναμία και επομένως την
ανυπαρξία του ψευδοθέου τους.

Έπειτα επέπληξε τον Ααρών και συγκέντρωσε κοντά του τη φυλή Λευί δίδοντας σ’
αυτούς εντολή να εξοντώσουν χωρίς οίκτο τους αμετανόητους αποστάτες,
ανεξάρτητα αν πολλοί από αυτούς ήταν στενοί συγγενείς τους. Τρεις χιλιάδες άνδρες
θανατώθηκαν εκείνη την ημέρα. Ο Μωυσής κατάγονταν από τη φυλή Λευί. Η φυλή
αυτή επειδή τιμώρησε την αποστασία έλαβε αργότερα ως αμοιβή την ιερωσύνη.

Ο Θεός ανακοίνωσε στον Μωυσή την πρόθεσή Του πλέον να μην οδηγήσει Αυτός
προσωπικά τους Εβραίους στη γη της επαγγελίας αλλά ένας άγγελός Του. Ο
Μωυσής όμως και πάλι παρακάλεσε το Θεό την πλήρη αποκατάσταση της διαθήκης
ώστε να συνοδεύσει ο ίδιος ο Θεός και όχι άγγελος το λαό λυγίζοντας και πάλι τον
φιλεύσπλαχνο Κύριο. Ζήτησε δε επιπλέον να δει οφθαλμοφανώς τον Θεό δίχως την
επισκίαση της νεφέλης. Οποία η οικειότητα του προφήτη με τον Θεό!

Ο Κύριος κάλεσε και πάλι τον Μωυσή στην κορυφή του όρους Σινά για την
επανασύναψη της διαρραγείσης διαθήκης. «Ο Κύριος πέρασε ενώπιον του Μωυσέως
και ακούσθηκαν προφερόμενα τα εξής: Κύριος ο θεός είναι οικτίρμων και ελεήμων,
μακρόθυμος και πολυέλεος και αξιόπιστος. Ούτος εφαρμόζει όλες τις αρετές του,
ιδίως το έλεός του σε χιλιάδες γενεών, συγχωρώντας ανομίες, αδικίες και αμαρτίες.
Αλλ’ όμως δεν αφήνει ατιμώρητο τον αμετανόητο αμαρτωλό, τιμωρώντας αμαρτίες
πατέρων επί τέκνων και εις εγγονούς μέχρι τρίτης και τετάρτης γενεάς».

Έτσι η επιθυμία του Μωυσή να δει τον Θεό εισακούσθηκε κατά το ήμισυ διότι είδε
μόνο το πίσω μέρος Αυτού. Δεν στάθηκε να δει όλη τη δόξα του Θεού διότι θα
πέθαινε.

Μετά από αυτά κατέβηκε ο προφήτης από το όρος πλήρης δόξης, αφού το πρόσωπό
του είχε γίνει τόσο φωτεινό που κανείς δεν μπορούσε να το αντικρύσει λόγω αυτής
της λαμπρότητας. Έτσι ο Μωυσής κάλυψε το πρόσωπό του για να γίνει προσιτός στο
λαό.

Το βιβλίο της εξόδου κλείνει με την κατασκευή της Σκηνής του μαρτυρίου και των
αρχιερατικών και ιερατικών αμφίων.

81
Λευιτικόν α) Αιματηρές και αναίμακτες
θυσίες.
Ο Κύριος κάλεσε τον Μωυσή στη Σκηνή
του μαρτυρίου για να του δώσει οδηγίες
σχετικές με το τελετουργικό των θυσιών
που έπρεπε να ακολουθήσει ο
ισραηλιτικός λαός.

Όπως θα δούμε όλο το πλαίσιο των


νομικών διατάξεων που διέπουν το
Λευιτικό, σκοπό έχουν να καλλιεργήσουν
στους Εβραίους την αίσθηση της
αμαρτίας και την προσδοκία του Μεσσία
που θα έδινε λύτρωση από το ζυγό της αμαρτίας και του θανάτου.

Άξιο προσοχής είναι επίσης το γεγονός ότι ο Κύριος δεν ξαναμίλησε στον Μωυσή
από το όρος Σινά αλλά εφεξής μόνο από τη Σκηνή του μαρτυρίου, διότι αυτή πλέον
θα αποτελούσε τον θρόνο του Θεού.

Α) αιματηρές θυσίες: Οι βόες και τα πρόβατα ήταν τα μόνα τετράποδα ζώα που
προσφέρονταν ως θυσία στο Θεό. Στις σπουδαιότερες θυσίες προσφέρονταν
αρσενικά ζώα, ενώ στις λιγότερο σπουδαίες και τα θηλυκά. Τα ζώα αυτά δεν έπρεπε
να φέρουν κανένα ψεγάδι, διότι σε διαφορετική περίπτωση θα λογίζονταν ως ύβρις
προς τον Κυρίο.

Ο προσφέρων έθετε πάνω στην κεφαλή του ζώου τα χέρια του, εκφράζοντας έτσι τη
συνταύτιση του ζώου με τον εαυτό του.

Στην αρχή τα ζώα τα έσφαζε ο ιερέας, αργότερα όμως λόγο του πλήθους των θυσιών
έσφαζαν και απλοί Λευίτες.

Η σφαγή του μοσχαριού συμβόλιζε την απομάκρυνση από την αμαρτία. Η δε του
αίματος έκχυση στο θυσιαστήριο σήμαινε την της ζωής αφιέρωση στην δόξα του
Θεού.

Τα ζώα πριν θυσιαστούν πλένονταν καλά στο εσωτερικό τους για να μη φέρουν
ακαθαρσίες.

Εκτός από μεγάλα ζώα θυσιάζονταν και μικρά και δη πτηνά. Τούτο γινόταν για να
μπορούν να θυσιάζουν και οι φτωχότερες κοινωνικές τάξεις. Έτσι οι πλούσιοι
θυσίαζαν βόδια, οι φτωχότεροι πρόβατα και οι πιο φτωχοί πτηνά. Ο Θεός δεν ήθελε

82
να είναι ο νόμος Του βαρύς. Δύο είδη πτηνών γινόταν ευπρόσδεκτα από τον Κύριο
για θυσία. Τα τρυγόνια και τα περιστέρια. Και τα δύο αφθονούσαν στην Παλαιστίνη
καθ’ όλο το έτος. Όλη η θυσία του πτηνού γινόταν επί του θυσιαστηρίου των
ολοκαυτωμάτων.

Β) Αναίμακτες θυσίες. Οι πιο φτωχοί ιουδαίοι μπορούσαν να προσφέρουν στο Θεό


σιμιγδάλι το οποίο θεωρούνταν η αφρόκρεμα των αλεύρων. Πάνω στο σιμιγδάλι
περίχυναν λάδι και κατόπιν λιβάνι. Ο ιερεύς γέμιζε τη χούφτα του από το
προσφερόμενο σιμιγδάλι και έθετε αυτό στο θυσιαστήριο. Το εναπομείναν μέρος της
θυσίας έμενε τμήμα αυτού στον προσφέροντα και τμήμα αυτού στον ιερέα.

Επίσης μπορούσε κάποιος να προσφέρει στον Κύριο άζυμους άρτους. Αυτοί ήταν
άρτοι χωρίς προζύμι μετά ελαίου και ψημένοι στο φούρνο. Λεπτότεροι άρτοι ήταν οι
λαγάνες για τους πιο αδύνατους ακόμη οικονομικά.

Τηγανόψωμα και ένα είδος λουκουμάδων μπορούσε επίσης κάποιος να προσφέρει


στον Θεό.

Καμία όμως θυσία δεν έπρεπε να εμπεριέχει προζύμι και μέλι και τούτο για να μην
ενθυμούνται οι ισραηλίτες το αιγυπτιακό τυπικό λατρείας.

Το αλάτι ήταν ένα συστατικό που συνόδευε κάθε θυσία, είτε αυτή ήταν αιματηρή
είτε αναίμακτη.

Χλωρά κοπανισμένα στάχυα ξεροψημένα στη φωτιά ήταν ακόμη ένα άλλο προϊόν
ευπρόσδεκτο από τον Θεό για θυσία. Πρόκειται περί της κοινώς λεγομένης ψάνης.
Στάχυες νέου σίτου εξηραίνεντο στη φωτιά και έπειτα ετρίβοντο μέχρις ότου ο σίτος
χωριζόταν του στάχυος. Ο σίτος αυτός έπειτα αλέθονταν και κοσκινίζονταν.
Χυνόταν έλαιον επ’ αυτού και λιβάνι.

Ο οίνος προσφέρονταν μαζί με τα ζώα και τον άρτο. Οίνος και άρτος ήταν μία
προτύπωση της Θείας Λειτουργίας.

Θυσία σωτηρίου λεγόταν μία θυσία κατά την οποία κάποιος κάτι είχε πετύχει και
ευχαριστούσε τον Θεό, ή κάτι ήθελε να πετύχει και ζητούσε τη βοήθεια του
Υψίστου. Συνεπώς η θυσία σωτηρίου δεν προσφέρονταν για αμαρτίες. Στις θυσίες
αυτές μπορούσε ο θυσιάζων να σφάξει ο ίδιος το προσφερόμενο ζώο. Το ζώο
μπορούσε να είναι ανεξαρτήτου φύλου αρκεί να μην είχε κάποιο σωματικό
ελάττωμα.

Ο Ιησούς Χριστός με τη θυσία Του στον Γολγοθά δεν κατήργησε αλλά συμπλήρωσε
και αναπλήρωσε όλες τις θυσίες των Εβραίων και δια τούτο εμείς και αίμα και λίπος
τρώμε σε αντίθεση με τους Ιουδαίους. Επομένως κάθε άλλη θυσία ζώου είναι
περιττή. Έτσι στη Α΄ κορ. 8, 2-3 δεν λαμβάνονται καθόλου υπόψιν τα ειδωλόθυτα
και κατ’ αναλογία και η βρώση του αίματος. Έτσι εμείς σήμερα χρησιμοποιούμε
αίμα στις μεταγγίσεις και λίπος στο φαγητό μας σε αντίθεση με τους Εβραίους.

83
Λευιτικόν β) Τυπικό των περί αμαρτιών
θυσιών.
Δύο είναι κατηγορίες των αμαρτημάτων. Οι θανάσιμες
αμαρτίες οι οποίες τιμωρούνταν είτε με την θανάτωση του
αμαρτήσαντος είτε με την ποινή του αποσυναγώγου και οι
συγγνωστές αμαρτίες για τις οποίες ορίστηκαν κάποιες
θυσίες ανάλογα με το αμάρτημα.

Α) Αν κάποιος αρχιερέας αμάρτανε ήταν σαν να


αμάρτανε όλος ο λαός διότι αυτός ήταν αντιπρόσωπος του
λαού. Επομένως η θυσία αυτού έπρεπε να είναι μεγάλη.
Ολόκληρο λοιπόν μοσχάρι έπρεπε αυτός να προσφέρει.
Θα το οδηγούσε ο ίδιος στο θυσιαστήριο ως δημόσια
ομολογία της πράξης του και θα το έσφαζε ο ίδιος ενώπιον του ιερού θυσιαστηρίου.

Β) Αν όλος ο ισραηλιτικός λαός αμάρτανε ενώπιον του Θεού και συναισθανόταν την
αμαρτία του, έπρεπε οι γεροντότεροι ως εκπρόσωποι όλου του λαού να θυσιάσουν
ένα μοσχάρι το οποίο θα έσφαζαν αυτοί και όχι οι ιερείς.

Γ) Αν κάποιος πολιτικός άρχοντας αμάρτανε, έπρεπε να θυσιάσει στον Θεό έναν


τράγο.

Δ) Αν κάποιος ιδιώτης αμάρτανε, έπρεπε να θυσιάσει ένα θηλυκό ζώο και όχι
αρσενικό όπως οι πολιτικοί άρχοντες, διότι η αμαρτία του θεωρούνταν μικρότερης
αξίας από τους πολιτικούς.

84
Λευιτικόν γ): Η εγκατάσταση της
Ααρωνικής ιερωσύνης.

Ο Μωυσής οδήγησε τον Ααρών και τους υιούς του στην είσοδο της Σκηνής του
Μαρτυρίου με σκοπό να τους χειροτονήσει ιερείς όπως τον διέταξε ο Θεός.
Ακολουθήθηκε ένα συγκεκριμένο τελετουργικό. Αρχικά τους έλουσε. Το λούσιμο
συμβόλιζε τη μεγάλη αγιότητα και καθαρότητα που έπρεπε να έχουν οι ιερείς ώστε
να τελούν τα ιερά τους καθήκοντα στο θυσιαστήριο. Κατόπιν τους έχρισε με λάδι το
οποίο εικόνιζε τη χάρη του Αγίου Πνεύματος.

Στη συνέχεια, έσφαξε ένα μοσχάρι, το οποίο το αφιέρωσε ως ολοκαύτωμα θυσίας

85
για τις αμαρτίες των ιερέων. Ακολούθως εσφάγησαν δύο κριάρια τα οποία επίσης
θυσιάστηκαν στο ιερό θυσιαστήριο. (Λεπτομέρειες του τυπικού του ολοκαυτώματος
του μοσχαριού και των δύο κριαριών αναφέρονται στο 8ο κεφάλαιο του Λευιτικού).
Ο Μωυσής ως χειροτονών τους ιερείς προσέφερε αυτός τα θυσιασθέντα ζώα
ενεργώντας ως μεσίτης αυτών ενώπιον του Θεού.
Ράντισε με έλαιο και αίμα τον Ααρών και τους υιούς του και τις ιερατικές στολές
αυτών. Άλειψε δε το δεξιό αυτί, τον αντίχειρα και το μεγάλο δάχτυλο του Ααρών με
αίμα. Η πράξη αυτή σήμαινε ότι ο νεοχειροτονούμενος έπρεπε να είναι πρόθυμος
στο να ακούει τις εντολές του Κυρίου, έτοιμος να πράττει το καλό και πρόθυμος να
βαδίζει στις οδούς του Κυρίου.
Εν τέλη ακολούθησε το δείπνο της θυσίας το οποίο σηματοδοτούσε την ένωση τον
ιερέων με τον Θεό. Είχαν γίνει πλέον οικείοι του Θεού.
Για 7 ημέρες μετά την χειροτονία τους οι ιερείς έπρεπε να παραμείνουν στο χώρο της
Σκηνής του Μαρτυρίου και τον προαύλιο αυτής χώρο, ώστε περισυλεγόμενοι να
αισθάνονται το δώρο που έλαβαν.
Την όγδοη ημέρα τελέσθηκε η πρώτη λειτουργία από τον Ααρών και τους υιούς του.
Δύο ειδών θυσίες τελέσθηκαν. Μία περί αμαρτίας των ιερέων, στην οποία
θυσιάστηκε ένα μοσχάρι και μία της ολοκαυτώσεως στην οποία θυσιάστηκε ένα
κριάρι.
Για το λαό θυσιάστηκαν ένα μοσχάρι περί αμαρτίας και ένα πρόβατο περί
ολοκαυτώσεως.
Η ειρηνική θυσία περιλάμβανε τη θυσία ενός μοσχαριού και ενός κριαριού.
Πραγματοποιήθηκε και αναίμακτη προς τον Θεό θυσία σεμιδάλεως.
Αμέσως μετά ο Μωυσής εισήγαγε τον Ααρών στα Άγια. Μέχρι τότε ο Ααρών δεν
είχε μπει ούτε στα Άγια, ούτε στα Άγια των Αγίων, αλλά στεκόταν στον προαύλιο
χώρο της Σκηνής.
Όταν εξήλθαν από τα Άγια ευλόγησε το λαό και φάνηκε η δόξα του Κυρίου ως πυρ
το οποίο κατέφαγε τα θύματα του θυσιαστηρίου. Έτσι επικυρώθηκε η συμφωνία και
καθιερώθηκε το νεοσύστατο ιερατείο του Ααρών.
Η αμαρτία του Ναβάδ και του Αβιούδ.
Δύο εκ των υιών του Ααρών, ο Ναβάδ και ο Αβιούδ υπέπεσαν πολύ νωρίς σε
αμαρτία κατά την τέλεση των ιερατικών τους καθηκόντων. Συγκεκριμένα,
προσέφεραν απρόσεκτα θυμίαμα στο Θεό σε διαφορετικό χρόνο από τον
διατεταγμένο εις αυτούς. Τότε φωτιά εξήλθε από το θυσιαστήριο και κατέκαυσε
αυτούς. Δεν τους έφαγε, ούτε τους εξαφάνισε, αλλά τους κεραυνοβόλησε αφήνοντάς
τους νεκρούς. Η τιμωρία αυτή φάνηκε υπερβολική στον Ααρών όμως παρόλα αυτά
εκείνος σιώπησε.
Ο Μισαδαή και Ελισαφάν (υιοί Μωυσή) δεν έλαβαν ανά χείρας τους νεκρούς
αμαρτήσαντες ιερείς, αλλά τους έσυραν έξω από τη Σκηνή του Μαρτυρίου για να
εκφράσουν έτσι την αποστροφή τους προς την αμαρτία των εξαδέλφων τους.
Ο Θεός μάλιστα απαγόρευσε στον Ααρών και τους υιούς του να πενθήσουν γι’
αυτούς. Ο λαός είχε όμως δικαίωμα να κλαύσει αυτούς. Πάνω λοιπόν από την
πατρική σχέση και αδελφική συγγένεια τοποθετήθηκε η του Θεού η ιερωσύνη.
Ούτε στην κηδεία τους δεν παρέστησαν ο Ααρών και οι υιοί του. Και τούτο για να
μην επισκιαστεί η χαρά του δώρου της ιερωσύνης που μόλις είχαν λάβει, από την
κοσμική λύπη του προξενούσε ο θάνατος συγγενικών προσώπων.

86
Λευιτικόν δ) Νόμοι σχετικοί με την
νομική καθαρότητα και
ακαθαρσία.
Α) Καθαρά και ακάθαρτα ζώα: Όπως πολύ εύστοχα
λέει ο Ωριγένης, ο διαχωρισμός αυτός μεταξύ καθαρών
και ακάθαρτων ζώων έγινε ώστε «αγίαν την ψυχήν
είναι εκπαιδεύων». Ο Θεός δηλαδή θέλησε να
απαγορεύσει στους ισραηλίτες τη βρώση κάποιων
ζώων, όχι γιατί αν τα τρώγανε θα πάθαιναν κάποιο
κακό στην υγεία τους, αλλά διά μέσου της υπακοής
στο άγιο θέλημά Του να προχωρήσουν πνευματικά και
ενωθούν μαζί Του ως περιούσιος και άγιος λαός.

Ένας γενικός κανόνας διακρίσεως των καθαρών από


τα ακάθαρτα ζώα ήταν σχιστοί όνυχες και ο
μηρυκασμός. Επομένως καθαρά ζώα θεωρούνταν τα
δίχηλα και μηρυκαστικά. Συνεπώς όλα τα υπόλοιπα
ζώα θεωρούνταν ακάθαρτα και ακατάλληλα για φαγητό.

Τα ψάρια, όσα είχαν πτερύγια και λέπια θεωρούνταν καθαρά, ενώ αυτά που δεν
διέθετα τις παραπάνω προϋποθέσεις ήταν ακάθαρτα.

Τα πτηνά ήταν κατάλληλα για φαγητό πλην των αρπακτικών. Από τα έντομα μόνο
κάποια είδη ακρίδων μπορούσαν να φαγωθούν.

Γενικά, όποιος άγγιζε ή έσερνε ή πολύ περισσότερο έτρωγε ακάθαρτο ζώο γινόταν
και αυτός ακάθαρτος για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα, ανάλογα το ύψος της
αμαρτίας που διέπραττε. Ακόμη και κάποιο σκεύος ή φαγητό αν έρχονταν σε επαφή
με ακάθαρτο ζώο έπρεπε να συντριφτεί ή να καεί.

Β) Ακαθαρσία και καθαρισμός των λεχώνων γυναικών: Σύμφωνα με τον Ωριγένη


οι λεχώνες θεωρούνταν ακάθαρτες διότι διά της γεννήσεως μεταδίδονταν το
προπατορικό αμάρτημα.

87
Οι γυναίκες θεωρούνταν ακάθαρτες κατά τη διάρκεια της έμμηνου ρύσης τους και
κατά τη διάρκεια του σαραντισμού τους μετά τη γέννα εφόσον γεννούσαν αγόρι. Αν
κάποια γυναίκα γεννούσε κορίτσι, ο χρόνος του σαραντισμού της ήταν διπλάσιος, όχι
για σωματικούς, αλλά για θρησκευτικούς λόγους. Διότι από τη γυναίκα εισήλθε στον
άνθρωπο το προπατορικό αμάρτημα.

Μετά το τέλος του ορισμένου χρόνου της ακαθαρσίας της μετά τη γέννα, κάθε
γυναίκα οδηγούνταν στο ναό όπου προσέφερε ανάλογα με την οικονομική της
κατάσταση θυσία ολοκαυτώμτος στον Κύριο. Έτσι, οι πιο ευκατάστατες αφιέρωναν
ένα πρόβατο ενός έτους και οι πιο οι αδύνατες οικονομικά περιστέρια ή τρυγόνια.
Τη θυσία των πτωχών αφιέρωσε και η Παναγία στον Κύριο, διότι ήταν ασθενής
οικονομικά.

Γ) Λέπρα: Υπήρχαν την εποχή εκείνη τρία είδη λέπρας τα οποία ήταν επικίνδυνα για
την δημόσια υγεία. Η ανθρώπινη λέπρα του δέρματος η οποία πολύ αναλυτικά και
τεκμηριωμένα επιστημονικά παρουσιάζεται στο 13ο κεφάλαιο του Λευτικού.
Επίσης υπήρχε η λέπρα των ενδυμάτων και η λέπρα των οικιών. Αν κάποιος
άνθρωπος κρίνονταν βάση της σωματικής του κατάσταση από τον ιερέα «λεπρός»,
τότε διώκονταν έξω της πόλεως και υποχρεώνονταν να κυκλοφορεί με σχισμένα
ρούχα και με ακάλυπτη κεφαλή και φώναζε σε όποιον έβλεπε «ακάθαρτος-
ακάθαρτος»· και τούτο, για να μη προσβληθεί από την ασθένεια ο περαστικός διότι
η λέπρα ήταν μεταδιδόμενο νόσημα.

Αν κάποιος λεπρός θεραπεύονταν μερικώς ή ολικώς από τη πάθησή του μπορούσε


να καλέσει τον ιερέα ώστε αυτός να διαπιστώσει ιδίοις όμασι τη θεραπεία του. Ευθύς
αμέσως ακολουθούσε το τυπικό ιεροτελεστίας της επανένταξης του στην κοινωνία το
οποίο περιγράφεται αναλυτικά στο 14ο κεφ. του Λευτικού.

Περί της λέπρας των ενδυμάτων και των σπιτιών πρέπει να τονισθεί πως αυτή δεν
είχε άμεση επίπτωση στη σωματική υγεία των ανθρώπων και προέρχονταν είτε από
υγρασία, είτε από παλαιότητα. Ο Θεός ήθελε να καταστήσει όμως σαφές στον
εκλεκτό Του λαό, πως η φθορά και η ασθένεια προέρχονταν από την αμαρτία και
προς ενθύμηση αυτού διέταξε κυρίως για θρησκευτικού λόγους τον καθαρισμό ή την
καταστροφή του αντικειμένου ή της οικείας ανάλογα της σοβαρότητας της κάθε
περίπτωσης. Βέβαια αυτό γίνονταν και για λόγους υγιεινής.

Άλλα είδη νομικής ακαθαρσίας: Η άσκοπη ρεύση του ανδρός η οποία δεν γίνονταν
κατά τη διάρκεια συνεύρεσης με τη γυναίκα του θεωρούνταν ως ακάθαρτη πράξη.
Τονίζεται ιδιαίτερα στο Λευιτικόν η αξία του ανδρικού σπέρματος, από το οποίο
δημιουργείται το ανθρώπινο σώμα και ως εκ τούτου τιμωρείται η άσκοπη ρεύση
αυτού. Βέβαια, ο νομοθέτης διαχωρίζει εκείνον ο οποίος πάθαινε νυχτερινή ρεύση
κατά τον ύπνο του και τον έκρινε με μεγαλύτερη επιείκεια.

Το αξιοπερίεργο είναι πως ο νομοθέτης έκρινε και ως ακάθαρτο το ανδρόγυνο το


οποίο φυσιολογικώς έρχονταν σε συνουσία. Τούτο το έκανε διότι δια της συνουσίας
και της συλλήψεως τέκνου μεταδίδεται και το προπατορικό αμάρτημα. Βεβαίως
μεγάλο αδίκημα θεωρούνταν η σεξουαλική πράξη εκτός του γάμου η οποία
κρίνονταν ως πορνεία.

88
Λευιτικόν ε): Νόμοι που οδηγούν στην
αγιότητα.
Στο Λευιτικό ο Θεός απαγόρευε την σύναψη γάμου όταν υπήρχε συγγένεια
αίματος ή εξ’ αγχιστείας. Πλήθος τέτοιων γάμων γίνονταν την εποχή εκείνη μεταξύ
των Περσών, αλλά και μεταξύ των Αιγυπτίων.

Απαγορεύονταν επίσης τα συζυγικά καθήκοντα κατά το χρόνο των εμμήνων


ρεύσεων των γυναικών. Τιμωρούνταν η αρσενοκοιτία και η κτηνοβασία, διότι αυτά
θεωρούνταν ντροπιαστικές πράξεις για την ανθρώπινη φύση.

Τόνιζε τα καθήκοντα της αγάπης προς τον πλησίον η οποία μπορούσε να εκφραστεί
με ποικίλους τρόπους: Απαγόρευε την πλήρη συγκομιδή των καρπών των χωραφιών
ώστε η ποσότητα από αυτά που περίσσευαν να αποτελούσαν τροφή για τους
φτωχούς.

Οι Εβραίοι έπρεπε να τηρούν τις δέκα εντολές που δόθηκαν στον Μωυσή στο Όρος
Σινά διότι αυτές δημιουργούσαν στο λαό αίσθημα φιλανθρωπίας. Ο Θεός ήθελε ο
εκλεκτός λαός Του να είναι φιλότιμος απέναντι στον πλησίον. Έτσι για παράδειγμα
διέτασσε να γίνεται άμεση πληρωμή των εργατών, απαγόρευε ως βδελυρή την
προσωποληψία και την ψευδομαρτυρία. Ζητούσε το σεβασμό στους γέροντες και τη
φιλάνθρωπη μεταχείριση των ξένων. Η εντολή «αγαπήσεις τον πλησίον σου ως
σεαυτόν» αποτελούσε το κεντρικό νόημα όλου του νόμου και η περίληψη του
κηρύγματος όλων των προφητών.

Οι ιερείς δεν έπρεπε να πενθούν και να συμμετέχουν στις κηδείες εκτός αν οι


τεθνεώτες ήταν στενοί συγγενείς τους. Και αυτό διότι η επαφή του ιερέως με νεκρό
τον καθιστούσε ακάθαρτο για επτά μέρες και ως εκ τούτου ανίκανο να τελέσει
λειτουργία. Ασφαλώς σε καμία περίπτωση δεν έπρεπε να σχίσουν τα ρούχα τους, να
ξυρίσουν το κεφάλι τους ή οτιδήποτε άλλο το οποίο θα δείκνυε πένθος. Ο αρχιερέας
μάλιστα δεν επιτρεπόταν να πενθήσει ούτε στενό συγγενή. Όπως μάλιστα λέει
χαρακτηριστικά το Λευιτικό δεν έπρεπε να πενθήσει ούτε στο θάνατο των γονέων
του. Και αυτό διότι με το πένθος του θα βεβήλωνε τον ιερό χώρο του Θεού διότι θα
λησμονούσε έστω και για λίγο την ιερή αποστολή του!

Για τον γάμο των ιερέων, σημειώνεται πως οι ιερείς μπορούσαν να παντρευτούν
παρθένο είτε αυτή ήταν από το λαό τους, είτε αυτή ήταν ξένη αρκεί η ξένη να
δήλωνε την επιθυμία της να ακολουθήσει την Εβραϊκή πίστη. Ο Αρχιερέας όμως
μπορούσε να παντρευτεί μόνο παρθένα γυναίκα και μόνο από τη φυλή Λευί και όχι
γυναίκα άλλης καταγωγής.

Οι ιερείς έπρεπε επίσης να είναι αρτιμελής χωρίς ψεγάδι χωρίς σωματικό ελάττωμα.
Απαγορεύονταν συνεπώς να γίνουν ιερείς τυφλοί, χωλοί, σημαδεμένοι. Οι ιερείς
έπρεπε να είναι ευπρόσωποι ως εκλεκτοί αφιερωμένοι του Θεού.

Ο Θεός παρέδωσε στους Εβραίους ένα συγκεκριμένο εορτολόγιο το οποίο έπρεπε να


τηρούν με μεγάλη ακρίβεια: Το Σάββατο που σημαίνει ανάπαυση στην Εβραϊκή

89
γλώσσα, ήταν η κατεξοχήν ημέρα αφιερωμένη στον Κύριο. Κατ’ αυτή την ημέρα
τίποτε κανείς δεν επιτρεπόταν να κάνει διότι την έβδομη ημέρα της δημιουργίας του
κόσμου αναπαύτηκε και ο Κύριος.

Το Πάσχα των Εβραίων εορτάζονταν από την 15η ως την 21η του μηνός Νισάν
δηλαδή του μηνός Μαρτίου. Τις ημέρες αυτές όπως και το Σάββατο ο λαός δεν
επιτρεπόταν να κάνει καμία χειρονακτική εργασία. Ήταν περίοδος αυστηρά
αφιερωμένη στο Θεό.

Άλλες εορτές ήταν η Πεντηκοστή, δηλαδή η πεντηκοστή ημέρα μετά το Πάσχα, η


πρωτοχρονιά, η εορτή του εξιλασμού κατά την οποία οι Εβραίοι με πολύ νηστεία
και θυσία στο Θεό εξιλεώνονταν από τις αμαρτίες τους. Η ημέρα αυτή ομοίαζε με τη
σημερινή Μεγάλη Παρασκευή των χριστιανών.

Η εορτή της Σκηνοπηγίας, η οποία ενθύμιζε στον ισραηλιτικό λαό την μακρά
οδοιπορία που έκαναν από την έρημο προς τη γη της επαγγελίας. Οκτώ ημέρες
διαρκούσε η Σκηνοπηγία κατά τις οποίες πραγματοποιούνταν διάφορες θυσίες στο
Θεό. Οι Εβραίοι έβγαιναν από τις κατοικίες τους την περίοδο αυτή και κατοικούσαν
σε σκηνές εις ανάμνηση της Εξόδου του Ισραήλ από την Αίγυπτο της δουλείας.

Επίσης, με τη συμπλήρωση επτά ετών από την καλλιέργεια της γης σήμανε ο
Σαββατισμός των ετών κατά τον οποίο η γη έπρεπε να αναπαυθεί, δηλαδή να μη
καλλιεργηθεί και οι αυτοφυείς καρποί της ανήκαν τότε στους φτωχούς. Επίσης , κάθε
πενήντα χρόνια εορτάζονταν το Ιωβιλαίο έτος, κατά το οποίο και πάλι η γη
αφήνονταν ακαλλιέργητη, ενώ παράλληλα χαρίζονταν τα χρέη των δούλων και τα
κτήματα επιστρέφονταν στους αρχικούς ιδιοκτήτες, οι δε δούλοι αφήνονταν
ελεύθεροι. Με αυτό τον τρόπο οι πλούσιοι δεν μπορούσαν να αυξήσουν επ’ άπειρο
τις κτήσεις τους εις βάρος των πτωχών, αλλά ούτε και οι φτωχοί αυξάνονταν
υπέρμετρα. Αν δε κάποιος πλούσιος στο μεσοδιάστημα πουλούσε το κτήμα που είχε
πάρει από δούλο σε κάποιον αγοραστή, ο αγοραστής αυτός είχε την επικαρπία της
ιδιοκτησίας αυτής μέχρι το ιωβιλάιο έτος κατά το οποίο επέστρεφε το κτήμα στον
αρχικό ιδιοκτήτη.

Κάποιος θα μπορούσε να αναρωτηθεί για το τι θα έτρωγαν οι ισραηλίτες κατά τις


περιόδους των αγραναπαύσεων. Ο Θεός έδιδε όμως προσωπικά τη λύση: «Κατά το
έκτο έτος θα σας αποστέλλω την ευλογία μου και η γη θα καρποφορήσει για τρία
έτη». Ιδού λοιπόν η θαυματουργική επέμβαση του Θεού που έδινε λύση στα τότε
οικονομικά προβλήματα του ισραηλιτικού λαού. (Τί έχουμε να φοβηθούμε σήμερα
αν έχουμε μαζί μας τον Θεό; Μήπως Αυτός δεν μπορεί να λυτρώσει και σήμερα την
Ελλάδα και τους έλληνες από το οικονομικό αδιέξοδο που μας απειλεί;)

Εν κατακλείδι ο Θεός υποσχέθηκε στους Εβραίους πως αν αυτοί τηρούσαν τον νόμο
Του, η ζωή τους θα ήταν γεμάτη ευλογίες, απεναντίας, αν παραβίαζαν τις διατάξεις
του νόμου, θα έβρισκαν στη ζωή τους μόνο πειρασμούς και δυσκολίες. Και τούτο
θα συνέβαινε όχι εκδικητικά, αλλά παιδαγωγικά, ώστε να έρχονταν ο ισραηλιτικός
λαός σε συναίσθηση και μετάνοια.

Το βιβλίο των "Αριθμών".


90
Μετά την παραμονή του Ισραήλ στο όρος Σινά, πορεύθηκαν προς την κατάκτηση
της γης Χαναάν δηλαδή της γης της επαγγελίας. Αυτό απαιτούσε στρατιωτική
οργάνωση. Αριθμήθηκαν λοιπόν οι άνδρες των δώδεκα φυλών από είκοσι ετών και
άνω και μόνο αυτοί που είχαν τη δυνατότητα να κρατήσουν και να χειριστούν όπλα.
Το αποτέλεσμα της αριθμήσεως έδωσε 603.550 άνδρες από όλες τις φυλές Ισραήλ
πλην της φυλής Λευί που επωμίστηκε τη φροντίδα της Σκηνής του Μαρτυρίου ως
ιερατική φυλή και συνεπώς δεν ήταν μάχημοι.

Ως κεφαλή του ισραηλιτικού τάγματος τοποθετήθηκε η πολυπληθέστερη αυτών, η


φυλή του Ιούδα με 186.400 στρατιώτες.

Στη φωτογραφία παρακάτω παραθέτουμε τη γεωγραφική στρατοπέδευση και πορεία


των φυλών του Ισραήλ.

Η πορεία μέσα στην έρημο ήταν σκληρή και οι στάσεις αναγκαίες. Έτσι, επόμενος
σταθμός των Εβραίων ήταν η Κάδης. Από εκεί βάδισαν τρεις μέρες φθάνοντας στην
περιοχή Εμπυρισμό. Εκεί οι Ισραηλίτες γόγγυσαν επειδή τρέφονταν για αρκετό
καιρό μόνο με το Μάννα και ζήτησαν να φάνε κρέας.

Είναι χαρακτηριστική η έκφραση που χρησιμοποίησε γι’ αυτούς ο Μωυσής:


«Καθίσαντες έκλαιον» εκφραστική εικόνα της παιδαριώδους λαιμαργίας τους. Ο

91
ιερός Χρυσόστομος σχολιάζοντας την αυτή συμπεριφορά των Εβραίων λέει: «Όταν
χορτάσει ο άνθρωπος όλα τα σιχαίνεται».

Ο Μωυσής αντιδρώντας στον γογγυσμό των συμπατριωτών του μίλησε στο Θεό και
είπε: «Τί μου φόρτωσες τον λαό αυτό;» Αξιοπρόσεκτη εδώ η ελευθεροστομία του
Μωυσέως προς τον Θεό στοιχείο της οικειότητας που είχε να αναπτύξει με τον
Κύριο. Ο Θεός υποσχέθηκε στο Μωυσή να του δώσει συνεργάτες «εβδομήκοντα
άνδρες από των πρεσβυτέρων» οι οποίοι ήταν αργότερα οι “Κριταί” του Ισραήλ,
καθώς επίσης και άφθονο κρέας για το λαό Του. Τόσο πολύ κρέας θα έδινε που θα
έτρωγαν οι ισραηλίτες για έναν ολόκληρο μήνα επί καθημερινής βάσεως. Η έκφραση
του Θεού: «να βγει αυτό από τους μυκτήρες τους» ήταν η απάντηση του Κυρίου
προς τον λαό, ήταν ένα είδος τιμωρίας για την μεμψιμοιρία και αχαριστία που
επιδείκνυε συνεχώς ο λαός ούτος.

Έτσι ένας τεράστιος αριθμός ορτυκιών σκέπασε την πεδιάδα που στρατοπέδευαν οι
ισραηλίτες, οι οποίοι άπληστα και ακόρεστα μάζευαν το κρέας παραδομένοι στο
πάθος της λαιμαργίας . Η συμπεριφορά αυτή επέφερε σε πολλούς σωματικό θάνατο,
από ασθένειες που επέτρεψε ο Θεός να εκδηλωθούν λόγω αυτής της αμαρτίας.

Ανταρσία Μαριάμ και Ααρών κατά του Μωυσέως

Τα αδέλφια του Μωυσή η Μαριάμ και ο Ααρών από ζηλοτυπία εναντίον του
Μωυσέως κατηγόρησαν τον Μωυσή για το γεγονός ότι πήρε γυναίκα Αιθιόπισσα και
όχι ισραηλίτισσα. Η γυναίκα αυτή ήταν η Σεπφώρα η Μαδιανίτισσα. Η Μαδιάμ τον
καιρό εκείνο ή είχε κατακτηθεί από την Αιθιοπία ή στην περιοχή της κατοικούσαν
Αιθιοπικές φυλές και εξ’ αυτών η Σεπφώρα έφερε τον τίτλο της αιθιόπισσας.

Ο Κύριος επιτίμησε αυστηρά τους κατηγόρους του Μωυσέως απομακρύνοντας απ’


αυτούς τη νεφέλη και δίδοντας λέπρα στη Μαριάμ η οποία εβλήθη έξω του
στρατοπέδου για επτά ημέρες όσο διήρκησε η ασθένειά της. Το ερώτημα που
προκύπτει είναι το γιατί ο Ααρών έμεινε ατιμώρητος: - λόγω του αρχιερατικού
αξιώματος που έφερε και λόγω της μετριοπαθούς συγνώμης που ζήτησε αργότερα
για την αμαρτία του.

Κατασκόπευση της γης Χαναάν.

Αμέσως μετά το παραπάνω περιστατικό οι Ισραηλίτες με τη συγκατάθεση του Θεού


έστειλαν κατασκόπους στην περιοχή της Χαναάν για να δουν από τη μία πλευρά τί
εδάφη ήταν αυτά στα οποία επρόκειτο να κατοικήσουν (αν ήταν εύφορα, άγονα, τι
καρπούς είχαν, αν υπήρχαν δένδρα) και από την άλλη να δουν τί λαοί κατοικούσαν
τότε εκεί. (αν ήταν ισχυροί ή αδύναμοι). Το αποτέλεσμα της κατασκοπείας ήταν
ενθαρρυντικό από την άποψη της καρποφορίας της γης και συνάμα αποθαρρυντικό
για τη δύναμη των κατοίκων που διέμεναν εκεί. Οι λαοί που κατοικούσαν σ’ αυτά τα
εδάφη είχαν ανεπτυγμένη την οχύρωση των πόλεων, ήταν άγριοι και αιμοβόροι σαν
θηρία. Μάλιστα, ορισμένοι κατάσκοποι για να αποθαρρύνουν τους ισραηλίτες στο να
επιτεθούν περιέγραψαν και υπερβολικά πράγματα. Π.χ ότι οι λαοί αυτοί ήταν λαοί
γιγάντων!

Επανάσταση των Κορέ, Δαθάν και Αβειρών κατά της αυθεντίας του Μωϋσέως
και του Ααρών.

92
Αρχηγός αυτής της στάσεως ήταν ο Κορέ της φυλή Λευί. Ο Κορέ ήταν εξάδελφος
του Μωϋσέως και επομένως είχε και αυτός όπως νόμιζε το δικαίωμα της ιεροσύνης.

Αυτοί λοιπόν από φθόνο και αντιζηλία υπό το πρόσχημα ότι όλη η συναγωγή είναι
αγία και ως εκ τούτου όλοι ήταν ίσοι σε αυτήν, αμφισβήτησαν την αρχηγία του
Μωυσή και του Ααρών. Ο Κορέ με την πρόφαση της ισότητας ζήτησε να
αντικατασταθεί ο Μωυσής. Οι υπόλοιποι συνωμότες καταγόταν από τη φυλή Ρουβίμ
και επιθύμησαν να αποκαταστήσουν την απολεσθείσα ηγεμονία της φυλής λόγω της
αμαρτίας του Ρουβίμ (βλέπε Γένεση).

Ο Μωυσής παρακάλεσε στην προσευχή του να κριθούν δίκαια οι επαναστάτες. Έτσι,


άφησε και σ’ αυτούς να προσφέρουν θυμίαμα (ιερατικό καθήκον) στο Θεό όπως και
εκείνος. Αν ο Θεός δεχόταν την προσφορά των Λευιτών αυτό θα σήμαινε Θεία
συγκατάβαση προς αυτούς. Καθόσον φαίνεται από την περιγραφή των γεγονότων
ένα μεγάλο τμήμα του λαού είχε συμμεριστεί την ανταρσία αυτή. Δια τούτο ο
Μωυσής πρέσβευσε υπέρ του λαού οι οποίοι παρασυρθήκαν από τους σφετεριστές,
διαχωρίζοντας αυτούς από τους αρχηγούς της επανάστασης.

Ο Θεός έδρασε προσωπικά και τιμωρητικά κατά των ανταρτών. Η γη άνοιξε και
κατάπιε όλους εκείνους που αμφισβήτησαν τους προφήτες Του. Ο λαός έκπληκτος
παρακολούθησε το τρομερό αυτό θαύμα.

Μετά από την ανταρσία του Κορέ και των ομοϊδεατών του, ξέσπασε νέα ανταρσία
από αρκετούς ισραηλίτες οι οποίοι πίστεψαν πως εξαιτίας του Μωϋσέως και του
Ααρών θανατώθηκαν τόσοι άνθρωποι. Κίνησαν λοιπόν εναντίον τους με σκοπό να
τους θανατώσουν. Οι δύο προφήτες βρήκαν καταφύγιο στη Σκηνή του Μαρτυρίου η
οποία καλύφθηκε από φωτεινή νεφέλη. Ο Θεός ξέσπασε την οργή Του εναντίον των
στασιαστών και την ημέρα εκείνη 14.700 άνδρες θανατώθηκαν. Η οργή του Θεού
κατάπαυσε μόνο όταν ο Ααρών θυμίασε στο ιερό θυσιαστήριο.

Ο Μωυσής κάλεσε εν συνεχεία τους ηγέτες των 12 φυλών του Ισραήλ. Πήρε στα
χέρια του τις ράβδους τους είπε όπως τον διέταξε ο Κύριος και είπε: «Εκείνου του
οποίου η ράβδος θα βλαστήσει, θα εκλέξω ως ιερέα...». Η ράβδος του Ααρών από τη
φυλή Λευί ήταν εκείνη η οποία βλάστησε και καρποφόρησε καρύδια! Έτσι όλος ο
λαός πείσθηκε πλέον για την θεόσταλτη αποστολή των δύο προφητών.

Με το γεγονός αυτό ολοκληρώνεται το 19ο κεφ. των αριθμών. Κατά τον Shuster όλα
τα γεγονότα που περιγράφονται μέχρι και το 19ο κεφ., έλαβαν χώρα τα δύο πρώτα
έτη της εξόδου των Εβραίων από την Αίγυπτο. Από το 20ο κεφ. και μετά,
περιγράφονται πλέον γεγονότα που ανήκουν στο τέλος της 40ης περιπλανήσεως των
Ισραηλιτών στην έρημο. Τα ενδιάμεσα 38 έτη βρίσκονται στο σκοτάδι διότι
παραλείπονται από τον συγγραφέα. Φαίνεται πως στο μεσοδιάστημα αυτό οι Εβραίοι
υπέπεσαν σε θρησκευτική αδιαφορία και νωθρότητα ή ακόμη τα έτη αυτά
παραλείπονται διότι δεν έχουν μεγάλη σημασία στο Θείο σχέδιο.

Τα τελευταία γεγονότα της παραμονής των Ισραηλιτών στην έρημο προ της
εισόδου τους στη γη της επαγγελίας

Στην έρημο Σιν, το 38ο έτος της παραμονής των Εβραίων στην έρημο, ο λαός
γόγγυσε και πάλι κατά του Μωϋσέως και του Ααρών, επειδή ξέμειναν από νερό.

93
(παράλληλα με αυτά τα γεγονότα πέθανε και η αδελφή του Μωυσή Μαριάμ). Ο
Μωυσής έλαβε εντολή από τον Θεό να κτυπήσει με τη ράβδο του βράχο για να
εξέλθει από κει άφθονο νερό.

Ο λαός συγκεντρώθηκε για να δει το θαύμα. Ο Μωυσής είπε: «Ακούσατέ με εσείς, οι


οποίοι είσαστε πάντοτε ανυπότακτοι. Είναι δυνατόν να πιστέψετε ότι θα σας
βγάλουμε από το βράχο αυτό ύδωρ»;

Η φράση αυτή του Μωυσή ελέχθη διότι ο ίδιος δυσπίστησε απέναντι στο θαύμα και
αγανάκτησε εναντίον των Ισραηλιτών. Η συμπεριφορά του αυτή τιμωρήθηκε από το
Θεό αργότερα ώστε και οι δύο (Μωυσής-Ααρών) να μην εισάγουν αυτοί τον λαό
στην γη της επαγγελίας αλλά ο Ιησούς του Ναυή.

Εν συνεχεία οι Εβραίοι συνάντησαν της άρνηση των Ιδουμαίων να περάσουν μέσα


από τη χώρα τους προς τη γη Χαναάν και το κεφάλαιο κλείεται με την περιγραφή
του θανάτου του Ααρών στο όρος Ωρ.

Διάδοχος του Ααρών χρίστηκε ο υιός αυτού Ελεάζαρ. Οι Εβραίοι έκλαψαν τον
Ααρών επί 30 μέρες.

Ο Χάλκινος όφις

Οι ισραηλίτες βαδίζοντας προς το νότο δηλαδή σε αντίθεση κατεύθυνση προς τη γη


της επαγγελίας για να παρακάμψουν την εχθρική Εδώμ και κατόπιν να προχωρήσουν
προς βορρά επί της ερήμου της Αραβίας, λόγω της κούρασης από το αμμώδες
έδαφος, της δίψας (το νερό ήταν ελάχιστο για 2 εκατομμύρια ανθρώπους) και της
έλλειψης φρέσκων τροφίμων, γόγγυσαν και πάλι κατά του Θεού.

Η στάση τους αυτή, τους έφερε αντιμέτωπους ως τιμωρία με θανατηφόρα


δηλητηριώδη φίδια, τα οποία εξαπέστειλε εναντίον τους ο Θεός. Ο Μωυσής τότε
ύψωσε ένα χάλκινο φίδι ως προτύπωση του Εσταυρωμένου Μεσσία Χριστού. Η
τοποθέτηση χαλκού όφεως και η μετ’ εμπιστοσύνης ενατένισής του, έσωσε αυτούς
που πίστεψαν στη σωστική του δύναμη. Η αυστηρά του Θεού διαταγή να μην
κατασκευάζουν είδωλα και η προσκύνηση του χάλκινου όφεως ήταν και είναι μέχρι
σήμερα μυστήριο για τους ισραηλίτες διότι αγνοούν τη Σταυρική θυσία του
υψωμένου Χριστού Μεσσία.

Τον χαλκούν τούτον όφι έλαβαν μαζί τους οι ισραηλίτες προς ανάμνηση αυτού του
γεγονότος και επιδόθηκαν σε μαγείες δι’ αυτού. Ο χάλκινος όφις καταστράφηκε από
τον Εζέκιο το 727 π.Χ.

Η πορεία προς την Χαναάν.

Το 21ο κεφ. των Αριθμών κλείνει με την περιγραφή της νίκης των Εβραίων κατά των
Αμοραίων και την κατάκτηση της χώρας τους απ’ άκρης σ’ άκρη. Η χώρα αυτή
βρίσκονταν ανατολικά του Ιορδάνου 50 χιλιόμετρα ανατολικά της λίμνης
Γεννησαρέτ. Δηλαδή στα πρόθυρα της γης της Επαγγελίας!

Οι όμοροι λαοί Μαδιανίτες και Μωαβίτες, βλέποντας το Ισραήλ να κατακτά


γειτονικά εδάφη, συνασπίστηκαν προς τον κοινό εχθρό.

94
Ο Βαλαάμ ο μάγος των ειδωλολατρών γνωρίζοντας πως με τα όπλα δεν μπορούσαν
να νικήσουν τους Εβραίους κατέφυγε στη μαγεία. Ο Θεός θέλοντας να ξυπνήσει τη
συνείδησή του μίλησε μαζί του μέσω ενός γαϊδάρου! Είναι χαρακτηριστικός ο
διάλογος της όνου με τον Βαλαάμ όταν αυτός τη κτύπησε για Τρίτη φορά. -«Τί σου
έκανα και με κτυπάς για Τρίτη φορά;». Τότε ο Βαλαάμ είδε τον άγγελο του Κυρίου ο
Οποίος εμπόδιζε το δρόμο του ώστε αυτός να μη καταραστεί τον εκλεκτό λαό του
Θεού. Ο Βαλαάμ μετανόησε και προσκύνησε τότε τον άγγελο.

Και επειδή το πνέυμα όπου θέλει πνει ο μάγος έγινε πλέον προφήτης του Κυρίου
προφητεύοντας στο βασιλιά του Βάλακ το λαμπρό μέλλον του ισραηλιτικού λαού.
Αντί για κατάρα πλέον προφητείες και χρησμούς του Θεού εξήγγειλε! Ο Βάλακ του
ζήτησε να πάρει τουλάχιστον ουδέτερη στάση δηλαδή ούτε να καταραστεί αλλά ούτε
και να προφητεύσει τον θρίαμβο του Ισραήλ. Ο Βαλαάμ όμως αρνήθηκε να
αποκρύψει τις Θείες αποκαλύψεις. Μάλιστα προφήτευσε και την έλευση του
Σωτήρος Χριστού ο Οποίος έμελλε να έλθει μετά από πολλούς αιώνες!

Το αμάρτημα των Ισραηλιτών μετά των Μωαβιτισσών γυναικών.

Στη γη της Μωάβ οι ισραηλίτες ήλθαν σε στενή σχέση με του Μωαβίτες και των
γυναικών αυτών με αποτέλεσμα να προνεύσουν μαζί τους και να προσκυνήσουν τα
είδωλά τους. Πολύ όμορφα παρατηρεί ο π. Ιωήλ Γιαννακόπουλος: -«Οι ισραηλίτες
νικήσαντες Αμαληκίτας, Αιγυπτίους Αμοραίους, ηττώνται από των σαρκικών
παθών! Πόσον ισχυρόν το πάθος τούτο!».[1]

Ο Θεός διέταξε τον Μωυσή να τιμωρήσει παραδειγματικά τους αρχηγούς του λαού
για το αμάρτημα αυτό. Κι όμως, κάποιος ισραηλίτης προκαλώντας το κοινό αίσθημα
την ώρα που όλου πενθούσαν, έλαβε δημόσια μια Μωαβίτισσα γυναίκα στη σκηνή
του για να αμαρτήσει μαζί της δημόσια. Τότε ο Φινεές υιός του Ελεάζαρ υιού του
αρχιερέως Ααρών φόνευσε και τους δύο κατευνάζοντας έτσι τη δικαία Θεία οργή.

Την ημέρα εκείνη σφαγιάστηκαν σύμφωνα με τον απόστολο Παύλο 23.000 Εβραίοι
τιμωρούμενοι για την αμαρτωλή τους αποστασία. Ο Φινεές έλαβε για την γενναία
του πράξη την αρχιερωσύνη διαδεχόμενος έτσι τον πατέρα του Ελεάζαρ.

Ο ιερός πόλεμος κατά των Μαδιανιτών.

Ως αντικαταστάτης του Μωυσέως ορίστηκε από τον Θεό ο Ιησούς του Ναυή. Ο
Ιησούς του Ναυή, ήταν ένας άνδρας πιστός ακόλουθος του Μωυσέως όμως
εμφανίζεται, αλλά πολύ υποδεέστερος αυτού. Ο Μωυσής ομιλούσε στον Θεό
απευθείας, ο δε Ιησούς μόνο δια του αρχιερέως. (βλ. αριθμ., 27,19)

Πριν όμως ο Μωυσής απέλθει εις Κύριον, έλαβε την εντολή να προβεί σε ιερό
πόλεμο κατά των Μαδιανιτών των οποίων οι γυναίκες ως είδαμε ήταν πρόξενοι
αμαρτίας για τους ισραηλίτες. 12.000 ισραηλίτες στρατιώτες στρατοπέδευσαν
εναντίον των πολυπληθών Μαδιανιτών ώστε με αυτό τον τρόπο να φανεί ξεκάθαρα
πως ο ίδιος ο Θεός επρόκειτο να υπερασπισθεί την προσβληθείσα τιμή Του. Στο
τέλος της μάχης οι Μαδιανίτες συντρίφθηκαν παταγωδώς! «Πᾶν ἀρσενικόν»
εφονέυθη υπό των Ισραηλιτών. Αφέθησαν ζωντανές μόνο οι γυναίκες Μαδιανίτισσες
εκείνες που δεν είχαν έρθει σε σαρκική επαφή με Εβραίους, και ως εκ τούτου ήταν
ακίνδυνες στο να παραπλανήσουν στην απιστία αυτούς. Ήταν δε μάλλον χρήσιμες

95
ως σύζυγοι δευτέρας σειράς σύμφωνα με το δευτερονόμιο 21, 11-14.

Τα πλούτη των Μαδιανιτών πέρασαν μετά τον πόλεμο στην κατοχή των ισραηλιτών
και μοιράστηκαν ως εξής: Το ½ στους 12.000 πολεμιστές, και το έτερο ½ στον
πολυπληθή λαό. Η μερίδα του Κυρίου ήταν 1/500 εκ πάντων εις ένδειξη ότι ο Θεός
είναι ο Νικητής.

Το αίτημα των φυλών Ρουβήν και Γαδ.

Οι εκπρόσωποι των φυλών Ρουβήν και Γαδ αιτήθηκαν από τον Μωυσή να τους
μοιράσει τη γη Γαλαάδ η οποία κατακτήθηκε υπό των Μαδιανιτών και η οποία ήταν
και είναι μέχρι και σήμερα ένα πλούσιος βοσκότοπος. Η περιοχή αυτή βρίσκεται
βόρεια του παραποτάμου Ιακώβ. Οι φυλές λοιπόν αυτές δεν ζήτησαν μερίδιο από τις
περιοχές της Παλαιστίνης (γης της επαγγελίας). Ο Μωυσής αρχικά θεώρησε τη
στάση αυτή αντιπατριωτική: -«Σεις θα είσθε ήσυχοι εδώ και οι άλλοι αδελφοί σας θα
μάχονται!». Οι δύο αυτές φυλές όμως απάντησαν στον Μωυσή ότι κάτι τέτοιο δεν
είχαν σκοπό να κάνουν, αλλά αφού θα μάχονταν μαζί με τους υπόλοιπους ισραηλίτες
, μετά το τέλος του πολέμου θα επέστρεφαν στη γη Γαλαάδ. Ο Μωυσής δέχτηκε την
πρόταση αυτή και έτσι ο άμαχος πληθυσμός των δύο φυλών Ρουβήν, Γαδ αλλά και
Μανασσή εγκαταστάθηκε στους όμορφους αυτούς και ασφαλής βοσκότοπους.

ΟΡΙΣΜΕΝΑ ΝΟΜΙΚΑ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΩΝ «ΑΡΙΘΜΩΝ».

Στο 6ο κεφ. των «Αριθμών», γίνεται λόγος για τον τρόπο περιστασιακής αφιερώσεως
κάποιου ανθρώπου στον Κύριο. Αν λοιπόν κάποιος το επιθυμούσε, μπορούσε να
γίνει Ναζηραίος από την εβραϊκή λέξη ναζίρ που σημαίνει πλησίασμα (στο Θεό).
Όσο χρόνο διαρκούσε αυτό το τάξιμο αφιερώσεως, ο Ναζηραίος δεν έπρεπε να
γευτεί κανέναν καρπό που προέρχονταν από το σταφύλι, άφηνε άκοπα τα μαλλιά του
και δεν έπρεπε να πενθήσει ούτε να πλησιάσει κανέναν νεκρό. Αν τύχαινε να
πεθάνει αιφνίδια κάποιος στενός συγγενής τους, τότε αν ήθελαν διέκοπταν την
αφιέρωσή τους, ξύριζαν το κεφάλι τους και προσέφεραν θυσία στο Θεό. Μετά από
οκτώ ημέρες μπορούσαν και πάλι να συνεχίσουν την αφιέρωσή τους. Όταν δε
τελείωνε ο χρόνος αφιερώσεως τότε γινόταν θυσία στο Θεό και έκοπταν τα μαλλιά
τους, τα οποία έκαιγαν ως άγια, στο θυσιαστήριο.

Ήταν σπάνιο φαινόμενο κάποιος να αφιερωνόταν για όλη του τη ζωή στο Θεό.
Τέτοιοι ήταν οι Σαμουήλ και Σαμψών στην Παλαιά Διαθήκη, και ο Τίμιος
Πρόδρομος και ο Παύλος στην Καινή.

Στο 30ο κεφάλαιο των Αριθμών, γίνεται λόγος για τα τάματα των γυναικών. Έγκυρα
θεωρούνταν εκείνα τα οποία τύχαιναν της εγκρίσεως των πατέρων των γυναικών
όταν αυτές ήταν ανύπαντρες και των συζευγμένων όσα τάματα ενέκριναν οι σύζυγοι,
μόνο αυτά είχαν ισχύ. Επίσης ο σύζυγος μπορούσε να αρνηθεί να εγκρίνει ένα τάμα
της συζύγου του το οποίο εκείνη είχε κάνει προ του γάμου. Οι χήρες όμως όντας
αδέσμευτες υπό πατρός και συζύγου έπρεπε να εκπληρώσουν τα ταξίματά τους.

Στο 35ο κεφ. των Αριθμών ο Θεός παρήγγειλε στον Μωυσή να δώσει τόπο διαμονής
στους ακτήμονες λόγω της ιερατικής ιδιότητας Λευίτες τα προάστια των μελλόντων

96
κατακτηθέντων πόλεων. Από τα 43 αυτά προάστια που δόθηκαν αργότερα στους
Λευίτες προς κατοικία, τα 6 χρησίμευαν ως φυγαδευτήρια των ακουσίων φονέων.
Δηλαδή εκείνων που σκότωσαν άνθρωπο χωρίς δόλο. Οι φυγάδες αυτοί έπρεπε να
παραμείνουν στις πόλεις άσυλα μέχρι το θάνατο του αρχιερέως. Άρα ο βίος του
αρχιερέως ήταν ο δείκτης ελευθερίας γι’ αυτούς διότι μετά τον θάνατό του
μπορούσαν αυτοί να επιστρέψουν στις πατρίδες τους χωρίς τον κίνδυνο να
φονευθούν και οι ίδιοι από κάποιον στενό συγγενή του φονευθέντος σύμφωνα με το
δικαίωμα που έδινε σ’ αυτούς ο Μωσαϊκός νόμος.

Δευτερονόμιον

Ο Μωυσής στο «Δευτερονόμιον», αρχικά θυμίζει στη νέα γενιά των Εβραίων τις
ευεργεσίες αλλά και την αυστηρότητα του νόμου του Θεού. Τούτο το κάνει για να
παρακινήσει στους Ισραηλίτες σε τέλεια υπακοή στο νόμο του Θεού λίγο πριν
πεθάνει.

Έτσι συνοπτικά, υπενθυμίζει την εκλογή των συνεργατών του σύμφωνα με


την συμβουλή του πεθερού του Ιοθόρ δια την εκδίκαση των υποθέσεων των
ισραηλιτών. Οι βοηθοί αυτοί σύμφωνα με αναλυτές ήταν περίπου 78.600. Αυτοί οι
συνεργάτες έπρεπε να είναι αμερόληπτοι στις αποφάσεις τους, μη επηρεαζόμενοι
από τη δύναμη ή αδυναμία του δικαζομένου.

Θυμίζει την αποστολή των κατασκόπων οι οποίοι κατασκόπευσαν τη γη


Χαναάν, δηλαδή τη γη της επαγγελίας και αποθάρρυναν τον ισραηλιτικό λαό
περιγράφοντας υπερβολικά πράγματα. (ότι τα τείχη της πόλης έφταναν ως τον
ουρανό, ότι εκεί κατοικούσαν γίγαντες κλπ.) Η έλλειψη πίστεως των ισραηλιτών στις
υποσχέσεις του Θεού οδήγησε το λαό σε στρατιωτική ήττα υπό των Αμορραίων,
Αμαληκιτών και Χαναναίων και νέα περιπλάνηση στην έρημο.

Τους Αμορραίους αργότερα οι Εβραίοι κατόπιν της περιπλανήσεως στην


έρημο τους νίκησαν, μη αφήνοντας όπως λέει το κείμενο καμία «ψυχή ζωντανή». Οι
βασιλείς των Αμορραίων Ωγ και Σηών συνετρίβησαν από το στρατό των Εβραίων με
τη δύναμη του Θεού, αφού οι αντίπαλοι Αμορραίοι ήταν σαφώς περισσότεροι και
ισχυρότεροι και οι πόλεις τους ήταν καλά οχυρωμένες. Ο δε Ωγ ήταν βασιλέας
γιγάντων. Το κρεβάτι που ξάπλωνε ή το φέρετρό του είχε μήκος 3,96μ. και πλάτος

97
1,76μ[1]

Ο Μωυσής τελειώνοντας την περιληπτική του διήγηση της περιπλανήσεως


των Ισραηλιτών από την έρημο του Σινά μέχρι τη συντριβή των Αμορραίων, καλεί
του Εβραίους να είναι πολύ προσεκτικοί στην τήρηση του νόμου του Θεού για να
μην παροργίσουν τον Ευεργέτη τους. Έτσι από το 5ο κεφ. του Δευτερενομίου αρχίζει
ο Μωυσής την ανακεφαλαίωση του νόμου ξεκινώντας από τον δεκάλογο ο οποίος
ήταν και η βάση του νόμου. Οι περισσότεροι ακροατές δεν υπήρχαν όταν εδίδετο ο
δεκάλογος στο Σινά και γι’ αυτό ο Μωυσής τα επαναλαμβάνει όλα από την αρχή στη
νέα γενιά των ισραηλιτών.

Ο Θεός έδωσε εντολή να εξολοθρεύσουν οι ισραηλίτες πλήρως όλα τα


ειδωλολατρικά έθνη που θα βρουν μπροστά τους στο δρόμο προς τη γη της
Επαγγελίας. Όπως όμως θα δούμε πιο κάτω στα κεφάλαια Έσδρας και Νεεμίας αυτό
δεν εφαρμόστηκε πλήρως. Όπως επίσης δεν τηρήθηκε και η εντολή του Θεού να μη
χρησιμοποιήσουν τους ιερούς τόπους των ειδωλολατρών για τη λατρεία τους.

Τα μεγέθη των λαών Χαναάν εν συγκρίσει με το μέγεθος του Εβραϊκού


στρατού ήταν ανόμοια σε βάρος πάντα των ισραηλιτών. Εν τούτοις ο Θεός
υπόσχεται στους Εβραίους ότι ο Ίδιος με την κραταιά Του δύναμη θα νικήσει τους
ειδωλολάτρες και θα τους εξαφανίσει όπως άλλοτε έκανε με του Αιγυπτίους. Άρα το
παρελθόν αποτελεί την εγγύηση για το μέλλον.

Αξιοπρόσεκτο είναι το 8ο κεφ. του Δευτερονομίου, στο οποίο ο ομιλών


Θεός δίδει νέες επεξηγήσεις για την πολυετή περιπλάνηση των ισραηλιτών στην
έρημο. Όχι μόνο δια την απείθεια των Εβραίων αλλά και για παιδαγωγικούς λόγους
ίνα κατανοήσουν την απόλυτη εξάρτησή τους από τον Θεό. «Οι θλίψεις εξάγουν το
βάθος των σκέψεων και συναισθημάτων, μας δείχνουν ποιοι είμεθα»[2]

Ο Θεός θυμίζει επιπλέον στους ισραηλίτες την Πρόνοια που τους έδειξε
στα χρόνια των περιπλανήσεων στην έρημο: «Δεν σας έλειψε τίποτε» τους είπε.
Ακόμη και τα ενδύματά τους, αλλά και τα παπούτσια τους παρέμειναν
θαυματουργικώς άφθαρτα παρά τις αντίξοες συνθήκες.

Η κατάκτηση της Χαναάν δεν επρόκειτο να επιτευχθεί λόγω της αρετής


των Εβραίων. Όχι, διότι σε κάθε περίπτωση απεδείχθησαν σκληροτράχηλοι και
απειθείς. Η μεγαλύτερη ανυπακοή τους σύμφωνα με τον Μωυσή ήταν τότε που ενώ
εκείνος με πλήρη νηστεία άρτου και ύδατος ελάμβανε τον θείο νόμο, οι Ιουδαίοι
στους πρόποδες του όρους ζούσαν εν κραιπάλη και μέθη κατασκευάζοντας μάλιστα
χρυσό μοσχάρι για θεό τους. Τότε ο Μωυσής έκανε εκ νέου νηστεία σαράντα
ημερών δεόμενος υπέρ του λαού και του αμαρτήσαντος αδερφού του Ααρών.

Στο 11ο κεφ. στιχ. 10,11 ο Θεός δίδει ξεκάθαρα στο λαό να καταλάβει πως
χωρίς τη δική Του ευλογία η γη της Επαγγελίας δεν θα καταστεί γι’ αυτούς από μόνη
της εύφορη. Μάλιστα συγκριτικά με τη Αίγυπτο υστερεί σε φυσικό πλούτο, διότι η
Αίγυπτος ποτίζεται απευθείας από τον Νείλο η δε Παλαιστίνη εξαρτάται απόλυτα
από τις φυσικές συνθήκες άρα από την Θεία Πρόνοια.

Στο 13ο κεφ. ο Θεός κάνει λόγο για τους ψευδοπροφήτες. Δεν πρέπει
κανείς να ακούει «προφήτη» ο οποίος μεν έκανε θαύμα, αλλά προέτρεψε τον λαό σε

98
λατρεία άλλων θεών. Αυτός ο «προφήτης» πρέπει να λιθοβολείται λέει ο Κύριος.
«Του Θεού συγχωρούντος ενεργούσιν οι δαίμονες ίνα δοκιμασθή η αγάπη προς τον
Θεόν» λέει ο Απ. Παύλος. Επομένως, η ορθή διδασκαλία ελέγχει την ποιότητα των
θαυμάτων. Μιλά ακόμη για τους μυστικούς απατεώνες, για τους προπαγανδιστές της
πίστεως, οι οποίοι με ύπουλο και υποκρυπτόμενο πίσω από την «ευλάβεια» τρόπο
καπηλεύονται παραπλανώντας την πίστη του λαού. Είναι οι λύκοι που είναι
ενδεδυμένοι πρόβατα όπως λέει άλλωστε και ο Χριστός.

Ο Θεός ζητά την πίστη του λαού Του κατά την ώρα της μάχης. Η
κατάκτηση της γης της Επαγγελίας επρόκειτο να γίνει με θαυμαστό τρόπο. Οι
ισραηλίτες δεν διέθεταν ιππικό όπως όλοι οι υπόλοιποι λαοί παρά μόνο δυνάμεις του
πεζικού. Άρα δεν υπήρχε ισοτιμία στον πόλεμο· οι Εβραίοι υστερούσαν και μόνο με
τη δύναμη του Θεού μπορούσαν να νικήσουν. Σε αυτόν τον πόλεμο ο Θεός
απαγόρευε τη συμμετοχή των δειλών, διότι αυτοί με τη δειλία τους ήταν πιθανό να
παρασύρουν και του υπόλοιπους.

Στα κεφ. 21-28 ο Θεός νομοθετεί με βάση την αγάπη, τον σεβασμό στην
ανθρώπινη ύπαρξη, τη μητρότητα, τα δικαιώματα της γυναικών, των ξένων, των
φτωχών, των ζώων. Ο ισραηλιτικός λαός έπρεπε να έχει ως λαός εκλεκτός του Θεού
φιλάνθρωπα ήθη, να είναι στοργικός, φιλότιμος, ελεήμων, ηθικός, ευλαβής. Ένας
λαός τέλειος ενώπιον του Κυρίου.

Στα 28ο-30ο κεφ. ο Μωυσής προειδοποιεί τον λαό πως αν συνεχίσουν όμως
να είναι απειθείς προς τον Θεό, οι ευλογίες θα γίνουν κατάρες. Θα φτάσουν σε
σημείο τελείας απόγνωσης, έτσι ώστε ο ένας να τρώει τον άλλο από την πείνα και θα
διασπαρθούν εις τα πέρατα της οικουμένης. Η προφητεία αυτή εκπληρώθηκε πολλές
φορές επί των Κριτών, κατ’ απόλυτο όμως τρόπο θα εκπληρωθεί στην περίπτωση
επιστροφής των Ιουδαίων στον Χριστιανισμό.

Εν τέλη ακολουθεί το κύκνειο άσμα του Μωυσέως, δηλαδή η ωδή που


συνέγραψε λίγο πριν την κοίμησή του. Στην ωδή αυτή ο Μωυσής προφητικά βλέπει
ήδη τους
Εβραίους εγκατεστημένους στη γη της Επαγγελίας, παράλληλα όμως εκθέτει και
περιγράφει την ζοφερή τους αχαριστία και τη Θεία δίκη που τους περιμένει με την
κατάκτησή τους από ξένους κατακτητές. Στο τέλος όμως ο Θεός ελευθερώνει το λαό
Του και στρέφει την οργή Του κατά των εχθρών του λαού τούτου.

Το βιβλίο του Δευτερονομίου κατακλείνεται με το κάλεσμα του Μωυσέως


υπό του Θεού στο όρος Ναβαύ της οροσειράς Αβαρίμ. Από το όρος αυτό ο προφήτης
ευλόγησε τις 12 φυλές του Ισραήλ και είδε με πνευματική δύναμη τη γη της
Επαγγελίας με κάθε λεπτομέρεια. Κατόπιν πέθανε. Ο τάφος του παραμένει μέχρι και
τη σήμερον άγνωστος και τούτο για να μη τον λατρέψουν οι ισραηλίτες σαν θεό. Η
Εκκλησία τιμά τη μνήμη του στις 4 Σεπτεμβρίου. Οπωσδήποτε το τελευταίο κεφ.
γράφηκε από μεταγενέστερο του Μωυσή συγγραφέα, πιθανότατα από τον Ιησού του
Ναυή.

Ο Μωυσής υπήρξε ένας άνθρωπος ορόσημο της Π.Δ. Όλοι οι προ αυτού
προφήτες είχαν ως αποστολή τους να προλειάνουνε το έδαφος της Π.Δ το οποίο
έφερε εις πέρας ο Μωυσής. Όλοι οι μετά αυτού προφήτες είχαν ως σκοπό τους να
ενισχύσουν, διατηρήσουν και ανανεώσουν τον λαό βάση της διαθήκης αυτής και να

99
προετοιμάσουν τον ερχομό του Μεσσία.

Ο Μωυσής προτυπώνει τον Χριστό. Οι βίοι και των δύο έχουν πολλά κοινά
σημεία: Καί οι δύο μόλις γεννήθηκαν κινδύνεψαν. Ο Μωυσής απ’ τον Φαραώ, ο
Ιησούς από τον Ηρώδη. Καί οι δύο έζησαν την παιδική τους ηλικία στην Αίγυπτο.
Εξ’ ερήμου και οι δύο ξεκίνησαν την αποστολή τους. Διά νηστείας 40 ημερών
ετοιμάζεται ο Μωυσής και λαμβάνει τον νόμο, διά νηστείας 40 ημερών καλείται ο
Ιησούς στο δημόσιο έργο Του. Διά των θαυμάτων ο Μωυσής βεβαιώνει την θεία
αποστολή του, διά μεγαλυτέρων θαυμάτων ο Ιησούς αποδεικνύει την Θεία αποστολή
και Θεότητά Του. Ο Μωυσής πρεσβεύει με αυταπάρνηση υπέρ του λαού του, ο
Ιησούς διά της σταυρικής Του θυσίας εθυσιάσθη για την σωτηρία του κόσμου.

Ιησούς του Ναυή


Μετά τον θάνατο του Μωυσή ο Θεός μίλησε στον Ιησού του Ναυή λέγοντας:
«Μωυσής ο θεράπων μου τελεύτηκε». Ο Θεός ονομάζει τον Μωυσή με το ένδοξο όνομα
«θεράπων». Ακόμη κι αν τον τιμώρησε να μην εισέλθει στη γη της Επαγγελίας, ο Θεός
όμως ακόμη και όταν τιμωρεί δεν παύει να αγαπά.

Ο Ιησούς του Ναυή ξεκίνησε αμέσως το έργο της κατάληψης των υποσχόμενων υπό του
Θεού περιοχών. Αμέσως έστειλε κατασκόπους στην Ιεριχώ, πόλη καλά οχυρωμένη
πλησίον του Ιορδάνου ποταμού. Οι κατάσκοποι ισραηλίτες κρύφθηκαν στην οικία μιας
πόρνης ονόματι Ραάβ. Εκείνη ενώ θα μπορούσε βέβαια να προδώσει τους ισραηλίτες
κατασκόπους, όχι μόνο δεν το έκανε, αλλά τους προστάτεψε βάζοντάς τους στον
προσωπικό της χώρο. Οι άνθρωποι του βασιλιά της Ιεριχώ αντιλήφθηκαν την είσοδο των
κατασκόπων στην πόλη τους και δη στον οίκο της πόρνης, όμως δεν μπήκαν στον
ιδιαίτερο χώρο της διότι οι γυναικείοι χώροι τότε ήταν απαραβίαστοι· κάτι σαν άσυλο. Η
Ραάβ είπε στους αγγελιοφόρους του βασιλιά: «Όταν κατά το εσπέρας επρόκειτο να
κλεισθεί η πύλη της πόλεως, οι άνδρες εκείνοι εξήλθαν της οικίας μου και της πόλεως και
δεν γνωρίζω που πορεύθηκαν».

Η Ραάβ φέρθηκε συγκαταβατικά προς τους ισραηλίτες διότι είχε ακούσει για τα
θαύματα που έκανε ο Θεός υπέρ αυτών στην Αίγυπτο και την θαυμαστή πορεία τους επί
της ερήμου και έτσι ζήτησε από αυτούς να της φερθούν επιεικώς, γνωρίζοντας πως ο
Θεός θα τους παραδώσει με θαυμαστό τρόπο την Ιεριχώ. Οι ισραηλίτες κατάσκοποι της
υποσχέθηκαν με όρκο πως θα την διαφυλάξουν ζωντανή κατά την διάρκεια της
επικείμενης επιδρομής τους. Στη Ραάβ οι πατέρες βλέπουν τα έθνη που γύρισαν στον
χριστιανισμό.

Οι ισραηλίτες πληροφορήθηκαν κατόπιν από τους κατασκόπους ότι οι κάτοικοι της


Ιεριχώ ήταν γεμάτοι τρόμο σε πλήρη κατάσταση πανικού διότι είχαν πληροφορηθεί ότι
οι Εβραίοι είχαν πλησιάσει την πόλη τους και είχαν μάθει για τα μεγάλα θαύματα που
είχαν γίνει κατά την έξοδό των Εβραίων από την Αίγυπτο. Πληροφορήθηκαν δε και την
θαυμαστή διάβαση των ισραηλιτών μέσα από τον Ιορδάνη ποταμό. Όπως τότε ο
Μωυσής έσχισε με τη ράβδο του θαυματουργικά την Ερυθρά Θάλασσα, έτσι και τώρα ο
Ιησούς του Ναυή με παρόμοιο τρόπο διαβίβασε το λαό του εν μέσω
τουΙορδάνη αβρόχοις ποσίν.
Μετά το πέρασμα των Εβραίων από τον Ιορδάνη εις ανάμνηση του γεγονότος, ο Ιησούς
του Ναυή διέταξε δώδεκα άνδρες που ο καθένας αντιπροσώπευε μία φυλή του Ισραήλ
να στήσουν μία σωρό δώδεκα λίθων μέσα στην κοίτη του ποταμού, η οποία
θαυματουργικά δεν παρασύρθηκε από την ορμή του ποταμού μέχρι και τις ημέρες
εκείνες που γράφτηκαν τα διαδραματιζόμενα γεγονότα από τον συγγραφέα. Ο σκοπός

100
της θαυματουργικής διαβάσεως του Ιορδάνου ήταν να διδάξει ο Θεός τους Ισραηλίτες
την παντοδυναμία Του και να τρομάξει τους κατοίκους της Χαναάν.
Κατόπιν ακολούθησε η μαζική περιτομή των ανδρών στο όρος των ακροβυστιών. Οι
Ισραηλίτες για πολλά χρόνια είχαν μείνει απερίτμητοι κατά τη διάρκεια της πορείας τους
στην έρημο. Τώρα έπρεπε να περιτμηθούν λίγο πριν την είσοδό τους στη γη της
Επαγγελίας.
Μετά την περιτομή, ο Αρχάγγελος Μιχαήλ εμφανίστηκε στον Ιησού του Ναυή, ο οποίος
τον προσκύνησε. Η εμφάνιση του αρχαγγέλου είχε ενισχυτικό χαρακτήρα λίγο πριν την
άλωση της Ιεριχούς.
Εν τω μεταξύ, οι κάτοικοι της Ιεριχώ πανικοβλημένοι είχαν κλειστεί στην καλά
οχυρωμένη πόλη τους πίσω από τα γιγάντια τείχη αυτής. Επί έξι ημέρες πολιορκούσαν
οι Εβραίοι την Ιεριχώ γυρίζοντας κυκλικά γύρω από τα τείχη της πόλεως και
σαλπίζοντας. Αυτό είχε ασφαλώς θρησκευτικό και όχι στρατιωτικό χαρακτήρα, ομοίαζε
με κήρυγμα μετανοίας για τους κατοίκους της Ιεριχώ. Είχαν άλλωστε και άλλον να τους
κηρύξει μέσα από τα τείχη· την πόρνη Ραάβ. Έμειναν όμως αμετανόητοι και έτσι την
έβδομη ημέρα σαλπίζοντας οι ιερείς του Υψίστου, τα τείχη έπεσαν θαυματουργικά και η
πόλη λεηλατήθηκε. Δεν έμεινε κανείς ζωντανός, πλην της πόρνης Ραάβ και των οικείων
αυτής.
Ο αρχαιολόγος Garstang κάνοντας ανασκαφές στην περιοχή αποδεικνύει όλα αυτά τα
γεγονότα. Διαπίστωσε δηλαδή πως η πόλη κατά το 1500 και 1400 π.Χ διέθετε διπλά
τείχη τα οποία καταστράφηκαν από σεισμό. Ορίζει δε την καταστροφή κατά το 1408-
1388 π.Χ χρονολογίες δηλαδή που συμπίπτουν με τις περιγραφές της Βίβλου.
Οι ισραηλίτες όμως παρόλα αυτά υπέπεσαν σε μέγα παράπτωμα διότι έλαβαν εκ των
αναθεματισμένων λαφύρων της Ιεριχούς που τους είχε απαγορευθεί. Έτσι, όταν
αργότερα επιτέθηκαν κατά της πόλης Γαι υπέστησαν βαριά ήττα. Η αιτία της ήττας ήταν
τα λάφυρα που συνέλεξε ο ισραηλίτης Άχαρ. Ας προσέξουμε έντονα την προσευχή που
έκανε ο Ιησούς του Ναυή αμέσως μετά την ήττα: «Ο Ιησούς έσχισε τα ιμάτιά του εκ της
λύπης του, έπεσε πρηνής κατά γης έχων το πρόσωπο αυτού ενώπιον της σκηνής του
Κυρίου μέχρις εσπέρας».[1]
Αμέσως μετά έλαβε εντολή ο Ιησούς να διαιρέσει τους ισραηλίτες σε φυλές, δήμους και
οίκους αποκλείοντας σταδιακά τους μη ενόχους. Έτσι έφτασε μέχρι την ανακάλυψη του
ενόχου Άχαρ τον οποίον και λιθοβόλησαν καταπαύοντας έτσι της οργή του Θεού. Η
αποκάλυψη του ενόχου έγινε με κλήρο και όχι με δίκη, δείχνοντας έτσι ο Θεός και όχι οι
άνθρωποι τον ένοχο.
Μετά από αυτά τα γεγονότα ακολούθησε η κατάληψη της πόλης Γαι. Η Γαι στην
πραγματικότητα δεν ήταν κατοικημένη πόλη αλλά φρούριο της Ιεριχούς. Εκεί οι
Χαναναίοι είχαν τοποθετήσει άνδρες και γυναίκες μαχητές. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο
ο Ιησούς του Ναυή αρχικά είχε στείλει λίγους άνδρες να πολεμήσουν και λόγω αμαρτιών
ηττήθηκαν. Ο Vinkent, περίφημος αρχαιολόγος λέει ξεκάθαρα πως η Γαι που σημαίνει
στα εβραϊκά ερείπια ήταν ακατοίκητη περιοχή κατά το 2000-1200 π.Χ. Ο λόγος που οι
Εβραίοι ήθελαν να την καταλάβουν ήταν γιατί είχε στρατηγική θέση για την κατάληψη
της κεντρικής οροσειράς της Παλαιστίνης.
Μετά τον θρίαμβο της Γαι, οι βασιλείς της Παλαιστίνης ένωσαν τις δυνάμεις τους
εναντίον των ισραηλιτών. Οι Ιεβουσαίοι και οι Αμορραίοι πολιόρκησαν την Γαβαών την
οποία είχαν κατακτήσει οι Εβραίοι κατέχοντας έτσι μία πολύ σημαντική στρατηγική
θέση στην περιοχή. Η μάχη της Γαβαών είχε ευτυχή κατάληξη για τους Ισραηλίτες και
τον ηγέτη τους Ιησού του Ναυή. Βέβαια η νίκη αυτή ήταν Θείας προελεύσεως, αφού ο
Θεός έβρεχε χοντρό χαλάζι εναντίον των εχθρών του Ισραήλ φονεύοντας πολλούς
αντίπαλους μαχητές. Ο Ιησούς παρακάλεσε τον Θεό να μακρύνει τη διάρκεια της
ημέρας, μειώνοντας παράλληλα τη διάρκεια της νύχτας ώστε να συντομεύσει με την
κατατρόπωση των εχθρών του, όπερ και εγένετο. Οι πέντε αντίπαλοι βασιλείς των
ισραηλιτών πιάστηκαν αιχμάλωτοι και θανατώθηκαν και έτσι στα χέρια των Εβραίων
πέρασαν έξι ισχυρές πόλεις της Χαναάν.
Ακολούθως ο Ιησούς του Ναυή προχώρησε στην κατάληψη των βορείων επαρχιών της
Χαναάν προχωρώντας μόνο με πεζικό χωρίς καθόλου ιππικό. Ο Θεός είχε απαγορεύσει
στους Εβραίους την κατοχή ιππικού για να γίνει πλήρως κατανοητό σ’ αυτούς και στους
εθνικούς ότι η νίκη τους ήταν Θείας προέλευσης. Αξιοσημείωτο είναι πως οι ισραηλίτες
κερδίζοντας τις μάχες έκοπταν τα νεύρα των αλόγων των ηττημένων αντιπάλων για να

101
καταστούν αυτά τα ζώα άχρηστα και σ’ αυτούς και στους εχθρούς τους.
Ο πόλεμος σε αυτές τις περιοχές διήρκησε επτά χρόνια, διότι πολεμούσαν μία μία πόλη η
οποία αντιστέκονταν.
Υπάρχει ένα ερώτημα προς απάντηση: Οι ισραηλίτες κατηγορήθηκαν ως ληστρική
δολοφονική φυλή, διότι θανάτωσαν στο πέρασμά τους οτιδήποτε ανέπνεε. Δηλαδή
ακόμη και αθώες υπάρξεις.
Θα πρέπει όμως να εξετάσουμε τα πράγματα βάση του δικαίου που επικρατούσε την
εποχή εκείνη. Οι αντίπαλοι των ισραηλιτών επιδίδονταν σε πολύ σκληρότερες πράξεις.
Δεν σκότωναν απλώς, αλλά βασάνιζαν απάνθρωπα τους ηττημένους αντιπάλους τους και
ατίμαζαν τους νέους και τις νέες. Μία επιγραφή του Ασσουρμπανιμπάλ βασιλιά της
Νινευί περί του 7ουαι. π.Χ μας πείθει για τα παραπάνω: «...αρκετούς εξ’ αυτών έγδαρα
ζωντανούς και τα δέρματά τους τα κρέμασα στους τοίχους...άλλων έκοψα τη μύτη,
άλλων τα πόδια, άλλων τας χείρας, και άλλων τα αυτιά. Από άλλους έβγαλα τα
μάτια...ητίμασα τους νέους και τας νεάνιδας...». Πρέπει επίσης να κατανοήσουμε πως η
θανάτωση των Χαναναίων έγινε για να κατατροπωθεί η ειδωλολατρία και όχι το
ανθρώπινο πρόσωπο. Ήταν μια μορφή θεομηνίας που η εκτέλεση αυτής παραδόθηκε
στον ισραηλιτικό λαό. Ένας και μοναδικός ήταν ο σκοπός του Θεού: η διαφύλαξη της
πίστεως των ισραηλιτών και η αποφυγή της αναμείξεών τους με τα όμορα
ειδωλολατρικά έθνη.
Εν τέλη, Ο Ιησούς του Ναυή όταν ήταν 90 ετών κλήθηκε από τον Θεό να διαμοιράσει τις
κατακτηθείσες περιοχές και αυτές που επρόκειτο να κατακτηθούν. Μοιράσθηκαν λοιπόν
όλες οι περιοχές ανά φυλή όπως βλέπουμε παρακάτω στον χάρτη. Η φυλή Λευί έλαβε 48
πόλεις διεσπαρμένες στη γη της Επαγγελίας (ως συνδετικός κρίκος όλων των φυλών ως
ιερατική φυλή) όλες πλησίον σχετικά με την Ιερουσαλήμ. Επίσης, ορίστηκαν μερικές
πόλεις ως άσυλα για τους ακούσιους φονείς μέχρις ότου γίνει η δίκη τους.
Ο Ιησούς όρκισε το λαό πριν πεθάνει να μη λατρεύσουν άλλους θεούς αλλά να μείνουν
πιστοί στον μόνο Αληθινό Θεό. Πέθανε σε ηλικία 110 ετών, όπως επίσης πέθανε και ο
αρχιερέας Ελεάζαρ, ο οποίος αντικαταστάθηκε από τον Φινεές.
Δεν πέρασε όμως πολύς καιρός από τον θάνατο του Ιησού του Ναυή και οι ισραηλίτες
άρχισαν να λατρεύουν την Αστάρτη και τον Ασταρώθ θεούς των ειδωλολατρικών λαών.
Για τον λόγο αυτό ο Θεός τους παρέδωσε στην κατοχή των εθνών για 18 έτη.
Αυτή εν περιλήψει είναι η θαυμαστή ιστορία του Ιησού του Ναυή. Η Εκκλησία μας τιμά
την μνήμη του στις 1 Σεπτεμβρίου. Ενώ των Δικαίων Ελεάζαρ και Φινεές στις 2
Σεπτεμβρίου.

1200-1000 π.Χ Οι Κριτές του Ισραήλ


Η ιστορία των Κριτών διαδραματίζεται περίπου
από το 1250-1050 π.Χ.

Το Ισραήλ παρότι είχε λάβει εντολή από τον Θεό


να αφανίσει όλους τους λαούς που κατοικούσαν
στη Χαναάν, εντούτοις εξ’ αμελείας και όχι εξ’
αδυναμίας δεν τους εξολόθρευσαν πλήρως
οργίζοντας έτσι εναντίον τους τον Θεό.

Άγγελος Κυρίου εμφανίστηκε τότε στην κοιλάδα


του Κλαυθμώνος και επιτίμησε τους ισραηλίτες γι’
αυτήν τους την αμέλεια. Τους ανήγγειλε δε πως ο
Θεός αποφάσισε να αφήσει τα ειδωλολατρικά έθνη
να ζουν ανάμεσά τους ώστε οι θεοί των εθνών να
γίνουν παγίδες πτώσεώς των. Στο άκουσμα αυτών των λόγων, οι Εβραίοι έκλαψαν
πικρά, εξ’ ου και «κοιλάδα του Κλαυθμώνος» ονομάστηκε το μέρος εκείνο.

102
Μετά τον θάνατο του Ιησού του Ναυή, το ισραηλιτικό έθνος ξέχασε τον Θεό του, και
λάτρεψε άλλους θεούς παροργίζοντας τον Κύριο. Ο Θεός τους εγκατέλειψε
αφήνοντάς τους να γίνουν δούλοι των ειδωλολατρών. Το Ισραήλ για πολλά χρόνια
υποδουλώθηκε στους εχθρούς του. Ο Θεός όμως και πάλι κοιτούσε εύσπλαχνα τον
αχάριστο λαό Του και απέστελλε από καιρού εις καιρόν δίκαιους ανθρώπους με
σκοπό την αφύπνιση και την μετάνοια. Οι φωτισμένοι αυτοί άνθρωποι ονομάστηκαν
Κριτές. Σκοπό τους είχαν την απελευθέρωση του Ισραήλ από τα βάρβαρα έθνη και
την επιστροφή του εκλεκτού λαού στην μόνη αληθινή πίστη.

Ο πρώτος κριτής που ανέγειρε ο Κύριος, ήταν ο Γοθονιήλ, ο οποίος ελευθέρωσε το


Ισραήλ από την κατοχή του βασιλέως Χουσαρσαθαίμ. Όμως οι Εβραίοι αμέσως μετά
τον θάνατο του Γοθονιήλ ξέχασαν τις ευεργεσίες του Θεού και προσέτρεξαν και πάλι
με ακόρεστη μανία στη λατρεία των ειδώλων· με αποτέλεσμα να δεχτούν νέες
τιμωρίες του Θεού που σκοπό πάντοτε είχαν την παιδαγωγία τους. Έτσι, οι
Μωαβίτες κατέλαβαν το Ισραήλ κάνοντας τους Εβραίους φόρου υποτελείς σ’
αυτούς.

Ο Κριτής Αώδ ανέλαβε αυτή τη φορά την απελευθέρωση των ισραηλιτών. Μια μέρα
επισκέφθηκε τον βασιλιά Εγλών δήθεν για να πληρώσει τον φόρο υποτέλειας για
λογαριασμό του λαού του. Υποκρίθηκε μάλιστα πως είχε να πει στον βασιλιά ένα
μυστικό και πλησιάζοντας κοντά του τον φόνευσε με ένα μικρό μαχαίρι 25
εκατοστών. Η δολοφονία του βασιλιά Εγλών προκάλεσε πανικό στους Μωαβίτες,
δίνοντας έτσι ευκαιρία εξέγερσης στους ισραηλίτες.

Μεταξύ των κριτών συναντάμε και μία γυναίκα ονόματι Δεββώρα η οποία με
τρομερά τεχνάσματα συνέτριψε τον βασιλιά Σισάρα.

Κατόπιν, οι σημαντικότεροι Κριτές του Ισραήλ των οποίων ξεχωριστά


παρουσιάζουμε το βίο και τη δράση τους, είναι οι Γεδεών, Ιεφθάε και Σαμψών.

Γεδεών και Αβιμέλεχ.

ΓΕΔΕΩΝ και ΑΒΙΜΕΛΕΧ

Οι Ισραηλίτες λόγω της αποστασίας τους κατά του Θεού έπεσαν στα χέρια των
Μαδιανιτών. Η κατοχή των Μαδιανιτών ήταν πολύ σκληρή για του Εβραίους, με

103
αποτέλεσμα αυτοί να προσφύγουν στα βουνά και στις οπές της γης για να γλιτώσουν
απ’ αυτή την καταπίεση. Κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες βόησαν προς τον Θεό
επιζητώντας το έλεός Του. Ο Θεός εξαπέστειλε τον προφήτη Του τον Γεδεών, τον
οποίο κάλεσε στέλνοντας σ’ αυτόν άγγελο υπό μορφή ανθρώπου. Ο άγγελος είπε
στον Γεδεών: «Ο Κύριος πλήρης ισχύος και δυνάμεως είναι μαζί σου»! Ο Γεδεών
απάντησε: «Μαζί μου, Κύριέ μου, είναι ο Θεός! Εάν ο Κύριός μας είναι μαζί μας,
διατί μας βρήκαν οι δυστυχίες αυτές; Που είναι τα θαυμαστά εκείνα πράγματα τα
οποία μας διηγήθηκαν οι προπάτορές μας, οι οποίοι μας είπαν: Ο Κύριος δεν είναι
εκείνος ο οποίος μας έβγαλε από την Αίγυπτο; Τώρα όμως μας πέταξε και παρέδωσε
στα χέρια των Μαδιανιτών». Ο άγγελος όμως επέμεινε και του είπε: «Πήγαινε και με
τη δύναμη αυτή που θα έχεις θα σώσεις τον ισραηλιτικό λαό από τα χέρια των
Μαδιανιτών»

Ο Γεδεών αντιλήφθηκε πως ο συνομιλητής του δεν ήταν ένας κοινός άνθρωπος
αλλά απεσταλμένος του Θεού. Για να πειστεί όμως γι’ αυτό του ζήτησε να
θυσιάσουν στον Θεό ώστε να βεβαιωθεί πως δεν ήταν φάντασμα ή δαίμονας. Ο
Άγγελος έδειξε με τον δικό του τρόπο ότι ήταν πράγματι απεσταλμένος του Θεού.
Με την ράβδο του άγγιξε τα δώρα της θυσίας και αυτά κάηκαν μονομιάς. Το σημείο
αυτό έπεισε τον Γεδεών πως ο συνομιλητής του ήταν άγγελος Κυρίου.

Αμέσως μετά την λήψη της αποστολής του, το πρώτο πράγμα που έκανε ήταν να
γκρεμίσει το θυσιαστήριο του θεού Βάαλ και στη θέση του να αναγείρει νέο
θυσιαστήριο για τον αληθινό Θεό και όλα αυτά προς έκπληξη των συγγενών και
συμπολιτών του. Ονόμασε δε τον εαυτό του «Ιεροβάαλ», λέγοντας: «Αν ο Βάαλ
είναι αληθινός θεός, ας υπερασπιστεί τον βωμό του». Με αυτό τον τρόπο ο Γεδεών
παρότρυνε τους ισραηλίτες να επαναστατήσουν κατά των Μαδιανιτών.

Ο Γεδεών όμως εξακολουθούσε να έχει την ανησυχία για το αν ο Θεός θα τον


βοηθούσε στην εκπλήρωση της αποστολής που μόλις είχε αναλάβει και έτσι ζήτησε
να δει ένα θαύμα για πειστεί. Κρατώντας ένα κομμάτι από μαλλί προβάτου ζήτησε εν
πρώτοις το πρωί που θα ξημέρωνε να πέσει δροσιά μόνο στον πόκο μαλλιού και όχι
στον κάμπο όπερ και εγένετο. Κατά δεύτερον την επομένη να συμβεί το αντίθετο, το
οποίο και πάλι συνέβη. Το θαύμα αυτό τον έπεισε πως η αποστολή του θα είχε αίσιο
τέλος.

Αμέσως μετά το θαύμα άρχισε τις ετοιμασίες για την επικείμενη μάχη με τους
Μαδιανίτες. Συγκέντρωσε 32.000 στρατιώτες. Όμως ο Θεός του είπε πως είναι
πολλοί για να νικήσουν τους 135.000 εχθρούς! Και τούτο διότι ήθελε ο Θεός να
φανεί ξεκάθαρα στον ισραηλιτικό λαό η κραταιά του δύναμη. «Όποιος είναι δειλός
για να αντιμετωπίσει τον πολυάριθμο εχθρό, ας γυρίσει σπίτι του» διέταξε ο Θεός. Κι
έτσι από τους 32.000 έμειναν μόνο 300 μαχητές!

Ο Γεδεών χώρισε τους 300 στρατιώτες του σε τρία μέρη ανά 100 μαχητές ώστε να
προσβάλουν τους Μαδιανίτες ταυτόχρονα από τρία μέρη ώστε αυτοί να νομίσουν
πως είναι περικυκλωμένοι. Αυτό ήταν οπωσδήποτε στρατήγημα σπουδαίο.

Οι στρατιώτες αυτοί όρμισαν ενώ ακόμη δεν είχε ξημερώσει στο στρατόπεδο των
Μαδιανιτών σαλπίζοντας τις σάλπιγγες που κρατούσαν στο δεξιό τους χέρι και
κρατώντας αναμμένο δαδί στο αριστερό τους χέρι. Η θέα αυτού επέφερε μεγάλο
πανικό στους αγουροξυπνημένους Μαδιανίτες με αποτέλεσμα αυτοί να

104
αλληλοσπαραχθούν μεταξύ τους.

Οι Μαδιανίτες κυνηγημένοι πέρασαν τον Ιορδάνη ποταμό κατευθυνόμενοι


νοτιοανατολικά με τον Γεδεών και τους 300 άνδρες τους να καταδιώκουν ξωπίσω. Η
ταλαιπωρία των ισραηλιτών από την μάχη ήταν μεγάλη και οι 300 ζήτησαν στην
πόλη Σοκχώθ υλική στήριξη για να μπορέσουν να ολοκληρώσουν την εκδίωξη των
Μαδιανιτών. Η εξασθένιση όμως του πατριωτικού αισθήματος που ήταν γενικό
φαινόμενο την εποχή των κριτών οδήγησε τους άρχοντες της Σοκχώθ στο αρνηθούν
κάθε μορφή βοήθειας στον Γεδεών και τους 300.

Τότε ο Γεδεών τους καταράστηκε και υποσχέθηκε ότι θα τους τιμωρήσει σκληρά
όταν επιστρέψει: «Θα καταξεσκίσω τα σώματά σας στα αγκάθια της ερήμου και στα
γαϊδουράγκαθα των φυτών...θα κατεδαφίσω εκ θεμελίων τον πύργο σας...» είπε
στους κατοίκους της Σοκχώθ και στους κατοίκους της πόλεως Φανουήλ που επίσης
του αρνήθηκαν κάθε μορφή βοήθειας σ’ αυτούς. Πράγματι, αφού φόνευσε τους
βασιλείς των Μαδιανιτών, κατά την επιστροφή του σκότωσε τους κατοίκους της
Σοκχώθ και τους κατοίκους της Φανουήλ ως ενόχους εσχάτης προδοσίας.

Οι ισραηλίτες τότε σκέφθηκαν να κάνουν τον Γεδεών βασιλιά τους, όμως εκείνος
από την μετριοφροσύνη του απάντησε πως βασιλιάς του Ισραήλ είναι μόνο ο Θεός.

Σαράντα έτη δεν σήκωσαν ξανά κεφάλι οι Μαδιανίτες προσφέροντας έτσι όλα αυτά
τα χρόνια ένα ειρηνικό περιβάλλον στο Ισραήλ. Όσο ζούσε ο Γεδεών οι ισραηλίτες
λάτρευαν το αληθινό Θεό. Με τον θάνατο αυτού όμως επέστρεψαν στα ίδια· δηλαδή
στη λατρεία των ειδώλων. Ακόμη και υιοί του Γεδεών, εβδομήντα στον αριθμό λόγω
της πολυγαμίας που επικρατούσε τότε, υπέπεσαν στην ειδωλολατρία.

Από τους 70 υιούς του Γεδεών, ο Αβιμέλεχ υιος δευτέρας σειράς (υιός δούλης και
όχι της πρώτης συζύγου) θέλησε να γίνει βασιλιάς του Ισραήλ. Δολοφόνησε τα
αδέρφια του ώστε αυτός πλέον να μείνει μόνος και ανενόχλητος να βασιλεύσει.
Ένας όμως αδελφός του, ο Ιωάθαμ γλύτωσε της σφαγής και αργότερα με ένα
φλογερό κήρυγμα έστρεψε το λαό εναντίον του Αβιμέλεχ λέγοντας: «Σεις όμως
επαναστατήσατε σήμερα εναντίον του πατρικού μου οίκου και εφονεύσατε τους 70
υιούς του επί ενός και του αυτού λίθου και ανακηρύξατε βασιλέα σας υιόν της
δούλης του, τον Αβιμέλεχ, στους κατοίκους της Συχέμ, διότι είναι συγγενής σας...»

Οι κάτοικοι της Συχέμ επαναστάτησαν εναντίον του Αβιμέλεχ και στη χώρα
επικράτησε αναρχικό κλίμα χωρίς καμία ασφάλεια και σταθερότητα για τους
κατοίκους για αρκετό καρό. Ένας Συχεμίτης ονόματι Γαάλ μέσα σ’ αυτό το άστατο
κλίμα βρήκε την ευκαιρία να γίνει αρχηγός των Συχεμιτών. Ο Αβιμέλεχ όμως
επέστρεψε πολιόρκησε την Συχέμ και νίκησε τα στρατεύματα του Γαάλ. Μπαίνοντας
στη Συχέμ θέλησε να εκδικηθεί τους Συχεμίτες καταστρέφοντας τον πύργο της
πόλεως, όμως μία γυναίκα από ψηλά έρριψε στην κεφαλή του μια μυλόπετρα
θανατώνοντάς τον. Έτσι έληξε η θλιβερή ιστορία του Αβιμέλεχ.

Η ιστορία του Ιεφθάε.


105
Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΙΕΦΘΑΕ

Ο Ιεφθάε ήταν ο 13ος κατά σειρά κριτής του Ισραήλ και ένας από τους πιο σημαντικούς.
Την περίοδο κατά την οποία έζησε, οι ισραηλίτες φτάσανε σε αποστασία φρικτή δεν
ελάτρευαν μόνο τον Βάαλ και την Αστάρτη, αλλά και τους άλλους θεούς των γειτονικών
περιοχών. Έτσι έπεσε στα κεφάλια αυτών ανάλογη τιμωρία· ο Θεός τους παρέδωσε
στους λαούς των οποίων τους θεούς λάτρευσαν.

Οι ισραηλίτες μέσα στην τραγική κατάσταση που βρίσκονταν φώναξαν στον Θεό
αναγνωρίζοντας εκ βάθους την αμαρτία τους. Ο Θεός με ειρωνεία όμως απάντησε προς
αυτούς: «Βοήσατε προς τους ξένους θεούς, ας σας σώσουν». Οι Εβραίοι όμως επέμειναν
στην προσευχή τους προσθέτοντας και έργα μετανοίας. Απομάκρυναν τα αγάλματα των
θεών για να δηλώσουν έτσι την ειλικρινή μετάνοιά τους.

«Ωλιγώθη η ψυχή αυτού εν κόπω ισραήλ». Δηλαδή ο Θεός συγκινήθηκε, υπέφερε


ψυχικά για την αθλιότητα των ισραηλιτών. Η Αγία Γραφή αποδίδει στον Θεό συχνά
ανθρώπινα συναισθήματα για να αντιληφθούμε εμείς καλλίτερα την συμπεριφορά Του.

Τώρα πλέον οι Εβραίοι σίγουροι ότι θα λάβουν τη Θεία βοήθεια αποφάσισαν να


επιτεθούν κατά των Αμμωνιτών στους οποίους ήταν υπόδουλοι. Έπρεπε όμως να
εκλέξουν έναν αρχηγό.

Ο Ιεφθάε ήταν υιός πόρνης. Ήταν πολύ δυνατός σωματικά· όμως τα αδέλφια του λόγω
της πόρνης μητέρας του, τον είχαν αποκλείσει από κάθε δικαίωμα κληρονομιάς της
πατρικής περιουσίας.

Όταν μετά από χρόνια οι Αμμωνίτες κήρυξαν πόλεμο κατά των ισραηλιτών, οι κάτοικοι
της Γαλαάδ, από την οποία πόλη κατάγοντας ο Ιεφθάε, του ζήτησαν να ηγηθεί του
ισραηλιτικού στρατού. Ο Ιεφθάε όμως έχοντας ήδη πικρή γεύση από τη συμπεριφορά
των συμπατριωτών του δέχτηκε μεν να ηγηθεί των πολεμικών επιχειρήσεων, αλλά με τον
όρο ότι εάν αυτός κέρδιζε του Αμμωνίτες, θα παρέμενε ισόβιος αρχηγός του Ισραήλ και
μετά το τέλος του πολέμου.

Ο πόλεμος ξεκίνησε. Ο Ιεφθάε έταξε στον Θεό, πως εάν γυρίσει νικητής στην πατρίδα
του όποιος θα τον προϋπαντούσε πρώτος, αυτός θα προσφέρονταν ολοκαύτωμα στον
Θεό. Το δυστύχημα για τον Ιεφθάε ήταν ότι αυτή που τον υποδέχτηκε πρώτη με
τύμπανα και χορούς ήταν η μονάκριβη κόρη του! Ο Ιεφθάε διέρρηξε τα ιμάτιά του από
τη λύπη... Η κόρη του όμως μη δυνάμενη να αρνηθεί τον ανόητο όρκο του πατρός της

106
παραδόθηκε στο φρικτό μαρτύριο.

Το ερώτημα που προκύπτει είναι το πως ένας κριτής και μάλιστα επαινούμενος υπό της
Αγ. Γραφής σκέφθηκε πως ο Θεός θα ευαρεστούνταν σε μία ανθρωποθυσία; Αυτό
εξηγείται σύμφωνα με τον ζωηρό χαρακτήρα που διέθετε ο Ιεφθάε. Ήταν άνθρωπος
πολύ παρορμητικός. Ο Θεός βέβαια δεν ευαρεστήθηκε από την θυσία αυτή. Εμπόδισε
παλαιότερα τη θυσία του Ισαάκ αλλά δεν εμπόδισε τη θυσία της κόρης του Ιεφθάε για να
σωφρονίσει όλους εμάς τους αναγνώστες να μη τάζουμε στο Θεό εύκολα και
απερίσκεπτα.

Άλλωστε αργότερα ο Χριστός απαγόρεψε τους όρκους λέγοντας: «Aκούσατε επίσης, πως
δόθηκε στους αρχαίους η εντολή: Nα μην αθετήσεις τους όρκους σου, αλλά να
αποδώσεις στον Kύριο όσα ορκίστηκες. Eγώ όμως σας λέω να μην ορκιστείτε καθόλου
μήτε στον ουρανό, γιατί είναι θρόνος του Θεού μήτε στη γη, γιατί είναι ακουμπιστήρι
των ποδιών του μήτε στα Iεροσόλυμα, γιατί είναι πόλη του μεγάλου βασιλιά. Mήτε στο
κεφάλι σου να ορκιστείς, γιατί δεν μπορείς ούτε μια τρίχα του να την κάνεις άσπρη ή
μαύρη. O λόγος σας λοιπόν να σημαίνει ναι, όταν λέτε ναι, και όχι, όταν λέτε όχι, γιατί
καθετί πέρα απ’ αυτά πηγάζει από τον πονηρό».

Ο Ιεφθάε ήταν κριτής του ισραηλιτικού λαού για έξι χρόνια. Ύστερα πέθανε και ετάφη
στην πόλη του Γαλαάδ.

*Σημ. Υπάρχουν ορισμένοι ερμηνευτές που δεν δέχονται οτι ο Ιεφθάε προχώρησε σε
ανθρωποθυσία της κόρης του, αλλά η ότι η Γραφή εννοεί πως θυσίασε την παρθενία της
στον Θεό. Ότι δηλαδή της απαγορεύτηκε δια βίου ο γάμος. Παραθέτουμε αυτούσια την
παραπάνω άποψη:

Θυσίασε πραγματικά ο Ιεφθαέ την κόρη του; Ανάλυση των Κριτών 11:31

Σημείωση: Τα παρακάτω αποτελούν μέρος του βιβλίου του Ε. W. Bullinger: Great cloud
of witnesses in Hebrews 11, Kregel Publications, 1979, σελ. 324-331. Αυτό το βιβλίο,
καθώς και τα υπόλοιπα αυτού του εξαιρετικού συγγραφέα, είναι ελεύθερα από
copyright.

Η Γραφή μας συστήνει τον Ιεφθάε χρησιμοποιώντας τον ίδιο τίτλο που
χρησιμοποιήθηκε και για τον Γεδεών: “δυνατός εν ισχύϊ” (Κριτές 11:1)

Και πάλι δεν μας ενδιαφέρει η ιστορία του σαν ανθρώπου, αλλά η πίστη του, η οποία
ήταν από τον Θεό.

Ο Ιεφθάε ήταν κάποιος που φοβόταν τον Κύριο. Στις πρώτες λέξεις που έχουμε από
αυτόν, καλεί τον Κύριο να είναι μάρτυρας. έπειτα πήγε “και ελάλησεν πάντας τους
λόγους αυτού ενώπιον του Κυρίου εν Μισπά.” (στίχος 11).
Το μήνυμα του προς τον βασιλιά των Αμμωνιτών (στίχοι 14-27) δείχνει ότι ήξερε καλά
την ιστορία του λαού του, όπως αυτή καταγράφονταν στο “βιβλίο του Νόμου”. Θα

107
πρέπει να το είχε μελετήσει καλά και προσεκτικά. γιατί όχι μόνο ξέρει τα ιστορικά
γεγονότα που καταγράφονται εκεί, αλλά επίσης τα αναγνωρίζει σαν πράξεις πίσω από
τις οποίες ήταν ο Κύριος.

Όλα αυτά τα γεγονότα τα έκανε αναγωγή στον Κύριο. Ήταν Αυτός που “παρέδωσε τον
Σηών και ολόκληρο τον λαό του στο χέρι του Ισραήλ” (στίχος 21). Ήταν ο Κύριος ο Θεός
του Ισραήλ που έδιωξε τους Αμορραίους από μπροστά από τον λαό Του (στίχος 23). Ότι
ο Ιεφθάε και ο Ισραήλ κατείχαν δεν ήταν παρά ότι ο Κύριος τους είχε δώσει (στίχος 24) .
Και ήταν ο Κύριος, στο ρόλο Του ως Κριτής, τον οποίο ο Ιεφθάε επικαλούνταν τώρα για
να κρίνει μεταξύ Ισραήλ και Αμμών (στίχος 27).

Ο Ιεφθάε είχε “ακούσει” τα λόγια του Κυρίου όπως αυτά καταγράφονταν στην Γραφές
της αλήθειας. και τα πίστεψε.

Ήταν αυτή η πίστη στην οποία αναφέρετε η προς Εβραίους 11. Ο απόστολος γνώριζε τι ο
Ιεφθάε πίστευε, και την πίστη με την οποία διαμέσου του Θεού νίκησε. Αυτό είναι που
δίνει στον Ιεφθάε την θέση του σ' αυτό το μεγάλο “σύννεφο μαρτύρων” της προς
Εβραίους 12:1.

Όταν έτσι κάλεσε τον Θεό να κρίνει διαβάζουμε: “Τότε, ήρθε επάνω στον Ιεφθάε
Πνεύμα Κυρίου” (στίχος 29) διαβάζοντας έτσι και πάλι τις λέξεις που περιγράφουν την
δράση του Αγίου Πνεύματος στην εποχή του νόμου.

Με την δύναμη του Αγίου Πνεύματος, ο Ιεφθάε έκανε τον πόλεμο με τους Αμμωνίτες και
ο Κύριος στεφάνωσε την πίστη του παραδίδοντας τους στο χέρι του (στίχος 32).

Αυτή είναι η πολύ απλή περίπτωση της πίστης του Ιεφθάε, που οδήγησε σε θρίαμβο, και
δεν υπάρχει κάτι περισσότερο που μπορεί κάνεις να προσθέσει σ΄ αυτήν. Αυτός είχε
απλά διαβάσει τι ο Κύριος είχε κάνει και έτσι άκουσε αυτά που Εκείνος είχε πει. Πίστεψε
αυτά που διάβασε και άκουσε, και αυτό ήταν αρκετό για να τον βάλει ανάμεσα στους
“πρεσβυτέρους που απέκτησαν καλή μαρτυρία” (Προς Εβραίους 11:2) λόγω της πίστης
τους.

Ωστόσο στην περίπτωση του Ιεφθάε, όσο σε καμιά άλλη, αισθανόμαστε υποχρεωμένοι
να βγούμε έξω από το θέμα μας για να τον υπερασπιστούμε από ότι όπως θα δούμε δεν
είναι παρά άδικη κρίση των ανθρώπων σχετικά με το πρόσωπο του.

Όπως ο Μωυσής έτσι και ο Ιεφθάε “μίλησε άστοχα με τα χείλη του” (Ψαλμοί 106:33),
αλλά αυτό δεν αγγίζει την πίστη του σε ότι είχε ακούσει από τον Θεό. την ευχή του την
έκανε ορμώμενος από ζήλο και όχι από γνώση.

Ότι θα θυσίαζε την κόρη του και ο Θεός δεν θα απόρριπτε με ένα λόγο αποδοκιμασίας
μια ανθρωποθυσία είναι μια απίστευτη και παράλογη θεωρία. Αυτή δεν είναι παρά μια
ανθρώπινη ερμηνεία η οποία έχει γίνει χωρίς προσεκτική εξέταση του κειμένου.

Είναι σημαντικό να αναφέρουμε εδώ ότι ο αρχαίος Ιουδαίος σχολιαστής Ραβί David
Kimchi (1160-1232) αποδίδει τις λέξεις της ευχής (Κριτές 11:31) πολύ διαφορετικά από
τις σημερινές μεταφράσεις και μας λέει ότι και ο πατέρας του Ραβί Joseph Kimchi είχε
την ίδια άποψη. Πατέρας και γιος μαζί με τον Ραβί Levi ben Gerson, όλοι τους από τους

108
πλέον διαπρεπείς Εβραίους μελετητές - που θα έπρεπε να γνώριζαν καλύτερα από
οποιοδήποτε Εθνικό μελετητή - συμφωνούσαν χωρίς περιστροφές σε απόδοση των
λέξεων της ευχής η οποία αντί να την κάνει να μοιάζει σαν να αναφέρεται σε ένα και
μόνο αντικείμενο, όπως οι σημερινές μεταφράσεις, την μεταφράζει και την ερμηνεύει
σαν να αποτελείτε από δυο διαφορετικά μέρη.

Αυτό γίνεται με την παρατήρηση του καλά γνωστού γραμματικού κανόνα ότι το
συνδετικό μόριο "βαου" που χρησιμοποιείτε εδώ, χρησιμοποιείτε συχνά σαν
διαχωριστικό μόριο και σημαίνει “ή” όταν υπάρχει δεύτερη πρόταση. Αυτή μάλιστα η
απόδοση συστήνεται από την Αγγλική Βίβλο (KJV) σαν εναλλακτική απόδοση γι' αυτό
τον στίχο.

Σημείωση: Μ' αλλά λόγια ενώ στην μετάφραση του Βάμβα, η ευχή του Ιεφθάε αποδίδετε
ως εξής:

Κριτές 11:30-31
“Και ευχήθη ο Ιεφθάε ευχήν προς τον Κύριον, και είπεν, Εάν τωόντι παραδώσης τους
υιούς Αμμών εις την χείρα μου, τότε ό,τι εξέλθη εκ των θυρών του οίκου μου εις
συνάντησίν μου, όταν επιστρέφω εν ειρήνη από των υιών Αμμών, θέλει είσθαι του
Κυρίου, ΚΑΙ θέλω προσφέρει αυτό εις ολοκαύτωμα.”

Αυτό που ο συγγραφέας μας λέει είναι ότι το υπογραμμισμένο “και” είναι το
διαχωριστικό μόριο “βαου” και θα έπρεπε να μεταφραστεί “ή” αντί για “και”. Κάνοντας
αυτή την διόρθωση έχουμε:

Κριτές 11:30-31
“Και ευχήθη ο Ιεφθάε ευχήν προς τον Κύριον, και είπεν, Εάν τωόντι παραδώσης τους
υιούς Αμμών εις την χείρα μου, τότε ό,τι εξέλθη εκ των θυρών του οίκου μου εις
συνάντησίν μου, όταν επιστρέφω εν ειρήνη από των υιών Αμμών, θέλει είσθαι του
Κυρίου, Ή θέλω προσφέρει αυτό εις ολοκαύτωμα.”

Τέλος σημείωσης

Παρακάτω είναι μερικά αποσπάσματα όπου το ίδιο μόριο χρησιμοποιείτε και


μεταφράζεται σαν “ή” και όχι σαν “και” όπως στους Κριτές 11:31.

109
Γένεση 41:44
“Και είπεν ο Φαραώ προς τον Ιωσήφ, Εγώ είμαι ο Φαραώ, και χωρίς σου ουδείς θέλει
σηκώσει την χείρα αυτού Ή τον πόδα αυτού καθ' όλην την γην της Αιγύπτου.”

Έξοδος 20:4
“Μη κάμης εις σεαυτόν είδωλον, μηδέ ομοίωμά τινός, όσα είναι εν τω ουρανώ άνω, Ή
όσα εν τη γη κάτω, όσα εν τοις ύδασιν υποκάτω της γής.”

Έξοδος 21:15
“Και όστις πατάξη τον πατέρα αυτού Ή την μητέρα αυτού, θέλει εξάπαντος θανατωθή.”

Έξοδος 21:17
“Και όστις κακολογή τον πατέρα αυτού Ή την μητέρα αυτού, θέλει εξάπαντος
θανατωθή.”

Έξοδος 21:18
“Και εάν άνθρωποι λογομαχώσι μετ' αλλήλων και ο εις πατάξη τον άλλον με λίθον Ή με
γρόνθον, και δεν αποθάνη αλλά γείνη κλινήρης,”

Αριθμοί 22:26
“όπου δεν ήτο οδός διά να εκκλίνη δεξιά Ή αριστερά.”

Δευτερονόμιο 3:24
“διότι τις Θεός είναι εν τω ουρανώ Ή εν τη γη όστις δύναται να κάμη κατά τα έργα σου
και κατά την δύναμίν σου;”

Σαμουήλ Β 3:29
“ας μη εκλείψη από του οίκου του Ιωάβ γονόρροιος Ή λεπρός Ή επιστηριζόμενος επί
βακτηρίαν Ή πίπτων εν ρομφαία Ή στερούμενος άρτου.”

Βασιλείς Α 18:10
“Ζη Κύριος ο Θεός σου, δεν είναι έθνος Ή βασίλειον, όπου δεν έστειλεν ο κύριός μου να
σε ζητώσι ”

110
Βασιλείς Α 18:27
“Και περί την μεσημβρίαν ο Ηλίας μυκτηρίζων αυτούς έλεγεν, Επικαλείσθε μετά φωνής
μεγάλης. διότι θεός είναι Ή συνομιλεί Ή ασχολείται Ή είναι εις οδοιπορίαν Ή ίσως
κοιμάται και θέλει εξυπνήσει.”

Σε αρνητική πρόταση, η απόδοση “ΜΗΔΕ” / “ΟΥΔΕ”(αρνητικό “ή”) είναι επίσης σωστή:

Έξοδος 20:17
“Μη επιθυμήσης την οικίαν του πλησίον σου. μη επιθυμήσης την γυναίκα του πλησίον
σου.ΜΗΔΕ τον δούλον αυτού. ΜΗΔΕ την δούλην αυτού, ΜΗΔΕ τον βουν αυτού, ΜΗΔΕ
τον όνον αυτού, ΜΗΔΕ παν ό,τι είναι του πλησίον σου.”

Δευτερονόμιο 7:25
“Τα γλυπτά των θεών αυτών θέλετε καύσει εν πυρί. δεν θέλεις επιθυμήσει το αργύριον ή
το χρυσίον το επ' αυτών, ΟΥΔΕ θέλεις λάβει αυτό εις σεαυτόν διά να μη παγιδευθής εις
αυτό. ”

Σαμουήλ Β 1:21
“Ορη τα εν Γελβουέ, Ας μη ήναι δρόσος ΜΗΔΕ βροχή εφ' υμάς, ΜΗΔΕ αγροί δίδοντες
απαρχάς.”

Παροιμίες 6:4
“Μη δώσης ύπνον εις τους οφθαλμούς σου, ΜΗΔΕ νυσταγμόν εις τα βλεφαρά σου.”

Είμαστε τώρα σε θέση να διαβάσουμε και να κατανοήσουμε τις λέξεις της ευχής του
Ιεφθάε, όπου έχουμε την ίδια λέξη, ή ακριβέστερα το γράμμα που την αντιπροσωπεύει
στα Εβραϊκά.

“Και ευχήθει ο Ιεφθάε ευχή προς τον Κύριο”, το οποίο είχε δικαίωμα να κάνει. Η ευχή
ήταν κάτι που προβλέπονταν από τον νόμο ο οποίος και καθόριζε τι ακριβώς έπρεπε να
γίνει σε τέτοιες περιπτώσεις. ακόμα και αν η ευχή αναφέρονταν σε κάποιο πρόσωπο
(όπως και στην περίπτωση μας) αυτό το πρόσωπο μπορούσε να εξαγοραστεί αν αυτό
επιθυμούνταν. Δείτε για παράδειγμα το Λευιτικό 27 όπου στους στίχους 1-8 έχουμε
αναφορά σε ευχή που αφορά πρόσωπα, στους στίχους 9-13 σε ευχή που αφορά ζώα και
στους 14-15 σε ευχή που αφορά ένα σπίτι.

111
Γίνεται λοιπόν καθαρό ότι η ευχή του Ιεφθάε αποτελούνταν από δυο μέρη, το ένα
εναλλακτικό του άλλου. Οτιδήποτε έβγαινε από το σπίτι του είτε θα το αφιέρωνε στον
Κύριο (σύμφωνα με το Λευιτικό 27) ή αν δεν ήταν κατάλληλο γι' αυτό, θα το πρόσφερε
σαν ολοκαύτωμα.

Σε κάθε περίπτωση θα παραβίαζε τον νόμο και θα ήταν βδέλυγμα για τον Κύριο να
προσφέρει σ' Αυτόν ανθρωποθυσία. Τέτοιες θυσίες ήταν συνηθισμένη υπόθεση στα
ειδωλολατρικά έθνη της εποχής, και είναι αξιοσημείωτο ότι το Ισραήλ ξεχωρίζει από
αυτά σ΄ αυτό το σημείο, καθώς δεν επιτρέπονταν σ' αυτό ανθρωποθυσίες.

Αναφέρεται επίσης ότι ο Ιεφθάε “έκαμεν εις αυτήν κατά την ευχήν αυτού την οποίαν
ευχήθη.και αυτή δεν εγνώρισεν άνδρα” (Κριτές 11:39). Έχει αλήθεια αυτή η αναφορά
καμιά σχέση με ένα υποθετικό ολοκαύτωμα; Απολύτως καμιά. Έχει όμως σχέση με το
πρώτο μέρος της ευχής του Ιεφθάε, που ευχήθηκε να αφιερώσει στον Κύριο οτιδήποτε
βγει από την πόρτα του σπιτιού του. Αυτή η αναφορά δεν έχει τίποτα να κάνει με μια
ανθρωποθυσία, αλλά έχει να κάνει με μια ζωή αφιέρωσης. Η κόρη του Ιεφθάε δεν
θυσιάστηκε αλλά αφιερώθηκε στον Κύριο και δεν γνώρισε άντρα στην ζωή της.

Σε τι αλήθεια μπορεί να αναφέρετε και το “έθος εις το Ισραήλ” (στίχοι 39,40) όπου
“υπάγωσιν αι θυγατέρες του Ισραήλ από χρόνου εις χρόνον, να θρηνώσι την θυγατέρα
του Ιεφθάε του Γαλααδίτου, τέσσαρας ημέρας κατ' έτος.” (στίχος 40).

Η λέξη η οποία αποδίδετε εδώ σαν “θρηνώσι” απαντάτε μια μόνο ακόμα φορά στην
Εβραϊκή Βίβλο και αυτό συμβαίνει να είναι και πάλι στους Κριτές. Δεν θα μπορούσαμε
λοιπόν να έχουμε καλύτερο οδηγό σχετικά με την έννοια της.

Αυτή η αναφορά είναι στους Κριτές 5:11 όπου διαβάζουμε: “εκεί θέλουσι διηγείσθαι τας
δικαιοσύνας του Κυρίου”. Οι φίλες λοιπόν της κόρης του Ιεφθάε, πήγαιναν μια φορά τον
χρόνο και την συναντουσαν και διηγούνταν μαζί της. Δεν πήγαιναν για να θρηνήσουν το
υποτιθέμενο γεγονός του θανάτου της.

Μπορούμε να συμπεράνουμε από τις Γραφές (δείτε επίσης Ψαλμούς 111:35-38, Ησαΐα
57:5 κτλ) ότι οι ανθρωποθυσίες ήταν βδέλυγμα για το Θεό και δεν μπορούμε να
φανταστούμε ούτε τον Θεό να δέχεται και ούτε τον Ιεφθάε να προσφέρει ανθρώπινο
αίμα. Να υποστηρίζει κάνεις το αντίθετο είναι δυσφήμηση του Θεού και του Ιεφθάε.

E. W. Bullinger

Σαμψών.

112
Ο Σαμψών του οποίου την ιστορία διαβάζουμε στο βιβλίο των Κριτών της Παλαιάς
Διαθήκης, δεν εστάλη ως κριτής για να απελευθερώσει τους ισραηλίτες όπως οι
υπόλοιποι κριτές, αλλά για να προετοιμάσει την απελευθέρωση την οποία αργότερα
έφεραν ο Ηλίας και ο Σαμουήλ.
Την εποχή του Σαμψών οι ισραηλίτες λόγω «λάτρευαν τα είδωλα των εθνών» και
έτσι ο Θεός επέτρεψε την υποταγή τους στους Φιλισταίους για 40 έτη. Ο λαός των
Φιλισταίων ήλθε στην περιοχή από την μεγάλη ορμή της μεταναστεύσεως των
βορείων λαών κατά το 1200 π.Χ στα παράλια της Παλαιστίνης. Αυτοί ηττήθηκαν
αργότερα από τον Δαυίδ και επί των Μακκαβαίων εξαφανίστηκαν πλήρως. Άλλοι
πάλι λένε πως η καταγωγή τους προέρχεται από την Κρήτη.
Ένας άγγελος εμφανίστηκε στην στείρα μητέρα του Σαμψών και της ανήγγειλε πως
σύντομα επρόκειτο να γεννήσει υιό. Ο Υιός αυτός θα ήταν παντοτινά αφιερωμένος
στο Θεό, θα ήταν δηλαδή Ναζιραίος. Δεν θα έπινε ποτέ κρασί, δεν θα έκοβε ποτέ τα
μαλλιά του και δεν θα έτρωγε τίποτε ακάθαρτο. Πράγματα δηλαδή που έκαναν οι
Ναζιραίοι. (οι αφιερωμένοι είτε προσωρινά, είτε μόνιμα στον Θεό).
Η γυναίκα έτρεξε και ανήγγειλε στον σύζυγό της Μανωέ την εμφάνιση του αγγέλου.
Ο άγγελος εμφανίστηκε και για δεύτερη φορά, αυτή τη φορά στον Μανωέ τον οποίο
συνάντησε σε έναν αγρό. Ο άγγελος επανέλαβε στον Μανωέ ό, τι είπε και την πρώτη
φορά στην σύζυγό του. -«Ποιο είναι το όνομά σου;» ρώτησε ο Μανωέ τον άγγελο. –
«Γιατί με ρωτάς για το όνομά μου; Το όνομά μου είναι τρομερό, ανέκφραστο».
Απάντησε ο άγγελος και εξαφανίστηκε από μπροστά του. Τότε ο Μανωέ προσέφερε
θυσία στον Θεό. Η γυναίκα σε λίγο καιρό γέννησε, και ονόμασε το παιδί Σαμψών.
Ο Σαμψών μεγάλωσε και θέλησε να παντρευτεί μία Φιλισταία γυναίκα και όχι
ισραηλίτισσα, παρότι που αυτού του είδους οι γάμοι ήταν απαγορευμένοι βάση του
Μωσαϊκού νόμου. Παρά την δικαία αγανάκτηση των γονέων του ο Σαμψών ήταν
ανυποχώρητος. Ο συγγραφέας των Κριτών όμως μας ερμηνεύει την πράξη αυτή του
Σαμψών, λέγοντας πως ο Θεός παραχώρησε αυτόν τον παράλογο έρωτα διότι αυτό
συνέφερε τους ισραηλίτες όπως θα δούμε πιο κάτω. Το κακό του ανθρώπου
μεταβάλει η θεία σοφία σε καλό.
Καθώς ο Σαμψών πήγαινε στην πόλη Θαμναθά να παραλάβει τη γυναίκα του,
εμφανίστηκε μπροστά του ένα νεαρό λιοντάρι. Τότε στην Παλαιστίνη υπήρχαν
αρκετά λιοντάρια. Το λιοντάρι αυτό το σκότωσε με μεγάλη ευκολία μόνο με τα χέρια
του χωρίς να χρησιμοποιήσει κανένα όπλο. Μέλισσες έκαναν φωλιά στο στόμα του
ψόφιου λιονταριού και παρήγαγαν εκεί μέλι, το οποίο ο Σαμψών γυρνώντας να δει
το πτώμα του λιονταριού συνέλεξε και έδωσε απ’ αυτό να φάνε και οι γονείς του.
Στο συμπόσιο του γάμου ο Σαμψών έθεσε στους παρευρισκομένους ένα αίνιγμα
λέγοντας πως αν του το ερμήνευαν σωστά μέσα σε επτά μέρες, θα τους έδιδε τριάντα
καινούριους χιτώνες και τριάντα καινούριες στολές. Αν πάλι αδυνατούσαν να το

113
ερμηνεύσουν θα λάβαινε εκείνος τα παρόμοια. Το αίνιγμα είχε ως εξής: «Ποιο είναι
το βρώσιμο εκείνο το οποίο εξήλθε εκ του καταβροχθίζοντος και ποιο είναι το γλυκύ
εκείνο, το οποίο εξήλθε εξ’ ισχυρού τινός»;
Για τρεις μέρες οι Φιλισταίοι δεν μπορούσαν να ερμηνεύσουν το αίνιγμα, ώσπου
ζήτησαν τη βοήθεια της νύφης. Η γυναίκα του λοιπόν κλαίγοντας του είπε: -«Είμαι
βέβαιη ότι με μισής και δεν με αγαπάς, διότι το αίνιγμα το οποίο προέβαλες στους
συμπατριώτες μου δεν μου το εξήγησες. Την έβδομη ημέρα ο Σαμψών υποχώρησε
στα δάκρυα της γυναικός του και της είπε την απάντηση, την οποία εκείνη ανήγγειλε
στους συμπατριώτες της. Τότε ο Σαμψών οργιζόμενος φόνευσε τριάντα Φιλισταίους
από τους οποίους πήρε τις στολές και τους χιτώνες και εγκατέλειψε την ανήθικη
γυναίκα του. Το επεισόδιο αυτό ήταν η αρχή του πολέμου ανάμεσα στους
Φιλισταίους και στον Σαμψών.
Όταν ο Σαμψών επέστρεψε στην Θαμναθά για να παραλάβει τη γυναίκα του,
διαπίστωσε πως ο πατέρας της την είχε δώσει σε έναν από τους παρανύμφους. Του
πρότεινε μάλιστα να πάρει για γυναίκα του τη μικρότερη αδερφή της. Αυτό εξήγειρε
μεγάλο θυμό στον Σαμψών, ο οποίος πιάνοντας τριάντα αλεπούδες, τις έδεσε από τις
ουρές άναψε σ’ αυτές δαυλούς και τις αμόλησε στα ξερά χωράφια τα οποία στο
πέρασμα των καιόμενων αλεπούδων καταστράφηκαν ολοσχερώς από την φωτιά.
Φρικτό τέλος είχε και η σύζυγος του Σαμψών την οποία οι Φιλισταίοι έκαψαν
ζωντανή διότι εκείνη θεώρησαν υπεύθυνη ως αιτία του κακού.
Ο φρικτός θάνατος της γυναίκας του τον εξόργισε ακόμη περισσότερο· και άνευ
οίκτου επέφερε στους Φιλισταίους μεγαλύτερη από την προηγούμενη καταστροφή.
Στη συνέχεια ο Σαμψών κατέφυγε σε ένα σπήλαιο.
Μόλις οι Ιουδαίοι συμπατριώτες του Σαμψών είδαν τον στρατό των Φιλισταίων να
έρχεται κατά πάνω τους εξαιτίας των προαναφερθέντων επεισοδίων, όχι μόνο δεν
υπερασπίστηκαν τον εθνικό τους ήρωα, αλλά έστειλαν τρεις χιλιάδες στρατιώτες για
να τον συλλάβουν και να τον παραδώσουν στους Φιλισταίους. Ο Σαμψών δεν
θέλησε να εμπλακεί σε πόλεμο με τους συμπατριώτες του αλλά τους είπε: «Δέχομαι
να με δέσετε, αλλά ορκισθείτε μου ότι εσείς δεν θα με φονεύσετε». Έτσι λοιπόν
δένοντάς τον με σχοινιά τον οδήγησαν στην τοποθεσία Σιαγών για να τον
παραδώσουν στους Φιλισταίους.
Ο Θεός όμως ενίσχυσε τον Σαμψών· ο οποίος έκοψε τα σχοινιά του με μεγάλη
ευκολία και παίρνοντας μια σιαγόνα όνου θανάτωσε χίλιους Φιλισταίους! Ονόμασε
δε τον τόπο εκείνο της μάχης «Ύψωμα Σιαγόνος». Ο Σαμψών μετά τη μάχη δίψασε
πολύ, αλλά δεν έβρισκε πουθενά νερό, κλαίγοντας λοιπόν ζήτησε από τον Θεό να
τον ελεήσει και ο Θεός εξήγαγε νερό μέσα από έναν λάκκο. Η πηγή αυτή υπάρχει
μέχρι και τις μέρες μας και βρίσκεται στην περιοχή Ελευθερουπόλεως εν
Λαχίς=Σιαγών.
Μετά από αυτά ο Σαμψών υπήρξε κριτής του Ισραήλ επί 20 έτη υπό της ηγεμονίας
όμως των Φιλισταίων.
Αργότερα ο δυνατός στους μυς ηττήθηκε από το σαρκικό πάθος. Όταν κάποτε
επισκέφτηκε τη Γάζα την πρωτεύουσα των Φιλισταίων μπήκε στο σπίτι μιας πόρνης.
Αυτό ασφαλώς μαθεύτηκε αναμέσω των Φιλισταίων οι οποίοι περικύκλωσαν όλη
την πόλη στήνοντάς του ενέδρα. Τα ξημερώματα όμως εγερθείς ο Σαμψών έτρεξε
προς την θύρα της πόλης η οποία ήταν κλεισμένη. Οι φύλακες της θύρας
κοιμόντουσαν. Σήκωσε τότε στα χέρια τις βαριές πόρτες και δραπέτευσε από την
Γάζα.
Αργότερα στην πόλη Αλσωρήχ, ο Σαμψών αγάπησε μία γυναίκα ονόματι Δαλιδά. Οι
Φιλισταίοι αμέσως την προσέγγισαν ζητώντας απ’ αυτήν να μάθει το μυστικό της
δυνάμεως αυτού. Η Δαλιδά δεν είναι βέβαιο αν ήταν Φιλισταία, αλλά μάλλον όμως

114
δεν ήταν ομοεθνής του Σαμψών και δια τούτο ήταν προσεγγίσιμη στους Φιλισταίους.
Δωροδόκησαν λοιπόν την Δαλιδά, υποσχόμενοι σ’ αυτήν 1100 αργυρούς σίκλους.
«Πες μου που στηρίζεται η μεγάλη σου δύναμη και δια τίνος αν δεθείς θα δύναται τις
να κυριαρχήσει επί σου» ρώτησε τον Σαμψών η Δαλιδά και εκείνος απάντησε: «Αν
με δέσουν με επτά σχοινιά από υγρά νεύρα, θα χάσω τη μεγάλη μου δύναμη..». Η
Δαλιδά τον έδεσε ενώ αυτός κοιμόταν και τον παρέδωσε στους Φιλισταίους
φωνάζοντας: -«Φιλισταίοι έρχονται εναντίον σου Σαμψών». Η Δαλιδά είχε κρύψει
στο διπλανό δωμάτιο τους Φιλισταίους. Ο Σαμψών όμως ξέσχισε τα σχοινιά σαν να
ήταν κλωστές.
Η Δαλιδά επανήλθε κλαίγοντας και ζητώντας εκ νέου να μάθει το μυστικό της
δυνάμεώς του. –«Αν με δέσουν με πολλά σχοινιά μικρά καινούρια τα οποία σε
κανένα έργο δεν χρησιμοποιήθηκαν τότε θα γίνω αδύναμος και θα είμαι όπως όλοι οι
άνθρωποι. Όμως και πάλι ο Σαμψών έκοψε με ευκολία τα σχοινιά του κάνοντας την
Δαλιδά να φουντώσει από την οργή της.
Η Δαλιδά επανήλθε για τρίτη φορά ζητώντας να μάθει το μυστικό της δυνάμεώς του.
Ο Σαμψών και πάλι απάντησε σ’ αυτήν: «Εάν υφάνεις επτά πλεξούδες από τρίχες της
κεφαλής μου με τον στήμονα του αργαλειού σου και στερεώσεις όλα αυτά με
πάσαλο στον τοίχο, τότε θα είμαι αδύναμος..». Πάλι λοιπόν κατά την ώρα που αυτός
κοιμόταν, η Δαλιδά έπραξε αυτό που της είπε ο Σαμψών. Και πάλι όμως κατάφερε
με ευκολία να λυθεί. Η Δαλιδά τότε είπε στον Σαμψών: «Πως λέγεις ότι με έχεις
αγαπήσει, και όμως η καρδιά σου είναι ξένη από μένα; Για Τρίτη φορά με
εξαπάτησες και δεν μου είπες που είναι η μεγάλη σου δύναμη». Σχίστηκε τότε η
καρδιά του Σαμψών και ανοήτως της αποκάλυψε το μυστικό του: «Ψαλίδι, δεν
εκούρευσε την κόμη της κεφαλής μου, διότι εγώ είμαι αφιερωμένος στον Θεό εκ
κοιλίας μητρός μου. Εάν λοιπόν με ξυρίσουν θα φύγει η δύναμη από πάνω μου.
Η Δαλιδά κούρεψε τον άνδρα της ενώ αυτός κοιμόταν και τον παρέδωσε αδύναμο
στους Φιλισταίους παραλαμβάνοντας την αμοιβή της. Ο Θεός απομακρύνθηκε τότε
από τον Σαμψών· τον συνέλαβαν οι Φιλισταίοι και τον τύφλωσαν. Τον υπέβαλαν δε
σε έργα δούλου, υποχρεώνοντάς τον να γυρίζει μόνος του έναν τεράστιο μύλο.
Όταν ήλθε εις εαυτόν ο Σαμψών μετανόησε. Κατανόησε ασφαλώς πως η δύναμή του
δεν εξαρτιόταν από το μάκρος των τριχών της κεφαλής του, αλλά από τη δύναμη και
το έλεος του Θεού.
Όταν λοιπόν οι Φιλισταίοι συγκεντρώθηκαν για να εορτάσουν την εορτή του θεού
Δαγών έθεσαν τον Σαμψών εν τω μέσω αυτών και τον ενέπαιζαν. Με αυτό τον τρόπο
ο χειροδύναμος κριτής πλήρωσε τα εφάμαρτα παιχνίδια του με τη Δαλιδά.
Είπαμε όμως πως είχε ήδη μετανοήσει. Παρακάλεσε λοιπόν τον Θεό να του δώσει
και πάλι δύναμη ώστε να τιμωρήσει για μία τελευταία φορά τους Φιλισταίους. Αφού
ενισχύθηκε με θεία δύναμη, ζήτησε από τον δεσμοφύλακά του να του επιτρέψει να
στηριχθεί για λίγο στις κολώνες του κτίσματος τάχατις για να ξεκουραστεί. Ο ναός
στον οποίο βρίσκονταν όλοι εκεί για να εορτάσουν τον θεό Δαγών ήταν στηριγμένος
σε τέσσερις κολώνες στις άκρες και δύο στη μέση. Τέτοιου είδους τεράστια κτίρια
ήταν συνήθη στην Κρητο-Μυκηναϊκή εποχή όθεν κατήγοντο οι Φιλισταίοι. Ο
Σαμψών βάζοντας δύναμη γκρέμισε τις κολώνες στις οποίες ακουμπούσαν τα χέρια
του και έτσι όλο το οικοδόμημα κατέρρευσε παρασύροντας στο θάνατο τους
αρχηγούς των Φιλισταίων και όλο τον λαό που βρισκόταν στον ναό.
Εσχάτως ανακαλύφθηκε ο τάφος του Σαμψών υπό του αρχαιολόγου M.Y Querin ο
οποίος φέρει την ονομασία «Τάφος του Σαμψών» δείγμα της ιστορικής αξιοπιστίας
της Βίβλου.

115
Μιχαίας και η ανασυγκρότηση του
Ισραήλ. Το τέλος της εποχής των
Κριτών.

Μιχαίας και η ανασυγκρότηση του Ισραήλ. Το τέλος της εποχής των Κριτών.
Ζούσε κάποτε ένας ισραηλίτης ονόματι Μιχαίας, ο οποίος κάποτε έκλεψε από τη
μητέρα του ένα σεβαστό ποσό. Η μητέρα του καταράστηκε τον κλέφτη και αυτό το
άκουσε ο Μιχαίας και ήλθε έτσι σε μετάνοια. Παρέδωσε το κλοπιμαίο ποσό στη
μητέρα του η οποία για να αλλάξει την κατάρα σε ευλογία παρέδωσε το ποσό αυτό
σε τεχνίτη με σκοπό την κατασκευή «ιερού» αγάλματος. Αυτό όμως ήταν παράβαση
της πρώτης εντολής του δεκαλόγου.
Ο Μιχαίας μετέτρεψε σταδιακά το οίκο του σε παρεκκλήσιο. Κάποτε επισκέφθηκε
αυτό το παρεκκλήσιο ένας νέος Λευίτης ο οποίος δέχτηκε την πρόταση του Μιχαία
να γίνει ιερέας της εκκλησίας του επ’ αμοιβής, λαμβάνοντας 10 αργυρούς σίκλους
ημερησίως , ενδυμασία και φαγητό.
Ο Μιχαίας αισθάνθηκε πως ο νεαρός αυτός ιερεύς δεν είχε δύναμη πνευματική και
θέλησε να τον αντικαταστήσει. Ο Μιχαίας βρίσκονταν οπωσδήποτε σε πλάνη γιατί
θεώρησε όπως και η μητέρα του πως λάτρευε σωστά τον Θεό, κάτι που ήταν λάθος·
διότι πίστευε σε ένα κράμα θρησκείας και ειδωλολατρίας. (βλέπε παραπάνω
άγαλμα).
Τον καιρό εκείνο οι Δανίτες θέλησαν να καταλάβουν την πόλη Λαισά πήραν μαζί
τους τον Λευίτη ιερέα του Μιχαία και τα είδωλα στα οποία προσεύχονταν αυτός
χωρίς την άδεια του Μιχαία. Δηλαδή με λίγα λόγια τα έκλεψαν έχοντας συνεργό τον
νεαρό Λευίτη ιερέα στον οποίο έταξαν διακρίσεις και προνόμια.

116
Ο Μιχαίας αντιλήφθηκε την κατάσταση και συγκέντρωσε αμέσως μερικούς άνδρες
για να καταδιώξει τη συμμορία των Δανιτών χωρίς όμως αποτέλεσμα. Μάλιστα οι
Δανίτες κατάφεραν να καταλάβουν την Λαισά την οποία έκαψαν. Αμέσως μετά, οι
Δανίτες παραδόθηκαν εξ’ ολοκλήρου στη λατρεία των ειδώλων. Ο νεαρός Λευίτης
πήρε πράγματι προνομιούχα θέση μεταξύ των Δανιτών. Το όνομά του ήταν Ιωνάθαν
και ήταν εγγονός του Μωυσή. Άρα και η αμαρτία του λόγω της καταγωγής του ήταν
μεγαλύτερη.
Η ανασυγκρότηση του Ισραήλ.
Κάποτε ένας Λευίτης με τη σύζυγό του βρέθηκαν στην πόλη Γαβαά όπου
αναγκάστηκαν εκεί να φιλοξενηθούν στο σπίτι ενός γέροντα διότι η μέρα είχε
παρέλθει. Η πόλη αυτή ανήκε στην φυλή Βενιαμήν. Οι Βενιαμίτες κάτοικοι της
Γαβαά, μόλις αντιλήφθηκαν την παρουσία του ζεύγους συνάχθηκαν έξω από την
οικία του γέροντος ζητώντας να παραδοθεί ο ξένος σ’ αυτούς με σκοπό να
ασελγήσουν μαζί του. Ακολούθησαν σκηνές που θυμίζουν τον διάλογο του Λωτ στα
Σόδομα. Ο γέροντας είπε: -«Ιδού η παρθένος θυγάτηρ μου και η σύζυγός του είναι
στη διάθεσή σας θα εξαγάγω αυτάς προς υμάς , εξευτελίσατε αυτάς εκπληρούντες εις
αυτάς τας ορέξεις σας... εις τον άνδρα όμως αυτόν μη κάνετε την παράφρονα ταύτην
πράξη».
Οι Γααβίτες ασέλγησαν με φρικτό τρόπο στη γυναίκα του Λευίτη, ώσπου εκείνη δεν
άντεξε την τρομερή κακοποίηση και πέθανε. Την άλλη μέρα ο Λευίτης βλέποντας τη
γυναίκα του σε αυτή την κατάσταση έκλαψε πικρά, την διαμέλισε σε 12 κομμάτια
και έστειλε κάθε τμήμα αυτής στις 12 φυλές του Ισραήλ. Το αποτέλεσμα ήταν να
αγανακτήσουν όλες οι φυλές του Ισραήλ εναντίον της φυλής Βενιαμίν
αποφασίζοντας όλοι μαζί να εκδικηθούν τους ενόχους.
Στην πόλη Μασσηφά συγκεντρώθηκαν οι λοιπές φυλές των ισραηλιτών τετρακόσιες
χιλιάδες λαός, για να εκδικηθούν το κακούργημα των βενιαμιτών. Ο πόλεμος
αποφασίστηκε ομοφώνως. Το 1/10 των 400.000 ανδρών θα επιτίθονταν στους
βενιαμίτες. Οι βενιαμίτες αρνήθηκαν να παραδώσουν τους ενόχους και ανοήτως τα
έβαλαν με ολόκληρο το Ισραήλ. Ιδού ο άγριος χαρακτήρας του Βενιαμίν τον οποίο
προεφήτευσε ο Ιακώβ (Γεν. 49,27).
Εντούτοις στις δύο πρώτες μάχες που διεξήχθησαν οι λοιποί ισραηλίτες ηττήθηκαν
από την φυλή Βενιαμίν χάνοντας 40.000 στρατιώτες. Έπειτα όμως από γενική
νηστεία και προσευχή ο Θεός υποσχέθηκε στον αρχιερέα Φινεές την τελική αίσια
έκβαση του πολέμου για τους ισραηλίτες. 25.700 βενιαμίτες στρατιώτες
σφαγιάστηκαν την ημέρα εκείνη, οι οποίοι απερίσκεπτα προέβησαν σε εμφύλιο
πόλεμο μετά των αδελφών ισραηλιτικών φυλών.
Μετά το τέλος του πολέμου ολόκληρη η φυλή Βενιαμίν είχε εξολοθρευτεί. Είχαν
απομείνει μόλις 600 άνδρες οι οποίοι πλέον δεν είχαν γυναίκες για τη διαιώνιση της
φυλής, διότι όλες οι βενιαμίτισσες γυναίκες είχαν και αυτές σφαγιαστεί. Επιπλέον οι
ισραηλίτες είχαν ορκιστεί να μη δώσουν στους βενιαμίτες δικές τους γυναίκες για
γάμο λόγω της αμαρτίας τους. Υπήρξε λοιπόν σοβαρό ενδεχόμενο εξαφάνισης της
φυλής Βενιαμίν. Υπήρξε όμως και άλλος ένας όρκος. Να φονευθούν όλοι οι
ισραηλίτες εκείνοι που δεν εκστράτευσαν κατά των βενιαμιτών. Οι κάτοικοι της
πόλης Ιαβίς δεν είχε συμμετάσχει στον πόλεμο και έτσι αυτοί φονεύθηκαν όλοι εκτός
από 400 παρθένες οι οποίες ως αμόλυντες από άνδρες δόθηκαν ως νύφες στους 600
βενιαμίτες. Απόμειναν όμως 200 χωρίς γυναίκα. Οι υπόλοιποι 200 αποφασίστηκε να
κλέψουν για τον εαυτό τους γυναίκες και έτσι δεν θα γίνονταν παράβαση του όρκου
των ισραηλιτών, αφού δεν θα έδιδαν οικειοθελώς τις κόρες τους, αλλά θα τους τις
έκλεβαν. Τούτη η αρπαγή συμφωνήθηκε να μείνει ανεκδίκητη εύσπλαχνη πράξη
προς τους αδελφούς.

117
Το βιβλίο των «Κριτών» κλείνει ως εξής: «Κατά τήν ἐποχή ἐκείνην δέν ὑπῆρχε
ἀκόμη βασιλεύς μεταξύ τοῦ ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ καί ὁ καθένας ἔκαμεν ὅ,τι
ἤθελε...!».[1]

Ρουθ.

Ρουθ
Το βιβλίο της Ρουθ παρεμβάλλεται μεταξύ των Κριτών και των Βασιλειών
στην Παλαιά Διαθήκη. Περιγράφει ένα ερωτικό ειδύλλιο μεταξύ της Ρουθ και του
Βοόζ. Ο σκοπός του βιβλίου είναι ιστορικός και διδακτικός. Η Ρουθ υπήρξε
πρόγονος του Δαυίδ καταγόμενη όχι από τη φυλή των Ισραηλιτών αλλά από τους
Μωαβίτες. Η Ρουθ αποτελεί σύμβολο της εισδοχής των εξ’ εθνών χριστιανών στην
Εκκλησία του Χριστού. Μας διδάσκει επίσης την αρετή της υπακοής και τις ευλογίες
που έχει η εξάσκησή της.
Ο συγγραφέας του βιβλίου κατά πάσα πιθανότητα είναι ο Σαμουήλ.
Η ιστορία του βιβλίου έχει ως εξής: Μία γυναίκα ονόματι Νωεμίν
καταγόμενη από την Βηθλεέμ παντρεύτηκε σε ξένο τόπο έναν άνδρα που τον έλεγαν
Ελιμέλεχ. Ο Ελιμέλεχ πέθανε νωρίς αφήνοντας στη Νωεμίν δύο ορφανά παιδιά από
πατέρα. Οι γιοι της Νωεμίν μεγάλωσαν και παντρεύτηκαν τις Ρουθ και Ορφά. Αλλά
όμως και αυτοί με τη σειρά τους πέθαναν σε νεαρή ηλικία αφήνοντας τη Νωεμίν και
τις νύφες της, μόνες και απροστάτευτες.
Υπό αυτές τις συνθήκες η Νωεμίν αποφάσισε επιστρέψει στην πατρίδα της
τη Βηθλεέμ διότι εκεί άκουσε πως δεν υπήρχε λοιμός όπως στον τόπο που μέχρι τη
στιγμή εκείνη κατοικούσε. Την ακολούθησαν και οι δύο νύφες της. Η Νωεμίν
παρακάλεσε τις νύφες της να μην την ακολουθήσουν διότι δεν θα μπορούσε να τις
συντηρήσει. Η Ορφά επέστρεψε αλλά η Ρουθ έμεινε άκαμπτη στο να την
ακολουθήσει. -«Ο λαός σου, λαός μου, ο θεός σου, θεός μου» είπε στην πεθερά της η
Ρουθ και ουσιαστικά από εκείνη τη στιγμή έγινε κατά την διάθεση και την καρδιά
Ισραηλίτισσα.

118
Η Νωεμίν φθάνοντας στη Βηθλεέμ είπε στη Ρουθ να πορευθεί στους αγρούς
ενός ευλαβούς ανθρώπου ονόματι Βοόζ και να σταχυολογήσει, δηλαδή να μαζέψει
τα περισσευούμενα στάχυα του αγρού αυτά που δεν μαζεύονταν από τους εργάτες.
Αυτό το επέτρεπε ο Μωσαϊκός νόμος.
Ο Βοόζ βλέποντας την επιμέλεια της Ρουθ, η οποία δούλευε ασταμάτητα χωρίς
ανάπαυση και την υπακοή που έκανε στην πεθερά της, της φέρθηκε ευμενώς. Τί
έκανε; Διέταξε τους εργάτες από τα δεμάτια των σταχυών που μάζευαν να βγάζουν
λίγα και να τα αφήνουν στα πόδια της Ρουθ για να τα μαζέψει εκείνη.
Η Νωεμίν βλέποντας το πλήθος των σταχυών που συγκέντρωσε σε μία μέρα η
Ρουθ, δόξασε τον Θεό και σκέφθηκε πως θα ήταν καλό να αποκαταστήσει τη νύφη
της με τον Βοόζ. Έτσι έθεσε σε εφαρμογή ένα σχέδιο: Συνέστησε στην Ρουθ να πάει
κρυφά στον τόπο που κοιμόταν ο Βοόζ και να κοιμηθεί στα πόδια του. Όπερ και
εγένετο. Θαυμαστή όντως η υπακοή της Ρουθ στην πεθερά της.
Ο Βοόζ όταν ξύπνησε και είδε τη Ρουθ να ξαπλώνει στα πόδια του, όχι μόνο δε
θύμωσε με την διαγωγή της, αλλά επαίνεσε αυτήν. Αποφάσισε δε να νυμφευθεί την
Ρουθ αφού πρώτα όμως έθετε σε εφαρμογή τον Μωσαϊκό νόμο· ο οποίος έλεγε πως
μία χήρα έπρεπε κατά προτεραιότητα να παντρευτεί τον πλησιέστερο συγγενή του
ανδρός της. Αυτός όμως, του οποίου το όνομα αποκρύπτεται από τον συγγραφέα,
αρνήθηκε να λάβει τη Ρουθ για γυναίκα του και έτσι ο Βοόζ με τη σειρά του
νυμφεύθηκε την Ρουθ δίδοντας έτσι ευτυχή κατάληξη στην υπόθεση αυτή.
Από τον γάμο του Βοόζ με την Ρουθ γεννήθηκε ο Ωβήδ, ο οποίος εγέννησε τον
Ιεσαί και ο Ιεσσαί εγέννησε τον Δαυίδ τον βασιλέα.

Οι λαοί της θάλασσας.

Διαβάζουμε στην Παλαιά Διαθήκη ιδιαίτερα στα βιβλίο των Κριτών και των
Βασιλειών για την ύπαρξη κάποιων άγνωστων σήμερα λαών οι οποίοι έπαιξαν
σημαντικό ρόλο στην ιστορία του ισραηλιτικού λαού. Οι Φιλισταίοι για παράδειγμα
ήταν πολυάριθμοι και ισχυροί και τους απαντάμε έντονα στην ιστορία του Σαμψών
και του Δαυίδ. Η συγκεκριμένη μελέτη θα προσπαθήσει να μας εξηγήσει λιτά και
χωρίς πολλές λεπτομέρειες για το ποιοι ήταν οι λαοί αυτοί:
Στο τέλος της εποχής του Χαλκού δηλαδή περίπου το 1200 π.Χ δημιουργήθηκαν
οικονομικές ανακατατάξεις και ταραχές στην τότε πανίσχυρη αυτοκρατορία των
Χετταίων. Αυτό έδωσε έδαφος στην ανάπτυξη εισβολών των λεγομένων «λαών της
θάλασσας».
Ποιοι είναι όμως αυτοί οι λαοί της θάλασσας;
«Στα ανάγλυφα της Μέντινετ Χαμπού οι Λαοί της Θάλασσας παρουσιάζονται ως
εξής:

119
Οι Πελεσέτ (Φιλισταίοι, Prst στο αιγυπτιακό κείμενο), οι Τζεκέρ (Tkr), οι Ντενυέν
(Dnn) και οι Βεσές (Wss) φορούν περικεφαλαίες με φτερά. Παρόμοιες παραστάσεις
βρίσκουμε και στα ευρήματα της Έγκωμης στην Κύπρο. Οι Φιλισταίοι ήταν λαός
που κατοικούσε στη γη της Παλαιστίνης. Έδωσαν το όνομά τους στην ομώνυμη
περιοχή και θεωρούνται οι μακρινοί πρόγονοι των σημερινών Παλαιστινίων.
Ιδιαίτερα για τους Πελεσέτ (Φιλισταίους) γνωρίζουμε τα εξής: Οι Φιλισταίοι ήταν
ένας απο τους Λαούς της θάλασσας. Περίπου το 1180 π.Χ κυριάρχησαν στην
περιοχή της Χαναάν. Σε επιγραφές αιγυπτιακής ιερογλυφικής γραφής αναφέρεται το
όνομα Πε-λε-σετ ανάμεσα στα άλλα φύλα των Λαών της θάλασσας και ταυτίζεται με
τους Φιλισταίους.
Οι Φιλισταίοι κατείχαν τις πόλεις Ασκελόν, Γάζα, Ασντόντ, Εκρόν και Γκαθ. Στη
Βίβλο, μέσα απο τις ιστορίες του Σαμψών του Σαμουήλ και του Δαυίδ μαθαίνουμε
για τις συγκρούσεις τους με τους Ισραηλίτες. Επίσης εικάζεται ότι κατείχαν το
μονοπώλιο της επεξεργασίας σιδήρου, κάτι που φαίνεται και από την περιγραφή της
πανοπλίας τους.
Οι πόλεις τους είχαν απο έναν βασιλιά (σερανίμ, στην εβραϊκή γλώσσα) και
λειτουργούσαν αυτόνομα. Ωστόσο, σε πολέμους με τους Ισραηλίτες, συμμαχούσαν
μεταξύ τους. Από το 732 π.Χ. τέθηκαν υπό την κυριαρχία των Ασσυρίων και στη
συνέχεια όλων των υπόλοιπων λαών που κυριάρχησαν στην περιοχή.
Το όνομα Παλαιστίνη θεωρείται ότι προέρχεται από τους Φιλισταίους.
Σήμερα είναι γενικά αποδεκτό οτι οι Φιλισταίοι δεν ήταν αυτόχθων λαός της
περιοχής. Ιστορικοί υποστηρίζουν οτι οι Φιλισταίοι ανήκαν στον συνασπισμό των
Λαών της θάλασσας και ότι εγκαταστάθηκαν στη Χαναάν μετά από σειρά επιδρομών
σε ολόκληρη την ανατολική Μεσόγειο.
Η γλώσσα τους πιθανότατα ανήκε στην ινδοευρωπαϊκή οικογένεια. Έχουν προταθεί
ινδοευρωπαϊκές ετυμολογίες για το όνομα του πιο γνωστού Φιλισταίου, του Γολιάθ,
σύμφωνα με ευρήματα στην πόλη Γκάθ όπως το λυδικό Αλυάττης ή το ελληνικό
Καλεάδης.
Ο Παλαιστίνιος ηγέτης Γιασέρ Αραφάτ δήλωσε στην Αθήνα, στις 15 Δεκεμβρίου
1981:-Εμείς οι Παλαιστίνιοι καταγόμαστε από την Κρήτη. Φύγαμε από την Κρήτη
και πήγαμε στην Παλαιστίνη. Ξαναγυρίσαμε στην Κρήτη και ξαναφύγαμε από την
Κρήτη και ξαναπήγαμε και εγκατασταθήκαμε μονίμως στην Παλαιστίνη…»[1]
ο Ραμσής Γ' εξιστορεί την επίθεση που δέχτηκε η Αίγυπτος από λαούς της θάλασσας
ως εξής:
«Οι Λαοί της Θάλασσας έκαναν συμμαχία και συνωμοτούν. Έχουν σκοπό να βάλουν
στο χέρι όλα τα εδάφη της γης. Κανείς δεν μπορεί να τους αντιμετωπίσει. Των
Χετταίων καταστράφηκαν ταυτόχρονα η Καντί (Κιλικία), η Καρχεμίς, η Αρζάβα και η
Αλασγία. Το στρατόπεδό τους είναι κάπου στο Αμουρρού. Επιτίθενται και
καταστρέφουν τα μέρη σαν να μην είχαν ποτέ υπάρξει. Ήρθαν, έβαλαν φωτιά και
είπαν: "Εμπρός για την Αίγυπτο". Σύμμαχοί τους ήταν οι Πελεσέτ, οι Τζεκέρ, οι
Σεκελές, οι Ντενυέν και οι Βεσές.»

Οι εισβολές αυτές των λαών έγιναν τόσο από ξηράς αλλά κυρίως από θάλασσας,
συνεπώς οι λαοί αυτοί θα πρέπει να διέθεταν πέρα από ισχυρή στρατιωτική ισχύ και
ισχυρές ναυτικές δυνάμεις.
Την ίδια χρονική περίοδο που λαμβάνουν χώρα οι εισβολές των «Λαών της
Θάλασσας», έλαβε χώρα και ο Τρωικός πόλεμος.
Στον Τρωικό πόλεμο οι ναυτικές δυνάμεις των Αχαιών - Δαναών (Ελλήνων )

120
σύμφωνα με Θουκυδίδη αποτελούνταν από 1.200 πλοία. (Οι ναυτικές δυνάμεις
περιγράφονται λεπτομερώς, στην β' Ραψωδία της Ιλιάδας ). Ο Ελληνικός στόλος
αποτελούνταν από πλοία που προέρχονταν από 28 διαφορετικές περιοχές της
Ελλάδος, από την στην Στερεά Ελλάδα έως την Κρήτη. Το σύνολο της
εκστρατευτικής δύναμης είναι τεράστιο, καθώς υπολογίζεται σε 70.000 έως 130.000
άντρες. Είναι φυσικό λοιπόν κάποιος να συμπεράνει πως ένας τέτοιος στόλος θα
μπορούσε άνετα να αποτελέσει απειλεί τόσο για την Αίγυπτο όσο και για την
ευρύτερη περιοχή της Μεσογείου.

Ά Βασιλειών- Σαμουήλ ο προφήτης.

Α΄ Βασιλειών

ΣΑΜΟΥΗΛ

Υπήρχε κάποιος άνθρωπος ονόματι Ελκανά ο οποίος είχε παντρευτεί δύο


γυναίκες. (ανεκτή η πολυγαμία στην Π. Διαθήκη). Τα ονόματα των συζύγων του
Ελκανά ήταν Φεννάνα που σημαίνει Μαργαρίτης, και Άννα που σημαίνει χάρις.

Η Φεννάνα απέκτησε δύο παιδιά, ενώ αντιθέτως της Άννας η μήτρα είχε κλειστεί
από το Θεό. Το γεγονός αυτό έριχνε την Άννα σε μελαγχολία.

Ο Ελκανά ήταν ιερέας και όταν περάτωνε την ειρηνική θυσία του στο Θεό έδινε
πολλές μερίδες από τη θυσία στην Φεννάνα λόγω του αριθμού των τέκνων, μία μόνο
μερίδα στην Άννα που δεν είχε παιδιά. Αυτό ενίσχυε τη ζηλοτυπία της Άννας
απέναντι στην Φεννάνα τη στιγμή μάλιστα που τότε οι Εβραίοι θεωρούσαν τη
121
στειρότητα ως ένα είδος θείας τιμωρίας.

Κάτω από τέτοια ψυχολογική πίεση η Άννα κατέφυγε στο ναό για να
προσευχηθεί χύνοντας άφθονα δάκρυα. Έταξε δε στην προσευχή της πως αν ο Θεός
της έδιδε παιδί, εκείνη θα το αφιέρωνε στο Θεό. Θα ήταν δηλαδή ισόβιος Ναζηραίος.
Είναι πράγματι αξιοπρόσεκτη η αξία της γυναίκας στην Εβραϊκή κοινωνία. Είχε το
δικαίωμα να αφιερώσει το παιδί της, κάτι που ασφαλώς σε άλλες φυλές της εποχής
θεωρούνταν αδιανόητο να συμβεί!

Όση ώρα η Άννα προσεύχονταν στο ναό, ήταν παρόν ο αρχιερέας Ηλί.

Ο Ηλί πρόσεξε πως η Άννα προσεύχονταν ενδομύχως, δηλαδή με εσωτερική


φωνή. Τα χείλη κουνιόνταν, μα φωνή δεν ακουγόταν. Αυτό έκανε τον Ηλί να
πιστέψει πως η γυναίκα ήταν μεθυσμένη. Όταν όμως διαπίστωσε την πλάνη του,
μετέβαλε την αρχική μομφή του σε πατρική ευχή.

Από τη στιγμή εκείνη η Άννα δεν υπήρξε ξανά σκυθρωπή. Μάλιστα, μετά από λίγο
καιρό έμεινε έγκυος, γέννησε υιό, τον οποίο ονόμασε Σαμουήλ που το όνομά του
σημαίνει «εισακουσθείς από το Θεό».

Η Άννα ανακοίνωσε στον σύζυγό της Ελκανά το τάξιμο που είχε κάνει και
εκείνος το ενέκρινε. Έτσι, μετά τον απογαλακτισμό του παιδιού, ο Σαμουήλ
αφιερώθηκε στο Θεό και η μητέρα του εξεφώνησε την πανηγυρική δοξολογική ωδή
της την οποία κανείς μπορεί να διαβάσει στο 2ο κεφ. Α΄ Βασιλειών.

Η Άννα, παρέδωσε το παιδί στη σκηνή του Μαρτυρίου θέτοντάς το στην


υπηρεσία του αρχιερέως Ηλί.

Ο Ηλί είχε υιούς που είχαν και αυτοί κληρονομική την ιεροσύνη από τον
πατέρα τους. Ήταν όμως πολύ ασεβείς, παρέβαιναν συστηματικά τον Μωσαϊκό
νόμο ως και τις θείες διατάξεις περί των θυσιών και εκμεταλλεύονταν για υλικούς
λόγους τους πιστούς.

Ο Ηλί αντί να τιμωρήσει όπως έπρεπε τους υιούς του, αρκούνταν σε μία

122
παρακλητικού τύπου παρατήρηση: «Αν άνθρωπος αμαρτήσει σε άλλον άνθρωπο
είναι δυνατόν να ζητηθεί διά προσευχής προς τον Κύριο συγχώρησις. Εάν όμως
αμαρτήσει τις προς τον Κύριο, ποιος εις ποιον θα προσευχηθεί;»

Ο Θεός τιμώρησε την ιερατική οικογένεια του Ηλί. Δεν ήταν αρκετή η
μετριοπαθής επίπληξη του Ηλί. Έπρεπε να τιμωρήσει αυστηρά τους υιούς του. Τους
τιμώρησε κάνοντάς τους έτσι ώστε όλοι τους να πεθαίνουν νέοι, να χάσουν την
εξουσία που είχαν στη Σκηνή του Μαρτυρίου και αντ’ αυτού να παρακαλούν για μια
πενιχρή θέση ιερατικής διακονίας με την ελάχιστη αμοιβή μερικών μερίδων μόνο
άρτου. Δεν επέτρεψε ο Θεός να αμείβονται πλέον με κρέας διότι αυτό το είχαν
χορτάσει παλαιότερα μέσα στην αχόρταγη απληστία τους. Η τιμωρία λοιπόν του
Θεού προς την ιερατική οικογένεια του Ηλί, ήταν μεν αυστηρή αλλά όχι αφανιστική
γι’ αυτούς.

Ο Σαμουήλ έφθασε σε ηλικία 12 ετών, όμως δεν άφησε σε τίποτε τον εαυτό
του να παρασυρθεί από τους ασεβείς υιούς του Ηλί. Μία μέρα ενώ ο Σαμουήλ
κοιμόταν πλησίον της Σκηνής του Μαρτυρίου, άκουσε μία φωνή να τον καλεί:
«Σαμουήλ, Σαμουήλ», στο άκουσμα αυτής της φωνής ο Σαμουήλ νόμισε πως τον
φώναξε ο Ηλί. Ο Σαμουήλ δεν γνώριζε ακόμη τον Θεό, διότι ο λόγος του Θεού δεν
είχε ακόμη αποκαλυφθεί εις αυτόν». Η κλήση του Θεού επαναλήφτηκε άλλες δύο
φορές (συνολικά 3 φορές). Ο Ηλί εννόησε, ότι αυτές οι επανειλημμένες κλήσεις δεν
ήταν δυνατό παρά να έχουν θεία προέλευση.

Ο Θεός στο παραπάνω περιγραφέν περιστατικό αφήνει τον 89άχρονο γέροντα


Ηλί, τον επί 40 έτη αρχιερατεύσαντα, και φανερώνεται στον νεαρό 18 τότε ετών
Σαμουήλ «ίνα διδάξει πόσο προτιμοτέρα είναι η νεότης κοσμουμένη δι’ αρετής, από
τον ασεβή γέροντα». (Θεοφώρητος).

Ο Θεός ανήγγειλε στον Σαμουήλ την επερχόμενη τιμωρία της ιερατικής οικογένειας
του Ηλί: «Η αμαρτία των υιών του Ηλί, ουδέποτε θα εξιλεωθεί, ούτε δια
θυμιαμάτων, διά αναιμάκτων , ούτε διά αιματηρών θυσιών».

Ο Ηλί όταν πληροφορήθηκε πλέον την επερχόμενη θεία τιμωρία, δεν


μεμψίμοιρε, αλλά υποτάχθηκε.

Κατά την εποχή εκείνη οι Φιλισταίοι κτύπησαν με πόλεμο τους ισραηλίτες και
τους νίκησαν. Οι Εβραίοι διερωτήθηκαν για την αιτία της ήττας. Οι πρεσβύτεροι του
λαού, αντί να προσευχηθούν για να μάθουν το τί έπρεπε να πράξουν ώστε να

123
νικήσουν τους Φιλισταίους, χρησιμοποίησαν την Κιβωτό της Διαθήκης με μαγικό
τρόπο. Αγνόησαν ότι ο Θεός ήταν μεγαλύτερος της Κιβωτού και παίρνοντας την
Κιβωτό ανά χείρας ξεκίνησαν με δυνατές κραυγές να πολεμήσουν τους Φιλισταίους.
Οι Φιλισταίοι παρά την αρχική τους έκπληξη αποφάσισαν με ανδρεία να
πολεμήσουν εναντίον των εχθρών τους.

Οι υιοί του Ηλί στον πόλεμο σκοτώθηκαν όπως και πλήθος στρατιωτών. Οι
ισραηλίτες υπέστησαν μεγάλη ήττα. Ο Ηλί πληροφορήθηκε από αγγελιοφόρο τα
δυσμενή γεγονότα και το ότι η Κιβωτός της Διαθήκης έπεσε στα χέρια των
Φιλισταίων. Αυτό έκανε τον Ηλί να πέσει από τη θέση του και να πεθάνει. Ο Ηλί
υπήρξε 20 χρόνια κριτής του Ισραήλ.

Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος σχολιάζει περί του Ηλί: «Μαθών την απειλή
κατά των τέκνων του δεν αποθνήσκει, μαθών την αιχμαλωσία της Κιβωτού,
αποθνήσκει από τη στεναχώρια του. Πόση ευλάβεια! Και όμως! Ετιμωρήθη διότι δεν
επέβλεπεν αυστηρώς τα παιδιά του».

Η κιβωτός της Διαθήκης για ένα μακρύ χρονικό διάστημα περιήλθε στα χέρια
των Φιλισταίων, οι οποίοι έπαθαν πολλά δεινά δι’ αυτής. Κτυπήθηκαν με
αιμορροΐδες οι άνθρωποι και με πλήθος ποντικών τα χωράφια. Τελικά επέστρεψαν
την Κιβωτό στους ισραηλίτες οι οποίοι με ανακούφιση και πολύ χαρά την
υποδέχτηκαν και πάλι.

Είκοσι ολόκληρα έτη οι ισραηλίτες ζούσαν μακριά από το θέλημα του Θεού
χωρίς μετάνοια, χωρίς νόμο, είχαν γίνει ένα με τους Φιλισταίους. Ο Σαμουήλ τότε
ανέλαβε το ρόλο του κριτού. Ζήτησε από τους συμπατριώτες του να αφαιρέσουν από
ανάμεσά τους όλα τα ειδωλολατρικά αντικείμενα και αγάλματα.

Ο Σαμουήλ κατόπιν προσευχήθηκε με θέρμη στον Κύριο υπέρ των ισραηλιτών


οι οποίοι δια των πρεσβειών του εξήλθαν σε πόλεμο με τους πολυάριθμους
Φιλισταίους. Ο Θεός με φοβερές βροντές τρομοκράτησε τους Φιλισταίους οι οποίοι
ετράπησαν σε άτακτη φυγή παραδίδοντας τις Εβραϊκές πόλεις που κατείχαν πίσω
στους ισραηλίτες.

Ο Σαμψών επειδή αμάρτησε άρχισε μεν, αλλά δεν τελείωσε τη σωτηρία του
ισραηλιτικού λαού από τους Φιλισταίους. Ο Σαμουήλ όμως συνέτριψε αυτούς διότι
φάνηκε πιστός στην αποστολή του προς τον Θεό.

124
Τα χρόνια πέρασαν, ο Σαμουήλ απόκτησε δύο υιούς οι οποίοι ήταν μεν ιερείς,
αλλά όχι ευσεβείς όπως ο πατέρας τους. Τούτο ήταν γνωστό στο λαό.

Οι Ισραηλίτες ζήτησαν από τον Σαμουήλ να τους ορίσει έναν βασιλιά λέγοντας ότι
τούτο το ζητούν διότι οι υιοί του Σαμουήλ δεν ήταν ικανοί να κυβερνήσουν το
Ισραήλ, και ότι ήθελαν και αυτοί να κυβερνηθούν όπως και τα άλλα έθνη, ξεχνώντας
ασφαλώς πως αυτοί ήταν μέλη ενός περιούσιου λαού του Θεού.

Ο Σαμουήλ δεν συμφώνησε με αυτό το αίτημα των Εβραίων, διότι με την


εγκατάσταση της βασιλείας θα κατέρρεε η απόλυτη εμπιστοσύνη της διακυβέρνησης
του Ισραήλ από τον Θεό, δηλαδή η θεοκρατία.

Ο Σαμουήλ δια του Θεού προειδοποίησε τους ισραηλίτες για τις συνέπειες που
θα έχουν από την εγκατάσταση της βασιλείας στο Ισραήλ. Οι βασιλιάδες τότε είχαν
τεράστια εξουσία. Είχαν το δικαίωμα να αυθαιρετήσουν, να αδικήσουν, να
καταπιέσουν, να αποκτήσουν δούλους και δούλες, να οικειοποιηθούν γεωργικές
εκτάσεις και ζώα «και όσο κι αν κανείς φωνάξει ποτέ δεν θα εισακουσθεί».

Όμως, ο λαός παρά τις θείες προειδοποιήσεις επέμεινε στο παράλογο αίτημά του.

Σαούλ ο πρώτος βασιλέας του Ισραήλ.


Ο Σαούλ ήταν ένας ωραιότατος νέος με σπουδαίο παράστημα. Η Γραφή λέει πως
ήταν ψηλότερος πάντων.
Θεία εμπνεύσει κίνησε μία μέρα προς τη Βηθλεέμ για να συναντήσει τον Σαμουήλ,
για τον οποίο γνώριζε πως ήταν προφήτης. Εν τω μεταξύ ο Θεός είχε πληροφορήσει
τον Σαμουήλ πως επρόκειτο να συναντήσει τον Σαούλ τον οποίο έπρεπε να χρίσει
βασιλέα των Εβραίων διότι αυτός ήταν ικανός να νικήσει τους Φιλισταίους οι οποίοι
ήταν οι βασικοί αντίπαλοι των ισραηλιτών.
Ο Σαμουήλ έχρισε με λάδι τον Σαούλ, το οποίο συμβόλιζε τα χαρίσματα του
Αγίου Πνεύματος. Ο Θεός μετέβαλε την ψυχή του Σαούλ, τον έκανε άλλο άνθρωπο.
Κατόπιν, ο Σαμουήλ συγκέντρωσε του ισραηλίτες με σκοπό δια κλήρου να εκλεγεί ο
πρώτος βασιλιάς του Ισραήλ και είπε: «...σεις σήμερα περιφρονήσατε εμένα τον Θεό
σας, ο οποίος υπήρξα σωτήρ σας εξ’όλων των κακών και των συμφορών σας και
είπατε: Ουδέ άλλο θέλουμε πλην του να εγκαταστήσεις βασιλέα εφ’ ημών».
Ο κλήρος όπως ήταν θέλημα του Θεού έπεσε στον Σαούλ, ο οποίος κρύβονταν,
δείχνοντας έτσι πως δεν επιζητούσε ο ίδιος τιμές, αλλά ήταν κλητός του Θεού. Ο
λαός επεφήμησε αυτόν πλην ελαχίστων οι οποίοι αρνήθηκαν να του προσφέρουν
δώρο και τον ανάλογο φόρο για την εκλογή του.

125
Ο Νάας ο αρχηγός των Αμμωνιτών δήλωσε πως μόνο μία περίπτωση υπήρχε για
να υπογράψει συνθήκη ειρήνης με τους Ισραηλίτες. Να τους τυφλώσει το ένα μάτι.
Αυτό τρομοκράτησε τους Εβραίους, εκτός του Σαούλ, ο οποίος φωτισμένος από τον
Θεό, οργίστηκε δικαία οργή και κάλεσε τους συμπατριώτες τους σε πόλεμο κατά των
Αμμωνιτών.
600.000 εβραίοι στρατιώτες συγκεντρώθηκαν υπό την καθοδήγηση του Σαούλ. Το
αποτέλεσμα της μάχης ήταν θριαμβευτικό υπέρ του Ισραήλ.
Ο Σαμουήλ, μετά την ευχάριστη έκβαση του πολέμου, έχρισε και πάλι τον Σαούλ
βασιλιά του Ισραήλ και είπε: «Να! Υπήκουσα σε όλα όσα μου ζητήσατε και σας
εγκατέστησα ως κυβερνήτη σας βασιλέα. Και τώρα να! Ο βασιλεύς πηγαινοέρχεται
ανάμεσά σας! Χαρείτε τον! Εγώ όμως έχω γεράσει και πρέπει να αποσυρθώ, οι δε
υιοί μου βρίσκονται μεταξύ σας ίσοι στο αξίωμα με σας χωρίς απαίτηση διαδοχής
μου.... και τώρα σταθείτε να δείτε το μεγάλο θαυμαστό γεγονός, το οποίο ο Κύριος
θα κάνει μπροστά στα μάτια σας: Εποχή θερισμού σιτηρών δεν είναι τώρα;
Επομένως δεν αναμένεται καμία βροχή. Εγώ όμως θα παρακαλέσω τον Κύριο και θα
δώσει αστραπές και βροντές και βροχή. Εκ του θαύματος τούτου θα πεισθείτε ότι η
διαπραχθείσα αμαρτία σας ενώπιον του Κυρίου ήταν μεγάλη να ζητήσετε και να
έχετε βασιλέα όπως και τα άλλα έθνη.»
Πράγματι ο Σαμουήλ παρακάλεσε τον Κύριο και Εκείνος έδωσε αστραπές και
βροντές και βροχή, εκ τούτου ο ισραηλιτικός λαός φοβήθηκε πολύ τον Θεό και τον
Σαμουήλ.
Ο Σαμουήλ είπε πως εφόσον πλέον το Ισραήλ είχε βασιλιά έπρεπε πλέον να
υπακούει σ’ αυτόν αλλά παράλληλα: «...να φοβείσθε τον Κύριο, λατρεύσετε Αυτόν
με ορθό τρόπο και με όλη την καρδιά σας.. εάν όμως επιμείνετε να αμαρτάνετε, σεις
και ο βασιλιάς σας θα συγκαταστραφείτε».
Ο Σαούλ και ο υιός του Ιωνάθαν κατάφεραν να κατακτήσουν τα στρατηγικά
φυλάκια των Φιλισταίων, και αυτό ήταν σοβαρή αιτία να ξεσπάσει γενική εξέγερση
των Φιλισταίων κατά των Ισραηλιτών. Ο Σαούλ αποφάσισε να πολεμήσουν εναντίον
τους και συγκέντρωσε κατά μεν την γραφή 300.000 άρματα, κατά δε τους
ερμηνευτές ο αριθμός αυτός είναι υπερβολικός και ο πιθανότερος είναι 900 άρματα
μάχης. Άλλωστε και οι Φιλισταίοι ήταν ολιγάριθμος λαός.
Ο Σαούλ περίμενε να λάβει την εντολή από τον Σαμουήλ για την έναρξη του
πολέμου, μα ο προφήτης δεν φάνηκε. Τότε ο Σαούλ προσέφερε θυσία και
ολοκαυτώματα αποφασίζοντας να ξεκινήσει τη μάχη δίχως να περιμένει την
απάντηση του Θεού διά του Σαμουήλ.
Όταν ο Σαμουήλ εμφανίστηκε μετά από δέκα μέρες επέπληξε αυστηρά τον Σαούλ
για την ανυπακοή του να θυσιάσει δίχως να τον περιμένει.
Ο Σαμουήλ τότε του είπε: «Με κουφότητα ενήργησες, διότι δεν εφύλαξες την
εντολή μου, την οποία διέταξε ο Κύριος. Εάν δεν φερόσουνα έτσι, ο Κύριος είχε
ετοιμάσει τη βασιλεία σου να είναι παντοτινή. Αλλά τώρα η βασιλεία σου δε θα
μείνει στη θέση της. Ο Κύριος θα ζητήσει να βρει άντρα, όπως τον ποθεί ο Θεός».
Η προφητεία αυτή του Σαμουήλ δεν είχε άμεση ισχύ αλλά όλα αυτά συνέβησαν
όπως θα δούμε παρακάτω σε άλλο χρόνο.
Εν τω μεταξύ οι Φιλισταίοι ήδη προσέγγιζαν τα στρατεύματα των ισραηλιτών
λεηλατώντας πόλεις και χωριά. Θα πρέπει να τονιστεί ότι οι Εβραίοι δεν διέθεταν
σιδερένια όπλα, διότι οι Φιλισταίοι ως κυρίαρχοι αυτών είχαν απαγορεύσει σε
αυτούς την κατασκευή και την κατοχή τους.
Ο Ιωνάθαν γιος του Σαούλ με γενναιότητα και πίστη κατάφερε να κερδίσει
αρκετές μάχες για λογαριασμό των ισραηλιτών. Όμως ταυτόχρονα ο Σαούλ όρκισε
τον λαό του σε απόλυτη νηστεία, κάτι που ασφαλώς αποδυνάμωσε το στρατό του την

126
κρισιμότερη ώρα του πολέμου. Ο Ιωνάθαν όμως δεν γνώριζε τον όρκο του πατέρα
του και έφαγε μέλι. Έπρεπε λοιπόν βάση της απερισκεψίας του Σαούλ να θανατωθεί,
όμως ο λαός τον υποστήριξε και προσευχήθηκε υπέρ αυτού, διότι ο Ιωνάθαν ήταν
ένας ήρωας. Οι αρχιερείς πήραν πληροφορία από τον Θεό και ακύρωσαν τον όρκο
του Σαούλ διότι αυτός ενήργησε αυτοκρατορικώς και όχι θεοκρατατικώς.
Κατόπιν ο Σαμουήλ εν ονόματι του Θεού διέταξε τον Σαούλ να αναλάβει τον ιερό
πόλεμο κατά των Αμαληκιτών. Οι Αμαληκίτες υπήρξαν οι φανατικότεροι εχθροί των
ισραηλιτών και πλέον είχε έλθει η ώρα της Θείας τιμωρίας.
Πολύ σωστά τονίζει ο π. Ιωήλ Γαιαννακόπουλος στην ερμηνευτική του
απόδοση της Παλαιάς Διαθήκης, πως ο μεν Θεός τιμωρεί του Αμαληκίτες ύστερα
από πολλά χρόνια, ενώ εμείς θέλουμε να τιμωρούνται αμέσως οι εχθροί μας.
Ο Σαούλ παρότι είχε λάβει εντολή να θανατώσει στον πόλεμο όλους τους
Αμαληκίτες, όμως αυτός λυπήθηκε τον βασιλιά τους Αγάγ και δεν τον φόνευσε.
Ούτε και τα εκλεκτότερα λάφυρα που συνέλεξε κατέστρεψε. Κράτησε πρόβατα,
βόες, φαγητά, αμπελώνες κ.α. αυτό βέβαια ήταν βαρύτατη ανυπακοή στο θέλημα του
Θεού.
Ο Σαμουήλ επισκέφθηκε κατόπιν τον Σαούλ και είδε, και απογοητεύτηκε από
την διαγωγή του χριομένου υπ’ αυτού βασιλέως. Είδε στήλη εγκωμιαστική
ειδωλολατρικού τύπου αφιερωμένη στον Σαούλ, και τον Σαούλ να θυσιάζει τα
αμαρτωλά λάφυρα των Αμαληκιτών στον Θεό. Βλέποντας λοιπόν αυτά είπε στον
Σαούλ: «Πολύ μικρός δεν ήσουν ενώπιον του Θεού, όταν έγινες βασιλιάς του
ισραηλιτικού λαού; Ο Θεός σε έβαλε στο δρόμο του εξολοθρευσμού των
Αμαληκιτών λέγοντάς σου: Πήγαινε και κατάστρεψε αυτούς που αμάρτησαν σε
μένα. Θα τους πολεμήσεις μέχρι να τους εξολοθρεύσεις αυτούς τελείως. Γιατί δεν
υπάκουσες στην εντολή αυτή του Κυρίου, αλλά ερρίφθης στα λάφυρα και διέπραξες
τη μεγάλη αυτή παρακοή ενώπιον του Κυρίου;
Ο Σαούλ απάντησε στον Σαμουήλ: «Άκουσα τη φωνή του λαού. Βάδισα δηλαδή
το δρόμο τον οποίο μου χάραξε ο Κύριος να επέλθω κατά των Αμαληκιτών, αλλά
συνέλαβα των βασιλέα των Αμαληκιτών Αγάγ και τον άφησα να ζήσει, μόνο τους
άλλους Αμαληκίτες εξολόθρευσα. Ο λαός έλαβε τα καλύτερα εκ των προς
αναθεματισμό πρόβατα και βόδια για να τα θυσιάσει στον Κύριο».
Ο Σαμουήλ είπε: «Μήπως είναι προτιμότερα για τον Κύριο τα ολοκαυτώματα και
οι άλλες θυσίες από το να υπακούει κανείς στις εντολές Του; Όχι! Η υπακοή στο
θέλημά Του είναι ανωτέρα πάσης και της πλουσιωτέρας θυσίας. Ναι! Η ακοή και
υπακοή στην εντολή Του είναι ανωτέρα από το πολυτιμότατο λίπος των κριαριών
που θυσιάζεται. Η άνευ υπακοής στο θείο θέλημα θυσίες και προσφορές δεν
διαφέρουν σε τίποτα από τις ειδωλολατρικές θυσίες, διότι είναι αμαρτία, μαγεία. Οι
θυσίες αυτές τα αρχιερατικά διάσημα δι’ ων ο αρχιερεύς ζητεί να μάθει το θείο
θέλημα δεν διαφέρουν των ειδωλολατρικών αγαλμάτων, τα οποία προξενούν και
επιφέρουν οδύνη και πόνους καταστροφής. Επειδή λοιπόν περιφρόνησες το λόγο του
Κυρίου και ο Κύριος θα σε περιφρονήσει, ώστε να μην είσαι βασιλιάς του
ισραηλιτικού λαού».
Ο Σαούλ είπε: «Αμάρτησα διότι παραβίασα τον λόγο του Κυρίου και τον δικό
σου. Τούτο το έκανα, διότι φοβήθηκα το λαό και άκουσα την απαίτησή του. Τώρα
συγχώρησε το αμάρτημά μου, έλα πάλι μαζί μου και θα λατρεύσω τον Κύριο τον
Θεό σου».
Ο Σαμουήλ είπε στον Σαούλ: «Δεν θα είμαι πλέον μαζί σου, διότι περιφρόνησες
τον λόγο του Κυρίου. Ο Κύριος θα σε απορρίψει, ώστε να μην είσαι βασιλιάς του
ισραηλιτικού λαού».
Όπως ο Σαμουήλ έστρεψε το πρόσωπό του να φύγει, ο Σαούλ κρατήθηκε από το

127
άκρο του επανωφοριού του και το έσχισε. Ο Σαμουήλ παίρνοντας αφορμή από το
περιστατικό αυτό είπε: « Ο Κύριος έσχισε τη βασιλεία σου και θα τη δώσει σε άλλο
ισραηλίτη οικείο υπηρέτη σου καλλίτερο από σένα».
Παρόλα αυτά ο Σαμουήλ επειδή δεν είχε άλλον προς άμεση αντικατάσταση του
Σαούλ και για να μη μειώσει το βασιλικό αξίωμα άφησε τον Σαούλ στη θέση του, ο
οποίος προς ένδειξη μετανοίας σκότωσε τον Άγαγ βασιλιά των Αμαληκιτών.
Ο Σαμουήλ επέστρεψε στη χώρα του και από τη στιγμή εκείνη δεν ξαναείδε πια
ποτέ κατά πρόσωπο τον Σαούλ.

Ο Σαμουήλ έχρισε βασιλιάδες τον Σαούλ αρχικά και κατόπιν τον Δαυίδ και
πέθανε σε βαθιά γεράματα. Η Εκκλησία εορτάζει την μνήμη του στις 20 Αυγούστου.

Βασιλειών Α΄
Α΄ Βασιλειών

Υπήρχε κάποιος άνθρωπος ονόματι Ελκανά ο οποίος είχε παντρευτεί δύο γυναίκες.
(ανεκτή η πολυγαμία στην Π. Διαθήκη). Τα ονόματα των συζύγων του Ελκανά ήταν
Φεννάνα που σημαίνει Μαργαρίτης, και Άννα που σημαίνει χάρις.

Η Φεννάνα απέκτησε δύο παιδιά, ενώ αντιθέτως της Άννας η μήτρα είχε κλειστεί
από το Θεό. Το γεγονός αυτός έριχνε την Άννα σε μελαγχολία.

Ο Ελκανά ήταν ιερέας και όταν περάτωνε την ειρηνική θυσία του στο Θεό έδινε
πολλές μερίδες από τη θυσία στην Φεννάνα λόγω του αριθμού των τέκνων, μία μόνο
μερίδα στην Άννα που δεν είχε παιδιά. Αυτό ενίσχυε τη ζηλοτυπία της Άννας
απέναντι στην Φεννάνα τη στιγμή μάλιστα που τότε οι Εβραίοι θεωρούσαν τη
στειρότητα ως ένα είδος θείας τιμωρίας.

Κάτω από τέτοια ψυχολογική πίεση η Άννα κατέφυγε στο ναό για να προσευχηθεί
χύνοντας άφθονα δάκρυα. Έταξε δε στην προσευχή της, πως αν ο Θεός της έδιδε
παιδί, εκείνη θα το αφιέρωνε στο Θεό. Θα ήταν δηλαδή ισόβιος Ναζηραίος. Είναι
πράγματι αξιοπρόσεκτη η αξία της γυναίκας στην Εβραϊκή κοινωνία. Είχε το
δικαίωμα να αφιερώσει το παιδί της!

Όση ώρα η Άννα προσεύχονταν στο ναό, ήταν παρόν ο αρχιερέας Ηλί.

Ο Ηλί πρόσεξε πως η Άννα προσεύχονταν ενδομύχως, δηλαδή με εσωτερική φωνή.


Τα χείλη κουνιόνταν, μα φωνή δεν ακουγόταν. Αυτό έκανε τον Ηλί να πιστέψει πως
η γυναίκα ήταν μεθυσμένη. Όταν όμβς διαπίστωσε την πλάνη του, μετέβαλε την
αρχική μομφή του σε πατρική ευχή.

Από τη στιγμή εκείνη, η Άννα δεν υπήρξε ξανά σκυθρωπή. Μάλιστα, μετά από λίγο
καιρό έμεινε έγκυος, γέννησε υιό, τον οποίο ονόμασε Σαμουήλ που το όνομά του
σημαίνει «εισακουσθείς από το Θεό».

128
Η Άννα ανακοίνωσε στον σύζυγό της Ελκανά το τάξιμο που είχε κάνει και εκείνος
το ενέκρινε. Έτσι, μετά τον απογαλακτισμό του παιδιού, ο Σαμουήλ αφιερώθηκε στο
Θεό και η μητέρα του εξεφώνησε την πανηγυρική δοξολογική ωδή της την οποία
κανείς μπορεί να διαβάσει στο 2 κεφ. Α΄ Βασιλειών:

Η Άννα, παρέδωσε το παιδί στη σκηνή του Μαρτυρίου θέτοντάς το στην υπηρεσία
του αρχιερέως Ηλί.

Ο Ηλί είχε υιούς που είχαν και αυτοί κληρονομική την ιεροσύνη από τον πατέρα
τους. Ήταν όμως πολύ ασεβείς, παρέβαιναν συστηματικά τον Μωσαϊκό νόμο ως και
τις θείες διατάξεις περί των θυσιών και εκμεταλλεύονταν για υλικούς λόγους τους
πιστούς.

Ο Ηλί αντί να τιμωρήσει όπως έπρεπε τους υιούς του, αρκούνταν σε μία
παρακλητικού τύπου παρατήρηση: «Αν άνθρωπος αμαρτήσει σε άλλον άνθρωπο
είναι δυνατόν να ζητηθεί διά προσευχής προς τον Κύριο συγχώρησις. Εάν όμως
αμαρτήσει τις προς τον Κύριο, ποιος εις ποιον θα προσευχηθεί;»

Ο Θεός, τιμώρησε την ιερατική οικογένεια του Ηλί. Δεν τους αφάνισε πλήρως, αλλά
τους έκανε έτσι ώστε όλοι τους να πεθαίνουν νέοι, να χάσουν την εξουσία που είχαν
στη Σκηνή του Μαρτυρίου και αντ’ αυτού να παρακαλούν για μια πενιχρή θέση
ιερατικής διακονίας με την ελάχιστη αμοιβή μερικών μερίδων μόνο άρτου. Δεν
επέτρεψε ο Θεός να αμείβονται πλέον με κρέας διότι αυτό το είχαν χορτάσει
παλαιότερα μέσα στην αχόρταγη απληστία τους.

Ο Σαμουήλ έφθασε σε ηλικία 12 ετών, όμως δεν άφησε σε τίποτε τον εαυτό του να
παρασυρθεί από τους ασεβείς υιούς του Ηλί. Μία μέρα ενώ ο Σαμουήλ κοιμόταν
πλησίον της Σκηνής του Μαρτυρίου, άκουσε μία φωνή να τον καλεί: «Σαμουήλ,
Σαμουήλ», στο άκουσμα αυτής της φωνής ο Σαμουήλ νόμισε πως τον φώναξε ο Ηλί.
Ο Σαμουήλ δεν γνώριζε ακόμη τον Θεό, διότι ο λόγος του Θεού δεν είχε ακόμη
αποκαλυφθεί εις αυτόν». Η κλήση του Θεού επαναλήφτηκε άλλες δύο φορές
(συνολικά 3 φορές). Ο Ηλί εννόησε, ότι αυτές οι επανειλημμένες κλήσεις δεν ήταν
δυνατό παρά να έχουν θεία προέλευση.

Ο Θεός στο παραπάνω περιγραφέν περιστατικό αφήνει τον 89 ετών γέροντα Ηλί, τον
επί 40 έτη αρχιερατεύσαντα, και φανερώνεται στον νεαρό 18 τότε ετών Σαμουήλ
«ίνα διδάξει πόσο προτιμοτέρα είναι η νεότης κοσμουμένη δι’ αρετής, από τον ασεβή
γέροντα». (Θεοφώρητος).

Ο Θεός ανήγγειλε στον Σαμουήλ την επερχόμενη τιμωρία της ιερατικής οικογένειας
του Ηλί: «Η αμαρτία των υιών του Ηλί, ουδέποτε θα εξιλεωθεί, ούτε δια
θυμιαμάτων, διά αναιμάκτων , ούτε διά αιματηρών θυσιών».

Ο Ηλί όταν πληροφορήθηκε πλέον την επερχόμενη θεία τιμωρία, δεν μεμψίμοιρε,
αλλά υποτάχθηκε.

Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος σχολιάζει περί του Ηλί: «Μαθών την απειλή κατά
των τέκνων του δεν αποθνήσκει, μαθών την αιχμαλωσία της Κιβωτού, αποθνήσκει
από τη στεναχώρια του. Πόση ευλάβεια! Και όμως! Ετιμωρήθη διότι δεν επέβλεπεν
αυστηρώς τα παιδιά του».

129
Κατά την εποχή εκείνη οι Φιλισταίοι κτύπησαν με πόλεμο τους ισραηλίτες και τους
νίκησαν. Οι Εβραίοι διερωτήθηκαν για την αιτία της ήττας. Οι πρεσβύτεροι του
λαού, αντί να προσευχηθούν για να μάθουν το τί έπρεπε να πράξουν ώστε να
νικήσουν τους Φιλισταίους, χρησιμοποίησαν την Κιβωτό της Διαθήκης με μαγικό
τρόπο. Αγνόησαν ότι ο Θεός ήταν μεγαλύτερος της Κιβωτού και παίρνοντας την
Κιβωτό ανά χείρας ξεκίνησαν με δυνατές κραυγές να πολεμήσουν τους Φιλισταίους.
Οι Φιλισταίοι παρά την αρχική τους έκπληξη αποφάσισαν με ανδρεία να
πολεμήσουν εναντίον των εχθρών τους.

Οι υιοί του Ηλί στον πόλεμο σκοτώθηκαν όπως και πλήθος στρατιωτών. Οι
ισραηλίτες υπέστησαν μεγάλη ήττα. Ο Ηλί πληροφορήθηκε από αγγελιοφόρο τα
δυσμενή γεγονότα και το ότι η Κιβωτός της Διαθήκης έπεσε στα χέρια των
Φιλισταίων. Αυτό έκανε τον Ηλί να πέσει από τη θέση του και να πεθάνει. Ο Ηλί
υπήρξε 20 χρόνια κριτής του Ισραήλ.

Η κιβωτός της Διαθήκης για ένα μακρύ χρονικό διάστημα περιήλθε στα χέρια των
Φιλισταίων, οι οποίοι έπαθαν πολλά δεινά δι’ αυτής. Κτυπήθηκαν με αιμορροΐδες οι
άνθρωποι και με πλήθος ποντικών τα χωράφια. Τελικά επέστρεψαν την Κιβωτό
στους ισραηλίτες οι οποίοι με ανακούφιση και πολύ χαρά την υποδέχτηκαν και πάλι.

Είκοσι ολόκληρα έτη οι ισραηλίτες ζούσαν μακριά από το θέλημα του Θεού χωρίς
μετάνοια, χωρίς νόμο, είχαν γίνει ένα με τους Φιλισταίους. Ο Σαμουήλ τότε ανέλαβε
το ρόλο του κριτού. Ζήτησε από τους συμπατριώτες του να αφαιρέσουν από
ανάμεσά τους όλα τα ειδωλολατρικά αντικείμενα και αγάλματα.

Ο Σαμουήλ κατόπιν προσευχήθηκε με θέρμη στον Κύριο υπέρ των ισραηλιτών οι


οποίοι δια των πρεσβειών του εξήλθαν σε πόλεμο με τους πολυάριθμους
Φιλισταίους. Ο Θεός με φοβερές βροντές τρομοκράτησε τους Φιλισταίους οι οποίοι
ετράπησαν σε άτακτη φυγή παραδίδοντας τις Εβραϊκές πόλεις που κατείχαν πίσω
στους ισραηλίτες.

Ο Σαμψών επειδή αμάρτησε άρχισε μεν, αλλά δεν τελείωσε τη σωτηρία του
ισραηλιτικού λαού από τους Φιλισταίους. Ο Σαμουήλ όμως συνέτριψε αυτούς διότι
φάνηκε πιστός στην αποστολή του προς τον Θεό.

Τα χρόνια πέρασαν, ο Σαμουήλ απόκτησε δύο υιούς οι οποίοι ήταν μεν ιερείς, αλλά
όχι ευσεβείς όπως ο πατέρας τους. Τούτο ήταν γνωστό στο λαό.

Οι Ισραηλίτες ζήτησαν από τον Σαμουήλ να τους ορίσει έναν βασιλιά λέγοντας ότι
τούτο το ζητούν διότι οι υιοί του Σαμουήλ δεν ήταν ικανοί να κυβερνήσουν το
Ισραήλ, και ότι ήθελαν και αυτοί να κυβερνηθούν όπως και τα άλλα έθνη, ξεχνώντας
ασφαλώς πως αυτοί ήταν μέλη ενός περιούσιου λαού του Θεού.

Ο Σαμουήλ δεν συμφώνησε με αυτό το αίτημα των Εβραίων, διότι με την


εγκατάσταση της βασιλείας θα κατέρρεε η απόλυτη εμπιστοσύνη της διακυβέρνησης
του Ισραήλ από τον Θεό, δηλαδή η θεοκρατία.

Ο Σαμουήλ δια του Θεού προειδοποίησε τους ισραηλίτες για τις συνέπειες που θα
έχουν από την εγκατάσταση της βασιλείας στο Ισραήλ. Οι βασιλιάδες τότε είχαν
τεράστια εξουσία. Είχαν το δικαίωμα να αυθαιρετήσουν, να αδικήσουν, να

130
καταπιέσουν, να αποκτήσουν δούλους και δούλες, να οικειοποιηθούν γεωργικές
εκτάσεις και ζώα και όσο κι αν κανείς φωνάξει ποτέ δεν θα εισακουσθεί.

Όμως, ο λαός παρά τις θείες προειδοποιήσεις επέμεινε στο παράλογο αίτημά του.

Σαούλ ο πρώτος βασιλέας του Ισραήλ.

Ο Σαούλ ήταν ένας ωραιότατος νέος με σπουδαίο παράστημα. Η Γραφή λέει πως
ήταν ψηλότερος πάντων.

Θεία εμπνεύσει κίνησε μία μέρα προς τη Βηθλεέμ για να συναντήσει τον Σαμουήλ,
για τον οποίο γνώριζε πως ήταν προφήτης. Εν τω μεταξύ ο Θεός είχε πληροφορήσει
τον Σαμουήλ πως επρόκειτο να συναντήσει τον Σαούλ τον οποίο έπρεπε να χρίσει
βασιλέα των Εβραίων διότι αυτός ήταν ικανός να νικήσει τους Φιλισταίους οι οποίοι
ήταν οι βασικοί αντίπαλοι των ισραηλιτών.

Ο Σαμουήλ έχρισε με λάδι τον Σαούλ, το οποίο συμβόλιζε τα χαρίσματα του Αγίου
Πνεύματος. Ο Θεός μετέβαλε την ψυχή του Σαούλ, τον έκανε άλλο άνθρωπο.

Κατόπιν, ο Σαμουήλ συγκέντρωσε του ισραηλίτες με σκοπό δια κλήρου να εκλεγεί ο


πρώτος βασιλιάς του Ισραήλ και είπε: «...σεις σήμερα περιφρονήσατε εμένα τον Θεό
σας, ο οποίος υπήρξα σωτήρ σας εξ’όλων των κακών και των συμφορών σας και
είπατε: Ουδέ άλλο θέλουμε πλην του να εγκαταστήσεις βασιλέα εφ’ ημών».

Ο κλήρος όπως ήταν θέλημα του Θεού έπεσε στον Σαούλ, ο οποίος κρύβονταν,
δείχνοντας έτσι πως δεν επιζητούσε ο ίδιος τιμές, αλλά ήταν κλητός του Θεού. Ο
λαός επεφήμησε αυτόν πλην ελαχίστων οι οποίοι αρνήθηκαν να του προσφέρουν
δώρο και τον ανάλογο φόρο για την εκλογή του.

Ο Νάας ο αρχηγός των Αμμωνιτών δήλωσε πως μόνο μία περίπτωση υπήρχε για να
υπογράψει συνθήκη ειρήνης με τους Ισραηλίτες. Να τους τυφλώσει το ένα μάτι.
Αυτό τρομοκράτησε τους Εβραίους, εκτός του Σαούλ, ο οποίος φωτισμένος από τον
Θεό, οργίστηκε δικαία οργή και κάλεσε τους συμπατριώτες τους σε πόλεμο κατά των
Αμμωνιτών.

600.000 εβραίοι στρατιώτες συγκεντρώθηκαν υπό την καθοδήγηση του Σαούλ. Το


αποτέλεσμα της μάχης ήταν θριαμβευτικό υπέρ του Ισραήλ.

Ο Σαμουήλ, μετά την ευχάριστη έκβαση του πολέμου, έχρισε και πάλι τον Σαούλ
βασιλιά του Ισραήλ και είπε: «Να! Υπήκουσα σε όλα όσα μου ζητήσατε και σας
εγκατέστησα ως κυβερνήτη σας βασιλέα. Και τώρα να! Ο βασιλεύς πηγαινοέρχεται
ανάμεσά σας! Χαρείτε τον! Εγώ όμως έχω γεράσει και πρέπει να αποσυρθώ, οι δε
υιοί μου βρίσκονται μεταξύ σας ίσοι στο αξίωμα με σας χωρίς απαίτηση διαδοχής
μου.... και τώρα σταθείτε να δείτε το μεγάλο θαυμαστό γεγονός, το οποίο ο Κύριος
θα κάνει μπροστά στα μάτια σας: Εποχή θερισμού σιτηρών δεν είναι τώρα;
Επομένως δεν αναμένεται καμία βροχή. Εγώ όμως θα παρακαλέσω τον Κύριο και θα
δώσει αστραπές και βροντές και βροχή. Εκ του θαύματος τούτου θα πεισθείτε ότι η
διαπραχθείσα αμαρτία σας ενώπιον του Κυρίου ήταν μεγάλη να ζητήσετε και να
έχετε βασιλέα όπως και τα άλλα έθνη.»

131
Πράγματι ο Σαμουήλ παρακάλεσε τον Κύριο και Εκείνος έδωσε αστραπές και
βροντές και βροχή, εκ τούτου ο ισραηλιτικός λαός φοβήθηκε πολύ τον Θεό και τον
Σαμουήλ.

Ο Σαμουήλ είπε πως εφόσον πλέον το Ισραήλ είχε βασιλιά έπρεπε πλέον να
υπακούει σ’ αυτόν αλλά παράλληλα: «...να φοβείσθε τον Κύριο, λατρεύσετε Αυτόν
με ορθό τρόπο και με όλη την καρδιά σας.. εάν όμως επιμείνετε να αμαρτάνετε, σεις
και ο βασιλιάς σας θα συγκαταστραφείτε».

Ο Σαούλ και ο υιός του Ιωνάθαν κατάφεραν να κατακτήσουν τα στρατηγικά φυλάκια


των Φιλισταίων, και αυτό ήταν σοβαρή αιτία να ξεσπάσει γενική εξέγερση των
Φιλισταίων κατά των Ισραηλιτών. Ο Σαούλ αποφάσισε να πολεμήσουν εναντίον
τους και συγκέντρωσε κατά μεν την γραφή 300.000 άρματα, κατά δε τους
ερμηνευτές ο αριθμός αυτός είναι υπερβολικός και ο πιθανότερος είναι 900 άρματα
μάχης. Άλλωστε και οι Φιλισταίοι ήταν ολιγάριθμος λαός.

Ο Σαούλ περίμενε να λάβει την εντολή από τον Σαμουήλ για την έναρξη του
πολέμου, μα ο προφήτης δεν φάνηκε. Τότε ο Σαούλ προσέφερε θυσία και
ολοκαυτώματα αποφασίζοντας να ξεκινήσει τη μάχη δίχως να περιμένει την
απάντηση του Θεού διά του Σαμουήλ.

Όταν ο Σαμουήλ εμφανίστηκε μετά από δέκα μέρες επέπληξε αυστηρά τον Σαούλ
για την ανυπακοή του να θυσιάσει δίχως να τον περιμένει.

Ο Σαμουήλ τότε του είπε: «Με κουφότητα ενήργησες, διότι δεν εφύλαξες την εντολή
μου, την οποία διέταξε ο Κύριος. Εάν δεν φερόσουνα έτσι, ο Κύριος είχε ετοιμάσει
τη βασιλεία σου να είναι παντοτινή. Αλλά τώρα η βασιλεία σου δε θα μείνει στη
θέση της. Ο Κύριος θα ζητήσει να βρει άντρα, όπως τον ποθεί ο Θεός».

Η προφητεία αυτή του Σαμουήλ δεν είχε άμεση ισχύ αλλά όλα αυτά συνέβησαν όπως
θα δούμε παρακάτω σε άλλο χρόνο.

Εν τω μεταξύ οι Φιλισταίοι ήδη προσέγγιζαν τα στρατεύματα των ισραηλιτών


λεηλατώντας πόλεις και χωριά. Θα πρέπει να τονιστεί ότι οι Εβραίοι δεν διέθεταν
σιδερένια όπλα, διότι οι Φιλισταίοι ως κυρίαρχοι αυτών είχαν απαγορεύσει σε
αυτούς την κατασκευή και την κατοχή τους.

Ο Ιωνάθαν γιος του Σαούλ με γενναιότητα και πίστη κατάφερε να κερδίσει αρκετές
μάχες για λογαριασμό των ισραηλιτών. Όμως ταυτόχρονα ο Σαούλ όρκισε τον λαό
του σε απόλυτη νηστεία, κάτι που ασφαλώς αποδυνάμωσε το στρατό του την
κρισιμότερη ώρα του πολέμου. Ο Ιωνάθαν όμως δεν γνώριζε τον όρκο του πατέρα
του και έφαγε μέλι. Έπρεπε λοιπόν βάση της απερισκεψίας του Σαούλ να θανατωθεί,
όμως ο λαός τον υποστήριξε και προσευχήθηκε υπέρ αυτού, διότι ο Ιωνάθαν ήταν
ένας ήρωας. Οι αρχιερείς πήραν πληροφορία από τον Θεό και ακύρωσαν τον όρκο
του Σαούλ διότι αυτός ενήργησε αυτοκρατορικώς και όχι θεοκρατατικώς.

Κατόπιν ο Σαμουήλ εν ονόματι του Θεού διέταξε τον Σαούλ να αναλάβει τον ιερό
πόλεμο κατά των Αμαληκιτών. Οι Αμαληκίτες υπήρξαν οι φανατικότεροι εχθροί των
ισραηλιτών και πλέον είχε έλθει η ώρα της Θείας τιμωρίας.

132
Πολύ σωστά τονίζει ο π. Ιωήλ Γαιαννακόπουλος στην ερμηνευτική του απόδοση της
Παλαιάς Διαθήκης, πως ο μεν Θεός τιμωρεί του Αμαληκίτες ύστερα από πολλά
χρόνια, ενώ εμείς θέλουμε να τιμωρούνται αμέσως οι εχθροί μας.

Ο Σαούλ παρότι είχε λάβει εντολή να θανατώσει στον πόλεμο όλους τους
Αμαληκίτες, όμως αυτός λυπήθηκε τον βασιλιά τους Αγάγ και δεν τον φόνευσε.
Ούτε και τα εκλεκτότερα λάφυρα που συνέλεξε κατέστρεψε. Κράτησε πρόβατα,
βόες, φαγητά, αμπελώνες κ.α. αυτό βέβαια ήταν βαρύτατη ανυπακοή στο θέλημα του
Θεού.

Ο Σαμουήλ επισκέφθηκε κατόπιν τον Σαούλ και είδε, και απογοητεύτηκε από την
διαγωγή του χριομένου υπ’ αυτού βασιλέως. Είδε στήλη εγκωμιαστική
ειδωλολατρικού τύπου αφιερωμένη στον Σαούλ, και τον Σαούλ να θυσιάζει τα
αμαρτωλά λάφυρα των Αμαληκιτών στον Θεό. Βλέποντας λοιπόν αυτά είπε στον
Σαούλ: «Πολύ μικρός δεν ήσουν ενώπιον του Θεού, όταν έγινες βασιλιάς του
ισραηλιτικού λαού; Ο Θεός σε έβαλε στο δρόμο του εξολοθρευσμού των
Αμαληκιτών λέγοντάς σου: Πήγαινε και κατάστρεψε αυτούς που αμάρτησαν σε
μένα. Θα τους πολεμήσεις μέχρι να τους εξολοθρεύσεις αυτούς τελείως. Γιατί δεν
υπάκουσες στην εντολή αυτή του Κυρίου, αλλά ερρίφθης στα λάφυρα και διέπραξες
τη μεγάλη αυτή παρακοή ενώπιον του Κυρίου;

Ο Σαούλ απάντησε στον Σαμουήλ: «Άκουσα τη φωνή του λαού. Βάδισα δηλαδή το
δρόμο τον οποίο μου χάραξε ο Κύριος να επέλθω κατά των Αμαληκιτών, αλλά
συνέλαβα των βασιλέα των Αμαληκιτών Αγάγ και τον άφησα να ζήσει, μόνο τους
άλλους Αμαληκίτες εξολόθρευσα. Ο λαός έλαβε τα καλύτερα εκ των προς
αναθεματισμό πρόβατα και βόδια για να τα θυσιάσει στον Κύριο».

Ο Σαμουήλ είπε: «Μήπως είναι προτιμότερα για τον Κύριο τα ολοκαυτώματα και οι
άλλες θυσίες από το να υπακούει κανείς στις εντολές Του; Όχι! Η υπακοή στο
θέλημά Του είναι ανωτέρα πάσης και της πλουσιωτέρας θυσίας. Ναι! Η ακοή και
υπακοή στην εντολή Του είναι ανωτέρα από το πολυτιμότατο λίπος των κριαριών
που θυσιάζεται. Η άνευ υπακοής στο θείο θέλημα θυσίες και προσφορές δεν
διαφέρουν σε τίποτα από τις ειδωλολατρικές θυσίες, διότι είναι αμαρτία, μαγεία. Οι
θυσίες αυτές τα αρχιερατικά διάσημα δι’ ων ο αρχιερεύς ζητεί να μάθει το θείο
θέλημα δεν διαφέρουν των ειδωλολατρικών αγαλμάτων, τα οποία προξενούν και
επιφέρουν οδύνη και πόνους καταστροφής. Επειδή λοιπόν περιφρόνησες το λόγο του
Κυρίου και ο Κύριος θα σε περιφρονήσει, ώστε να μην είσαι βασιλιάς του
ισραηλιτικού λαού».

Ο Σαούλ είπε: «Αμάρτησα διότι παραβίασα τον λόγο του Κυρίου και τον δικό σου.
Τούτο το έκανα, διότι φοβήθηκα το λαό και άκουσα την απαίτησή του. Τώρα
συγχώρησε το αμάρτημά μου, έλα πάλι μαζί μου και θα λατρεύσω τον Κύριο τον
Θεό σου».

Ο Σαμουήλ είπε στον Σαούλ: «Δεν θα είμαι πλέον μαζί σου, διότι περιφρόνησες τον
λόγο του Κυρίου. Ο Κύριος θα σε απορρίψει, ώστε να μην είσαι βασιλιάς του
ισραηλιτικού λαού».

Όπως ο Σαμουήλ έστρεψε το πρόσωπό του να φύγει, ο Σαούλ κρατήθηκε από το


άκρο του επανωφοριού του και το έσχισε. Ο Σαμουήλ παίρνοντας αφορμή από το

133
περιστατικό αυτό είπε: «Ο Κύριος έσχισε τη βασιλεία σου και θα τη δώσει σε άλλο
ισραηλίτη οικείο υπηρέτη σου καλλίτερο από σένα».

Παρόλα αυτά ο Σαμουήλ επειδή δεν είχε άλλον προς άμεση αντικατάσταση του
Σαούλ και για να μη μειώσει το βασιλικό αξίωμα άφησε τον Σαούλ στη θέση του, ο
οποίος προς ένδειξη μετανοίας σκότωσε τον Άγαγ βασιλιά των Αμαληκιτών.

Ο Σαμουήλ επέστρεψε στη χώρα του και από τη στιγμή εκείνη δεν ξαναείδε πια ποτέ
κατά πρόσωπο τον Σαούλ.

1010 π.Χ Δαυίδ

1010 π.Χ ΔΑΥΙΔ

Ο Θεός κάλεσε τον Σαμουήλ στην Βηθλεέμ για να του δείξει τον νέο εκλεκτό ο
οποίο ήταν γιος του Ιεσσαί ο μικρότερος και ο πιο «ασήμαντος». Ο Δαυίδ. Θα ήταν
τότε μόλις είκοσι ετών τσομπάνος στο επάγγελμα. Ξανθός στα μαλλιά, πράγμα
παράξενο για την περιοχή που οι άνθρωποι είναι συνήθως μέλανες. Είχε δε ωραία
μάτια.

Ο Σαμουήλ τον έχρισε με λάδι και από τη στιγμή εκείνη το Άγιο Πνεύμα εισπήδησε
μέσα στον Δαυίδ με δύναμη σφοδρή ενώ παράλληλα ο Σαούλ έμεινε κενός Θείας
Χάριτος και πνεύμα πονηρό τάρασσε πλέον αυτόν.

Βλέποντας οι δούλοι του Σαούλ την αθλία κατάσταση του βασιλέως Σαούλ του
πρότειναν να φέρουν άνθρωπο που γνώριζε κιθάρα ώστε παίζοντας εκείνος να τον
ηρεμεί κατά την ώρα του πειρασμού. Του έφεραν λοιπόν μπροστά του τον Δαύιδ τον
οποίο ο Σαούλ αγάπησε πολύ. Ο Δαυίδ έπαιζε την κιθάρα του και ο Σαούλ
θεραπεύονταν από την ταραχή που τον καταλάμβανε διότι το πονηρό πνεύμα
απομακρύνονταν απ’ αυτόν.

134
ΔΑΥΙΔ ΚΑΙ ΓΟΛΙΑΘ

Οι Φιλισταίοι συγκεντρώθηκαν στην περιοχή Σοκχώθ προκαλώντας τους


ισραηλίτες σε μάχη. Αυτή η περιοχή ήταν μια κοιλάδα, της οποίας την δυτική
πλευρά κατείχαν οι Φιλισταίοι και την Ανατολική το Ισραήλ.

Ο Γολιάθ ήταν ένας γίγαντας ο οποίος ανήκε στις τάξεις των Φιλισταίων. Το
ύψος του κυμαίνονταν από 2-3,3 μέτρα βάση των πήχεων που αποδίδουν οι
εβδομήκοντα και από την άλλη το Εβραϊκό κείμενο.

Ο Γολιάθ προκαλούσε τους ισραηλίτες λέγοντας: «Διατί εξήλθατε να


παραταχθείτε σε πόλεμο εναντίον μας; Εγώ δεν είμαι Φιλισταίος και εσείς Εβραίοι
με βασιλιά τον Σαούλ; Εκλέξατε άνδρα για να αντιπαραταχτεί εναντίον μου. Εάν
αυτός τολμήσει να αντιμετρηθεί μαζί μου και να με καταβάλει θα είμαστε εμείς
δούλοι σας. Εάν όμως εγώ φανώ ισχυρότερος αυτού και τον καταβάλω, θα είστε
εσείς δούλοι σε μας και θα μας δουλεύετε».

Ο Δαυίδ την εποχή εκείνη είχε αφήσει την βασιλική αυλή και ασχολούνταν
με την διαποίμανση των προβάτων. Ο πατέρας του Ιεσσαί πολύ γέρος στην ηλικία
απέστειλε τον Δαυίδ στο ισραηλιτικό στρατόπεδο για να στείλει αγαθά προς
εφοδιασμό στα αδέρφια του που είχε στείλει ο Ιεσσαί στον πόλεμο.

Όταν πήγε στο πεδίο της μάχης και άκουσε αυτά που έλεγε ο Γολιάθ, άναψε
μέσα του ο πολεμικός βρασμός. Εν τω μεταξύ ο Σαούλ είχε υποσχεθεί πως αν
κάποιος αντιμετώπιζε τον Γολιάθ και τον νικούσε θα του έδινε την κόρη του και θα
τον έκανε αντιβασιλέα. Ο Δαυίδ ρώτησε τους άνδρες που βρίσκονταν δίπλα του:
«Θα αμειφθεί ο ανήρ εκείνος, ο οποίος θα καταβάλει τον Φιλισταίο τούτο,
αφαιρώντας αυτός την προς τον ισραηλιτικό λαό προσβολή του ανδρός αυτού. Ποιος
είναι ο απερίτμητος αυτός Φιλισταίος ο οποίος προσέβαλε τον στρατό του
πραγματικού Θεού;».

Ο Ελιάβ ο μεγαλύτερος αδερφός του Δαυίδ, ακούγοντας τα λόγια αυτά


ειρωνεύτηκε τον Δαυίδ λέγοντάς του: «Εγώ γνωρίζω την υπερηφάνεια σου και την
κακή σου καρδιά. Ήλθες εδώ να δεις τον πόλεμο». Ο Δαυίδ όμως συνέχισε
πυρακτωμένος από θείο ζήλο συνέχισε να ρωτά και τελικά οδηγήθηκε στον Σαούλ
στον οποίο προσφέρθηκε για να πολεμήσει εναντίον του Γολιάθ. Ο Σαούλ βλέποντας
τη διαφορά όγκου των δύο πολεμιστών αρχικά αρνήθηκε να επιτρέψει στον Δαυίδ να
αντιμετωπίσει το Γολιάθ σε μονομαχία. Ο Δαυίδ όμως του είπε για τις επιτυχίες που
είχε απέναντι στα άγρια θηρία που επιτίθονταν κατά καιρούς στο κοπάδι του και πώς
εκείνος τα φόνευε. «...τον λέοντα λοιπόν και την άρκτο εγώ ο δούλος σου χτυπούσα
και φόνευα...». Ο Σαούλ ακούγοντας τις διηγήσεις του, του επέτρεψε τελικά να
αντιμετωπίσει τον τρομερό γίγαντα Γολιάθ.

Οι ισραηλίτες έντυσαν τον Δαυίδ με πανοπλία, η οποία όμως ήταν λείαν


ενοχλητική στον μικρό βοσκό και τον εμπόδιζε στο περπάτημα. Την αφαίρεσε
λοιπόν και εξήλθε εναντίον του Γολιάθ δίχως πανοπλία, δίχως όπλα, παρά μόνο με
μια σφενδόνα και μερικές πέτρες στα χέρια. Ο Γολιάθ βλέποντας απέναντί του τον
μικροσκοπικό Δαυίδ είπε: «Με σκυλί μοιάζω και έρχεσαι εναντίον μου με ράβδο και
πέτρες;» Ο Δαυίδ απάντησε: «Όχι! Αλλά χειρότερος από σκύλο είσαι... συ έρχεσαι
εναντίον μου με ρομφαία και δόρυ και ασπίδα. Εγώ όμως έρχομαι εν ονόματι Κυρίου

135
Θεού Παντοκράτορος του στρατού του ισραηλιτικού, για τον οποίο μίλησες σήμερα
περιφρονητικά. Σήμερα θα σε παραδώσει ο Κύριος στα χέρια μου, θα σε φονεύσω
και θα αφαιρέσω το κεφάλι σου...».

Ο Γολιάθ ακούγοντας αυτά βάδισε κατά του Δαυίδ. Ο Δαυίδ άπλωσε το χέρι
του στο σάκο του, πήρε έναν λίθο τον οποίο εκσφενδόνισε κατά του Φιλισταίου, η
πέτρα κτύπησε στο μέτωπο τον Γολιάθ. Ο λίθος τρύπησε την περικεφαλαία και
εισήλθε στο μέτωπο αυτού πληγώνοντάς τον θανάσιμα. Κατόπιν ο Δαυίδ έκοψε το
κεφάλι του γίγαντα. Οι Φιλισταίοι μετά το συμβάν αυτό τράπηκαν άτακτα σε φυγή.

Από τη στιγμή εκείνη που ο Δαυίδ φόνευσε τον Φιλισταίο γίγαντα, ο Σαούλ
παρέλαβε αυτόν μόνιμα στο παλάτι του. Ο Ιωνάθαν υιός του Σαούλ συνδέθηκε με
τον Δαυίδ με μεγάλους δεσμούς φιλίας. Τον αγάπησε ο Ιωνάθαν τον Δαυίδ όπως τον
εαυτό του.

Εν τω μεταξύ οι γυναίκες υποδέχτηκαν τον Δαυίδ στο παλάτι με χορούς και


τύμπανα. Τραγουδώντας: «Ο Σαούλ εφόνευσε χιλιάδας εχθρών του και ο Δαυίδ
μυριάδας». Αυτό ασφαλώς δεν άρεσε στον Σαούλ, ο οποίος καταλήφθηκε υπό του
δαίμονος και αποπειράθηκε δύο φορές να σκοτώσει με το δόρυ του τον Δαυίδ. Το
εξεδίωξε από το παλάτι του κυριευμένος από το πάθος του φθόνου. Από τότε
ζητούσε τρόπο να σκοτώσει τον «αντίζηλό» του.

Η Μελχόλ κόρη του Σαούλ ανήκε στον Δαυίδ λόγω του ότι ο Σαούλ είχε
υποσχεθεί ότι όποιος σκότωνε τον γίγαντα Γολιάθ θα την έπαιρνε για γυναίκα του.
Παρόλα αυτά πριν του τη δώσει σκέφτηκε να εκθέσει τον Δαυίδ σε μεγάλους
κινδύνους, μήπως και μέσα από αυτούς σκοτωθεί και απαλλαχτεί απ’ αυτόν. Έτσι
ζήτησε από τον Δαυίδ να καταβάλει ως γαμήλια δώρα 100 ακροβυστίες Φιλισταίων.
Και τούτο διότι ο Δαυίδ ήταν φτωχός και δεν είχε χρήματα να δώσει. Αυτό ήταν ένα
πανούργο τέχνασμα του Σαούλ για να εκθέσει τον Δαυίδ σε κίνδυνο. Όμως ο
ταπεινός βοσκός κατάφερε να φέρει ει πέρας την αποστολή του. Φόνευσε εκατό
Φιλισταίους και πήρε από αυτούς τις ακροβυστίες τους.

Στη συνέχεια ο Σαούλ κυριευμένος από το πονηρό πνεύμα προσπάθησε δύο


φορές να φονεύσει τον αντίζηλό του με τα ίδια του χέρια χωρίς όμως επιτυχία. Ο
Ιωνάθαν ο υιός του Σαοὐλ και καρδιακός φίλος του Δαυίδ, καταπράυνε προς στιγμήν
τα πράγματα μεσιτεύοντας στον πατέρα του υπέρ του φίλου του.

Τίποτα όμως δεν σταματούσε τον Σαούλ στην εκδήλωση του παράλογου μίσους του.
Έτσι έδωσε εντολή στους στρατιώτες του, να συλλάβουν τον Δαυίδ
περικυκλώνοντας την οικία αυτού.

Ο Δαυίδ ξέφυγε του κινδύνου με την πολύτιμη βοήθεια την Μελχόλ της συζύγου
του, η οποία έβαλε στο κρεβάτι ομοίωμα ανθρώπου το οποίο παρίστανε κοιμώμενο
τον Δαυίδ. Αυτό έδωσε πολύτιμο χρόνο στον σύζυγό της για να απομακρυνθεί από
την οικία του.

Στην περιοχή Αρμαθαίμ όπου εκεί βρίσκονταν το κολλέγιο των προφητών (το
κολλέγιο των προφητών ήταν κάτι παρόμοιο με τα σημερινά μοναστήρια, όπου εκεί
οι ασκούμενοι επιδίδονταν στη μελέτη του νόμου και την προσευχή), ο Σαούλ
καταδίωξε τον Δαυίδ. Εκεί οι βασιλικοί απεσταλμένοι έπεσαν σε έκσταση

136
ψάλλοντας ψαλμούς και ιερά άσματα. Σε έκσταση έπεσε και ο Σαούλ. Με πόση
αγάπη και δύναμη υπερασπίζονταν τον Δαυίδ ο Θεός! Εν τούτοις αυτή η έκστασις
και η χάρις ουδεμία μεταβολή επέφερε στην καρδιά του Σαούλ.

Συμβούλιο έγινε κατόπιν μεταξύ των δύο φίλων Δαυίδ και Ιωνάθαν. Ο Δαυίδ είπε
στον φίλο του πως ο Σαούλ επρόκειτο να τον φονεύσει, πράγμα που ο Ιωνάθαν
αδυνατούσε να αποδεχτεί. Τότε ο Δαύιδ είπε στον Ιωνάθαν: «Δος μου την άδεια να
φύγω και να κρυφθώ στην πεδιάδα μέχρι το δειλινό. Εάν ο πατήρ σου αντιληφθεί την
απουσία μου και σε ερωτήσει δι εμέ θα απαντήσεις. Μου ζήτησε άδεια ο Δαυίδ να
μεταβεί μέχρι της πόλεώς του, της Βηθλεέμ, διότι εκεί επρόκειτο να γίνει θυσία
ετήσια για όλη την οικογένειά του. Αν σου απαντήσει: ας έχει ειρήνη ο δούλος σου,
έχουν καλά τα πράγματα για μένα. Εάν όμως σου απαντήσει με θυμό, γνώριζε ότι η
κακία του έχει φθάσει στο κορύφωμά της...».

Πράγματι στο βασιλικό γεύμα που πραγματοποιήθηκε την πρώτη του μηνός, ο
Σαούλ ρώτησε να μάθει το λόγο της απουσίας του Δαυίδ από το τραπέζι. Όταν ο
Ιωνάθαν είπε αυτά που του είχε υπαγορεύσει ο Δαυίδ, ο Σαούλ άναψε από θυμό.

Ο Ιωνάθαν με συνθηματικό τρόπο ειδοποίησε για τον κίνδυνο τον Δαύιδ ο οποίος
έκτοτε έγινε φυγάς περιπλανώμενος ανά την Ιουδαία. Φιλοξενήθηκε από τον
αρχιερέα Αβιμέλεχ όπου εκεί πείνασε και έφαγε από του άρτους της προθέσεως ,
γεγονός που μνημονεύεται και στην Καινή Διαθήκη από τον Χριστό. (Ματθ. 12, 3-
4). Φεύγοντας από τον Αβιμέλεχ πήρε μαζί του την ρομφαία του Γολιάθ η οποία
φυλάσσονταν πλησίον του Εφώδ του Αρχιερέως.

Μετά τον Αβιμέλεχ ο Δαυίδ κατάφυγε στο στρατόπεδο των εχθρών του των
Φιλισταίων, ελπίζοντας ότι αυτοί δεν θα τον αναγνωρίσουν, πράγμα που δεν έγινε
όμως. Ο Δαυίδ για να γλυτώσει τη ζωή του προσποιήθηκε τον επιληπτικό, η οποία
θεωρούνταν την εποχή εκείνη ιερή νόσος. Έτσι γλύτωσε από τα χέρια των
Φιλισταίων και του βασιλιά τους Αγχούς.

Εν συνεχεία ο Δαυίδ κατέφυγε στο σπήλαιο Οδολλάμ το οποίο βρίσκονταν κοντά


στη Βηθλεέμ. Εκεί είχε περάσει τα παιδικά του χρόνια και ως εκ τούτου ήξερε καλά
την περιοχή. Κοντά του προσκολλήθηκαν πολλοί ενδεείς και πικραμένοι. Αργότερα
αυτοί που αρχικά ήταν 400, και στη συνέχεια αυξήθηκαν στους 600 αποτέλεσαν τον
στρατό του Δαυίδ. Αυτούς τους χρησιμοποίησε ο Δαυίδ όχι κατά του Σαούλ, αλλά
κατά των Φιλισταίων όπως θα δούμε παρακάτω.

Ο Σαούλ πλήρης οργής κάλεσε τον αρχιερέα Αβιμέλεχ διότι πληροφορήθηκε πως
αυτός τον φιλοξένησε τον εχθρό του. Ο Αβιμέλεχ είπε στον Σαούλ πως δεν έκανε
τίποτα κακό διότι ο Δαυίδ πιστός δούλος του βασιλιά ήταν. Δεν γνώριζε το μίσος του
Σαούλ εναντίον του Δαυίδ.

Όμως ο Σαούλ δεν πείστηκε. Το μίσος του ήταν άσβεστο. Διέταξε τους στρατιώτες
του να σφάξουν όλους τους ιερείς και τον Αβιμέλεχ. Όμως ουδείς ετόλμησε να
πράξει τέτοιου είδους έγκλημα, παρά μόνο ο Ιδουμαίος Δωήκ. Αυτός εκείνη την
ημέρα έσφαξε 305 ιερείς...

Μόνο ένας υιός του Αβιμέλεχ γλύτωσε από την σφαγή. Ο Αβιάθαρ, ο οποίος
προσκολλήθηκε στον Δαυίδ και εκείνος τον έκανε αρχιερέα. Εκείνη την φρικτή

137
ημέρα ο Δαυίδ κατηγόρησε τον εαυτό του ως υπεύθυνο για την μεγάλη σφαγή των
ιερέων διότι εξαιτίας του έγινε αυτή.

Η ΝΙΚΗ ΤΟΥ ΔΑΥΙΔ ΣΤΗΝ ΚΕΪΛΑ

Ο Δαυίδ πληροφορήθηκε ότι οι Φιλισταίοι περικύκλωσαν την πόλη Κεϊλά πόλη


πλησίον κτισμένη της Βηθλεέμ. Ρώτησε λοιπόν ο Δαύιδ τον Θεό δια μέσου του
αρχιερέως Αβιάθαρ που ήταν στη συνοδεία του αν θα έπρεπε να κτυπήσει τους
Φιλισταίους. Ο Θεός το επέτρεψε και ο Δαυίδ έκανε τότε μια πολύ μεγάλη νίκη
εναντίον των Φιλισταίων.

Οι κάτοικοι όμως της Κεϊλά όχι μόνο δεν ευχαρίστησαν τον ήρωά τους που τους
γλύτωσε από τα χέρια των Φιλισταίων, αλλά θέλησαν να τον παραδώσουν στα χέρια
του Σαούλ ο οποίος με μένος τον καταδίωκε για να τον συλλάβει· Έλεγε:. «Μέσα
στη γη αν χωθεί θα ερευνήσω και θα τον βρω θα τον βρω μεταξύ όλων των
οικογενειών της φυλής Ιούδα».

Πράγματι, ο Σαούλ ανακάλυψε τον Δαυίδ στην έρημο, και τον καταδίωξε, όταν δε
έφτασε πολύ κοντά σ’ αυτόν κατά παραχώρηση Θεού οι Φιλισταίοι επιτέθηκαν στον
στρατό του Σαούλ και έτσι ο Σαούλ αναγκάστηκε λίγο πριν συλλάβει τον Δαυίδ να
οπισθοχωρήσει. Το σημείο που έγινε το γεγονός αυτό ονομάστηκε «βράχος
αποσχίσεως». Σημείο δηλαδή διαχωρισμού του Σαούλ από τον Δαυίδ.

Στην έρημο Εγγαδί ο Σαούλ παρέλαβε 3000 στρατιώτες με σκοπό να καταδιώξει τον
Δαυίδ. Σε ένα από τα πολλά σπήλαια που έχει η περιοχή ο Σαούλ εισήλθε για να
κάνει τη σωματική του ανάγκη. Όμως μέσα σ’ αυτό το σπήλαιο βρίσκονταν
κρυμμένος ο Δαυίδ και οι άνδρες του.

Οι άνδρες του Δαυίδ παρακίνησαν τον αρχηγό τους να σκοτώσει τον ανυπεράσπιστο
Σαούλ λέγοντάς του: «Ο Θεός παρέδωσε αυτόν στα χέρια σου». Ο Δαυίδ όμως είπε:
«Ουδέποτε ο Κύριος δεν θα επιτρέψει να κάνω τέτοιο πράγμα στον κύριό μου
Σαούλ, τον ο οποίο ο Θεός έχρισε βασιλιά του Ισραήλ».

Εν τέλη αφού ο Σαούλ βγήκε αβλαβής από το σπήλαιο, τον ακολούθησε ο Δαυίδ ο
οποίος του φώναξε ξωπίσω: «Κύριε βασιλεύ, γιατί πείθεσαι στις συκοφαντίες
μερικών αυλικών σου οι οποίοι σου λένε, ιδού ο Δαυίδ ζητεί να σε σκοτώσει; Να!
Κατά την ημέρα αυτή, είδαν τα μάτια σου ότι ο Κύριος παρέδωσε εσένα στα χέρια
μου στο σπήλαιο αυτό. Δεν θέλησα όμως να σε σκοτώσω, σε λυπήθηκα. Σκέφτηκα:
Δεν θα βάλω το χέρι μου στον κύριό μου τον βασιλεύ, ώστε να φονεύσω αυτόν.
Διότι αυτός χρίστηκε βασιλιάς από το Θεό...».

Ακούγοντας τα λόγια αυτά ο Σαούλ ήρθε σε πρόσκαιρη συναίσθηση των αμαρτιών


του: «Και να εγώ γνωρίζω, ότι θα γίνεις βασιλιάς και δια της χειρός σου θα
στερεωθεί το ισραηλιτικό βασίλειο».

…Ο Δαυίδ πληροφορήθηκε τον καιρό εκείνο τον θάνατο


του Σαμουήλ και έτσι κατέβηκε στην έρημο Μαάν για να προστατευθεί από νέα
ενδεχόμενη επίθεση του Σαούλ. Στην περιοχή αυτή κατοικούσε ένα πλούσιος
άνθρωπος ονόματι Νάβαλ ο οποίος είχε στην κατοχή του πολλά αιγοπρόβατα. Από
αυτόν ο Δαυίδ ζήτησε να αγοράσει σφαχτά για τον στρατό του. Όμως ο Νάβαλ

138
απάντησε: «Ποιος είναι αυτός ο Δαύιδ, ποιος είναι αυτός ο υιός του Ιεσσαί; Νομίζω
πως υπάρχουν πολλοί δραπέτες δούλοι που έγιναν φυγάδες που το έσκασαν από τους
κυρίους τους. Ένας απ’ αυτούς είναι κι αυτός». Αυτή η απάντηση εξόργισε τον
Δαυίδ ο οποίος αποφάσισε να επιτεθεί εναντίον του Νάβαλ.

Η σύζυγος του Νάβαλ λεγόταν Αβιγαία. Αυτή ήταν πολύ όμορφη και συνετή. Μόλις
πληροφορήθηκε την αναιδή απάντηση του άνδρα της έτρεξε αμέσως προς τον Δαυίδ
και τον παρακάλεσε να μη κάνει κακό στον οίκο της αποκαλώντας τον άνδρα της
ανόητο, τρελό. Παράλληλα η Αβιγαία προσέφερε δώρα στον Δαυίδ για να
μαλακώσει την καρδιά του όπερ και εγένετο.

Μάλιστα μετά τον θάνατο του Νάβαλ ο Δαυίδ ζήτησε να παντρευτεί την Αβιγαία,
τόσο πολύ την εξετίμησε! Στην πόλη Ιεσραέλ έγινε ο γάμος τους. Ο Δαυίδ τον καιρό
εκείνο παντρεύτηκε και μία ακόμη γυναίκα την Αχινοόμ.

Ο Σαούλ και πάλι καταδίωξε τον Δαυίδ. Πέρασε την έρημο Ζιφ με 3000
στρατιώτες προς εκπλήρωση του φονικού σχεδίου του.

Τη νύχτα όμως στον τόπο που στρατοπέδευσε ο Σαούλ και στρατός του
εισχώρησε κρυφά ο Δαυίδ και ο συμπαραστάτης του Αβεσσά χωρίς να γίνουν
αντιληπτοί στη σκηνή που αναπαύονταν ο βασιλέας Σαούλ. Η εισχώρηση αυτή έγινε
δια θαύματος μιας που ο Θεός βεβάρυνε υπερβολικά τους οφθαλμούς των φρουρών
και έτσι εκείνων κοιμωμένων ο Δαυίδ ανενόχλητος βρέθηκε μπροστά στην κλίνη
του Σαούλ. Ο Αβεσσά είπε στον Δαύιδ: «Ο Θεός έφερε σήμερα τον εχθρό σου στα
χέρια σου. Δύναμαι να τον κτυπήσω με το δόρυ μου μια φορά μόνο και να φθάσει το
δόρυ μου στη γη χωρίς να ξαναδευτερώσω». (Α΄Βασ. 26, 8). Ο Δαυίδ απάντησε στον
Αβεσσά: «Δεν πρέπει να τον φονεύσεις, διότι τις θα επιβάλει την χείρα του στον υπό
του Θεού χρισθέντα βασιλέα και δεν θα είναι αξιοκατάκριτος; Ο Δαυίδ προσέθεσε:
Εις τον ζώντα Κύριο ορκίζομαι εγώ δεν πρόκειται να βάλω χέρι μου φονικό πάνω
του...».

Με αυτό τον τρόπο ο Δαυίδ άφησε για μία ακόμη φορά τον Σαούλ στα χέρια
του Θεού λέγοντας: «Μόνο ο Κύριος είναι σε θέση να του αφαιρέσει τη ζωή ή δια
αιφνιδίου θανάτου ή δια φυσιολογικού...».
πήρε όμως το δόρυ του βασιλέως και την υδρία του ύδατος. Την επομένη στάθηκε
στον απέναντι λόφο και φώναξε προς τον Σαούλ και τον αρχιστράτηγό του Αβεννήρ:
«Αβεννήρ δεν απαντάς; Άνδρας δεν είσαι εσύ; Ποιος άλλος μεταξύ του ισραηλιτικού
λαού είναι γενναιότερός σου; Γιατί λοιπόν δεν φυλάττεις τον κύριό σου τον βασιλέα
σου; Η αμέλεια την οποία επέδειξες δεν είναι καθόλου καλή. Εις τον ζώντα Κύριο
ορκίζομαι ότι είστε άξιοι θανάτου για την αμέλειά σας σεις οι φυλάσσοντες τον υπό
του Θεού χρισθέντα βασιλέα σας. Και τώρα ιδού λοιπόν: Το βασιλικό δόρυ και η
υδρία του ύδατος, τα οποία ήταν πλησίον της κεφαλής του κοιμωμένου βασιλέως
που είναι;

Ο Σαούλ αναγνώρισε τη φωνή του Δαυίδ και είπε: «Η φωνή σου είναι αυτή
τέκνο μου Δαυίδ»; Ο Δαυίδ απάντησε: «Ναι! Εγώ είμαι ο δούλος σου, κύριε
βασιλεύ! Διατί εμέ τον δούλο σου καταδιώκει ο κύριός μου; Εις τί αμάρτησα; Τί
κακό βρήκες σε μένα;...»

Ο Σαούλ αποκρίθηκε και είπε: «Γύρισε πίσω παιδί μου Δαύιδ και δεν θα σε

139
κακοποιήσω, διότι σεβάστηκες τη ζωή μου κατά τη σημερινή ημέρα. Ανοήτως εγώ
φέρθηκα σε σένα και διέπραξα μεγάλο αμάρτημα»

Ο Δαυίδ απάντησε: «Ιδού το βασιλικό δόρυ. Ας έλθει ένας από τους δούλους
σου να το παραλάβει».

Παρά όμως την φαινομενική μετάνοια του Σαούλ ο Δαυίδ πλέον δεν
εμπιστευόταν τα λόγια του βασιλέως και σκέφθηκε: «Οπωσδήποτε κάποια μέρα θα
πέσω στα χέρια του Σαούλ και θα φονευθώ. Δεν είναι άλλο καλύτερο για μένα από
το να καταφύγω και να σωθώ στη χώρα των Φιλισταίων και τότε θα παύσει ο Σαούλ
να με ζητά..». Έτσι, ο Δαυίδ με τους 600 στρατιώτες του μετέβησαν στην γη των
Φιλισταίων προς τον βασιλιά της Γεθ, Αγχούς. Ο Αγχούς παραχώρησε στον Δαυίδ
την πόλη Σεκελάκ. Στην πόλη αυτή είχε πλήρη ελευθερία ο Δαυίδ, οργάνωνε τον
στρατό του και επιτίθονταν στους Αμαληκίτες. Ήταν θα λέγαμε η πρώτη περίοδος
βασιλείας του Δαυίδ. Από τα λάφυρα που κέρδιζε από τις πολεμικές επιχειρήσεις
κατά των Αμαληκιτών έδινε ένα μερίδιο στον Αγχούς. Έδινε επίσης αναφορά των
πράξεών του ως φιλοξενούμενος στα εδάφη των Φιλισταίων.

Ο Δαυίδ δεν άφηνε κανέναν αιχμάλωτο ζωντανό είτε άνδρα είτε γυναίκα για
να μην αποκαλυφθεί ότι πολεμούσε όχι τους ισραηλίτες, αλλά τους εχθρούς αυτών.
Έτσι έδινε την ψευδή εντύπωση στον Αγχούς ότι αυτός εκτελεί πολεμικές
επιχειρήσεις κατά των ισραηλιτών. Το γεγονός ότι ο Αγχούς τον εμπιστεύονταν δεν
ήταν παράξενο, μιας που ο Δαυίδ ήταν θανάσιμος εχθρός του Σαούλ.
Έτσι ο Αγχούς τον εμπιστεύτηκε κάνοντάς τον έμπιστο φίλο του.

Κατά την εποχή εκείνη ο Αγχούς αποφάσισε να κηρύξει πόλεμο εναντίον των
ισραηλιτών. Απευθυνόμενος στον Δαυίδ του είπε: «Γνωρίζεις ασφαλώς, ότι θα
έλθεις εσύ και οι άνδρες σου μαζί μου στον πόλεμο τούτο κατά των ισραηλιτών». Ο
Δαυίδ απάντησε: «Θα μάθεις ερχομένου μου στον πόλεμο ποια κατορθώματα θα
κάνει ο δούλος σου».

Ο Σαούλ βλέποντας τον στρατό των Φιλισταίων φοβήθηκε. Θέλησε δε να


μάθει τι επρόκειτο να γίνει και έτσι ρώτησε τον Κύριο. Όμως δεν έλαβε καμία
απόκριση απ’ Αυτόν. Εφόσον δεν βρήκε απάντηση στο Εφώδ των ιερέων κατέφυγε
στη μαγεία. Ζήτησε τη συμβουλή μιας μάγισσας.

Η μάγισσα που αρχικά δεν αναγνώρισε τον Σαούλ ο οποίος πήγε σ’ αυτήν
ενδεδυμένος με κοινά ενδύματα, ρώτησε ποιον νεκρό από τον Άδη ήθελε ο
επισκέπτης της να καλέσει. Ο Σαούλ ζήτησε τον Σαμουήλ. Η μάγισσα βλέποντας τον
Σαμουήλ τρόμαξε και ταυτόχρονα αναγνώρισε τον Σαούλ. Ο Σαούλ τότε της είπε:
«Μη φοβάσαι, πες μου ποιον είδες». –«Είδα υπεράνθρωπο πρόσωπο ανερχόμενον
από την γη του Άδη. (Δύο τινά υπάρχουν στην εμφάνιση εδώ του Σαμουήλ. Η μία
περίπτωση είναι να εμφανίστηκε Θεού επιτρέποντως όντως ο Σαμουήλ στη μάγισσα
για να δηλώσει την επίσημη συντριβή του Σαούλ, ή δαίμονας ήταν εκείνος.
Λογικότερο φαίνεται το δεύτερο). Ο Σαμουήλ απάντησε στην ερώτηση του Σαούλ
για το τι επρόκειτο να γίνει στον πόλεμο: «...Ο Κύριος απομακρύνθηκε από σένα και
έγινε προστάτης του πλησίον σου Δαυίδ. Ο κύριος έκανε σε σένα ό,τι είχε
προφητεύσει δι εμού. Θα συντρίψει τη βασιλεία από τη δική σου εξουσία και θα
παραδώσει αυτή στον ομόφυλό σου ισραηλίτη». (Ας σημειώσουμε τον αρχικό λόγο
του Σαμουήλ που είπε μιλώντας στη μάγισσα: «Γιατί με τάραξες καλώντας με να

140
έλθω εδώ;» Ταραχή όμως δεν υπάρχει στον τόπο των δικαίων. Συνεπώς δαίμονας
ήταν αυτός με τη μορφή του Σαμουήλ).

Ο Σαούλ ακούγοντας τα λόγια αυτά έπεσε στο έδαφος εξαντλημένος και


απελπισμένος. Τότε η μάγισσα προς ενδυνάμωση του βασιλέως έσφαξε ένα μοσχάρι
και παρέθεσε γεύμα στον βασιλιά.

Οι Φιλισταίοι εν τω μεταξύ οργάνωσαν την εκστρατεία τους εναντίον των


ισραηλιτών και ανάμεσα σ’ αυτούς και μάλιστα προπορευόμενος ήταν ο Δαυίδ και οι
στρατιώτες του. Όμως οι στρατηγοί του Αγχούς ενοχλήθηκαν από την παρουσία του
Δαυίδ λέγοντας στον βασιλιά τους: «...Γι’ αυτό δεν έσερναν χορό οι νεάνιδες
ισραηλίτισσες τραγουδώντας ο Σαούλ φόνευσε χιλιάδες εκ των εχθρών του, ο Δαυίδ
όμως δεκάδες χιλιάδες εξ’ αυτών; Με ποιο τρόπο μπορεί αυτός να συμφιλιωθεί με το
κύριό του Σαούλ, αν όχι παραδίδοντας σ’ αυτόν κεφάλια Φιλισταίων στρατιωτών»;

Έτσι ο Αγχούς απάλλαξε τον Δαυίδ από την πολεμική αυτή εκστρατεία.

Ο Δαυίδ επιστρέφοντας στην πόλη του Σεκελάκ βρήκε αυτή λεηλατημένη


από τους Αμαληκίτες. Τότε ο Δαυίδ έκλαψε πικρά από αυτή την κατάσταση διότι
ανάμεσα στους αιχμαλώτους ήταν και οι γυναίκες του. Ρώτησε τότε τον Θεό δια του
εφώδ του αρχιερέως Αβιάθαρ αν θα έπρεπε να επιτεθεί στους Αμαληκίτες και έλαβε
θετική απάντηση.

Μετά από τρεις μέρες εξαντλητικής οδοιπορίας ο Δαυίδ συνάντησε έναν


Αιγύπτιο τον οποίο οι Αμαληκίτες επειδή είχε τραυματιστεί τον παράτησαν στην
έρημο δεικνύοντας έτσι την βαρβαρότητά τους. Αυτός ο Αιγύπτιος οδήγησε τον
Δαυίδ στη συμμορία των Αμαληκιτών. Στη μάχη που ακολούθησε ο Δαυίδ
κατατρόπωσε τους εχθρούς του και έλαβε πίσω όλα τα λάφυρα και τους
αιχμαλώτους.

Τα λάφυρα ήταν τόσα πολλά ώστε ο Δαυίδ έστειλε δώρα σε όλους τους
άρχοντες της Ιουδαίας προετοιμάζοντας έτσι την επερχόμενη βασιλεία του.

Στον πόλεμο των Φιλισταίων κατά των ισραηλιτών, οι ισραηλίτες


συνετρίβησαν υπό των εχθρών τους. Οι Υιοί του Σαούλ σκοτώθηκαν μαχόμενοι και
ο Σαούλ περικυκλωμένος έπεσε πάνω στην ρομφαία του και αυτοκτόνησε. Το
πτώμα του το περισυνέλεξαν οι Φιλισταίοι και το περιέφεραν εξυβρίζοντάς το και
ατιμώνοντας αυτό.

Αυτό ήταν το τραγικό φινάλε της βασιλείας του Σαούλ.

Βασιλειών β΄

Η είδηση του θανάτου του Σαούλ έφτασε στον Δαυίδ από έναν
αγγελιοφόρο Αμαληκίτη ο οποίος έφερε μαζί του το στέμμα του βασιλέως λέγοντας
πως αυτός με τα ίδια του χέρια και κατ’ εντολή του Σαούλ τον σκότωσε για να μη
πέσει ζωντανός στα χέρια των Φιλισταίων. Ο Δαυίδ έσκισε τα ρούχα του ως ένδειξη
πένθους κήρυξε πένθος μετά νηστείας στο στρατό του για το θάνατο του Σαούλ και

141
εν συνεχεία έδωσε εντολή να θανατώσουν τον Αμαληκίτη εκείνον ο οποίος τόλμησε
να φονεύσει τον Χρισθέντα υπό του Θεού βασιλέα. Παράλληλα πληροφορήθηκε και
τον θάνατο του καρδιακού του φίλου Ιωνάθαν υιού του Σαούλ. Τον Ιωνάθαν ο Δαυίδ
όπως αναφέρει η γραφή αγαπούσε περισσότερο και από σύζυγο και αδερφό.

Μετά το θάνατο του Σαούλ ο Δαυίδ χρίστηκε βασιλιάς των Ιουδαίων στην
πόλη Χεβρών υπό συνθήκες όμως δυσμενείς, διότι διέμενε σε έδαφος Φιλισταίων
και εν μέσω ενός Ισραήλ που ήταν διαιρεμένο σε δύο αντιμαχόμενα στρατόπεδα.
Αυτό ικανοποιούσε τους Φιλισταίους και δεν κινούσε υποψίες κατά του Δαυίδ.
Τούτο ασφαλώς ήταν έργο της Θείας Πρόνοιας.

Ο τέταρτος υιός του Σαούλ ο Ιεβοσθέ υπήρξε αντίπαλος του Δαυίδ διότι
θέλησε να κληρονομήσει τη βασιλεία του πατέρα του. Έτσι ξέσπασε πόλεμος μεταξύ
των δύο αντιμαχόμενων δυνάμεων. Οι δύο στρατηγοί των δύο στρατοπέδων ήταν ο
Αβεννήρ από τη μεριά του Ιεβοσθέ και ο Ιωάβ από τη μεριά του Δαυίδ.

Η μάχη εξελίχθηκε σε ένα τύπο άτακτου ανταρτοπόλεμου. Μία γενοκτονία


άνευ ελέγχου μεταξύ των δύο αντιπάλων. Τόπος δολοφόνων ονομάστηκε το
γεωγραφικό τμήμα εκείνο στο οποίο εκτυλίχθηκε αυτή η αιματοχυσία. Το τέλος
δόθηκε με τη σύμφωνη γνώμη του Αβεννήρ και του Ιωάβ.

Στον πόλεμο μεταξύ των ανδρών του Σαούλ και του Δαυίδ, ο Δαυίδ
κέρδιζε ολοένα και περισσότερο έδαφος. Ο Δαυίδ στην προσωπική του ζωή
απόκτησε υιούς εκ των οποίων οι γνωστότεροι είναι ο Αμνών, ο Αβεσσαλώμ και ο
Σολομών.

Το γεγονός του ότι ο ενάρετος αυτός άνδρας υπήρξε πολύγαμος στη ζωή
του αποδείχτηκε καταστρεπτικό γι’ αυτόν. Ο διαμοιρασμός του με πολλές γυναίκες
ήταν η μεγάλη αδυναμία του την οποία η Βίβλος με ειλικρίνεια παραθέτει. Όμως θα
πρέπει να λάβουμε υπόψιν μας ότι την εποχή εκείνη η πολυγαμία των ανδρών δεν
ήταν ακόμη απαγορευμένη από την Εβραϊκή θρησκεία.

Στο 3ο κεφ. Του Β΄Βασιλειών αναφέρεται ένα σπουδαίο ιστορικό γεγονός.


Εκπρόσωποι από όλες τις ισραηλιτικές φυλές επισκέφθηκαν τον Δαυίδ στην Χεβρών
και τον αναγνώρισαν βασιλιά τους. Έτσι ο πάλαι ποτέ ποιμένας προβάτων χρίεται
τώρα βασιλιάς της φυλής του. Αυτό το σπουδαίο πράγματι γεγονός συνέβη όταν ο
Δαυίδ ήταν τριάντα ετών. Συνολικά βασίλευσε 40 έτη.

Τα εγκαίνια της βασιλείας του τα γιόρτασε με επίθεση κατά των


Ιεβουσαίων. Κατέλαβε το ισχυρό φρούριο της Σιών δηλαδή της μετέπειτα
επονομασθείσης πόλης Ιερουσαλήμ. Στην πόλη αυτή εγκαταστάθηκε ο Δαυίδ και
έκτισε εκεί το ανάκτορό του.

Παράλληλα, οι Φιλισταίοι πληροφορήθηκαν για την δυναμική ισχύ του


Δαυίδ και ετοιμάστηκαν για πόλεμο εναντίον του. Στον πόλεμο που ακολούθησε οι
Φιλισταίοι ηττήθηκαν και καταδιώχθηκαν μέχρι την κοιλάδα του κλαυθμώνος. Η
νίκη ήταν θείας προελεύσεως, ο Θεός προπορεύονταν του στρατού του Ισραήλ.

Μετά τον θρίαμβο του Ισραήλ ο Δαυίδ μετέφερε την Κιβωτό της Διαθήκης
στην Ιερουσαλήμ στη νέα δηλαδή πρωτεύουσα του Ισραήλ. Κατά την μεταφορά της

142
Κιβωτού ο Δαυίδ σαν μικρό παιδί χόρευε και τραγουδούσε. Η σύζυγός του Μελχόλ
τον επέπληξε γι’ αυτήν την συμπεριφορά, λέγοντάς του πως αυτό δεν άρμοζε σε
βασιλιά. Συγκεκριμένα του είπε: «Ποίου είδους είναι η σημερινή δόξα του βασιλέως
του ισραηλιτικού λαού, ο οποίος εγυμνώθη ενώπιον των δουλίδων, των δούλων,
όπως γυμνούται ο κοινός χορευτής»; Ο Δαυίδ απάντησε: «Ναι θα χορεύσω χωρίς να
ντρέπομαι ενώπιον του Κυρίου μου, ο Οποίος με εξέλεξε ως βασιλέα αντί του πατρός
σου και της οικογένειάς σου, ίνα γίνω αρχηγός του λαού Του, του ισραηλιτικού. Θα
παίξω λοιπόν, ναι, μουσικό όργανο και θα χορέψω ενώπιον του Κυρίου μου! Θα
γυμνωθώ, θα ταπεινωθώ, ναι θα γίνω τιποτένιος στα μάτια σου, θα βάλω τη θέση
μου μετά των δουλιδών σου, ενώπιο των οποίων μου είπες να μην ταπεινώνομαι
έτσι». Όσο για την Μελχόλ, δεν απέκτησε κανέναν υιό μέχρις ότου πέθανε.

Ο Δαυίδ στη συνέχεια ρώτησε τον προφήτη Νάθαν αν ο Θεός ήθελε να του
οικοδομήσει οίκο. Ο Θεός απάντησε στον Νάθαν ότι αυτό θα γινόταν από έναν
απόγονο του Δαυίδ δηλαδή τον Σολομώντα. Παρόλα αυτά δόθηκε η προφητεία περί
της ακατάληπτης βασιλείας του οίκου Δαυίδ. Εδώ πρόκειται για την Μεσσιανική
προφητεία ότι δηλαδή από το γένος του βασιλέως θα εξέρχονταν ο Μεσσίας
Χριστός.

Ο Δαυίδ έκτοτε κυρίευσε τους Φιλισταίους, τους Μωαβίτες τη Συρία και


την Ιδουμαία.

Εν συνεχεία το Ισραήλ πολέμησε με τους Αμωνίτες οι οποίοι συμμάχησαν


με τους Σύριους γιατί μόνοι τους δεν μπορούσαν να ανταπεξέλθουν. Τα στρατεύματα
όμως των Αμωνιτών και των Συρίων συντρίφθηκαν ολοσχερώς.

Το επόμενο έτος ο Δαυίδ υπέπεσε σε ένα σοβαρό αμάρτημα το οποίο ο


συγγραφέας με κάθε λεπτομέρεια εξιστορεί στο 11ο κεφ. Των Β΄Βασιλειών. Κάτι
που δείχνει το πόσο αξιόπιστη είναι η Βίβλος η οποία δεν ανυψώνει δεν ωραιοποιεί,
αλλά παραθέτει με ιστορική ακρίβεια τα γεγονότα όσο πικρά κι αν είναι αυτά για
έναν σπουδαίο άνδρα του Ισραήλ όπως είναι ο Δαυίδ: Μετά την μεσημβρινή
ανάπαυσή του ο Δαυίδ, ανακλινώμενος εκ της κοίτης του είδε μια ωραιοτάτη νέα η
οποία μόλις είχε λουσθεί. Τοσούτον κακόν και βλέμματος ορμής όπως λέει και ο αγ.
Ιωάννης ο Χρυσόστομος.

Αυτή η νέα ονομάζονταν Βηρσαβεέ και ήταν γυναίκα του Ουρία του
Χετταίου ενός από τους πιο γενναίους άνδρες του στρατού.

Ο Δαυίδ ήλθε σε συνουσία με την Βηρσαβεέ. Εμοίχευσε δηλαδή. Αυτό


ήταν το πιο σοβαρό του αμάρτημα. Στη συνέχεια για να συγκαλύψει το αμάρτημα
αυτό κάλεσε τον Ουρία από τον πόλεμο ώστε να αναπαυτεί μετά της συζύγου του. Ο
Ουρίας όμως πιστός μαχητής αρνήθηκε να ξεκουραστεί. Ίσως να είχε υποπτευθεί
κάτι. Το σαρκικό πάθος οδήγησε και στον φόνο. Κάλεσε τον Ουρία για να πιει, να
μεθύσει ώστε αυτός να συνευρεθεί με την Βηρσαβεέ. Έσπρωξε δε τον Ουρία στη
μάχη, σε μια δύσκολη μάχη δίχως ελπίδα διαφυγής. Ουσιαστικά σκηνοθέτησε τον
θάνατο του Ουρία και μαζί μ΄αυτόν και τον θάνατο και άλλων αθώων ισραηλιτών.

Η δε Βηρσαβεέ έμεινε έγκυος και έτσι ο Δαυίδ αναγκάστηκε να την


νυμφευθεί. Νόμισε ο βασιλιάς ότι συγκάλυψε την αμαρτία του. Όμως ο Θεός είναι
άγρυπνος φρουρός της ηθικής τάξεως. Είναι ο προστάτης των αθώων. Έτσι ο Θεός

143
έστειλε στον Δαυίδ τον προφήτη Νάθαν ο οποίος τον επιτίμησε για το αμάρτημά του
και του ανήγγειλε την θεία απόφαση: Την ταραχή της οικογενειακής του γαλήνης
διότι και αυτός τάραξε την οικογενειακή γαλήνη του Ουρία και άλλων υφισταμένων
του. Επίσης, το τέκνον της αμαρτίας δεν θα επιβίωνε το παιδί δηλαδή που γέννησε
αργότερα η Βηρσαβεέ. Επίσης του είπε πως οι γυναίκες του Δαυίδ θα μοιχεύσουν σε
ανοιχτό χώρο δημόσια.

Ο Δαυίδ νήστεψε σκληραγωγώντας το σώμα του ελπίζοντας στο έλεος του


Θεού. Το παιδί που γέννησε η Βηρσαβεέ πέθανε, έμεινε όμως ξανά έγκυος και
γέννησε τον Σολομώντα τον πρόγονο του Μεσσία.

Η Θεία τιμωρία κτύπησε όμως και πάλι τον οίκο του Δαυίδ: Ο πρωτότοκος
υιός ο Αμνών ερωτεύτηκε την ετεροθαλή αδελφή του Θημάρ κόρη δηλαδή του
Δαυίδ αλλά από άλλη μάνα. Ο ξάδελφος του Αμνών Ιωνασάβ συμβούλευσε τον
Αμνών να προσποιηθεί τον άρρωστο στην κλίνη του ζητώντας από την Θημάρ να
τον περιποιηθεί. Πράγματι έτσι έγινε. Ο Αμνών βρήκε τότε την ευκαιρία να βιάσει
την Θημάρ πράττοντας έτσι το αμάρτημα της αιμομιξίας. Το μίσος της αμαρτίας
έσβησε την πρότερη αγάπη του Αμνών ο οποίος μετά το αμάρτημα του μίσησε την
Θημάρ. Την έδιωξε από το βασιλικό ανάκτορο και εκείνη πενθώντας έριξε χώμα στα
μαλλιά της και κατέφυγε στον ομομήτριο αδελφό της Αβεσσαλώμ.

Ο Αβεσσαλώμ οργίστηκε με το γεγονός αυτό. Δύο έτη περίμενε να έλθει η


κατάλληλη στιγμή ώσπου τελικά σκότωσε τον Αμνών. Μετά το έγκλημα κατέφυγε
στον παππού του Θολμί. Μόνο εκεί μπορούσε να προφυλαχθεί από την οργή του
Δαυίδ. Τρία χρόνια παρέμεινε εκεί, χρονικό διάστημα κατά το οποίο η οργή του
Δαυίδ κατάπαυσε. Ο στρατηγός Ιωάβ μεσολάβησε επιτυχώς ώστε να επέλθει η
συμφιλίωση μεταξύ πατέρα και υιού.

Ο Αβεσσαλώμ όμως ήταν πανούργος. Αφού πλέον είχε σκοτώσει τον


πρωτότοκο υιό του Δαυίδ Αμνών, τώρα είχε την φιλοδοξία να διαδεχτεί αυτός τον
πατέρα του στον ισραηλιτικό θρόνο. Στην Χεβρών οργάνωσε αντάρτικο και με βοή
σαλπίγγων διακήρυξε τον εαυτό του βασιλιά. Ο Δαυίδ δεν μπορούσε πλέον να
αντιδράσει. Πεζός και ανυπόδητος έφυγε από τα βασιλικά του ανάκτορα εκτός
Ιερουσαλήμ. Δεν είχε στρατό για να αμυνθεί απέναντι στην επικείμενη επίθεση του
υιού του. Κρύφτηκε στην κοιλάδα του Ιορδάνη ποταμού.

Ο Αβεσσαλώμ εισήλθε στην Ιερουσαλήμ και στο βασιλικό παλάτι. Εκεί


βρήκε τις γυναίκες του Δαυίδ και συνευρέθηκε μαζί τους δημόσια ενώπιον του
ισραηλιτικού λαού για να εξευτελίσει τον πατέρα του. Τρομερή η συμπεριφορά του
Αβεσσαλώμ και η εκπλήρωση της προφητείας του Νάθαν!...

Ο Δαυίδ παράλληλα οργάνωσε τον στρατό του για την επικείμενη μάχη με
τον Αβεσσαλώμ. Ετοιμάστηκε δε και ο ίδιος προσωπικά να συμμετάσχει στον
πόλεμο αυτό, όμως τον απέτρεψαν οι στρατιώτες του λέγοντας πως αυτός αξίζει
περισσότερο από 10.000 στρατιώτες και έτσι έπρεπε να φυλαχτεί σε ασφαλές μέρος.
Οποία η εκτίμηση των στρατιωτών απέναντι στον ηγέτη τους!! Ο Δαυίδ δέχτηκε την
παράκληση των υπηκόων του και ξεπροβοδώντας τους για τη μάχη ζήτησε ένα μόνο
πράγμα. Να λυπηθούν τον υιό του τον Αβεσσαλώμ.

Στη μάχη που ακολούθησε σκοτώθηκαν συνολικά 20.000 ισραηλίτες

144
μαχητές. Η παράταξη του Αβεσσαλώμ συντρίφθηκε. Ο ίδιος ο Αβεσσαλώμ
μπλέχτηκε με την πλούσια κώμη του στα κλαδιά ενός δέντρου και έμεινε εκεί για
ώρες μετέωρος μεταξύ ουρανού και γης. Ο Ιωάβ όταν πληροφορήθηκε το γεγονός
αυτό έσπευσε προς το δέντρο και μπήγοντας τρία βέλη σκότωσε τον ανυπεράσπιστο
Αβεσσαλώμ κάνοντας ανυπακοή στην επιθυμία του αρχηγού του Δαυίδ.

Το τέλος του πολέμου έφτασε με τον Δαυίδ να μονολογεί: «Υιέ μου


Αβεσσαλώμ, υιέ μου Αβεσσαλώμ… Διατί να μην αποθάνω εγώ αντί σου; Ναι εγώ να
αποθάνω, Αβεσσαλώμ υιέ μου, υιέ μου»

Μεγάλη όντως η καρδιά του Δαυίδ. Αν και ο υιός του τον πολέμησε, τον
ατίμασε, εκείνος θρηνούσε για τον χαμό του παιδιού του!

Ο Δαυίδ επέστρεψε στην Ιερουσαλήμ όχι όμως μετά τυμπάνων χορών και
κωδωνοκρουσιών αλλά έχοντας βαρύ πένθος στην καρδιά του και λέγοντας: «Υιέ
μου Αβεσσαλώμ, Αβεσσαλώμ υιέ μου!» Το πένθος όμως αυτό στενοχώρησε τους
στρατιώτες του οι οποίοι με διάθεση αυτοθυσίας είχαν ριχτεί στη μάχη για να
υπερασπίσουν την τιμή και την δόξα του βασιλιά τους. Ο στρατηγός Ιωάβ πήρε το
λόγο και επέπληξε τον βασιλέα για την διαγωγή του. Ο Δαυίδ δέχτηκε το δίκαιο
αίτημα των υπηκόων του και έτσι παρουσιάστηκε στην πύλη της πόλεως ο
θριαμβευτής για να πανηγυρίσει την ευτυχή έκβαση του πολέμου.

Αργότερα και άλλες επαναστάσεις έγιναν εναντίον του βασιλέως Δαυίδ .


Μία εκ των οποίων ήταν και αυτή του στρατηγού Ιωάβ ο οποίος όμως πριν να είναι
αργά για εκείνον επέστρεψε μετανοημένος στην υπηρεσία του βασιλέως.

Μετά από λίγο ξέσπασε πείνα για τρεισήμισι χρόνια στο βασίλειο του
Ισραήλ. Η αιτία ήταν η πρωτυτέρα σκληρότητα που είχε επιδείξει ο βασιλιάς Σαούλ
απέναντι στη φυλή των Γαβαωνιτών αν και οι ισραηλίτες είχαν δώσει όρκο ότι θα
δείξουν σε αυτούς έλεος και δεν θα τους θανατώσουν. Ο Θεός όμως δεν ξεχνά,
άλλωστε κατά τον Μωσαϊκό νόμο, φόνος οποίος δεν είχε εξιλεωθεί μόλυνε την αγία
γη και προκαλούσε την θεία οργή κατά ολόκληρου του έθνους. (αριθ.35,33-34). Οι
Γαβαωνίτες ανήκαν στην Χαναναϊκή φυλή. Ο Δαυίδ ρώτησε τότε τους Γαβαωνίτες τι
ήθελαν για αντάλλαγμα για να ξεπληρώσουν οι ισραηλίτες την εις βάρος τους
αμαρτία. Οι Γαβαωνίτες δεν ζήτησαν ούτε χρυσό, ούτε άργυρο, αλλά την θανάτωση
επτά υιών του Σαούλ ο οποίος ήταν και ο υπαίτιος της αμαρτίας.

Έτσι, σταυρώθηκαν επτά απόγονοι του Σαούλ. Οι πέντε εξ’ αυτών ήταν οι
υιοί της Ρεσφά η οποία με αυτοθυσία παρέμενε κάτω από τους σταυρούς επί πολλές
μέρες για να μην κατασπαράξουν τα όρνια τα πτώματα των υιών της. Αυτό το
πληροφορήθηκε ο Δαυίδ ο οποίος επέτρεψε την ταφή των υιών της Ρεσφά στον
οικογενειακό τάφο του βασιλέως Σαούλ.

Ακολούθησαν άλλες τέσσερις εκστρατείες κατά των Φιλισταίων με


νικηφόρα έκβαση. Μετά το πέρας αυτών των εκστρατειών ο Δαυίδ θέλησε να
αριθμήσει τον στρατό του. Το θεοκρατικό όμως βασίλειο του Ισραήλ δεν έπρεπε να
στηρίζεται σε αριθμούς και άρματα αλλά στην δύναμη του Θεού. Συνεπώς η πράξη
αυτή του Δαυίδ ήταν εφάμαρτη.

Παρόλα αυτά η αρίθμηση έγινε και επέδειξε 1.100.000 διά τις λοιπές φυλές

145
του Ισραήλ και 470.000 για την φυλή του Ιούδα. Ο Δαυίδ μετά την αρίθμηση
συναισθάνθηκε την αμαρτία του και μετανόησε. Ο Δαυίδ προς συμφιλίωση με
τον Θεό αγόρασε το αλώνι ενός ανθρώπου ονόματι Ορνά και εκεί έκτισε ένα μικρό
θυσιαστήριο το οποίο αργότερα επέκτεινε ο Σολομώντας.

Ο Δαυίδ πλέον είχε γεράσει. Είχε φτάσει τα 70 χρόνια. Τα γηρατειά του


δημιούργησαν ζήτημα διαδοχής. Ήταν δε κλινήρης και ανήμπορος. Μία παρθένος
τέθηκε εις την υπηρεσία του για να τον αγκαλιάζει και να τον θερμαίνει διά την
αποκατάσταση της κυκλοφορίας του αίματός του. Βέβαια, με την παρθένο αυτή ο
Δαυίδ δεν ήλθε ποτέ σε ένωση.

Ο Αδωνίας ένας εκ των υιών του Δαυίδ βλέποντας την δυσμενή κατάσταση
του πατέρα του, ανακήρυξε τον εαυτό του βασιλιά. Ο προφήτης Νάθαν ενημέρωσε
για την πράξη αυτή του Αδωνία τον Δαυίδ και την Βηρσαβεέ την μητέρα του
Σολομώντα. Και αυτό γιατί ο Νάθαν γνώριζε την υπόσχεση του Δαυίδ κατά την
οποία ο Σολομώντας επρόκειτο να τον διαδεχτεί.

Ο Δαυίδ διέταξε αμέσως να χρισθεί ο Σολομώντας βασιλιάς και διάδοχός


του στον θρόνο του Ισραήλ. Ο Σολομών ήταν 20 ετών όταν χρίστηκε βασιλιάς. Στη
πρώτη τους συνάντηση μετά την στέψη του νέου βασιλέως, ο Δαυίδ προσκύνησε
τον υιό του ως νέο υπό του Θεού χρισθέντα βασιλέα του Ισραήλ. Πριν πεθάνει
συμβούλεψε τον υιό του να μην αφήσει ατιμώρητο τον άδικο στρατηγό Ιωάβ. Δεν
τον είχε θανατώσει ο ίδιος διότι οι περιστάσεις δεν ευνοούσαν κάτι τέτοιο.

Ο Δαυίδ βασίλευσε συνολικά 40 χρόνια και προσετέθη στους προγόνους


του. Από τον οίκο Δαυίδ κατήγετο και ο Χριστός, και αυτό δικαιολογεί την
προφητεία που δόθηκε στον Δαυίδ πως η βασιλεία του θα είναι αιώνια, όπως δηλαδή
Αιώνια είναι και η βασιλεία του Χριστού.

972 π.Χ ΣΟΛΟΜΩΝ

146
Ο Σολομών κάθισε στο θρόνο του πατρός
του Δαυίδ σε ηλικία δώδεκα ετών. Ο Αδωνίας αδελφός και
αντίζηλος του Σολομώντα επισκέφθηκε κάποτε την Βηρσαβεέ
(μητέρα του Σολομώντα) και ζήτησε από αυτήν να
μεσολαβήσει ώστε να παντρευτεί την Αβισάχ η οποία υπήρξε
γυναίκα του Δαυίδ. Αυτό το ζήτησε όχι γιατί αγαπούσε την
Αβισάχ, αλλά γιατί με αυτό τον τρόπο θα αποκτούσε
δικαιώματα στην βασιλεία του Ισραήλ.

Ο Δαυίδ όμως πριν πεθάνει είχε προειδοποιήσει τον


Σολομών να είναι ιδιαίτερα προσεκτικός απέναντι στον Αδωνία
διότι αυτός και στο παρελθόν είχε αποδειχθεί πολύ πανούργος.

Έτσι ο Σολομών απάντησε ότι ζητώντας ο Αδωνίας


για σύζυγό του την Αβισάχ ήταν το ίδιο σαν να ζητούσε για τον
εαυτό του το σκήπτρο της βασιλείας.

Ήξερε πλέον καλά ο Σολομών πως για να στερεωθεί


η βασιλεία του επί το Ισραήλ, έπρεπε να βγάλει από τη μέση
κάποιους σημαντικούς αντιπάλους του που καραδοκούσαν για
τον θρόνο. Έδωσε λοιπόν διαταγή να φονευθεί ο Αδωνίας
άμεσα όπως και έγινε. Στη συνέχεια απεγύμνωσε από τα
αρχιερατικά του καθήκοντα τον αρχιερέα Αβιάθαρ διότι και
αυτός στο παρελθόν υπήρξε υποστηρικτής του Αδωνία. Ο
στρατηγός Ιωάβ παλαιός συνεργάτης του Δαυίδ, αλλά και εν
χρόνω αντίζηλος αυτού, κατάλαβε πως έρχονταν πλέον και η
δική του σειρά να τιμωρηθεί. Διέφυγε στο θυσιαστήριο ως
άσυλο για να σώσει τη ζωή του, όμως ο Σολομών έδωσε
διαταγή στον στρατηγό του Βανία να τον σκοτώσει ακόμα και
εκεί. Ακόμα και μέσα στον ναό! Νέο αρχιερέα στην θέση του
Αβιάθαρ εγκατέστησε τον Σαδώκ.

Ο Θεός κάποτε του εμφανίστηκε και του είπε:


«Ζήτησέ μου κάτι για τον εαυτό σου»

Ο Σολομών απάντησε: «Συ Κύριε φέρθηκες με


μεγάλη καλοσύνη προς τον δούλο σου Δαυίδ, τον πατέρα μου,
διότι αυτός έζησε ενώπιόν σου με πίστη προς εσένα, με
δικαιοσύνη και ευθύτητα καρδίας προς τους ανθρώπους.
147
Επιφύλαξες δηλαδή γι’ αυτόν το μέγα τούτο δώρο, να θελήσεις,
ώστε ο υιός του, να καθίσει επί του θρόνου του όπως το
φανερώνει η σημερινή μέρα. Ναι! Κύριε ο Θεός μου, συ
έδωκας εμέ τον δούλο σου διάδοχο του βασιλικού θρόνου του
Δαυίδ του πατρός μου! Εγώ είμαι ακόμα μικρό παιδί και δεν
γνωρίζω πώς να συμπεριφέρομαι στη ζωή μου. Επιπροσθέτως
εγώ ο δούλος σου βρίσκομαι εν μέσω λαού τον οποίο εσύ
εξέλεξες και ο οποίος είναι πολυάριθμος. Δια τούτο επιθυμώ να
μου δώσεις καρδιά προσεκτική, για να ακούω και κρίνω τον
λαό με δικαιοσύνη διακρίνοντας το δίκαιο από το άδικο. Διότι
ποιος άνευ της δικής σου βοήθειας μπορεί να κυβερνήσει τον
πολυάριθμο αυτόν λαό;

Ο Θεός απάντησε στον Σολομών: «Επειδή ζήτησες


από μένα αυτό το πράγμα, και δεν ζήτησες για τον εαυτό σου
μακροζωία, δεν ζήτησες πλούτο, δεν ζήτησες την ζωή, τον
θάνατο των εχθρών σου, ζήτησες δε δια τον εαυτό σου
ικανότητα διανοητική, ώστε να μπορείς να κρίνεις δίκαια, να!
Έκανα σε σένα όπως το είπες. Ιδού! Δηλαδή σου δίνω νου
συνετό και σοφό ως εσένα και μετά από σένα δεν
παρουσιάστηκε ούτε θα παρουσιαστεί άλλος όμοιος προς εσένα
κατά τη σοφία. Αλλά και εκείνα τα οποία εσύ δεν ζήτησες θα
σου τα δώσω, πλούτο, δόξα, ώστε δεν υπήρξε άλλος όμοιός σου
μεταξύ των βασιλέων εάν δε πορευθείς στη ζωή σου όπως ο
Δαυίδ ο πατέρας σου, θα σε κάνω μακροχρόνιο…» (Γ΄Βασ. 3,
10-15)

Ο Θεός έδωσε στον Σολομώντα μεγάλη σοφία και


πλάτος διάνοιας. Η σοφία του ήταν ανώτερη από όλους τους
αρχαίους σοφούς της Αιγύπτου. (Γ Βασ. 35).

Κάποτε εμφανίστηκαν μπροστά στον βασιλέα δύο


γυναίκες οι οποίες είχαν γεννήσει στο ίδιο σπίτι. Η μία εκ των
δύο γυναικών αποκοιμήθηκε πάνω στο παιδί της και εκείνο
πέθανε από ασφυξία. Όταν αντιλήφθηκε αυτό που έκανε πήρε
για δικό της το παιδί της άλλης μάνας ενώ αυτή κοιμόταν και
στη θέση του έβαλε το νεκρό. Όταν ξύπνησε η μάνα του
ζωντανού παιδιού διαπίστωσε πως το πεθαμένο παιδί που

148
βρίσκονταν πλάι της δεν ήταν δικό της. Έτσι αντιμαχόμενες
έφτασαν μπροστά στον Σολομώντα για να εκδικάσει το ζήτημα.
Ο Σολομών τότε είπε: «Κόψτε στα δύο το ζωντανό παιδί και
δώστε από μισό στην κάθε μάνα». Όταν το άκουσε αυτό η
πραγματική μητέρα του μωρού είπε: «δώστε σ’ αυτήν το παιδί
και μη το σκοτώνετε». Η άλλη αντίθετα είπε: «ούτε σε μένα ,
ούτε σ’ αυτήν να δοθεί, κόψτε το στα δύο».

Ο Σολομών τότε έβγαλε το πόρισμα: «Δώστε το παιδί


σ’ αυτήν την γυναίκα και μη το σκοτώνετε. Αυτή είναι η
πραγματική μητέρα του».

Το βασίλειο του Ισραήλ αύξανε και ευημερούσε. Οι


ομοτράπεζοι του Σολομώντος ήταν 11-14.000 συνδαιτυμόνες.
Αυτό δεν είναι παράξενο αν αναλογιστεί κανείς πως εκείνη την
εποχή για παράδειγμα ο βασιλιάς της Περσίας είχε 15.000
ομοτράπεζους.

Ο Σολομών έγραψε 3.000 αποφθέγματα και 5.000


ωδές. Βρίσκουμε πολλά εξ’ αυτών στο βιβλίο των “Παροιμιών”
και του “Eκκλησιαστού”. Συνέγραψε ωραιότατα ποιήματα
όπως το “Άσμα Ασμάτων”.

Ασχολήθηκε με όλη την χλωρίδα και την πανίδα της


γης. Όλοι οι άνθρωποι έρχονταν να ακούσουν και να δουν την
σοφία του Σολομώντος. Η βασιλεία του έβαινε ήρεμα, διότι υπ’
αυτού είχαν υποταχθεί όλοι οι εχθροί του. Αυτές οι συνθήκες
ήταν οι κατάλληλες για να κτισθεί ένας μεγαλοπρεπής ναός και
παράλληλα να οικοδομηθούν και άλλα μεγαλοπρεπή κτίρια.

Ο βασιλιάς της Τύρου Χιράμ εφοδίασε το Ισραήλ με


ξυλεία και άλλα χρήσιμα υλικά. 30.000 ισραηλίτες και 120.000
ξένοι εργάτες εργάσθηκαν για την κατασκευή του ναού. Ο
συνολικός πληθυσμός του Ισραήλ ήταν 1.300.000.

Η οικοδόμηση του ναού διήρκησε επτά χρόνια. Οι


διαστάσεις του κυρίως ναού ήταν 30 μέτρα πλάτος και 10
μέτρα μήκος. Κτίσθηκε στοά μπροστά από τον ναό διαστάσεων
10 επί 10μ. Επίσης ξέχωρα από τον κυρίως ναό οικοδομήθηκαν
149
και τα “Άγια των Αγίων” εκεί τοποθετήθηκε η “Kιβωτός της
Διαθήκης”. Τα “Άγια των Αγίων” επενδύθηκαν εξ ολοκλήρου
με χρυσό.

Γενικά, ο ναός του Σολομώντος παρά την


μεγαλοπρέπειά του υπολείπετο των ναών των εθνών τόσο στο
σχήμα όσο και στην διακόσμησή του η οποία ήταν δανεισμένη
από άλλους αρχαίους ναούς. Αυτό όμως που ήταν
ανεπανάληπτο σ’ αυτόν τον ναό ήταν η μονοθεΐα, κανένα
άγαλμα ειδωλολατρικό δεν έβλεπε κάποιος εκεί μέσα. Γι’ αυτό
και ήταν ο μοναδικός θεόπνευστος ναός της αρχαιότητας.

Πλησίον του ναού, ο βασιλιάς έκτισε τα περίφημα


βασιλικά ανάκτορα. Αυτά ήταν τεράστια οικοδομήματα που
είχαν τη δυνατότητα να υποδεχτούν πλήθος κόσμου για
μεγάλες εορτές και άλλα κοσμικά γεγονότα.

Όταν συμπληρώθηκε η κατασκευή όλων αυτών των


οικοδομημάτων έγιναν τα εγκαίνια του ναού με μια
μεγαλοπρεπέστατη λιτανεία από την Σιών που βρίσκονταν ως
τότε η “Kιβωτός της Διαθήκης”, στο όρος Μωριά όπου
κτίστηκε ο ναός. Στην λιτανεία αυτή μπροστά βάδιζε ο
βασιλιάς και ακολουθούσαν οι ισραηλίτες και τέλος οι ιερείς
που έφεραν την “Kιβωτό της Διαθήκης”.

Ο Θεός εκδήλωσε θαυματουργικώς την παρουσία του


στα εγκαίνια του ναού. Νεφέλη επισκίασε τον ναό και
λαμπροτάτη θεία λάμψη ανάγκασε τους ιερείς να εξέλθουν από
τα άδυτα του ναού στα οποία είχαν εισέλθει. Κατόπιν ο
βασιλιάς έστρεψε το πρόσωπό του προς τον ισραηλιτικό λαό
τον ευλόγησε και είπε: «Ευλογητός Κύριος ο Θεός του
ισραηλιτικού λαού, σήμερα ο οποίος υποσχέθηκε με το δικό
του στόμα στον πατέρα μου Δαυίδ την οικοδόμηση του
ναού…» κατόπιν αιτήθηκε ο Σολομών στην προσευχή του προς
τον Θεό να καταστήσει τον ναό αυτό ναό δικαιοσύνης, στον
οποίο όποιος καταφεύγει για να βρει το δίκιο του να μην
εξέρχεται δυσαρεστημένος. Αιτήθηκε δε και την εθνική
ανάταση του έθνους … «…Εις περίπτωση κατά την οποία

150
κλείσει ο ουρανός και δεν δίδει βροχή, διότι ημάρτησαν εις σε,
θα δοξολογήσουν το όνομά σου… θα εισακούσεις την
προσευχή τους εκ του ουρανού… εάν συμβεί στην χώρα πείνα,
επιδημία, θανατική νόσος, καυστικός άνεμος, ανεμοφθορία, εάν
εγκύψει σμήνος ακρίδων, νόσος των φυτών, εάν ο εχθρός
πολιορκήσει μια πόλη… γενικώς αν συμβεί οποιοδήποτε άλλο
δυστύχημα ή νόσος οδυνηρή και κάθε ισραηλίτης απευθύνει
προσευχή ή δέηση υψώνοντας τα χέρια του σ’ αυτόν τον ναό,
Εσύ θα εισακούσεις την δέησή του εκ του ουρανού και θα
δώσεις αναλόγως της διαγωγής του»..

Ευχήθηκε ο Σολομών και για τους ξένους, για την


γενική επιστροφή των εθνών η οποία πραγματοποιήθηκε επί
του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Τελειώνοντας έκραξε
λέγοντας: «Ας είναι δοξασμένος ο Κύριος σήμερα ο οποίος
ανέπαυσε τον ισραηλιτικό λαό καθ’ όλα όσα είχε υποσχεθεί να
κάνει… κανένας λόγος που υποσχέθηκε στον δούλο του
Μωυσή δεν έμεινε ανεκπλήρωτος…»

Ο Σολομών θυσίασε εκείνη την ημέρα 22.000 βόδια


και 120.000 πρόβατα. Ο συγκεντρωθείς λαός έτρωγε κι έπινε
ευφραινόμενος ενώπιον του Κυρίου επί επτά ημέρες.

Ο Θεός αργότερα εμφανίστηκε στον Σολομών και


του είπε: «Άκουσα το περιεχόμενο της προσευχής σου. Σου
έκανα ό,τι μου ζήτησες στην προσευχή σου. Ηγίασα τον ναό
τούτο, εκεί θα είναι στραμμένοι οι οφθαλμοί μου και η καρδιά
μου παντοτινά. Εσύ αν πορευθείς ενώπιόν μου, όπως
πορεύθηκε ο πατέρας σου ο Δαυίδ θα στερεώσω τον βασιλικό
σου θρόνο αιωνίως δεν θα λείψει απόγονός σου που να μην
βασιλεύσει επί του ισραηλιτικού λαού. Σε διαφορετική όμως
περίπτωση θα ξεριζώσω τον ισραηλιτικό λαό από την γη… ο
ισραηλιτικός λαός θα εξαφανιστεί από την πατρίδα του και θα
γίνει αντικείμενο χλευασμού μεταξύ όλων των εθνών… ο ναός
αυτός ο οποίος στέκεται σήμερα όρθιος και υψηλός θα έλθει σε
τέτοιο κατάντημα, ώστε όποιος διέρχεται από μπροστά του θα
εκπλαγεί και σφυρίζοντας θα πει: Για ποιο λόγο ο Θεός έκανε
το πράγμα αυτό στη χώρα αυτή και στον ναό τούτο». Η

151
προφητεία αυτή εκπληρώθηκε αργότερα πλήρως και κατά
λέξη.

Ο Σολομών οχύρωσε τις πόλεις του Ισραήλ


κατασκεύασε λιμάνι και ναύσταθμο στην Ερυθρά θάλασσα με
την πολύτιμη βοήθεια του Χιράν βασιλέα της Τύρου.

Η βασίλισσα της χώρας Σαβά δηλαδή της Αραβίας


ακούγοντας τη φήμη της σοφίας του Σολομώντος κάποτε τον
επισκέφθηκε για να διαπιστώσει ιδίοις όμασι αυτά που είχε
ακούσει αν ήταν αληθινά. Στη συνάντησή της με τον βασιλέα
Σολομών έθεσε ερωτήματα τα οποία τα απάντησε όλα ο σοφός
βασιλιάς. Η βασίλισσα θαυμάζοντας την σοφία του
Σολομώντος, βλέποντας τα ανάκτορα, την ευγένεια των
υπηρετών θαύμασε και εκθαμβωμένη από την σοφία του
Σολομώντος απλόχερα προσέφερε χρυσό και άλλους
πολύτιμους λίθους και αρωματώδη είδη.

Παρόλα αυτά ο βασιλιάς Σολομών υπήρξε στη ζωή


του φιλογύνης. Είχε στην κατοχή του 700 πριγκίπισσες και 300
συζύγους δευτέρας σειράς. Ανάμεσα σ’ αυτές έλαβε ως
συζύγους του και γυναίκες από διάφορα έθνη κάτι που ήταν
απαγορευμένο από τον Μωσαϊκό νόμο. Αυτή η αμαρτία ήταν
και η αιτία να παρεκκλίνει ο Σολομών από την πίστη στον μόνο
αληθινό Θεό και να εκπέσει στην παράλληλη λατρεία άλλων
θεών. Για χάρη των εξ’ εθνών συζύγων του οικοδόμησε ναούς
στον θεό Χαμώς των Αμμωνιτών και στην Αστάρτη .Ο Κύριος
δικαίως οργίσθηκε από αυτήν την διαγωγή και του
προανήγγειλε την επερχόμενη διαίρεση του βασιλείου του.
Εξήλθαν άσπονδοι εχθροί εναντίον του όπως ο Ιεροβοάμ εκ της
φυλής Εφραίμ. Αυτόν προσπάθησε ο Σολομών να φονεύσει
μάταια διότι ο Ιεροβοάμ διέφυγε στην Αίγυπτο για να σωθεί
μέχρις ότου πέθανε ο Σολομών.

Συνολικά ο Σολομών βασίλευσε σαράντα έτη. Η


βασιλεία του παρέμεινε μέχρι το τέλος της ζωής του αδιαίρετη
για χάρη του πατρός του Δαυίδ. Πέθανε και ετάφη στην πόλη
του πατέρα του. Στον θρόνο τον διαδέχθηκε ο υιός του Ροβοάμ,

152
παραλαμβάνοντας όμως εξαιτίας της αμαρτίας του Σολομώντος
όχι ένα ήρεμο βασίλειο, αλλά ένα βασίλειο υπό διαίρεση, ένα
βασίλειο διαταραγμένο από άσπονδους εχθρούς όπως θα δούμε
σε άλλες ενότητες του peripatiti.net.

932 π.Χ Η ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΡΟΒΟΑΜ ΚΑΙ ΙΕΡΟΒΟΑΜ

Μετά τον θάνατο του Σολομώντος όλες οι φυλές του


Ισραήλ συγκεντρώθηκαν στην πόλη Συχέμ και όχι στην
πρωτεύουσα Ιερουσαλήμ για να εκλέξουν νέο βασιλέα. Η
Συχέμ εξελέγη ως τόπος συγκέντρωσης κυρίως από τις δέκα
φυλές (πλην Ιούδα-Συμεών- Βενιαμίν) διότι έτσι ήλπιζαν ότι
εκεί θα έφερναν ευκολότερα ως θέμα διαπραγμάτευσης το θέμα
μειώσεως των φόρων. Εκεί εκλήθη και ο Ιεροβοάμ από την
Αίγυπτο που είχε διαφύγει κυνηγημένος από τον Σολομώντα.
Οι αρχηγοί των δυσαρεστημένων φυλών είχαν εμπιστοσύνη σ’
αυτόν διότι ο Ιεροβοάμ ήταν άλλοτε επόπτης επί των
αγγαρειών.

Στην συγκέντρωση αυτή οι Ισραηλίτες ζήτησαν από


τον Ροβοάμ να μειώσει τις αγγαρείες που τους είχε επιβάλει ο
πατέρας του Σολομών. Οι πρεσβύτεροι σύμβουλοι του Ροβοάμ
τον συμβούλευσαν να είναι υποχωρητικός στο θέμα των
αγγαρειών. Μία φορά θα υπακούσεις εσύ του είπαν και εφόρου
ζωής θα υπακούουν αυτοί σε σένα. Όμως ο Ροβοάμ ζήτησε και
τη συμβουλή των νεότερων συμβούλων οι οποίοι του είπαν να
αυξήσει τις αγγαρείες τόσο ώστε οι αγγαρείες που υπέβαλε ο
Σολομών να φανούν πολύ ελαφρότερες από αυτές που
επρόκειτο να επιβάλει εκείνος. Επειδή ο Θεός απέστρεψε το
πρόσωπό του από τον βασιλέα λόγω της παλαιάς αμαρτίας του
Σολομώντος ο Ροβοάμ ανοήτως άκουσε τη συμβουλή των
νεότερων συμβούλων και απάντησε με σκληρότητα στις δέκα

153
φυλές του Ισραήλ. Έτσι έγινε επανάσταση από τον λαό ο οποίο
με μία φωνή του είπε: «Βόσκε τον οίκο σου» διαχωρίζοντας
έτσι τις φυλές αυτές από την βασιλεία του Ροβοάμ. Έτσι ο
Ροβοάμ έμεινε βασιλέας μόνον μεταξύ των φυλών Ιούδα και
Βενιαμίμ. Οι υπόλοιπες φυλές εξέλεξαν ως βασιλέα τους τον
Ιεροβοάμ.

Ο Ροβοάμ ετοιμάστηκε να πολεμήσει τις δέκα φυλές


του Ισραήλ που επαναστάτησαν εναντίο του όμως ο Θεός δεν
επέτρεψε να γίνει αυτή η ένοπλη εκστρατεία: «Δεν θα
μεταβείτε να πολεμήσετε κατά των αδερφών σας των δέκα
φυλών του Ισραηλιτικού λαού. Αλλά έκαστος εξ’ ημών ας
επιστρέψει στον οίκο του, διότι η απόσπαση των δέκα φυλών
έγινε κατόπιν δικής μου εγκρίσεως». Οι φυλές του Ιούδα και
του Βενιαμίν υπάκουσαν στην εντολή του Κυρίου και δεν
εκστράτευσαν εναντίον των δέκα φυλών.

Ο Ιεροβοάμ οχύρωσε κατόπιν την Συχέμ και την


έκανε έδρα του βασιλείου του. Στη συνέχεια έκτισε δύο
ειδωλολατρικά θυσιαστήρια και τοποθέτησε εκεί δύο χρυσά
αγάλματα δαμάλεων και είπε στον λαό του: «Αρκετό χρόνο
ανεβαίνατε μέχρι τώρα στην Ιερουσαλήμ για λατρεία. Ιδού οι
θεοί σου ισραηλιτικέ λαέ, οι οποίοι σε έβγαλαν από την
Αίγυπτο». Όμοιος λόγος προς τον υπό του Ααρών
προφερθέντα όταν παρουσίασε τον χρυσό μόσχο στους
ισραηλίτες. (Εξοδ. 32,4).

Οι ειδωλολατρικοί αυτοί που οικοδόμησε ο ασεβής


βασιλέας βρίσκονταν ο ένας στον βορρά και ο άλλος στον νότο
του βασιλείου. Έχρισε δε και ιερείς αντί των Λευιτών οι οποίοι
κατά το πλείστον είχαν προσκολληθεί στον Ροβοάμ. Όρισε
παρόμοια εορτή με την σκηνοπηγία των Ιουδαίων και θυσίασε
στους ειδωλολατρικούς του ναούς .

Ο Θεός έστειλε προφήτη στον Ιεροβοάμ για να τον


προειδοποιήσει για τη σοβαρότητα του αμαρτήματός του.
Ενώπιον δε του βασιλέως ο προφήτης έκανε θαύματα.
Κατεδάφισε με την προσευχή του το ειδώλιο στο οποίο

154
προσέφερε θυσία ο Ιεροβοάμ και εξήρανε την χείρα αυτού όταν
επιχείρησε να τον φονεύσει. Παρόλα αυτά ο Ιεροβοάμ δεν
μετανόησε, επιδόθηκε μάλιστα με μεγαλύτερη μανία στην
λατρεία των ειδώλων και έχρισε ιερείς ανεξέλεγκτα
ανεξαρτήτου καταγωγής.

Κάποτε ο υιός του Ιεροβοάμ αρρώστησε βαριά.


Θυμήθηκε τότε τον προφήτη Αχιά ο οποίος στο παρελθόν είχε
προφητεύσει υπέρ αυτού. Ζήτησε λοιπόν από την γυναίκα του
να πάει να τον συναντήσει ντυμένη με φτωχικά ρούχα, ώστε ο
προφήτης να μην την αναγνωρίσει και να προφητεύσει έτσι
ευνοϊκά για τον υιό του. Ντρέπονταν τον προφήτη ο βασιλέας.
Δεν είχε το θάρρος να εμφανιστεί πρόσωπο με πρόσωπο
απέναντι στον προφήτη του Θεού λόγω της αμαρτίας του.

Ο Αχιά όμως αναγνώρισε την σύζυγο του Ιεροβοάμ


και της προανήγγειλε αμέσως τα επερχόμενα δεινά για την
οικογένειά της. «Οι νεκροί της οικογένειας του Ιεροβοάμ εντός
της πόλεως δεν θα θάπτονται από ουδενός…» της είπε. Η
βασίλισσα επιστρέφοντας στον οίκο της κήδευσε τον υιό της ο
οποίος όπως προφήτευσε ο Αχιά πέθανε. Οι ισραηλίτες τον
θρήνησαν. Ο Ιεροβοάμ βασίλευσε συνολικά είκοσι δύο έτη και
πέθανε. Η βασιλεία του κατέστην εγωιστική. Θυσίασε τα πάντα
στον εγκληματικό εγωισμό του.

Από την άλλη ο Ροβοάμ υιοθέτησε και εκείνος την


ειδωλολατρία στην Ιουδαϊκή κοινότητα, κατασκευάζοντας
είδωλα όλων των μυσαρών θεοτήτων. Ο Θεός επέτρεψε
εξαιτίας αυτής της αμαρτίας την νικηφόρο είσοδο του βασιλέως
της Αιγύπτου Σουσακίμ στην Ιερουσαλήμ λαμβάνοντας εκείνος
πολεμική λεία μεγάλης οικονομικής αξίας.

Μετά τον θάνατο του Ροβοάμ, στον βασιλικό θρόνο


ανέβηκε ο υιός του Αβιού.

915- 873 π.Χ Τα βασίλεια Ισραήλ και Ιούδα από του


θανάτου του Ροβοάμ μέχρι της εμφανίσεως του Αχαάβ.

155
Ο Αβιού βασίλευσε το 915-913 π.Χ. Ο Αβιού περιέπεσε
στο αμάρτημα της ειδωλολατρίας.

Αξιοπερίεργο και δυσκολοεξήγητο ανθρωπίνως είναι η σταθερή


διαδοχή του βασιλείου του Ιούδα και η πλήρης αστάθεια των
διαδόχων του βασιλείου του Ισραήλ. Μία και μόνη οικογένεια
κρατά το σκήπτρο του βασιλείου του Ιούδα από της αρχής
μέχρι και τέλους, επί 400 περίπου έτη, ενώ στο βασίλειο του
Ισραήλ άλλαξαν εννέα βασιλικές δυναστείες σε διάστημα 250
ετών. Τούτο οφείλεται σε προφητεία για την διατήρηση της
βασιλείας του οίκου Δαυίδ.

Ο Ασά βασίλευσε από το 913-873 π.Χ. Επί της μακράς


διάρκειας που βασίλευσε είδε να αλλάζουν έξι βασιλείς στο
βασίλειο του Ισραήλ: Ναδάβ, Βαασά, Ηλά, Ζαμβρί, Αμβρί,
Αχαάβ. Ο Ασά ήταν ευλαβής άνθρωπος είχε ζήλο και
αντιστρατεύτηκε με όλες του τις δυνάμεις την ειδωλολατρία.
Την μητέρα του την Ανά την αποδίωξε από τον τίτλο τιμής της
βασιλομήτορος, διότι αυτή κατασκεύασε είδωλο της Αστάρτης.

Καθόλη την διάρκεια της βασιλείας του ο Ασά πολεμούσε


με το βασίλειο του Ισραήλ.

Διάδοχος του Ασά ήταν ο υιός του Ιωσαφάτ, ο οποίος


βασίλευσε με ευσέβεια ανάλογη του πατρός του. Τον
διαδέχθηκε ο Ιωράμ ο υιός του. Στα χρόνια αυτά στο βασίλειο
του Ισραήλ ανέβηκε στον θρόνο ο Αχαάβ, άνθρωπος ασεβής, η
ασέβειά του υπερέβη όλων των προκατόχων του ασεβών
βασιλέων. Στα χρόνια του η ειδωλολατρία έλαβε την
μεγαλύτερη ανάπτυξή της και η ανηθικότητα ξεπέρασε κάθε
προηγούμενο.

156
Γυναίκα του Αχαάβ ήταν η Ιεζάβελ η οποία ήταν
φανατισμένη κατά του Θεού. Ουσιαστικά αυτή κυβερνούσε το
Ισραήλ αντί του Αχαάβ. Η Ιεζάβελ επιδόθηκε στην λατρεία του
Βάαλ, της κυρίας θεότητας των Φοινίκων. Οικοδόμησε ναό
στην Αστάρτη δηλαδή στην θεά Αφροδίτη (ελληνιστί) .

Στα χρόνια του Αχαάβ οικοδομήθηκε η Ιεριχώ. Ο Ιησούς


του Ναυή είχε καταστρέψει την Ιεριχώ και είχε καταταρασθεί
εκείνον ο οποίος θα αναλάμβανε να οικοδομήσει τα τείχη της.
Έτσι ο Αχαάβ έχασε τον πρωτότοκο υιό του όταν έθεσε τα
θεμέλια των τειχών της Ιεριχούς και κατά την διάρκεια της
οικοδόμησης πέθαναν όλοι οι υιού του. τέλος έχασε και τον
νεώτερο υιό με την αποπεράτωση του έργου.

816 π.Χ Προφήτης Ηλίας

Προφήτης Ηλίας

Ο προφήτης Ηλίας κατάγονταν από τη Θέσβη της Γαλαάδ


πόλη που ανήκε στη φυλή Νεφθαλίμ (εξ ου και θεσβίτης).
Παρουσιάστηκε κάποτε μπροστά στον ασεβή βασιλέα Αχαάβ
και του είπε πως επρόκειτο να έρθει πείνα στη χώρα εξαιτίας
της ειδωλολατρίας που είχε υποπέσει αυτός και όλος ο λαός.
Κατά τα έτη του λοιμού ο Θεός δεν θα έβρεχε επί της γης. «Ει
μη όταν εγώ είπω διά του στόματός μου» ανήγγειλε ο
προφήτης.

157
Ο Θεός κατόπιν έδωσε εντολή στον Ηλία να κρυφθεί σε μια
σπηλιά κοντά στον Ιορδάνη. Εκεί οι κόρακες του έφερναν
τροφή, άρτους το πρωί και κρέας το δειλινό.

Ξηρανθέντος του χειμάρρου λόγω ανομβρίας μετέβη ο


προφήτης στη Σαρεπτά της Σιδωνίας (εν μέσω δηλαδή Τύρου
και Σιδώνος) όπου εκεί κατά Θεία οικονομία φιλοξενήθηκε
από μια χήρα γυναίκα. Η γυναίκα αυτή εξαιτίας του λοιμού είχε
απομείνει με μια μόνο χούφτα αλεύρι όταν συνάντησε τον
Ηλία. Από αυτό το λιγοστό αλεύρι έπρεπε να φάει η ίδια και ο
γιος της. Παρόλα αυτά δεν δίστασε φιλοξενήσει τον ξένο στο
σπίτι της.

Για την χήρα της Σαρεπτά ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος


λέει : «Αυτή ήταν πρώτον αλλόφυλος, δεύτερον Σιδωνία,
τρίτον ασθενής γυναίκα, τέταρτον χήρα, πέμπτον πτωχοτάτη
ώστε μετά από λίγο θα πέθαινε από την πείνα, έκτον είχε υιό,
έβδομον ξένος ήτο ο Ηλίας και ο αίτιος της πείνας και όμως
ελέησε αυτόν!» Σε άλλο σημείο πάλι λέει: «Η χήρα αυτή ήταν
ανώτερη από τη φιλοξενία του Αβραάμ, διότι αυτή φιλοξένησε
εκ του υστερήματος, εκείνος δε εκ του περισσεύματος.
Καταφρονείται η φύσις ίνα τιμηθεί η φιλοξενία»

Ο Ηλίας υποσχέθηκε στην χήρα γυναίκα πως το νερό από


την υδρία της δεν θα μειώνονταν, ούτε το λάδι, ούτε και το
αλεύρι εξαιτίας της φιλοξενίας που του παρείχε. Πράγματι έτσι
κι έγινε. Όμως μετά από λίγο ο γιος της χήρας ασθένησε
σοβαρά και πέθανε. Η χήρα απευθυνόμενη προς τον προφήτη
του είπε τότε: «Ποία σχέση υπάρχει μεταξύ εμού και σου,
άνθρωπε του Θεού; Εισήλθες στον οίκο μου, για να ενθυμηθεί
ο Θεός τις αμαρτίες μου και να τιμωρήσει εμένα θανατώνοντας
τον γιο μου;» Με τον λόγο αυτό η χήρα αναγνωρίζει στο
πρόσωπο του Ηλία τον άνθρωπο του Θεού και ταυτόχρονα την
αναξιότητά της να του παρέχει φιλοξενία. Οποία ταπείνωση!

Ο Προφήτης όμως παρέλαβε τον γιο της χήρας και αφού


προσευχήθηκε στον Κύριο τον ανέστησε.

Έπειτα από πολύ καιρό και συγκεκριμένα κατά το τρίτο έτος


158
του λιμού, εδόθη εντολή από τον Κύριο στον Ηλία να
παρουσιαστεί και πάλι στον Αχαάβ. Αρχικά παρουσιάστηκε
στον ευλαβή δούλο του Αχαάβ τον Αβδιού, ο οποίος σέβονταν
τον αληθινό Θεό

Όταν Ηλίας και πάλι εμφανίστηκε ενώπιον του Αχαάβ


εκείνος πλήρης αλαζονείας του είπε: «Συ δεν είσαι εκείνος ο
οποίος διαστρέφεις τον Ισραηλιτικό λαό;». Ο Ηλίας απάντησε:
«Δεν διαστρέφω εγώ τον Ισραηλιτικό λαό αλλά εσύ και η
πατρική σου οικογένεια. Διότι εσείς εγκαταλείψατε τον Κύριο
τον Θεό σας και παραδοθήκατε στην λατρεία του Βάαλ. Και
τώρα στείλε ανθρώπους και συγκέντρωσε κοντά μου όλους
τους αντιπροσώπους του ισραηλιτικού λαού στο Καρμήλιο
όρος. Μαζί με αυτούς φέρε και τους τετρακόσιους πενήντα της
αισχύνης και τους τετρακόσιους προφήτες των ιερών δασών
της Αστάρτης».

Ο Αχαάβ συγκέντρωσε όλους αυτούς τους ανθρώπους που


ζήτησε ο Ηλίας στο Καρμήλιο όρος. Ο προφήτης τότε
πλησίασε τους αντιπροσώπους του λαού και είπε σ’ αυτούς:
«Μέχρι πότε εσείς θα είστε χωλοί; Εάν υπάρχει Κύριος ο Θεός
ημών, λατρέψετε Τον, εάν όμως ο Βάαλ είναι ο πραγματικός
θεός λατρέψτε αυτόν». Οι αντιπρόσωποι του λαού δεν είχαν τι
να απαντήσουν στον Ηλία.

Ο Ηλίας τότε είπε: «Εγώ έμεινα μόνος εξ’ όλων των


πραγματικών προφητών του Κυρίου, οι δε προφήτες του Βάαλ
είναι τετρακόσιοι πενήντα άνδρες, οι δε προφήτες της
Αστάρτης τετρακόσιοι. Ας δοθούν σε εμάς δύο βόες. Εκείνοι ας
εκλέξουν εξ’ αυτών τον ένα για τον εαυτό τους, ας τον κόψουν
και ας επιθέσουν τα τεμάχια επάνω σε ξύλα θυσιαστηρίου.
Φωτιά όμως δε θα βάλουν. Εγώ θα λάβω τον άλλο βουν και θα
κάνω όπως και αυτοί. Πυρ επί του θυσιαστηρίου δε θα θέσω.
Εσείς θα φωνάξετε προς τον θεό σας και εγώ επίσης θα
επικαλεσθώ το όνομα Κυρίου του Θεού μου. Εκείνος ο θεός ο
οποίος θα ακούσει την προσευχή και θα στείλει πυρ, αυτός θα
είναι ο πραγματικός θεός».

159
Όλοι οι αντιπρόσωποι του λαού αποκρίθηκαν και είπαν:
«Καλός είναι ο λόγος τον οποίο μας είπες ας γίνει έτσι». Οι
προφήτες της αισχύνης έλαβαν τον μόσχο, τον έθεσαν επί του
θυσιαστηρίου και άρχισαν να επικαλούνται το όνομα του Βάαλ
από το πρωί μέχρι το μεσημέρι λέγοντες: «Επάκουσον ημών, ω
Βάαλ, επάκουσον ημών». Ούτε φωνή όμως ούτε ακρόαση
υπήρξε. Ο Ηλίας άρχισε να περιγελά αυτούς λέγοντας: «Κάποια
απασχόληση έχει, ίσως βρίσκεται και στη σωματική του
ανάγκη ο Βάαλ ίσως δε και να κοιμάται. Φωνάξτε μήπως
ξυπνήσει!» Εκείνοι όλο και πιο δυνατά φώναζαν, έσκιζαν τα
σώματά τους με μαχαίρια κατά τη συνήθειά τους αλλά ουδεμία
απάντηση υπήρξε από τον ουρανό προς αυτούς.

Ήρθε τότε και η σειρά του Ηλία. Είπε τότε προς τους
αντιπροσώπους του λαού: «Πλησιάστε κοντά μου». Ο Ηλίας
έδωσε δώδεκα λίθους, ισάριθμους των φυλών του Ισραήλ και
έκτισε με τους λίθους αυτούς θυσιαστήριο. Στοίβαξε από κάτω
ξύλα και έθεσε πάνω τα τεμάχια του μόσχου. «Λάβετε τέσσερις
υδρίες ύδατος και χύστε το νερό αυτών πάνω στο μοσχάρι». Το
εκχυθέν νερό ήταν τόσο πολύ ώστε έτρεχε γύρω από το
θυσιαστήριο. Μετά προσευχήθηκε ο προφήτης στον Θεό
κραυγάζοντας: «Κύριε ο Θεός του Αβραάμ και Ισαάκ και
Ιακώβ επάκουσόν μου, ώστε να μάθει ο ισραηλιτικός λαός ότι
εσύ είσαι ο πραγματικός Κύριος, ο Θεός του Ισραηλιτικού λαού
και εγώ είμαι ο δούλος σου…»

Έπεσε τότε πυρ παρά του Κυρίου εκ του ουρανού, κατέφαγε


τα τεμάχια του προς ολοκαύτωση ζώου, τα ξύλα ακόμη και το
νερό και τους λίθους κατέφαγε φωτιά, έγλυψε δε και το χώμα.
Ο λαός βλέποντας το θαύμα προσκύνησε έως εδάφους
λέγοντας: «Ο Κύριος ο Θεός μας ναι! Αυτός είναι ο
πραγματικός Θεός».

Ο Ηλίας τότε είπε: Συλλάβετε τους ιερείς του Βάαλ, ουδείς


εξ’ αυτών πρέπει να σωθεί. Ο Ηλίας έσφαξε αυτούς στο
χείμαρρο Κισσών.

Αμέσως μετά το μεγάλο θαύμα η ξηρασία έλαβε τέλος. Ο

160
Ηλίας ανέβηκε στην κορυφή του Καρμήλιου όρους, έσκυψε την
κεφαλή του στη γη, έθεσε αυτήν μεταξύ των γονάτων και
προσευχήθηκε. Αυτός είναι ένας τρόπος που προσεύχονται και
σήμερα οι αγωνιστές της νοεράς προσευχής.

Ο Αχαάβ περιέγραψε όσα θαυμαστά έκανε ο Ηλίας στη


σύζυγό του Ιεζάβελ. Η Ιεζάβελ εξαγριώθηκε από την
συμπεριφορά του προφήτη και απέστειλε αγγελιοφόρο να του
πει: «Όπως εσύ είσαι ο προφήτης Ηλίας, εγώ είμαι η βασίλισσα
Ιεζάβελ. Ορκίζομαι να με τιμωρήσει ο Θεός με οποιεσδήποτε
συμφορές πως αν αύριο αυτήν την ώρα δεν παραδώσω την ζωή
σου στον θάνατο όπως εσύ έκανες στους ειδωλολάτρες ιερείς».

Ας προσέξουμε στο σημείο αυτό τη συμπεριφορά του Ηλία:


«Ο Ηλίας εφοβήθη, ηγέρθη, και κατευθύνθη όπου τον ώθει η
ορμή της ψυχής του». Ο κλείσας τον ουρανό και ανοίξας
εγυμνώθη της χάριτος και εφάνη η ασθένεια της φύσεως, όπως
μας λέγει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Ο Ιερός
Χρυσόστομος, θεωρεί ως αιτία του φόβου του και της φυγής
του την πτώση του στον εγωισμό.

Ο Ηλίας έφυγε μακριά από την επικράτεια του βασιλείου του


Ισραήλ και έξω επίσης από την επικράτεια του βασιλείου του
Ιούδα. Βαδίζοντας οκτώ ημέρες πεζοπορία έφθασε στην
περιοχή Βηρσαβεέ, όπου εκεί από την κούραση και την
απελπισία έπεσε κατά γης. Άγγελος Κυρίου τον ενίσχυσε
δίδοντάς του τροφή και κατόπιν ο προφήτης βαδίζοντας
νηστεύοντας για άλλες σαράντα μέρες έφθασε σε ένα σπήλαιο
στο όρος Χωρήβ. Τότε ακούστηκε μια φωνή να του λέει:
«Γιατί είσαι εδώ;» Ο Ηλίας απάντησε: «Ζήλος κατέλαβε την
ψυχή μου διά Σε τον Κύριο τον Παντοκράτορα, διότι σε
εγκατέλειψαν οι Ισραηλίτες, τα θυσιαστήριά σου κατέστρεψαν,
τους προφήτες σου εφόνευσαν διά ρομφαίας και έμεινα εγώ
μόνος, ουδείς άλλος. (Να ο εγωισμός του Ηλία. Νόμιζε πως
μόνο αυτός ήταν πλέον ευσεβής, κανένας άλλος, σύμφωνα με
τον Ιερό Χρυσόστομο) Ζητάνε τώρα και η δική μου ζωή να
αφαιρέσουν».

161
Ο Κύριος είπε στον Ηλία: «Αύριο θα εξέλθεις από το
σπήλαιό σου και θα σταθείς ενώπιον του Κυρίου στο όρος».
Του είπε ο Θεός πως επρόκειτο να παρουσιασθεί μπροστά του
όχι ως θύελλα, ούτε ως σεισμός, ούτε ως φωτιά, τα οποία τρία
στοιχεία συμβολίζουν το μεγαλείο του Θεού, αλλά ως αύρα το
σύμβολο της αγάπης του Θεού. Έτσι ο Κύριος δίδαξε τον
προφήτη του ότι έπρεπε να σκέπτεται την μακροθυμία του
Κυρίου και να μετριάσει έτσι πλέον τον ανοικτίρμονα ζήλο του.
Του έδωσε δε μια τριπλή ανάθεση αποστολής: α) Να χρίσει τον
Αζαήλ βασιλιά της Συρίας, β) τον Ιού βασιλιά του ισραηλιτικού
λαού και γ) τον Ελισαίο αντικαταστάτη του προφήτη. Ο Θεός
τον ενημέρωσε επίσης πως υπήρχαν άλλοι επτά χιλιάδες
ισραηλίτες οι οποίοι δεν είχαν προσκυνήσει τον Βάαλ. Δεν
ήταν συνεπώς ο μόνος πιστός της εποχής όπως ο ίδιος νόμιζε.

Ο Αχαάβ καθώς μας περιγράφει στη συνέχεια η Γραφή


επιθύμησε σφόδρα να αγοράσει το αμπέλι του Ναβουθαί. Ο
Ναβουθαί όμως αρνήθηκε να του το παραχωρήσει όσα χρήματα
κι αν εκείνος του προσέφερε. Η Ιεζάβελ μαθαίνοντας το
περιστατικό αυτό με πανουργία συκοφάντησε τον Ναβουθαί ως
βλάσφημο κατά του Θεού και του βασιλέως και έτσι κατάφερε
να καταδικαστεί ο Ναβουθαί σε θάνατο. Ο Αχαάβ όταν πήγε να
παραλάβει το αμπέλι του Ναβουθαί μετά τον θάνατό του,
συνάντησε εκεί τον Προφήτη Ηλία, ο οποίος του ανήγγειλε
νέες μεγάλες συμφορές που θα κτυπούσαν τον βασιλέα του
Ισραήλ. Ο Αχαάβ μετανόησε, έσκισε τα ρούχα του και φόρεσε
έναν σάκο ως ένδειξη πένθους.

Γεγονότα που συνέβησαν λίγο καιρό πριν την αρπαγή του


Ηλία στον ουρανό

Τον καιρό εκείνο ο βασιλιάς της Συρίας Άδερ στρατοπέδευσε


εναντίον του βασιλείου του Ισραήλ. Ο πόλεμος ήταν άνισος
διότι οι Σύριοι ήταν πολυπληθέστεροι και πιο επιδέξιοι
πολεμιστές. Ο Άδερ σίγουρος για την επικείμενη νίκη του
μεθοκοπούσε σε οργιαστικά γλέντια που διοργάνωνε. Ο Θεός
όμως ενίσχυσε τον Αχαάβ, βοήθησε τον Ισραηλιτικό λαό και
συνέτριψε τα στρατεύματα του Άδερ, ο οποίος κρύφτηκε στο

162
κρησφύγετο του ταπεινωμένος. Ο Άδερ ζήτησε έλεος από τον
Αχαάβ, με αντάλλαγμα να επιστρέψει στο Ισραήλ τις πόλεις
που είχαν κατακτήσει οι προκάτοχοί του. Ο Αχαάβ, πράγματι,
άφησε τον Άδερ ελεύθερο, όμως αυτή του η ενέργεια δεν έγινε
αρεστή από τον Θεό, διότι ο Αχαάβ δεν αντιλήφθηκε ότι ο Θεός
δώρισε τη νίκη στο Ισραήλ. Δεν έπρεπε συνεπώς να γίνει καμιά
διαπραγμάτευση με τον εχθρό.

Οι σχέσεις των δύο βασιλείων (Ιούδα-Ισραήλ) βελτιώθηκαν


όταν ο Αχαάβ βασιλέας Ισραήλ και ο Ιωσαφάτ, βασιλέας Ιούδα,
συμπεθέριασαν. Έτσι σύναψαν συμφωνία ειρήνης και ομονοίας
μεταξύ τους, ενώ παράλληλα συμφώνησαν από κοινού να
επιτεθούν στην πανίσχυρη τότε Συρία.

Υπήρχαν τότε διάσπαρτοι στη χώρα κάποιοι ψευδοπροφήτες


οι οποίοι ενίσχυαν με τις προφητείες τους την επίθεση των δύο
συμμάχων κατά της Συρίας. Ο Ιωσαφάτ όμως, πιο οξυδερκής
και προσεκτικός στις κινήσεις του, ζήτησε και την άποψη ενός
πιο έγκριτου προφήτου. Του προφήτου Μιχαία, ο οποίος
εξαιτίας των συνεχόμενων δυσμενών προφητειών που
ανήγγειλε στο παρελθόν εναντίον του Αχαάβ, ήταν μισητός από
εκείνον. Ο Μιχαίας πρόβλεψε την ήττα των συμμάχων, τον
δόλο των ψευδοπροφητών, οι οποίοι με σκοπιμότητα ήθελαν να
παρασύρουν τον Αχαάβ σε αυτόν τον πόλεμο. Ο Αχαάβ όμως
και πάλι δεν τον πίστεψε, έδωσε δε εντολή να φυλακίσουν τον
Μιχαία και έτσι ανενόχλητος οργάνωσε την επίθεση κατά των
Σύρων.

Στον πόλεμο αυτό οι σύμμαχοι συνετρίβησαν υπό του


εχθρού, όπως ακριβώς είχε προβλέψει ο προφήτης Μιχαίας, ο
Αχαάβ δε σκοτώθηκε στη μάχη. Στον τόπο που έπλυναν το
εκχυθέν αίμα του βασιλέως Αχαάβ «ελούοντο αι πόρναι» όπως
αντιστοίχως είχε προβλέψει παλαιότερα ο προφήτης Ηλίας.

Νέος βασιλιάς του Ισραήλ, ορίστηκε ο υιός του Αχαάβ,


Οχοζίας.

Μετά τα γεγονότα
αυτά, ο Κύριος αποφάσισε να αναβιβάσει τον Ηλία διά
163
ανεμοστροβίλου προς τον ουρανό (δεν λέγει η Γραφή εις τον
ουρανό, διότι ουδείς αναβέβηκεν εις τον ουρανόν ει μη ο εκ του
ουρανού καταβάς ο Υιός του ανθρώπου) ο Ηλίας και ο
Ελισαίος αναχώρησαν για την περιοχή των Γαλγάλων. Τότε ο
Ηλίας είπε προς τον Ελισαίο: «Κάθισε σε παρακαλώ εδώ, διότι
ο Κύριος με αποστέλλει να μεταβώ μέχρι της Βαιθήλ». Οι
προφήτες που βρίσκονταν στην Βαιθήλ είπαν τότε στον
Ελισαίο: «Άραγε γνωρίζεις ότι ο Κύριος λαμβάνει σήμερα τον
κύριό σου δι’ αναλήψεως άνωθεν της κεφαλής σου;». ο
Ελισαίος απάντησε: «Κι εγώ το έμαθα αλλά μη ομιλείτε περί
αυτού», τόση ήταν η λύπη του για τον επικείμενο αποχωρισμό
από τον δάσκαλό του!

Ενώ οι δύο άντρες (Ηλίας- Ελισαίος) βρίσκονταν επί της


όχθης του Ιορδάνου ποταμού, ο Ηλίας έλαβε την μηλωτή του,
την τύλιξε και χτύπησε το νερό του ποταμού, το οποίο
διαιρέθηκε σε δύο μέρη. Έτσι με αυτόν τον θαυμαστό τρόπο
διέβησαν εις την αντίπερα όχθη. Κατόπιν ο Ηλίας είπε στον
Ελισαίο: «Ζήτησέ μου τι θέλεις να σου δωρίσω πριν αναληφθώ
από μπροστά σου». Ο Ελισαίος απάντησε: «Δος μου διπλή τη
χάρη σου». Ο Ηλίας ακούγοντας αυτό είπε: «Μεγάλο πράγμα
ζήτησες. Εάν όμως με δεις αναλαμβανόμενον από σου, θα σου
δοθεί αυτό που ζήτησες, εάν όμως δεν με δεις τότε δεν θα σου
δοθεί».

Ενώ λοιπόν αυτοί βάδιζαν μαζί και συνομιλούσαν, ξαφνικά


πύρινο άρμα και πύρινοι ίπποι χώρισαν τον έναν από τον άλλο
και ο Ηλίας αναλήφθηκε προς τα πάνω μετά ανεμοστροβίλου
προς τον ουρανό.

Ο Ελισαίος βλέποντας το θαυμαστό αυτό γεγονός φώναξε:


«Πάτερ, πάτερ…» όμως δεν τον είδε πλέον, τότε εις ένδειξη
πένθους έσχισε τα ενδύματά του. Τότε έπεσε από ψηλά η
μηλωτή του Ηλιού, την οποία ο Ελισαίος παρέλαβε
πορεύθηκε προς τον Ιορδάνη ποταμό. Χτύπησε με την μηλωτή
τα νερά του Ιορδάνου λέγοντας: «που είναι ο Θεός του Ηλιού;
Που είναι;» Τα νερά όμως του ποταμού δεν διαιρέθηκαν όπως
παλαιότερα είχε κάνει ο Ηλίας, ο οποίος αβρόχοις ποσίν πέρασε

164
στην αντίπερα όχθη του Ιορδάνου, ως άλλος Μωυσής. Τότε ο
Ελισαίος ξαναχτύπησε τα νερά με την μηλωτή και τότε τα
ύδατα διαιρέθηκαν. Στην αντίπερα όχθη του Ιορδάνου ποταμού
βρίσκονταν προφήτες οι οποίοι βλέποντας το θαύμα αυτό
ομολόγησαν και είπαν: «Το πνεύμα του Ηλιού αναπαύθηκε
στον Ελισαίο», τότε τον συνάντησαν και έκυψαν τα γόνατά
τους έως εδάφους.

Ο προφήτης Ηλίας είναι ένας από τους μεγαλύτερους


προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης. Βρίσκεται μέχρι και την
σήμερον σε μέρος που μόνο ο Θεός γνωρίζει και θα αποσταλεί
και πάλι στη γη στις έσχατες ημέρες για αφυπνίσει τους
χριστιανούς με τον κηρυγματικό του λόγο οι οποίοι θα
βρίσκονται σε κίνδυνο πλάνης κατά τις ημέρες του αντιχρίστου.

800 π.Χ Προφήτης Ελισσαίος

 800 π.Χ ΠΡΟΦΗΤΗΣ ΕΛΙΣΣΑΙΟΣ

Μετά τον θάνατο του Αχαάβ, βασίλεψε στο Ισραήλ ο


υιός του Ιωράμ.

Τον καιρό εκείνο οι βασιλείς του Ισραήλ και του


Ιούδα αποφάσισαν να συμμαχήσουν εναντίον των Μωαβιτών.
Επειδή όμως η εκστρατεία τους βάδιζε προς τον όλεθρο και την
πλήρη καταστροφή αποφάσισαν να συμβουλευτούν τον
ξακουστό Ελισσαίο.
165
Ο προφήτης του Θεού για χάρη του ευσεβούς
Ιωσαφάτ, βασιλέως του Ιούδα, υποσχέθηκε στους συμμάχους
ότι θα συνδράμει με την προσευχή του ώστε να ηττηθούν οι
Μωαβίτες.

Πράγματι, ο Θεός ακούγοντας την προσευχή του


Ελισσαίου, προμήθευσε αρχικά με νερό τον διψασμένο
στρατό των ισραηλιτών γεμίζοντας τα ξηροπόταμα που είχαν
στερέψει λόγω της παρατεταμένης ανομβρίας. Το νερό έφτασε
στους Ισραηλίτες με θαυμαστό τρόπο , δίχως να βρέξει.
Δεικνύοντας έτσι ο Θεός πως η επερχόμενη νίκη των συμμάχων
απέναντι στους Μωαβίτες δεν θα ήταν ανθρώπινο κατόρθωμα,
αλλά Θεία δωρεά.

Πράγματι, οι Ισραηλίτες σύντομα νίκησαν στον πόλεμο,


υπέταξαν τους Μωαβίτες και κατέστρεψαν κάθε τι στη χώρα
των Μωαβιτών.

 Άλλα θαύματα του Ελισσαίου

 Πολλαπλασιασμός του ελαίου μιας πτωχής χήρας:

Η χήρα ενός προφήτη εξαιτίας της φτώχειας της


έφτασε να χρωστά ένα σημαντικό χρηματικό ποσό στους
συμπολίτες της. Ο Ελισσαίος μαθαίνοντας την κατάστασή της
έδωσε εντολή στυος γιους της να συγκεντρώσουν όσα
περισσότερα άδεια δοχεία μπορούσαν. Τα δοχεία αυτά με την
προσευχή του γέμισαν θαυματουργικά και έτσι η χήρα και το
χρέος της ξόφλησε, και την οικογένειά της έθρεψε.

-Ανάσταση ενός αγοριού.

Ο προφήτης του Θεού πάντα κοντά στον ανθρώπινο


πόνο, συμπόνεσε κάποτε μια ευλαβή άτεκνη γυναίκα που
κάποτε τον φιλοξένησε στο σπίτι της. Ο Ελισσαίος
προσευχήθηκε και η μήτρα της στείρας άνοιξε. Σύντομα
συνέλαβε και γέννησε γιο. Το παιδί όμως σύντομα πέθανε. Ο

166
προφήτης ήταν μακριά όταν το παιδί εκδήμησε και έστειλε την
ράβδο του ώστε να ακουμπήσουν αυτήν πάνω στον νεκρό.
Όμως ο Θεός θέλοντας να δείξει στον Ελισσαίο και σε όλους
εμάς ότι η ράβδος, δηλαδή ο νόμος, δεν φέρνει την λύτρωση,
ο Ελισσαίος ωσάν άλλος Ιησούς έφτασε αυτοπροσώπως πλέον
μπροστά στο νεκροκρέβατο και με την δακρύβρεχτη προσευχή
του ανάστησε τον νεαρό. Όπως ακριβώς δηλαδή ο Υιός του
Θεού ήλθε αυτοπροσώπως και όχι διά αντιπροσώπου να σώσει
τον κόσμο και να μας λυτρώσει άπαξ και διά παντός από τα
δεσμά του θανάτου.

-Ο Ελισσαίος εποίησε και ένα θαύμα


πολλαπλασιασμού άρτων στην περιοχή Βαιθσαρισά, όπως
ακριβώς δηλαδή και ο Χριστός. (Ιω 6,9)

-Θεραπεία του Ναιμάν του Σύρου:

Κάποτε ο αρχιστράτηγος του στρατού της Συρίας,


άνθρωπος γενναίος, αλλά συνάμα και λεπρός αιχμαλώτισε μια
νεαρή εβραία την οποία έθεσε στο υπηρετικό του προσωπικό.
Η νεαρή κόρη βλέποντας την λέπρα του Ναιμάν είπε: «Μακάρι
ο Κύριός μου να μετέβαινε στον προφήτη του Θεού Ελισσαίο,
θα θεράπευε αυτόν από την λέπρα του».

Ακούγοντας αυτά τα λόγια ο Ναιμάν μίλησε στον


βασιλιά της Συρίας, ο οποίος αμέσως έστειλε πλούσια δώρα
στον βασιλιά του Ισραήλ νομίζοντας ότι ο Ελισσαίος αφενός
μεν τελούσε υπό τις διαταγές του βασιλιά και αφετέρου ότι και
αυτός όπως και οι ιερείς της Συρίας ήταν φιλάργυρος.

Μόλις είδε ο Ιωράμ τα πλούσια δώρα των Συρίων


πανικοβλήθηκε και έσχισε τα ρούχα του ως ένδειξη πένθους,
διότι πίστεψε πως αυτό ήταν ένα τέχνασμα, μία πρόσκληση
επικείμενου πολέμου. Πως άλλωστε ένας άνθρωπος θα
μπορούσε να θεραπεύσει την ανίατη εκείνη την εποχή λέπρα;

Ο Ελισσαίος όμως είπε στον βασιλιά: «Γιατί έσχισες


τα ρούχα σου; Ας έρθει σε μένα ο Ναιμάν και ας μάθει κάθε
άνθρωπος ότι υπάρχει προφήτης στον ισραηλιτικό λαό».
167
Έτσι ο Ναιμάν συναντήθηκε με τον Ελισσαίο ο
οποίος του είπε: «Πήγαινε και λούσε τον εαυτό σου επτά φορές
στον Ιορδάνη ποταμό. Η σάρκα σου θα εξυγιανθεί και θα
καθαρισθεί». Πράγματι ο Ναιμάν έκανε όπως του είπε ο
προφήτης και καθαρίστηκε θαυματουργικά από την λέπρα του.
Κανένα δώρο του Ναιμάν δεν δέχτηκε ο ανάργυρος ιατρός. Ο
υπηρέτης και μαθητής όμως του Ελισσαίου Γιεζίν, μπήκε στον
πειρασμό και κρυφά από τον προφήτη ζήτησε χρήματα από
Σύριο στρατηγό. Τιμωρήθηκε όμως για την φιλαργυρία του
γενόμενος αμέσως όλος λευκός από την λέπρα…

Ακολούθησε επταετής πείνα στην περιοχή της


Σαμαρείας επί βασιλείας Ιωράμ. Αυτήν την δύσκολη περίοδο
για τους Εβραίους εκμεταλλεύτηκαν οι Σύριοι οι οποίοι πάλιν
και πολλάκις προσπάθησαν να καταλάβουν το Ισραήλ. Ο
Ελισαίος όμως σαν αόρατη ασπίδα του Θεού προστάτευε κάθε
φορά το έθνος του με τις δεήσεις του και τα θαύματα που
επιτελούσε.

Κάποτε δύο λεπροί βλέποντας το αδιέξοδο στο οποίο


βρισκόταν λόγω της πείνας και της δυστυχίας που είχε
ξεσπάσει, είπαν μεταξύ τους. Αν κάτσουμε εδώ θα πεθάνουμε
από την πείνα, ας μπούμε λοιπόν κρυφά στο στρατόπεδο των
Συρίων μήπως και μας λυπηθούν και μας δώσουν φαγητό για
να φάμε. Αν πάλι μας σκοτώσουν, μας σκότωσαν. Ούτως ή
άλλως είμαστε καταδικασμένοι…

Ο εκείνο το βράδυ ο Θεός προκάλεσε έναν παράξενο


θόρυβο ο οποίος προκάλεσε πανικό στο στρατόπεδο των
Συρίων. Οι Σύριοι νόμισαν ότι δέχονταν διπλή επίθεση από
βορρά και από νότο. Έτσι το έβαλαν πανικοβλημένοι στα
πόδια. Όταν οι λεπροί μπήκαν στο στρατόπεδο των Συρίων, δεν
βρήκαν κανέναν. Πήραν διάφορα λάφυρα και κατόπιν
ειδοποίησαν τον Ιωράμ (βασιλιά του Ισραήλ) για την φυγή των
Συρίων.

Είπε τότε ο Ελισσαίος στον Ιωράμ: : «Θα δεις με τα


μάτια σου την αφθονία αλλά δεν θα φάγεις απ’ αυτήν». Και

168
πράγματι έγινε έτσι. Ο λαός συνεπάτησε εξαιτίας του
συνωστισμού (Μετά την εισβολή των Ισραηλιτών στο
στρατόπεδο των Συρίων) τον άρχοντα αυτόν στην πύλη της
πόλεως και έτσι εκείνος πέθανε.

Ο προφήτης του Θεού κατόπιν απέστειλε στον


στρατηγό Ιού απεσταλμένο για να τον χρίσει νέο βασιλιά του
Ισραήλ κατά το ρήμα του Κυρίου. Ο Ιού σύμφωνα με την
προφητεία του Ελισσαίου, θα τιμωρούσε την ασέβεια του οίκου
Αχαάβ, και θα θανάτωνε την ασεβή βασίλισσα Ιεζάβελ, η οποία
είχε προβεί σε πολλά απάνθρωπα εγκλήματα εναντίον αθώων
ανθρώπων και προφητών του Ισραήλ. Πράγματι η Ιεζάβελ
θανατώθηκε και το πτώμα της κατέφαγαν τα σκυλιά όπως είχε
παλαιότερα προφητεύσει ο προφήτης Ηλίας.

Ο νέος βασιλέας Ιού στη συνέχεια κάλεσε όλους


τους ιερείς του Βάαλ δήθεν για να θυσιάσει στον μεγάλο ναό
της ειδωλατρικής αυτής θεότητας. Εκεί τους θανάτωσε όλους,
εξαλείφοντας έτσι την ειδωλολατρία από τη χώρα του. Γι’
αυτήν του την πράξη ο Θεός τον αντάμειψε με το να βασιλέψει
η δυναστεία του στο Ισραήλ τέσσερις γενναιές.

Δυστυχώς όμως ο Ιού δεν υπήρξε άμεπτος ενώπιον


του Θεού. Πολιτικώς φερόμενος δεν κατήργησε τις χρυσές
δαμάλεις , φοβούμενος μήπως οι υπήκοοί του μεταβούν στο
βασίλειο του Ιούδα όπως έπραξε και ο Ιεροβοάμ. Ο Ιού πέθανε
το 814 π.Χ. Βασίλεψε συνολικά 28 χρόνια. Ο Ιωάχαζ, ο Ιωάς,
ο Ιεροβοάμ και ο Ζαχαρίας βασίλεψαν μετά απ’ αυτόν. Καμία
άλλη δυναστεία δεν κατείχε τον θρόνο επί τόσο χρόνο στο
Ισραήλ. (περίπου εκατό έτη)

 Γοθολία και ο Ιωάς στον θρόνο του Ιούδα.

Η Γοθολία ήταν θυγατέρα του ασεβή βασιλέα Αχαάβ.


Αυτή θέλησε να καταστρέψει το γένος Δαυίδ ίνα ειγάγει
την ασέβειαν όπως μας λέγει ο Θεοδώρητος. Έτσι αυτή
φόνευσε τους νόμιμους κληρονόμους του θρόνου που
169
ήταν οι υιοί του Οχοζία, τους εγγονούς και γενικά όλους
τους απογόνους του βασιλικού οίκου. Στο Παρ. 24,7
παραθέτεται με λεπτομέρειες η αξιοδάκρυτος διαγωγή της
από θρησκευτικής απόψεως όπως χαρακτηριστικά τονίζει
ο αρχιμ. Ιωήλ Γιαννακόπουλος.

Οι Λευίτες, οι ιερείς και η φρουρά του βασιλικού θρόνου


όμως συνωμότησαν εναντίον της Γοθολίας για να
αποκαταστήσουν την Δαυιτική βασιλεία. Ο αρχιερέας
Ιωδάε υπέδειξε ως νέο βασιλέα τον Ιωάς τον υιό του
βασιλέως. Την δε Γοθολία θανάτωσαν στο προαύλιο του
ναού δίνοντας έτσι τέλος στην παράνομη εξουσία της.

Ο Ιωάς ήταν επτά ετών όταν ανέβηκε στον βασιλικό


θρόνο. Συνολικά βασίλεψε σαράντα έτη. Κατά τη
διάρκεια της βασιλείας του έπραξε το ευθές ενώπιον του
Θεού, όμως όπως τονίζεται από τον συγγραφέα της
βίβλου(Βασ. Δ΄ 12,4) τους υψηλούς λατρευτικούς τόπους
των ειδωλολατρών δεν κατόρθωσε να καταστρέψει.

Ο Ιωάς αφού κατά την βασιλεία του επισκεύασε τον


παραμελημένο ναό του Σολομώντος από την Γοθολία,
τελικά και αυτός υπέστη θύμα συνομωσίας και
δολοφονήθηκε από δύο επαναστατήσαντες δούλους τον
Ιεζιχάρ και τον Ιεζεβούθ .

Νέος βασιλιάς ενθρονίστηκε ο υιός του Ιωάς, ο Αμεσσίας.

Παράλληλα με αυτά τα γεγονότα στο βασίλειο του


Ισραήλ ανέβηκαν διαδοχικά στον θρόνο οι Ιωάχαζ, Ιωάς,
και Ιεροβοάμ. Στην διάρκεια αυτών των βασιλειών οι
Ισραηλίτες ελευθερώθηκαν από τον ζυγό των Συρίων,
όμως δεν απομακρύνθηκαν και πάλι από την ασέβεια της
ειδωλολατρίας.

 Θάνατος του Ελισσαίου

Κατά την διάρκεια της βασιλείας του Ιωάς ο προφήτης


Ελισσαίος ασθένησε σοβαρά. Ο βασιλέας Ιωάς τον

170
επισκέφθηκε και του είπε: «Πάτερ, πάτερ! Εσύ είσαι τα
άρματα και το ιππικό του λαού μας που τον έσωζες! Τώρα
τι θα γίνει;» Ο Ελισσαίος αποκρίθηκε: «Λάβε τόξο και
βέλη. Κράτησε στερεά το τόξο με τα χέρια σου». Ο
Ελισσαίος έθεσε τα χέρια του στα χέρια του βασιλέως και
συνέχισε: «Άνοιξε το ανατολικό παράθυρο και τόξευσε.
Αυτό είναι το βέλος της σωτηρίας του Ισραήλ που
προέρχεται από τον Θεό. Είναι το βέλος απαλλαγής από
τον ζυγό των Συρίων». Ο Ελισσαίος όμως βλέποντας την
δειλία του Ιωάς προφήτεψε την ήττα του Ισραήλ από τον
στρατό της Συρίας. Μετά από αυτά τα γεγονότα ο
Ελισσαίος πέθανε και οι ισραηλίτες τον έθαψαν με τιμές.

585 π.Χ Τα τελευταία χρόνια των Βασιλειών ως την


Βαβυλώνια αιχμαλωσία.

 Τα τελευταία χρόνια των βασιλειών

Κατόπιν στον θρόνο του Ισραήλ ανέβηκαν οι Ιωάχαζ, Ιωάς


και Ιερωβοάμ. Στο δε βασίλειο του Ιούδα βασίλεψαν διαδοχικά
οι Αμεσσίας και Αζαρίας.

Η ασέβεια του έθνους του Ισραήλ ολοένα και αυξάνονταν. Ο


βασιλιάς Άχαζ έφτασε στο σημείο να θυσιάσει τον ίδιο του τον
γιο ως ολοκαύτωμα προς τιμήν του θεού Μολόχ. Κατόπιν
διέταξε τον ασεβή αρχιερέα Ουρία να κατασκευάσει
θυσιαστήριο όμοιο καθ’ όλα με το αυτό του ναού του
Σολομώντος, για να θυσιάζει και εκείνος προσωπικά στον θεό.
Μετατόπισε δε το αυθεντικό θυσιαστήριο σε άλλη θέση,
θέτοντας ως κύριο θυσιαστήριο το δικό του. Διπλό
θυσιαστήριο στο Ισραήλ, διπλή λατρεία σε Θεό και Σατανά…
171
Μετά τον Άχαζ βασίλεψε ο ασεβής υιός του Ωσηέ. Στα
χρόνια του ο Θεός επέτρεψε στους Ασσύριους να
πολιορκήσουν την Σαμάρεια. Ο ίδιος ο βασιλιάς πιάστηκε
αιχμάλωτος οδηγούμενος στον Σαλμανασάρ. Τον ίδιο χρόνο ο
Σαλμανασάρ (βασιλιάς των Ασσυρίων) πέθανε και στον θρόνο
ανέβηκε ο αδερφός του Σαργών, ο οποίος συνέχισε την
πολιορκία και έπιασε άλλους 27.800 ισραηλίτες ως
αιχμαλώτους.

Ο Θεός κατ’ επανάληψη προειδοποιούσε τον εκλεκτό λαό:


«Αποστράφητε από τις πονηρές σας πράξεις και φυλάξτε τις
εντολές μου, τα δικαιώματά μου και γενικώς όλο τον νόμο, τον
οποίο έδωσα στους προπάτορές σας, όλα όσα διέταξα αυτούς
να φυλάττουν διά μέσου των δούλων μου των προφητών.
Εκείνοι όμως είχαν άκαμπτον τον αυχένα τους και δεν με
υπήκουσαν». (δ΄βασ. 12-15).

Οι ισραηλίτες σύντομα αναμείχθηκαν με τους Ασσυρίους,


έχασαν την εθνική τους συνείδηση, αποτέλεσαν έναν νέο λαό…
Νέα θρησκεία ξεπήδησε τότε η οποία δέχονταν τον αληθινό
Θεό και παράλληλα υιοθετούσε θρησκευτικά έθιμα των
ειδωλολατρών. Ο Θεός όμως πάντοτε ξεκάθαρα ζητά: «Δεν θα
σεβαστείτε και δεν θα φοβηθείτε ξένους θεούς» (βασ. Δ΄17,38).

Εν τούτοις η θρησκευτική αυτή αίρεση απέκτησε οργάνωση,


ιερατεία, ναό.

Στον αντίποδα, στο βασίλειο του Ιούδα τα πράγματα ήταν


καλλίτερα. Στον θρόνο ανέβηκε ο ευλαβής Εζεκίας, ο οποίος
αντιτάχθηκε στην ειδωλολατρία καταστρέφοντας τα
προσκυνήματα των ειδωλολατρών. Δεν έμεινε όμως και αυτός
ανενόχλητος από τους εξωτερικούς εισβολείς. Ο Σενναχηρίμ
βασιλιάς των Ασσυρίων πολιόρκησε την Ιουδαία πιέζοντας τον
Εζεκία να παραδοθεί. Χαρακτηριστικός είναι ο λόγος του
Ραψάκη (στρατηγός των Ασσυρίων): «Αυτά λέγει ο βασιλεύς ο
μέγας, ο βασιλεύς των Ασσυρίων: Ποια είναι η πεποίθηση στην
οποία στηρίζεστε; Έχω την δύναμη και αν θελήσω θα φέρω εις
πέρας διά του πολέμου την αποστολή… Ίσως μου πεις, εις

172
Κύριον τον Θεόν μας έχομεν πεποίθησιν. Δεν πρέπει να έχετε
σ’ αυτόν ελπίδες. Ο Κύριος ο Θεός σας είπε σε μένα: πήγαινε
στη χώρα αυτή και κατάστρεψέ την.

Οι Ιουδαίοι ισραηλίτες με σχισμένα ιμάτια κατέφυγαν στην


τελευταία ελπίδα τους, στον προφήτη Ησαΐα. Ο Ησαΐας είπε:
«Ναι εγώ θα δώσω στον Ραψάκη ψυχική διάθεση τέτοια, ώστε
θα ακούσει είδηση τέτοια ώστε θα αναγκαστεί να επιστρέψει
στην πατρίδα του». Πράγματι, ο Αιγυπτιακός στρατός
οργάνωσε επίθεση κατά των Ασσυρίων, αναγκάζοντας τον
Ραψάκη να επιστρέψει αμέσως στην πατρίδα του.

Ο προφήτης Ησαΐας είπε τότε: «Αυτά λέγει ο Κύριος ο Θεός


των δυνάμεων ουρανού και γης, ο Θεός Ισραήλ εις τον
Σενναχηρίμ των βασιλέα των Ασσυρίων: Σε ενέπαιξε και σε
περιφρόνησε, το καύχημά μου, η κοπελίτσα μου Σιών, κούνησε
ξοπίσω εμπαικτικά το κεφάλι της η κορούλα μου Ιερουσαλήμ.
Ποιον ωνείδισες και ύβρισες; Εναντίον τίνος ύψωσες την φωνή
σου; Θα θέσω τα άγκιστρά μου στους μυκτήρες και τον χαλινό
μου θα θέσω στα χείλη σου και δι’ αυτών θα σε επιστρέψω να
πάρεις την οδό από όπου ήρθες… Από αρχαιοτάτων χρόνων
έλαβα τις αποφάσεις μου» .

«Θα υπερασπίσω την πόλη ταύτη διά την δόξα μου και προς
χάριν του δούλου μου Δαυίδ». Καταλήγει ο Κύριος. Ο άγιος
Ιωάννης ο Χρυσόστομο σχολιάζοντας την φράση αυτή του
Θεού λέει: «Ο Θεός είναι τόσο αγαθός, ώστε σώζει τους
ανθρώπους, όχι μόνο εάν είναι λίγοι δίκαιοι, αλλά ακόμη και
ένας και αυτός αποθανών».

Πράγματι, εκείνη τη νύχτα άγγελος εξολοθρευτής φόνευσε


185.000 άνδρες από το στρατόπεδο των Ασσυρίων,
αναγκάζοντας τον Σενναχηρίμ να επιστρέψει κακήν κακώς
στην πατρίδα του. (βασ. Δ΄19,33-36).

Το τέλος του Σενναχηρίμ είναι πολύ ταπεινωτικό. Κατοίκησε


στην Νινευή, όπου φονεύθηκε από τα ίδια του τα παιδιά.

 Τα τελευταία χρόνια και η καταστροφή του βασιλείου


173
του Ιούδα

Μετά τον θάνατο του Εζεκία στον θρόνο του βασιλείου του
Ιούδα ανέβηκε ο γιος του Μανασσής. Ο Μανασσής ανέβηκε
στον θρόνο σε ηλικία 12 ετών και βασίλεψε συνολικά πενήντα
πέντε έτη. Υπήρξε ασεβής απέναντι στον Θεό, διότι λάτρεψε τα
είδωλα και ανοικοδόμησε τους ναούς των ειδώλων. Έφτασε σε
τόσο μεγάλα επίπεδα ασέβειας ώστε έφτασε στο σημείο να
τοποθετήσει το άγαλμα της Αστάρτης (Αφροδίτης) μέσα στον
ναό του Σολομώντα. Το ερώτημα είναι: πως ο Θεός επέτρεψε
σε έναν τόσο ασεβή βασιλιά να βασιλέψει επί τόσα πολλά
χρόνια στο βασίλειο του Ιούδα; Η απάντηση είναι ότι ο Θεός
ήθελε να δει την προαίρεση του λαού Του. Ο λαός δεν
αντέδρασε, με την σιωπή του συμβάδισε με το φρόνημα του
ασεβούς βασιλέως. Συνεπώς η επερχόμενη καταστροφή του
Ισραήλ θα αποδειχθεί απολύτως δίκαιη. Ο Θεός πριν συμβεί η
άλωση της Ιερουσαλήμ υπό των εθνών εξήγησε διά των
προφητών Του την αιτία: «Θα γίνει τούτο, επειδή διέπραξαν το
μέγα κακό της ασεβείας ενώπιον των οφθαλμών μου και διότι
συνεχώς δεν έπαυσαν να με παροργίζουν από τη μέρα κατά την
οποία εξήγαγα τους πατέρες αυτών εκ της Αιγύπτου, μέχρι της
ημέρας ταύτης».

Μετά τον θάνατο του Μανασσή βασίλεψε ο υιός του Αμών.


Ο χρόνος της βασιλείας του ήταν μόνο δύο χρόνια. Οι δούλοι
του τον σκότωσαν μέσα στο ανάκτορό του διότι και αυτός όπως
και ο πατέρας του υπήρξε πολύ ασεβής. Ο λαός όμως δεν
εκτίμησε την αιτία της επαναστάσεως των αυλικών του Αμών
και θανάτωσε τους δίκαιους επαναστάτες.

Στη συνέχεια ανέβηκε στον θρόνο ο υιός του Αμών, ο


Ιωσίας, σε ηλικία μόλις οκτώ ετών. Αυτός βασίλεψε στην
Ιερουσαλήμ τριάντα ένα χρόνια. Ο Ιωσίας υπήρξε ευσεβής
απέναντι στον Θεό. Διέταξε την ανακαίνιση του ναού του
Σολομώντος . Στα χρόνια του βρέθηκε το πρωτότυπο βιβλίο της
πεντατεύχου το οποίο ήταν γραμμένο δια χειρός του Μωυσέως.
Ο Ιωσίας όταν πληροφορήθηκε την εύρεση της πεντατεύχου το
θεώρησε ως σημάδι της οργής του Θεού. Διότι όλα τα

174
προηγούμενα χρόνια οι ισραηλίτες δεν σεβάστηκαν τον νόμο
του Κυρίου, αλλά συστηματικά αμάρταναν. Η προφήτης Όλδα
είπε τότε: «Αυτά λέγει ο Κύριος: …Ιδού εγώ θα επιφέρω
μεγάλη καταστροφή στον τόπο τούτο, εφαρμόζοντας σ’ αυτούς
όλες τις τιμωρίες που γράφονται στο βιβλίο αυτό, τις οποίες
διάβασε ο βασιλιάς του βασιλείου του Ιούδα. Αυτό θα γίνει
διότι οι Ιουδαίοι με εγκατέλειψαν προσφέροντας θυμίαμα σε
ξένους θεούς, με αποτέλεσμα να με παροργίσουν και να ανάψει
ο θυμός μου εναντίον του τόπου τούτου. Προς δε τον βασιλέα
του Ιούδα ο οποίος σας απέστειλε θα πείτε τα εξής: Επειδή με
τις απειλές τις οποίες διάβασες στο βιβλίο αυτό κατανύχθηκε η
καρδιά σου, και το πρόσωπό σου άλλαξε όψη και ταπεινώθηκες
ενώπιον του Κυρίου… επειδή λέγω έσχισες τα ιμάτιά σου και
έκλαυσες ενώπιόν μου εγώ σε άκουσα. Σε σένα δεν θα συμβεί
το ίδιο πράγμα. Θα σε προσθέσω στους πατέρες σου και θα
ενταφιαστείς ειρηνικώς, και τα μάτια σου δεν θα δουν τις
συμφορές αυτές τις οποίες θα επιφέρω κατά του τόπου τούτου».
(βασ. Δ΄22,16-20).

Η προφητεία αυτή της προφήτιδας Όλδας ειπώθηκε τριάντα


πέντε χρόνια πριν την άλωση της Ιερουσαλήμ.

Ακούγοντας αυτά τα λόγια ο βασιλιάς Ιωσίας, κάλεσε όλο τον


λαό στα ανάκτορα και έκανε νέα διαθήκη με τον Κύριο.
Αποφάσισε την άμεση καταστροφή όλων των ειδώλων και το
κάψιμο αυτών, την εξαγωγή του αγάλματος της Αφροδίτης από
τον ναό του Σολομώντος και την καύση αυτού κατόπιν δε, την
θανάτωση όλων των ιερέων των ειδώλων. Κατόπιν εορτάστηκε
περίλαμπρα το Πάσχα του Κυρίου. Δεν είχε ποτέ ξανά
εορταστεί τόσο λαμπρά το Πάσχα στο Ισραήλ. Παρόλα αυτά
γράφει ο συγγραφέας των Βασιλειών: ο Θεός δεν
μεταστράφηκε, ώστε να παύσει ο θυμός και η οργή του, τα
οποία ξέσπασαν εναντίον του Ιούδα, διά των οποίων ο
Μανασσής παρόργισε τον Κύριο. Διά τούτο ο Κύριος είπε: και
αυτό ακόμη το βασίλειο του Ιούδα θα απομακρύνω από το
πρόσωπό μου…

Ο Ιωσίας σύμφωνα με την προφητεία της προφήτιδας Όλδας

175
σκοτώθηκε λίγο αργότερα σε μια μάχη και στον θρόνο
ανέβηκε ο γιος του Ιωάχαζ ο οποίος όμως δεν ήταν ο
πρωτότοκος γιος του Ιωσία. Ανέβηκε στον θρόνο διά της
επιβολής του Ιουδαϊκού λαού. Αυτός βασίλεψε μόνο τρεις
μήνες. Παρά το σύντομο της βασιλείας του, πρόλαβε να
επαναφέρει την λατρεία των ειδώλων. Ο βασιλιάς της Αιγύπτου
Νεχαώ τον έπιασε όμως και τον μετέφερε αιχμάλωτο στην πόλη
Δεβλαθά. Στη θέση του οι Αιγύπτιοι τοποθέτησαν ως νέο
βασιλιά του βασιλείου του Ιούδα τον άλλο γιο του Ιωσία,
Ελιακίμ, τον οποίο ονόμασαν Ιωακίμ.

Από τις μέρες της βασιλείας του Ιωακίμ και έπειτα


μετρώνται σταδιακά και οι τελευταίες μέρες του βασιλείου του
Ιούδα. Ο Ιωακίμ υπήρξε και αυτός ασεβής ειδωλολάτρης. Κατά
την εποχή αυτή ο Ναβουχοδονόσορ, βασιλιάς της Βαβυλώνας
επιτέθηκε κατά του βασιλείου του Ιούδα. Ο Ναβουχοδονόσορ
υπήρξε ένας από τους πιο λαμπρούς βασιλιάδες που έζησαν
στην ιστορία. Στα χρόνια του η Βαβυλώνα έγινε η μεγαλύτερη
πόλη στον κόσμο. Αυτός έμελε να γίνει και η αιτία της
πτώσεως της Ιερουσαλήμ.

Ο Ιωακείμ πέθανε και στη θέση του ανέβηκε στον θρόνο ο


γιος του Ιωαχίμ. Στα χρόνια του Ιωαχίμ ο Ναβουχονοδόσορ
πολιόρκησε την Ιερουσαλήμ και έπιασε αιχμάλωτο τον βασιλιά
και τους αυλικούς του. Από τη στιγμή αυτή αρχίζει σταδιακά η
κατάληψη της Ιερουσαλήμ από τους εθνικούς. Αρχικά
μεταφέρθηκαν στην Βαβυλώνα οι θησαυροί της Ιερουσαλήμ
και του ναού του Σολομώντος. Κατόπιν αιχμαλώτισε όλους
τους μάχημους κατοίκους της Ιερουσαλήμ 10.000 στο αριθμό,
τους οποίους μετέφερε στην Βαβυλώνα. Αφέθηκαν ελεύθεροι
μόνο οι φτωχοί της πόλεως οι οποίοι ήταν ανήμποροι να
αντιδράσουν. Στον θρόνο του Ιούδα ανέβηκε υπό των
Βαβυλωνίων ο Ματθανίας ο οποίος ονομάστηκε Σεδεκίας.
Ακόμη όμως και στα έσχατα χρόνια του βασιλείου του Ιούδα ο
Σεδεκίας όπως σημειώνεται υπό του συγγραφέως, έπραξε το
πονηρό ενώπιον του Θεού. Μας κάνει εντύπωση η τόσο
μεγάλη επιμονή των ισραηλιτών στην ειδωλολατρία ακόμη και
σε τόσο κρίσιμες στιγμές για το έθνος τους.
176
Στις 25 Ιανουαρίου του 589 π.Χ ξεκίνησε η τελική πολιορκία
της Ιερουσαλήμ από τον Ναβουχοδονόρα. Αυτή διήρκησε
τριάντα μήνες. Στο διάστημα αυτό της πολιορκίας η πείνα ήταν
μεγάλη εντός της πόλεως. Σε απόπειρα διαφυγής ο Σεδεκίας
πιάστηκε αιχμάλωτος και οδηγήθηκε στην Βαβυλώνα. Εκεί ο
Ναβουχοδονόσορ έσφαξε μπροστά στα μάτια του Σεδεκία τους
γιους του και κατόπιν του έβγαλαν τα μάτια. ΟΣεδεκίας τα
έπαθε όλα αυτά διότι επαναστάτησε εναντίον των Βαβυλωνίων
οι οποίοι ήδη όπως αναφέρθηκε παραπάνω είχαν καταλάβει την
Ιερουσαλήμ και ήταν κύριοι αυτής. Στη συνέχεια οι
Βαβυλώνιοι ως αντίποινα έκαψαν τον ναό του Σολομώντα και
γκρέμισαν τα τείχη της πόλεως. Οι δε εναπομείναντες εβραίοι
έφυγαν εξόριστοι στην Αίγυπτο για να αποφύγουν την οργή
των Χαλδαίων.

Αυτό είναι το τέλος του βασιλείου του Ιούδα και η αρχή μιας
νέας οδυνηρής ιστορικής πραγματικότητας για τους
Ισραηλίτες…

530 π.Χ Έσδρας και Ζοροβάβελ

ΕΣΔΡΑΣ Α΄και Β΄

Οι ιουδαίοι όπως είδαμε στα βιβλία των Βασιλειών


και των Παραλειπομένων οδηγήθηκαν εξαιτίας των αμαρτιών
τους αιχμάλωτοι στην Βαβυλώνα. Μετά την παρέλευση όμως
70 ετών, κατά το 538 π.Χ ένα μέρος εξ’ αυτών επιστρέφει
κατόπιν διατάγματος του Κύρου (βασιλιά της Περσίας) στην
Ιερουσαλήμ.

Στο Έσδρας Α΄ γίνεται αρχικά μία προσπάθεια


υπενθύμισης των τελευταίων γεγονότων πριν την Βαβυλώνια
αιχμαλωσία: Ο λαμπρός εορτασμός του Πάσχα από τον βασιλιά
του Ιουδαϊκού βασιλείου, Ιωσία, δεν άλλαξε την απόφαση του
Θεού να πέσουν οι ισραηλίτες στα χέρια ξένων εξουσιαστών
εξαιτίας του πλήθους των αμαρτιών τους. Κι αυτό γιατί η
μετάνοια των Ιουδαίων ήταν επιφανειακή και όχι ουσιαστική.
Ο Ιωσίας σύντομα θανατώθηκε σε μάχη την οποία έδωσε
εναντίον των Αιγυπτίων. Μία μάχη την οποία δεν έπρεπε να
177
δώσει, διότι αυτοί δεν απειλούσαν εκείνη τη στιγμή την
πατρίδα του, αλλά εκστράτευαν εναντίον των Ασσυρίων.

Επόμενος βασιλιάς των Ιουδαίων χρήστηκε ο γιος του


Ιωσία, Ιεχονίας. Οι Αιγύπτιοι όμως ως κυρίαρχοι της περιοχής,
εκδίωξαν τον Ιεχονία από τον θρόνο του και εγκατέστησαν ως
νέο βασιλιά των αδερφό του Ιεχονία, Ιωακίμ, ο οποίος
επιδόθηκε με ζήλο στην ειδωλολατρία.

Την εποχή αυτή οι Βαβυλώνιοι που βασιλιά τους


είχαν τον Ναβουχοδονόσορ, νίκησαν τα στρατεύματα των
Αιγυπτίων και μπήκαν νικητές στην Ιερουσαλήμ. Από εδώ και
πέρα αρχίζει η Βαβυλώνια αιχμαλωσία. Οι Βαβυλώνιοι
εκθρόνισαν αμέσως από τον θρόνο του τον Ιωακίμ και στη
θέση του τοποθέτησαν τον υιό του Ιωαχίμ, ο οποίος ήταν μόλις
δεκαοκτώ ετών. Αυτός βασίλεψε μόλις τρεις μήνες και δέκα
μέρες επιδιδόμενος και αυτός στο αμάρτημα της
ειδωλολατρίας. Αυτόν αιχμάλωτο οι Βαβυλώνιοι τον μετέφεραν
στην Βαβυλώνα και στη θέση του τοποθέτησαν τον Σεδεκία ο
οποίος βασίλεψε για έντεκα χρόνια επιδιδόμενος «με ζήλο» στο
αμάρτημα της ειδωλολατρίας. Ο προφήτης Ιερεμίας και άλλοι
προφήτες πάλιν και πολλάκις προσπάθησαν να συνετίσουν με
τους λόγους τους τον Σεδεκία. Αλλά αυτός, οι ιερείς και οι
λοιποί αρχηγοί του επιτελείου περιγελούσαν τους προφήτες του
Θεού. Ο Θεός λοιπόν «εγκατέλειψε» του ιουδαίους και οι
Χαλδαίοι εισέβαλαν στην Ιουρασαλήμ (538 π.Χ), κατέσφαξαν
πλήθος λαού και τους υπόλοιπους δέσμιους τους μετέφεραν
στην Βαβυλώνα. Έτσι πληρώθηκε η προφητεία του προφήτου
Ιερεμίου, ο οποίος είπε: «Οι Ιουδαίοι θα είναι αιχμάλωτοι
μέχρις ότου η χώρα τους συμπληρώσει τον χρόνο των
παραβάσεων της αργίας των Σαββάτων. Τούτο θα γίνει με το να
ερημωθεί η χώρα αυτή εκ των κατοίκων της. Θα συμπληρωθεί
δε ο χρόνος αυτός της καταργήσεως της αργίας των Σαββάτων,
όταν συμπληρωθούν εβδομήντα έτη από την αιχμαλωσία τους».
(Εδρας Α΄1,55). Η εισβολή των Χαλδαίων είχε επίσης ως
καταστροφικό αποτέλεσμα την πυρπόληση του ναού του
Σολομώντος

178
Η ανάδειξη του Ζοροβάβελ

Ο βασιλιάς της Περσίας Δαρείος (521-486 π.Χ),


κάλεσε μέγα συμπόσιο. Μετά το συμπόσιο αυτό ο βασιλιάς
αποσύρθηκε στο δωμάτιό του για να κοιμηθεί αλλά δεν
μπορούσε λόγω δυσφορίας. Όταν τελικά αυτός αποκοιμήθηκε,
οι τρεις σωματοφύλακές του που τον περιφρουρούσαν
συνέταξαν ό,τι σοσφότερο μπορούσαν να επινοήσουν και το
έβαλαν γραπτώς στο προσκεφάλι του. Όποιος από τους τρεις θα
κρίνονταν από τον βασιλιά ότι είχε πει τον σοφότερο λόγο θα
απολάμβανε εφόρου ζωής υψηλές τιμές από τον βασιλιά. Ό
ένας υποστήριξε ότι ο οίνος είναι το ισχυρότερο πράγμα πάνω
στη γη. Διότι όποιος τον γευτεί ακόμη κι αν είναι σοφός γίνεται
ευθύς σαχλός. Ο άλλος υποστήριξε ότι ο βασιλιάς είναι ο
ισχυρότερος πάνω στη γη διότι αυτός ότι διατάξει γίνεται
αμέσως. Ακόμη και πόλεμοι ή σφαγές. Τα σοφότερα όμως
λόγια τα είπε ο Ζοροβάβελ ο οποίος υποστήριξε : «Ότι
ισχυροτέρα από τον οίνο και τον βασιλιά είναι η γυνή»: Είπε δε
έτι περισσότερα: «Κύριοι, μέγας είναι ασφαλώς ο βασιλιάς και
πολυάριθμοι οι άνθρωποι και ισχυρός ο οίνος. Ποιος όμως
δεσπόζει πάνω απ’ όλα αυτά; Δεν είναι οι γυναίκες; Οι γυναίκες
γέννησαν τον βασιλιά και όλους τους ανθρώπους οι οποίοι
κυριαρχούν σε θάλασσα και ξηρά. Από τις γυναίκες
γεννήθηκαν οι βασιλείς και αυτές τους ανέθρεψαν και εκείνους
οι οποίοι φύτεψαν αμπέλια από τα οποία παράγεται ο οίνος. Οι
γυναίκες κατασκευάζουν για τους ανθρώπους τα ενδύματα. Οι
άνδρες δεν μπορούν να ζήσουν δίχως τις γυναίκες»! (Έσδρας
Α΄4, 14-17).

Ο Ζοροβάβελ ανέπτυξε κι άλλο την γνώμη του και


μεταξύ άλλων είπε: «Εάν οι άνδρες συγκεντρώσουν χρυσό και
κάθε άλλο ωραίο πράγμα δουν όμως εκείνη τη στιγμή μια
γυναίκα όμορφη να περνά, αφήνουν όλα τα άλλα και την
χαζεύουν παρατηρώντας την με το στόμα ανοιχτό! Και κάθε
άνθρωπος αφήνει τον πατέρα ακόμη και την ίδια την πατρίδα
του και προσκολλάται στην γυναίκα του. Εξ΄αυτού οφείλετε να

179
αναγνωρίσετε ότι οι γυναίκες βασιλεύουν σε μας. Δεν
εργάζεστε και δεν υποφέρετε, κι όμως όλες τις απολαβές των
κόπων σας δεν τις δίνετε στις γυναίκες σας;»… «Ο άνδρας
περισσότερο αγαπά την γυναίκα του από τον πατέρα του και
την μητέρα του! Πολλοί άνδρες τρελάθηκαν και έγιναν δούλοι
σ’ αυτές. Πολλοί καταστράφηκαν, έγιναν δυστυχείς και
παραβάτες του θείου νόμου για τις γυναίκες τους. Λοιπόν, δεν
πιστεύετε στους λόγους μου;…»

Όσο μιλούσε ο Ζοροβάβελ, ο βασιλεύς και όλοι οι


επίσημοι άνδρες τον παρακολουθούσαν κατάπληκτοι.

Τότε ο Ζοροβάβελ ανέπτυξε τη γνώμη του περί της


αληθείας: «Κύριοι, ισχυρές λοιπόν δεν είναι οι γυναίκες;
Βεβαίως! Μέγας είναι όμως ο ουρανός, μεγάλη η γη και ταχύς
στην πορεία του είναι ο ήλιος… Δεν είναι λοιπόν μέγας αυτός
που δημιούργησε όλα αυτά; Η αλήθεια είναι λοιπόν ισχυροτέρα
όλων αυτών! Ολόκληρη η γη την αλήθεια προσκαλεί, ο
ουρανός αυτήν επαινεί. Όλα τα δημιουργήματα σείονται και
τρέμουν ενώπιόν της. Μετά της αληθείας δεν υπάρχει αδικία.
Άδικος είναι ο οίνος, άδικος είναι ο βασιλεύς, άδικες είναι οι
γυναίκες, άδικοι είναι όλοι οι άνθρωποι, όλα τα έργα των
ανθρώπων είναι άδικα. Στους ανθρώπους δεν υπάρχει αλήθεια
και διά της αδικίας αυτών αυτοί καταστρέφονται. Η αλήθεια
όμως παραμένει πάντοτε, το κύρος της είναι αιώνιο»… «...
(Έσδρας 5,39-40): Αυτή δεν λαμβάνει υπ’ όψιν της υψηλά
πρόσωπα, ούτε διαφορές προσώπων, αλλά αυτή κάνει δίκαια
πράγματα ενώπιον όλων κακών και άδικων ανθρώπων. Πάντες
αρέσκονται στα έργα της. Δεν υπάρχει κανένα άδικο πράγμα
όταν αυτή κρίνει. Σ’ αυτήν λοιπόν υπάρχει δύναμις, κυριότης,
εξουσία, μεγαλοπρέπεια σε όλους τους αιώνες. Δεδοξασμένος
ας είναι ο Θεός ο Κύριος της αληθείας»!

Τότε ο βασιλιάς είπε προς αυτόν: «Ζήτησε ότι θέλεις


να σου δώσω. Θα σου δώσω περισσότερα απ’ όσα ζήτησες. Θα
σου δώσω διότι αναδείχθηκες σοφότερος των άλλων. Θα
παρακάθεσαι δίπλα μου και θα αναγνωριστείς ως συγγενής
μου». Τότε ο Ζοροβάβελ είπε στον βασιλιά: «Θυμήσου το τάμα

180
το οποίο έκανες κατά την ημέρα κατά την οποία παρέλαβες την
βασιλεία σου. Να ανοικοδομηθεί δηλαδή η Ιερουσαλήμ….»

Ο βασιλιάς αφού άκουσε το αίτημα του Ζοροβάβελ,


σηκώθηκε και καταφίλησε αυτόν και έδωσε εντολή σε όλους
του διοικητές και τους σατράπες του να προωθήσουν το ζήτημα
της επαναφοράς των ισραηλιτών στην Ιερουσαλήμ και στην
ανοικοδόμηση αυτής και του ναού του Σολομώντος.

Έτσι, μετά από αυτά τα γεγονότα ο Δαρείος


εξασφάλισε την επιστροφή όσων Εβραίων επιθυμούσαν στην
πατρίδα τους.

Όταν ο νεαρός αυτός δούλος, ο Ζοροβάβελ βγήκε από


το ανάκτορο του βασιλιά σήκωσε το βλέμμα του στον ουρανό
και δόξασε τον Θεό.

Έτσι ο Ισραηλιτικός λαός επιδόθηκε με ζήλο στην


ανοικοδόμηση του ναού. Όταν αυτή ολοκληρώθηκε, σάλπισαν
οι σάλπιγγες χαρμόσυνα. Όμως η χαρά διαδέχθηκε την λύπη.
Λύπη γιατί οι πρεσβύτεροι του λαού βλέποντας τον καινούριο
ναό, διαπίστωσαν ότι υστερούσε κατά πολύ σε κάλλος σε
σχέση με τον παλαιό ναό και έτσι θρήνησαν γοερά.

Έσδρας

Ο Έσδρας ήταν καλός γνώστης του Μωσαϊκού νόμου.


Το 398 π.Χ μετέβη από την Βαβυλώνα στην Ιερουσαλήμ κατά
το 7ο έτος της βασιλείας του Αρταξέρξου κατόπιν άδειας του
βασιλέως της Περσίας.. Ο σκοπός του ταξιδιού του ήταν να
διδάξει στους ισραηλίτες αυτό που με τα χρόνια είχαν
λησμονήσει. Δηλαδή το θέλημα του Θεού για τον λαό του
Ισραήλ το οποίο εκφράζονταν μέσω των Θείων νόμων.

Μαζί με τον Έσδρα αναχώρησαν απ’ την Βαβυλώνα


6000-8000 ισραηλίτες. Συνολικά διά μέσου του Ζοροβάβελ και
του Έσδρα επαναπατρίστηκαν περίπου 200.000 Ιουδαίοι. Από

181
την μεγάλη αυτή αναχώρηση απουσίαζαν οι Λευίτες, οι οποίοι
λόγω του ιερατικού τους αξιώματος έπρεπε ως καθοδηγητές
του λαού πρώτοι απ’ όλους να συμμετέχουν στον
επαναπατρισμό των Ιουδαίων.

Όταν ο Έσδρας διαπίστωσε το μέγεθος που είχαν


λάβει ανάμεσα στο ισραηλιτικό έθνος οι μεικτοί γάμοι, έκλαψε
γοερά πέφτοντας στα γόνατα και ενώπιον του λαού ομολογούσε
το μέγεθος της ανομίας του λαού. Τότε ένας εκ των αρχόντων
των ισραηλιτών, ο Σεχενίας, ο οποίος μάλιστα είχε κι αυτός
παντρευτεί εθνική γυναίκα ειδωλολάτρισσα, παρακίνησε τον
Έσδρα να εκδώσει αυστηρό διάταγμα με το οποίο οι ισραηλίτες
που είχαν κάνει μεικτούς γάμους θα υποχρεώνονταν να
αποπέμψουν τις γυναίκες τους και τα παιδιά που είχαν προέλθει
από τους γάμους αυτούς. Το ότι ο Σεχενίας πρότεινε κάτι τέτοιο
στον Έσδρα είχε πολύ μεγάλη σημασία, διότι όπως είπαμε και ο
ίδιος θα πλήττονταν από αυτό το διάταγμα.

Κατόπιν ο Έσδρας συγκάλεσε στην πλατεία του ναού


όλο τον ισραηλιτικό λαό με σκοπό να ανακοινώσει την
αποπομπή των ξένων γυναικών. Όσοι ισραηλινοί δεν
παρουσιάστηκαν στην συγκέντρωση και δεν προχωρούσαν
στην εκτέλεση του διατάγματος θα τους γινόταν δήμευση της
περιουσίας τους και αφορισμός. Ο λαός λοιπόν έτρεμε την
ημέρα εκείνη αφενός μεν εξαιτίας των αμαρτιών του, αφετέρου
δε διότι εκείνη την ημέρα είχε βροχερό και ψυχρό καιρό.
Άλλωστε ήταν μία ψυχρή μέρα του Δεκεμβρίου. Γιατί όμως ο
Έσδρας επέμενε τόσο πολύ στην αποπομπή των ξένων
γυναικών; Πάλιν και πολλάκις ο Θεός είχε τονίσει την σημασία
που είχε το ισραηλιτικό έθνος να μην αναμειχθεί με τα όμορα
ειδωλολατρικά. Εξαιτίας αυτής της ανάμειξης οι Ισραηλινοί
μιμούνταν τις μιαρές συνήθειες των εθνών. Δηλαδή την
ειδωλολατρία και τα ποικίλα έθιμα αυτής.

Η επάνοδος του Ισραήλ στην Παλαιστίνη είναι έργο


της Θείας Πρόνοιας διότι: Η άκαμπτος αντίσταση των Ιουδαίων
κατά την αιχμαλωσία, για να διατηρήσουν την εθνική τους
συνείδηση και να μην αφομοιωθούν στο περιβάλλον τους, η

182
ηρωική απόφαση μεγάλης μάζας εξ’ αυτών να επιστρέψουν στη
γη των πατέρων τους και η ισχυροτάτη βοήθεια των βασιλέων
της Περσίας ουδέν παράλληλον έχουσιν εν τη ιστορία της
Ανατολής, σημειώνει ο αρχιμ. Ιωήλ Γιαννακόπουλος στον 14ο
τόμο του περί της ερμηνείας της Παλαιάς Διαθήκης.

Κατόπιν αυτών θα ασχοληθούμε με το βιβλίο του


Νεεμία, ο οποίος το 445 π.Χ προχώρησε Θεία Προνοία στην
ανοικοδόμηση των τειχών της Ιερουσαλήμ.

445 π.Χ Νεεμίας

Όπως είδαμε στα βιβλία Έσδρας Α΄και Β΄, ο Έσδρας προσπάθησε


με νομοθετικές ρυθμίσεις να τακτοποιήσει το ζήτημα των μεικτών
γάμων των Ιουδαίων με τους εθνικούς. Επειδή όμως το ζήτημα αυτό
ήταν μεγάλο και δεν ολοκληρώθηκε από τον Έσδρα, ο Θεός απέστειλε
ως βοηθό τον Νεεμία. Το 445 π.Χ ο Νεεμίας μετέβη στην Ιερουσαλήμ
με σκοπό να ανοικοδομήσει τα τείχη της πόλεως. Την εποχή εκείνη
βασιλιάς της Περσίας ήταν ο Αρταξέρξης ο Μακρόχειρας, ο οποίος
βασίλεψε από το 465-425 π.Χ. Παλαιότερα ο Έσδρας είχε επιχειρήσει
και αυτός να ανοικοδομήσει τα τείχη της πόλεως, όμως οι προσπάθειές
του αναχαιτίστηκαν τότε από τις δολοπλοκίες των Σαμαρειτών.
Όταν ο Νεεμίας πληροφορήθηκε ότι τα τείχη της Ιερουσαλήμ
ήταν καταστρεμμένα έκλαψε πικρά, νήστεψε και είπε στον Θεό: «Μη,
Κύριε, συ ο οποίος είσαι ο Θεός του ουρανού, ο ισχυρός, ο μέγας, ο
φοβερός, συ ο οποίος τηρείς την υπόσχεσή σου και δίνεις το έλεός σου
σ’ αυτούς που σε αγαπούν και φυλάσσουν τις εντολές σου μη
αποστρέψεις το αυτί σου από μας, αλλά αντίθετα άκουσε καλά και ρίξε
το βλέμμα σου στην προσευχή, την οποία εγώ απευθύνω ενώπιόν σου
σήμερα ημέρα και νύκτα για τους δούλους σου τους ισραηλίτες. Θα
εξομολογηθώ τις αμαρτίες των ισραηλιτών, τις οποίες εκείνοι και εμείς
αμαρτήσαμε σε σένα! Ναι εγώ και ο οίκος του πατρός μου αμαρτήσαμε,
παραβήκαμε τη διαθήκη σου με τη μεγαλύτερη αδιαφορία και διαλύσαμε
τον δεσμό μας διότι δεν φυλάξαμε τις εντολές σου, τα προστάγματά σου
και τους νόμους σου, τα οποία εσύ διέταξες διά μέσου του δούλου σου
Μωυσέως. Θυμήσου λοιπόν Κύριε τον λόγο, τον οποίο έδωσες στον
δούλο σου τον Μωυσή όταν είπες: Εάν παραβείτε τις εντολές μου, εγώ
θα σας διασκορπίσω εν μέσω ξένων λαών! Όταν όμως μετανοήσετε και
επιστρέψετε σε μένα, φυλάξετε τις εντολές μου και εκτελέσετε αυτές,
έστω κι αν είστε διεσπαρμένοι στο άκρο της γης, απ’ εκεί θα συνάξω

183
εσάς και θα σας εισαγάγω στον τόπο που εξέλεξα, για να κατοικήσει το
όνομά μου… Μη λοιπόν Κύριε αδιαφορήσεις για μας αλλά ας είναι το
αυτί σου προσεκτικό στην προσευχή εμού του δούλου σου και στην
προσευχή των δούλων σου Ιουδαίων, οι οποίοι επιθυμούν να φοβούνται
το Όνομά σου. Ευδόκησε λοιπόν και δι εμέ τον δούλο σου σήμερα και
κάνε έτσι ώστε να βρω υποδοχή ενώπιον του βασιλέως τούτου!»
(Νεεμίας, 1, 5-10).
Έτσι ο Νεεμίας επισκέφθηκε το παλάτι του βασιλέως όπου έτυχε
της ακροάσεως του βασιλέως Αρταξέρξου του Μακρόχειρου. Ο
βασιλιάς επέτρεψε στον Νεεμία να μεταβεί στην Ιερουσαλήμ και να
ανοικοδομήσει τα τείχη αυτής. Του προσέφερε ξυλεία και άλλα υλικά
προς την επίτευξη αυτού του σκοπού.
Όταν έφτασε ο Νεεμίας στην Ιερουσαλήμ επί τρεις μέρες
παρατηρούσε τα κατεστραμμένα τείχη, χωρίς να πει σε κανέναν τον
σκοπό της αποστολής του. Αυτό το έκανε διότι ήθελε το σχέδιό του να
παραμείνει μυστικό όσο το δυνατόν περισσότερο χρόνο, διότι είχε
πολλούς εχθρούς το ισραηλιτικό έθνος. Την εποχή εκείνη στην περιοχή
δέσποζε ο Σαναβαλλάτ, ο οποίος ήταν διοικητής της περιοχής των
Σαμαρειτών και έτρεφε μίσος εναντίον των Εβραίων. Αλλά ακόμη και
στους συμπατριώτες του δεν είπε τίποτα διότι δεν ήθελε να δημιουργηθεί
άκαιρος ενθουσιασμός.
Μετά από λίγες μέρες ο Νεεμίας ανακοίνωσε τελικά στους
Ιουδαίους ότι τα τείχη της Ιερουσαλήμ επρόκειτο να ανοικοδομηθούν.
Όταν αυτό έφτασε στα αυτιά του Σαναβαλλάτ είπε: «Τι πράγματα είναι
αυτά; Επαναστατείτε εναντίον του βασιλέως;». Ο Νεεμίας απάντησε
μετά παρρησίας λέγοντας: «Ο Θεός του ουρανού αυτός θα κατευοδώσει
το έργο μας, διότι εμείς είμαστε πραγματικοί δούλοι του και θα
ανοικοδομήσουμε την πόλη μας. Εσείς ούτε μερίδιο έχετε σ΄αυτήν, ούτε
δικαίωμα, ούτε καν μνεία έγινε ποτέ για σας στην πόλη της
Ιερουσαλήμ» . (Νεεμίας 2,20).
Μετά από λίγο καιρό ξεκίνησαν οι εργασίες της ανοικοδομήσεως
των καταστραμμένων τειχών της Ιερουσαλήμ. Κατά την διάρκεια των
επισκευών οι εχθροί των ιουδαίων άλλοι μεν χλεύαζαν και ειρωνεύονταν
το έργο (Σαμαρείτες), και άλλοι συνωμοτούσαν με σκοπό να
καταστρέψουν τα επισκευασμένα τείχη και στη συνέχεια να φονεύσουν
τους Ιουδαίους. (Σαναβαλλάτ και οι μετ’ αυτού Τωβίας, Άραβες,
Αμμωνίτες). Ο Νεεμίας προς απάντηση των συνωμοτών έθεσε στο πίσω
μέρος των τειχών φρουρούς κατά οικογένειες οπλισμένους με μαχαίρια,
λόγχες και τόξα. Είναι χαρακτηριστική η φράση του Νεεμία που δεικνύει
το μέγεθος της επαγρυπνήσεως των Ιουδαίων εναντίον των εχθρών τους:
«Εγώ και οι άνδρες της φρουράς οι οποίοι ήταν μαζί μου, ουδέποτε δεν
απεκδυθήκαμε από τα ρούχα μας». (Νεεμίας 4,17).
Πολύ χαρακτηριστικά γράφει ο Νεεμίας για το πώς αντέδρασαν οι

184
εχθροί του όταν πληροφορήθηκαν την ανοικοδόμηση των τειχών της
Ιερουσαλήμ υπό των Ιουδαίων: «Όταν λοιπόν έγινε γνωστό στον
Σαναβαλλάτ, στον Τωβία και τον Γησάμ τον Άραβα και στους
υπόλοιπους εχθρούς μας ότι ανοικοδόμησα το τείχος, από την μεγάλη
τους οργή έχασαν την αναπνοή τους…» (Νεεμίας 6,1). Πράγματι οι
εχθροί του Νεεμία πάλιν και πολλάκις συνωμότησαν εναντίον του
Νεεμία , προσπάθησαν να τον σκοτώσουν ή να προκαλέσουν την οργή
του Αρταξέρξη (του Μακρόχειρα) εναντίον του, όμως τίποτα δεν
κατάφεραν και το έργο αποπερατώθηκε. Όλα τα έθνη αναγνώρισαν ότι η
αποπεράτωση του έργου αυτού έγινε με την βοήθεια του Θεού διότι ένας
σκλαβωμένος λαός ετοίμασε τα τείχη του!
Κατόπιν ο Νεεμίας και ο Έσδρας συγκέντρωσαν τον λαό σε μία
πλατεία της Ιερουσαλήμ όπου εκεί ο Έσδρας ο ιερεύς και γραμματέας
ευλόγησε τον λαό και ανέγνωσε μεγαλοφώνως τον νόμο του Θεού
επεξηγώντας αυτόν όπου υπήρχε ανάγκη. (τι είδους ευλογία ήταν αυτή;
Θα ήταν ενδιαφέρον να μάθουμε) Ο λαός άκουγε με πολύ προσοχή και
μεγάλη συγκίνηση την εξάωρη ανάγνωση και ερμηνεία του νόμου!
(άκουγε μετά δακρύων) Στο τέλος της ανάγνωσης ο Νεεμίας και ο
Έσδρας είπαν στον λαό: «Σήμερα είναι ημέρα αγία αφιερωμένη στον
Κύριο τον Θεό μας, μη πενθείτε, μη κλαίτε. Πηγαίνετε φάτε λιπαρά
φαγητά, πιείτε γλυκά ποτά, και στείλτε μερίδες απ’ αυτά και σε εκείνους
που δεν έχουν, διότι η σημερινή ημέρα είναι αγία, ευφρόσυνος,
αφιερωμένη στον Κύριό μας. Μην αποθαρρύνεστε διότι ο Κύριος είναι η
δύναμή μας!». Τότε οι ισραηλίτες αποσύρθηκαν και εόρτασαν
πανηγυρικά και με μεγαλοπρέπεια την εορτή της σκηνοπηγίας.
Στο τέλος της εορτής ο Νεεμίας προσευχήθηκε εκτενώς στον Θεό
ενώπιον του λαού. Στο τέλος της προσευχής του είπε: «…Ιδού λοιπόν
σήμερα είμαστε σκλάβοι. Αλλά το χειρότερο είμαστε υπόδουλοι σ’
αυτήν την ίδια χώρα την οποία έδωσες στους πατέρες μας για να
απολαμβάνουν τους καρπούς αυτής και εν γένει τα αγαθά αυτής. Και να
οι καρποί της χώρας αυτής παράγονται άφθονοι, αλλά περιέρχονται
στους βασιλιάδες τους οποίος έδωσες σε μας λόγω των αμαρτιών μας οι
οποίοι εξουσιάζουν τα σώματά μας και τα ζώα μας, όπως αυτοί
επιθυμούν. Διά τούτο είμαστε σε μεγάλη θλίψη. Εξαιτίας όλων αυτών
γράφουμε την ιερά πίστη της ομολογίας προς εσένα, την οποία
σφραγίζουν οι άρχοντές μας, οι Λευίτες μας και οι ιερείς μας…»
(Νεεμείας 9,36-38).
Οι Ισραηλίτες υποσχέθηκαν γραπτώς ότι θα παραιτηθούν από τους
γάμους με ειδωλολατρικές οικογένειες, θα τηρούν την αργία του
Σαββάτου, θα τηρούν με ακρίβεια το Σαββατικό έτος, θα προσφέρουν
τις θυσίες που ορίζει ο νόμος στο θυσιαστήριο του Θεού χωρίς να
παραλείπουν τα πρωτογεννήματα και τα δέκατα όπως τα ορίζει ο νόμος.
Μετά απ’ αυτά ακολούθησε ο εγκαινιασμός των τειχών. Ο

185
Νεεμίας παρέμεινε στην Ιερουσαλήμ συνολικά 12 έτη. Από το 445-433
π.Χ και κατόπιν επέστρεψε στα Σούσα. Από κει παρακολουθούσε
εναγωνίως την ζωή των συμπατριωτών του. Λίγο πριν τον θανάτου του
Αρταξέρξου, το 424 π.Χ επανήλθε στην Ιερουσαλήμ για να διορθώσει
μερικές καταχρήσεις του λαού (ατασταλίες). Η σημαντικότερη από
αυτές ήταν το ότι είχε παραχωρηθεί από τους ιερείς στον εχθρό των
Ιουδαίων τον Τωβία, (προφανώς έναντι αμοιβής-δωροδοκίας) δωμάτιο
στο προαύλιο του ναού. Ο Νεεμίας λοιπόν επέστρεψε στην Ιερουσαλήμ
καταπαύοντας το σκάνδαλο του Τωβία. Και σε άλλες παραβάσεις
υπέπεσαν οι Ιουδαίοι. Ορισμένοι καταπάτησαν την αργία του Σαββάτου,
άλλοι υπέπεσαν σε μικτούς γάμους μετά ειδωλολατρών. Όλα αυτά ο
Νεεμίας προσωπικώς τα εμπόδισε και τα κατέστειλε. Δικαίως λοιπόν ο
Νεεμίας καταλήγει το βιβλίο του λέγοντας καυχόμενος εν Κυρίω:
«Εκαθάρισα εκ παντός ξένου και εγκατέστησα τας τάξεις των ιερέων και
των Λευιτών, ώστε ο καθένας να βρίσκεται στο έργο του. Τακτοποίησα
επίσης την προσφορά των καύσιμων ξύλων για το θυσιαστήριο…
Μνήσθητί μου λοιπόν, Κύριε επ’ αγαθώ δι’ όλα ταύτα». (Νεεμ. 13,30-
31).
Πράγματι ο Νεεμίας αφιέρωσε όλη του τη ζωή με σκοπό να
δοξάζεται το όνομα του Κυρίου εν μέσω του Ισραηλιτικού λαού. Για το
λόγο αυτό συγκαταλέγεται μεταξύ των επισημοτέρων προσώπων του
Ιουδαϊσμού, όπως σημειώνει ο αρχιμ. Ιωήλ Γιαννακόπουλος.

722 π.Χ ΤΩΒΙΤ


(Αν και χρονολογικά ο Τωβίτ έζησε στα τέλη του 8 π.Χ αιώνος, εν
τούτοις διά λόγους ακολουθίας της σειράς της Παλαιάς Διαθήκης η
οποία τοποθετεί την ιστορία του Τωβίτ μετά τον Νεεμία θα τον
μελετήσουμε και εμείς κατά την αυτή τάξη).
Ο Τωβίτ, άνθρωπος ευλαβέστατος ήχθη αιχμάλωτος στην
Ασσυρία, οδηγούμενος στην πόλη Νινευή στην εποχή της βασιλείας του
Σαλμανάσαρ.
Από μικρός έζησε με ευλάβεια, προσέφερε πάντοτε και με
συνέπεια τις ορισμένες υπό του νόμου θυσίες στο θυσιαστήριο του
Θεού. Όταν μεγάλωσε παντρεύτηκε μία γυναίκα ονόματι Άννα και εξ’
αυτής απέκτησε έναν υιό τον Τωβία. Όμως σύντομα όπως
προαναφέραμε αυτός και η οικογένειά του αιχμαλωτίστηκαν από τους
Ασσυρίους.
Παρά την αιχμαλωσία του, δεν έπαυσε να είναι πιστός στον νόμο

186
του Θεού. Έτσι αρνιόταν σε αντίθεση με όλους τους άλλους να φάει
ειδωλόθυτα φαγητά. Η συμπεριφορά του αυτή έφερε την εύνοια του
βασιλέως Ενεμεσσάρου. Επί της βασιλείας αυτού απέκτησε ελευθερία
κινήσεως και διαχειρίσεως σημαντικών χρηματικών ποσών δια των
οποίων προέβαινε σε ελεημοσύνες για τους αδελφούς του ισραηλίτες.
Όταν πέθανε ο Ενεμεσσάρος, βασιλέας χρήστηκε ο Σενναχηρίμ
(711 π.Χ). Ο Σενναχηρίμ όμως δεν ήταν το ίδιο αγαθός απέναντι στους
ισραηλίτες. Φόνευσε πολλούς ιουδαίους και κατεδίωξε τον Τωβίτ διότι
αυτός κρυφίως έθαπτε τα σώματα των συμπατριωτών του τα οποία
κείτονταν στους δρόμους με ασέβεια και ασπλαχνία. Η καταδίωξη αυτή
όμως δεν κράτησε πάνω από πενήντα μέρες, διότι οι γιοι του Σενναχηρίμ
σκότωσαν τον πατέρα τους για να τον διαδεχθούν στον θρόνο. Ο
Σαχερδονός βασίλεψε τότε στην περιοχή, ο οποίος έθεσε ως διευθυντή
των οικονομικών του βασιλείου τον ανηψιό του Τωβίτ Αχιάχαρο. Ο
Αχιάχαρος κάλεσε και πάλι πίσω στην Νινευή τον Τωβίτ.
Την εποχή εκείνη στην Νινευή, η ζωή των Ιουδαίων θεωρούνταν
μηδαμινό πράγμα. Τους κατακρεουργούσαν και τους άφηναν άταφους. Ο
Τωβίτ παρά τον κίνδυνο που διέτρεχε έθαπτε τους συμπατριώτες του.
Μία ημέρα κατά την ημέρα της Πεντηκοστής είχε ενταφιάσει κατά
την συνήθειά του έναν νεκρό συμπατριώτη του. Κατά την επιστροφή του
στην οικία του δεν μπήκε στο σπίτι του για να κοιμηθεί επειδή ήταν
νομικώς ακάθαρτος. Αποκοιμήθηκε λοιπόν στον εξωτερικό τοίχο της
αυλής του. Ο ύπνος τον πήρε με τα μάτια ανοιχτά. Μικρά πουλάκια
κουτσούλισαν στα ανοιχτά μάτια του Τωβίτ και του προκάλεσαν άμεση
τύφλωση.
Η τύφλωσή του αυτή έφερε μεγάλη δυστυχία στην οικογένειά του
και φτώχια επειδή ο Τωβίτ δεν μπορούσε πλέον να δουλέψει. Η γυναίκα
του Άννα δούλευε σαν κομμώτρια σε σπίτια πλουσίων. Κάποτε έφερε
στο σπίτι έναν κατσικάκι που της είχαν δώσει φιλοδώρημα για την
εργασία της. Ο Τωβίτ όμως δεν την πίστεψε και της είπε να επιστρέψει
πίσω το κλοπιμαίο από κει που το πήρε. Τότε η Άννα του επιτέθηκε
φραστικά λέγοντας: «Που είναι οι ελεημοσύνες σου και οι δικαιοσύνες
σου. Να τα κέρδη της πολυγνωσίας σου και της αρετής σου που
απορρέουν απ΄αυτά. Είναι συσσωρευμένα πάνω σου». (Τωβίτ 2,14).
Ο Τωβίτ λυπήθηκε για τα σκληρά λόγια της γυναίκας του και
προσευχήθηκε με θέρμη στον Θεό, δίχως όμως να γογγύσει για τις
δυστυχίες του.
Στη συνέχεια ο συγγραφέας μας μεταφέρει στην απομακρυσμένη
Μηδία και μας διηγείται διαφορετικά γεγονότα με διαφορετικά πρόσωπα:
Μας μιλά για μια γυναίκα που την έλεγαν Σάρρα, η οποία είχε
παντρευτεί με επτά άνδρες. Πονηρό πνεύμα όμως φόνευε αυτούς πριν
έλθουν σε ένωση μ΄αυτήν. Οι υπηρέτριές της την ονείδιζαν λέγοντας:
«Δεν συναισθάνεσαι το κακό, το οποίο κάνεις φονεύοντας τους άνδρες

187
σου»;
Η εξιστόρηση της δυστυχίας της Σάρρας και η υπομονή που
υποδείκνυε σ’ αυτήν δεν είναι καθόλου τυχαία, διότι λίγο αργότερα οι
δύο αυτές δύστυχες και συνάμα ευλαβείς ψυχές, (του Τωβίτ και της
Σάρρας) θα προσεγγίσουν μετά από λίγο η μία την άλλη.
Το ερώτημα ασφαλώς που ανακύπτει είναι το πώς εμφανίζονταν
νέοι μνηστήρες για την Σάρρα. Απάντηση: Η Σάρρα ήταν αφενός μεν
πολύ όμορφη και αφετέρου κληρονόμος ενός πλούσιου πατέρα.
Η Σάρρα όπως και προηγουμένως ο Τωβίτ προσευχήθηκε ένθερμα
στον Θεό δίχως να γογγύσει αλλά αντιθέτως δόξαζε το ένδοξο όνομα του
Κυρίου!
Ο Τωβίτ παρακάλεσε τον υιό του όταν πεθάνει να τον θάψει.
Ήθελε να απολαύσει την τιμή του ενταφιασμού –πολύ δικαίως- διότι
αυτή νωρίτερα την είχε δώσει σε πολλούς συμπατριώτες του. Είχε
λοιπόν κάποια χρήματα κρύψει στο παρελθόν για τον σκοπό αυτό. «και
μη παρίδης και την μητέρα σου ότι αυτή πολλάκις εκινδύνευσε εξ’ αιτίας
σου, όταν βρισκόσουν στην κοιλιά της». Πόσο υπέροχη ήταν η ψυχή του
Τωβίτ! «Θάψε αυτήν πλησίον μου στον ίδιο τάφο». «Όλες τις ημέρες της
ζωής σου παιδί μου να θυμάσαι τον Κύριο τον Θεό μας και ποτέ να μη
θελήσεις να αμαρτήσεις παραβαίνοντας τις εντολές Του. Όλες τις ημέρες
της ζωής σου κάνε το δίκαιο και ποτέ μη θελήσεις να πορευθείς σε
δρόμους αδικίας. Διότι όταν εσύ θελήσεις να εφαρμόσεις τις αληθείς
οδούς του Κυρίου, θα κατευοδώνονται τα έργα σου όπως και όλων
εκείνων που επιζητούν το δίκαιο. Από τα υπάρχοντά σου κάνε
ελεημοσύνη και ας μην απομακρυνθεί ο οφθαλμός σου από την αρετή
της ελεημοσύνης. Μην αποστρέψεις το πρόσωπό σου από κάθε φτωχό
και ούτε ο Θεός θα αποστρέψει το πρόσωπό του από σένα. Αναλόγως
των υπαρχόντων σου κάνε την ελεημοσύνη σου. Αν έχεις λίγα, εκ των
ολίγων αυτών μη φοβηθείς ότι θα στερηθείς και κάνε ελεημοσύνη. Όταν
κάνεις ελεημοσύνη κάνεις πλούσια κατάθεση για τον εαυτό σου όταν θα
έρθεις σε ανάγκη. Διότι η ελεημοσύνη σε απαλλάσσει από τον θάνατο
και δεν σε αφήνει να εισέλθεις στο σκοτάδι του. Η ελεημοσύνη είναι
δώρο αγαθό για όλους εκείνους, οι οποίοι κάνουν αυτή ενώπιον του
Θεού.
Πρόσεχε, παιδί μου, τον εαυτό σου από πάσης πορνείας και εν
πρώτοις σου συνιστώ να λάβεις γυναίκα ως σύζυγό σου… Τώρα παιδί
μου αγάπα τους αδελφού σου ισραηλίτες και μην υπερηφανευθείς
ενώπιον αυτών εν τη καρδία σου… διότι μέσα στην υπερηφάνεια
υπάρχει απώλεια και πολλή αναταραχή και μέσα στην ασωτία ελάττωση
και φτώχεια μεγάλη, διότι η σπατάλη επιφέρει φτώχεια και πείνα. Τον
μισθό κάθε εργάτη που θα εργασθεί κοντά σου δεν πρέπει να
αποστερήσεις αλλά να τον αποδώσεις σ’ αυτόν αμέσως. Τότε και συ ,
όταν δουλεύεις στον Θεό σου, θα αποδώσει σε σένα ο Θεός τον μισθό

188
σου. Πρόσεχε παιδί μου τον εαυτό σου σε όλα τα έργα σου και να είσαι
συνετός σε κάθε συμπεριφορά σου. Εκείνο το οποίο μισείς και δε θέλεις
να γίνει σε σένα, σε κανέναν μη το κάνεις. Ποτέ μη πίνεις οίνο μέχρι
μέθης και ποτέ μη συναναστρέφεσαι με μεθυσμένους.
Από τον άρτο σου δίδε σ’ εκείνον που πεινά και από τα ενδύματά
σου δίδε σ’ εκείνους οι οποίοι είναι γυμνοί. Ότι σου περισσεύει δίνε το
ελεημοσύνη. Και ας μην φοβηθεί ο οφθαλμός σου όταν το χέρι σου
κάνει ελεημοσύνη… Να επιζητείς συμβουλή από κάθε σοφό άνθρωπο
και ποτέ μη περιφρονήσεις κάθε ωφέλιμη συμβουλή. Δόξαζε τον Κύριο
τον Θεό εν παντί καιρό και ζήτησε απ΄Αυτόν να κατευθύνει τη ζωή σου
και να κατευοδώνονται τα δικά σου θελήματα. Διότι όλοι οι
ειδωλολάτρες άνθρωποι δεν έχουν το δώρο της καλής συμβουλής.
Μόνον ο κύριος δίδει όλα τα αγαθά και εκείνον τον οποίο θέλει
ταπεινώνει, όπως αυτός θέλει. Και τώρα παιδί μου θυμήσου αυτές τις
εντολές μου και ας μην εξαλειφθούν αυτές από την μνήμη σου» (Τωβίτ
4,5-19).
Ο Τωβίας υποσχέθηκε να τηρήσει τις νουθεσίες του πατέρα του.
Όμως διερωτήθηκε για το πώς θα μπορούσε να παραλάβει τα χρήματα
του πατέρα του αφού δεν γνώριζε τον άνθρωπο που φύλαγε αυτά. Ο
Τωβίτ του είπε να βρει άνθρωπο που θα τον συνοδεύσει και θα τον
βοηθήσει προς την εκπλήρωση αυτού του σκοπού. Ο Τωβίας πήγε να
βρει άνθρωπο που θα τον συνοδεύσει και βρήκε τον αρχάγγελο Ραφαήλ,
αλλά δεν τον αναγνώρισε ως άγγελο αλλά ως άνθρωπο. Ο Τωβίτ θέλησε
να γνωρίσει αυτόν τον άνθρωπο και τον κάλεσε στο σπίτι του. Όταν
συναντήθηκαν αλληλοασπάστηκαν!!! Ο Τωβίτ τον ρώτησε από ποια
φυλή καταγόταν. Ο αρχάγγελος Ραφαήλ του απάντησε: «Φυλή και
πατριά χρειάζεσαι ή έμμισθο συνοδοιπόρο ο οποίος θα πορευθεί μαζί με
τον υιό σου. Ο Τωβίτ όμως επέμεινε να μάθει την καταγωγή του και ο
Ραφαήλ απάντησε: «Εγώ είμαι ο Αζαρίας ο υιός του Ανανίου του
μεγάλου εκ των ομοφύλων του». (Στο σημείο αυτό οι ορθολογιστές
κατηγορούν τον αρχάγγελο για ψεύδος. Δεν ελέχθη όμως ψεύδος εκ
μέρους του αγγέλου διότι ο άγγελος Ραφαήλ εμφανιζόταν με την μορφή
του Αζαρία. Είχε σταλεί από τον Θεό με την μορφή αυτού του ανδρός
καθώς επισημαίνει ορθά ο αρχιμ. Ιωήλ Γιαννακόπουλος).
Έτσι ο άγγελος και ο Τωβίας ξεκίνησαν τον δρόμο τους
παίρνοντας μαζί του και τον σκύλο του Τωβία. (Μία εκπληκτική παρέα –
άγγελος-άνθρωπος-σκύλος!!!)
Καθώς πορεύονταν τον δρόμο τους έφτασαν στον ποταμό Τίγρη
και διανυκτέρευσαν εκεί. Ο Τωβίας πλησίασε στον ποταμό για να
λουσθεί. Ένα μεγάλο ψάρι όμως αναπήδησε από το νερό προσπαθώντας
να καταπιεί τον Τωβία. Ο άγγελος τότε είπε σ’ αυτόν: «Πιάσε το ψάρι
και ανέβασέ το στην όχθη του ποταμού. Άνοιξε το ψάρι και λάβε την
καρδιά, το ήπαρ και την χολή φύλαξέ τα καλά αυτά». Ο Τωβίας έκανε

189
όπως τον συμβούλεψε ο άγγελος. Το υπόλοιπο εξ΄αυτού το έψησαν και
το έφαγαν. Στη συνέχεια προχώρησαν βαδίζοντας προς τα Εκβάτανα. Ο
Τωβίας τότε ρώτησε τον άγγελο: «Αδελφέ Αζαρία τι χρειάζονται η
καρδιά, το ήπαρ και η χολή του ψαριού;» Ο άγγελος του απάντησε: «Εάν
άνθρωπος ενοχλείται υπό δαιμονίου ή πνεύματος πονηρού και
καπνίσουμε αυτά ενώπιόν του, αυτός δεν θα ενοχληθεί πλέον απ’ αυτά.
Η δε χολή χρησιμεύει ώστε εάν χρισθεί ένας άνθρωπος απ’ αυτήν, ο
οποίος έχει λευκώματα στους οφθαλμούς θα θεραπευτεί». (Τωβίτ 6,7-9).
Όταν πλησίασαν στον προορισμό τους, ο άγγελος πίεσε τον Τωβίτ
να ζητήσει σε γάμο την ξαδέρφη του Σάρρα. Βεβαίως ο Τωβίτ είχε
πληροφορηθεί ότι η Σάρρα είχε παντρευτεί με άλλους επτά άνδρες οι
οποίοι πέθαναν ο ένας μετά τον άλλο εξαιτίας δαιμονίου από το οποίο
κατέχονταν η γυναίκα αυτή. Ο άγγελος όμως του είπε: «Όταν εισέλθεις
στον νυμφικό κοιτώνα, θα βάλεις φωτιά στο θυμιατήρι, θα θέσεις την
καρδιά και το ήπαρ του ψαριού στην φωτιά. Το δαιμόνιο θα οσφρανθεί
τον καπνό αυτών και θα φύγει χωρίς να επιστρέψει ποτέ ξανά. Όταν δε
πρόκειται να κοιμηθείς μαζί της, προηγουμένως σηκωθείτε και οι δύο
και προσευχηθείτε εκ βάθους καρδίας στον Θεό…». Όταν τα άκουσε
όλα αυτά ο Τωβίας την αγάπησε από καρδιάς και η ψυχή του
προσκολλήθηκε στην αγαπημένη του.
Όταν ο Τωβίας συναντήθηκε με τον πατέρα της Σάρρας τον
Ραγουήλ, εκείνος συγκινημένος τον αγκάλιασε και τον ασπάστηκε. Ο
Τωβίας ζήτησε σε γάμο την Σάρρα και ο Ραγουήλ δέχτηκε μετά χαράς,
αλλά με σπάνια ειλικρίνεια εξιστόρησε στον Τωβίτ το γεγόνός του
θανάτου των προηγούμενων επτά συζύγων της Σάρρας κατά την πρώτη
νύχτα του γάμου, κάτι που ασφαλώς δεν πτόησε τον Τωβία.
Όταν ο Τωβίας εισήλθε στον νυμφικό κοιτώνα με την Σάρρα,
θύμιασε τον χώρο ώστε να αισθανθεί την προσευχή του το δαιμόνιο και
εν συνεχεία προσευχήθηκαν και οι δύο θερμά προς τον Κύριο όπως τους
είχε διδάξει ο αρχάγγελος Ραφαήλ. Ο πατέρας της Σάρρας, Ραγουήλ,
όταν ξημέρωσε έστειλε μία δούλη να δει αν επέζησε ο Τωβίας, διότι
όπως είπαμε όλοι οι προηγούμενοι σύζυγοι της Σάρρας, πριν
συνευρεθούν μαζί της απέθνησκαν. Η δούλη όμως ανοίγοντας την πόρτα
του νυμφικού κοιτώνος, είδε και τους δύο κοιμωμένους, προς μεγάλη
χαρά και αγαλλίαση όλων!
Κατόπιν, ο Τωβίας παρέλαβε την Σάρρα την γυναίκα του και
πήραν τον δρόμο της επιστροφής προς την πατρίδα του, όπου τους
ανέμεναν με αγωνία οι γονείς του Τωβία, Τωβίτ και Άννα. Ο Τωβίτ ήταν
όπως είδαμε τυφλός. Ο άγγελος Ραφαήλ που συνόδευε το ζεύγος είπε
στον Τωβία να πάρει από την χολή του ψαριού που φύλαγε από την αρχή
της διαδρομής τους και να αλείψει με αυτήν τους οφθαλμούς του πατέρα
του. Μόλις ο Τωβίας επάλειψε τα μάτια του πατέρα του, εκείνος
θεραπεύτηκε από την τύφλωσή του. Ο Τωβίτ βλέποντας τον υιό του

190
δόξασε τον Θεό, τον ευλόγησε και στη συνέχεια ευλόγησε και τη νύφη
του Σάρρα.
Ο Τωβίτ και ο Τωβίας αποφάσισαν από κοινού να πληρώσουν με
την μισή τους περιουσία τον άγγελο συνοδό, στον οποίο χρωστούσαν το
αίσιο πέρας του ταξιδιού του Τωβία, την θεραπεία της Σάρρας και του
Τωβίτ. Τότε ο άγγελος κάλεσε και τους δύο ιδιαιτέρως και τους είπε:
«Δοξάσατε τον Θεό, ευχαριστήστε αυτόν, μεγαλύνετε το όνομα αυτού
και δοξάστε αυτόν ενώπιον όλων των ανθρώπων για όλα όσα έκανε για
σας. Είναι καλό να δοξάζετε τον Θεό και να μεγαλύνετε το όνομά του,
τα δε έργα αυτού, μετά πάσης τιμής και δόξης… τα μυστικά του
βασιλέως καλό είναι να κρύπτονται, τα έργα όμως του Θεού πρέπει να
αποκαλύπτονται. Είναι καλό πράγμα η προσευχή που συνδυάζεται με
την νηστεία, την ελεημοσύνη και κάθε άλλη αρετή. Καλύτερο είναι να
έχεις λίγα με δικαιοσύνη, παρά πολλά με αδικία. Καλό είναι να κάνεις
ελεημοσύνη παρά να θησαυρίζεις χρυσό. Η ελεημοσύνη λυτρώνει από
τον θάνατο. Αυτή καθαρίζει τον άνθρωπο από κάθε αμαρτία. Αυτοί που
κάνουν ελεημοσύνη και δικαιοσύνη, θα ζήσουν πολλά έτη, οι δε
αμαρτωλοί είναι εχθροί της ίδιας τους της ζωής. Δε θα κρύψω από σας
τίποτα.. εγώ είμαι ο Ραφαήλ, ένας εκ των επτά αγίων αγγέλων, οι οποίοι
αναφέρουν τις προσευχές των αγίων ενώπιον του αγίου Θεού». Τωβίτ
και Τωβίας, έπεσαν στα γόνατα διότι φοβήθηκαν. Ο άγγελο είπε σ’
αυτούς: «Μη φοβάστε η ειρήνη θα είναι μαζί σας, τον Θεό δοξάστε τον
εις τον αιώνα, διότι όχι με την δική μου χάρη, αλλά με την θέληση του
Θεού ήρθα σ’ εσάς. Όλες τις ημέρες κατά τις οποίες εμφανιζόμουν σε
σας, ούτε έφαγα ούτε ήπια, αλλά φαινομενικώς με βλέπατε να τρώω και
να πίνω. Ευχαριστείστε λοιπόν τον Θεό, διότι ανέρχομαι προς αυτόν, ο
οποίος με απέστειλε».
Ο Τωβίτ και ο Τωβίας δόξασαν με ύμνους και ψαλμούς τον Θεό.
Ο Τωβίτ πέθανε σε ηλικία εκατόν πενήντα οκτώ ετών. Δεν έπαψε ποτέ
να δοξάζει τον Θεό και να κάνει ελεημοσύνες. Ο δε Τωβίας πέθανε σε
ηλικία εκατόν είκοσι επτά ετών. Πριν πεθάνει έμαθε για την καταστροφή
της Νινευή η οποία πραγματοποιήθηκε κατά το έτος 625 π.Χ και είχε
προφητευθεί από τον Τωβίτ στο Τωβίτ, 14, 8. :(Και τώρα παιδί μου,
φύγε από την Νινευή, διότι οπωσδήποτε θα συμβούν εκείνα τα οποία
είπε ο προφήτης Ιωνάς…).
698-643(ή κατ’ αλλους 350 π.Χ)
Ιουδίθ

Στα χρόνια που βασίλευε ο Ναβουχοδονόσωρ, βασιλιάς της


Ασσυρίας, επιχείρησε να υποτάξει διά του πολέμου όλα τα έθνη της
Δυτικής Ασίας, της Κιλικίας, της Δαμασκού, της Συρίας, τους
Μωαβίτες, τους Αμμωνίτες, τους Αιγύπτιους και τους Ιουδαίους. Τα
191
έθνη όμως αυτά αρνήθηκαν να υποταχθούν στον Ναβουχοδονόσωρ, ο
οποίος ορκίστηκε να εκδικηθεί διά ρομφαίας τους λαούς αυτούς.
Στην εκστρατεία των Ασσυρίων που ακολούθησε, η πόλη των
Μηδών καταλήφθηκε, τα Εκβάτανα λεηλατήθηκαν, συνέλαβε τον
βασιλιά των Μηδών Αρφαξάδ τον οποίο και εφόνευσαν. Αρχιστράτηγος
των Ασσυρίων ορίστηκε από τον Ναβουχοδονόσωρ ο Ολοφέρνης, τον ο
οποίο ο ψυχωτικός αυτός βασιλιάς τον όρκισε να υποτάξει σύντομα τα
έθνη της Δυτικής Ασίας πνίγοντας τις πόλεις αυτών των λαών στο αίμα.
Σύντομα λεηλάτησε την Μ. Ασία ως την Μεσοποταμία
υποτάσσοντας στο διάβα του όλους τους λαούς και τις πόλεις. Οι
φοβισμένοι και κατακτημένοι λαοί έχασαν κάθε αξιοπρέπεια φθάνοντας
στο σημείο να κάνουν υποδοχή των κατακτητών μετά χορών και
οργάνων!
Οι Ιουδαίοι που μόλις είχαν επιστρέψει από την Βαβυλώνια
αιχμαλωσία, φοβήθηκαν τους Ασσύριους, όχι για την ζωή τους, αλλά για
μία πιθανή νέα λεηλάτηση του ναού Σολομώντος. Έτσι οι Ιουδαίοι εν
συντομία υπό την κατεύθυνση της γερουσίας των ισραηλιτών
οργάνωσαν την άμυνά τους προστρέχοντας ταυτόχρονα σε θερμή
προσευχή και νηστεία. Οργανωτής όλης αυτής της θεοσεβούς
προσπάθειας υπήρξε ο αρχιερέας Ιωακείμ.
Ο Ολοφέρνης έκπληκτος για την αντίσταση των Ιουδαίων ζήτησε
από τον αιχμάλωτο πολέμου βασιλιά των Αμμωνιτών Αχιώρ, να τον
ενημερώσει για το άγνωστο εις αυτόν έθνος των Ισραηλιτών. Ο Αχιώρ
με πάσα λεπτομέρεια περιέγραψε την θαυμαστή ιστορία των
Ισραηλιτών, την έξοδό τους από την Αίγυπτο, την πορεία τους μέχρι την
χώρα της Χαναάν και την πτώση τους εξαιτίας των αμαρτιών τους στην
Βαβυλώνια αιχμαλωσία. Προειδοποίησε τον Ολοφέρνη, ότι αν τώρα οι
Ιουδαίοι βρίσκονταν σε περίοδο ανασυγκροτήσεως και μετανοίας, ο
Θεός τους θα τους υπερασπιζόταν και ο στρατός των Ασσυρίων θα
κινδύνευε με καταστροφική ήττα. Ο Ολοφέρνης ακούγοντας όλα αυτά,
περιγέλασε τον Αχιώρ, τον οποίο παρέδωσε στα χέρια των Ισραηλιτών,
με σκοπό να τον θανατώσει μαζί με εκείνους στην επερχόμενη σφοδρή
επίθεση που σχεδίαζε. Οι Ιουδαίοι υποδέχτηκαν με τιμές τον Αχιώρ
παραθέτοντάς του τράπεζα.
Μετά απ’ αυτά ο Ολοφέρνης διέταξε τον στρατό του να επιτεθεί
στην πόλη Βαιτυλούα των ισραηλιτών με δύναμη 170.000 πολεμιστών
του πεζικού και 12.000 ιππέων.
Οι Ισραηλίτες όταν είδαν το μέγεθος του στρατού των αντιπάλων,
ταράχθηκαν, δεν έχασαν όμως τις ελπίδες τους τις οποίες εναπόθεσαν
στον Θεό. Ο Ολοφέρνης όμως αντί να σχεδιάσει άμεση επίθεση
κατέλαβε όλες τις πηγές από τις οποίες προμηθεύονταν με νερό οι
κάτοικοι της Βαιτυλούα ώστε να τους αναγκάσεις εξαιτίας της δίψας των
να παραδοθούν. Επί τριάντα τέσσερις μέρες περίμεναν οι Ασσύριοι

192
μέχρι να τελειώσουν όλα τα αποθέματα νερού των Ισραηλιτών.
Η κατάσταση για τους Ιουδαίους μέρα με τη μέρα γινόταν
τραγική. Οι κάτοικοι της πόλεως έπιναν νερό με μεγάλο μέτρο. Οι
γυναίκες και τα νήπια λιγοψυχούσαν και υπέφεραν. Έτσι ο λαός άρχισε
να παραπονιέται και να ζητεί την παράδοση της πόλεως στους
Ασσυρίους. Ο Αζαρίας όμως παρότρυνε τους Ισραηλίτες λέγοντας:
«Αδελφοί έχετε θάρρος! Ας περιμένουμε ακόμη πέντε μέρες, κατά τις
οποίες θα στραφεί το έλεος του Κυρίου του Θεού μας προς εμάς. Δεν
πρόκειται τελικά ο Κύριος να μας εγκαταλείψει. Εάν όμως παρέλθουν οι
μέρες αυτές και δεν έλθει η βοήθεια του Θεού, τότε θα πράξω σύμφωνα
με τις επιθυμίες σας.
Η Ιουδίθ ήταν χήρα. Ο άνδρας της Μανασσής είχε πεθάνει από
ηλίαση ενώ βρισκόταν στον αγρό. Η ευλαβεστάτη αυτή γυναίκα
νήστευε όλες τις ημέρες της χηρείας της (3,5 χρόνια) εκτός από τις
παραμονές των Σαββάτων και των λοιπών μεγάλων εορτών. Ήταν
όμορφη και στο παράστημα και στην μορφή. Ο άνδρας της, της είχε
αφήσει μεγάλη περιουσία, κάτι όμως που δεν έκαμπτε σε τίποτα την
θεοσέβειά της.
Η χήρα αυτή πληροφορήθηκε τον όρκο του άρχοντα της πόλεως ο
οποίος εξαιτίας της έλλειψης νερού, υποσχέθηκε στον λαό της
Βαιτυλούας ότι θα παρέδιδε την πόλη στους Ασσυρίους εάν εντός πέντε
ημερών δεν θα έστελνε την βοήθειά του ο Κύριος. Η Ιουδίθ επέπληξε
τους άρχοντες του λαού λέγοντας: «Δεν ήταν ορθός ο λόγος σας, τον
οποίο είπατε ενώπιον του λαού… δηλώσατε ότι θα παραδώσετε την
πόλη στους εχθρούς μας, εάν ο Κύριος δεν στραφεί να μας βοηθήσει
κατά τις προσεχείς πέντε ημέρες. Και τώρα ποιοι είστε εσείς, οι οποίοι
θέσατε σε πειρασμό τον Θεό κατά την σημερινή ταύτη ημέρα, ώστε να
ίστασθε υπεράνω του Θεού, αν και είστε όμοιοι, μεταξύ των άλλων
ανθρώπων; Θέτετε δε τον Κύριο τον Παντοκράτορα υπό δοκιμή, ενώ
ουδεμία εκ των αιωνίων βουλών Του δύνασθε να γνωρίζετε. Αφού είστε
ανίκανοι να εξιχνιάστε το βάθος της καρδιά του ανθρώπου, ούτε τις
σκέψεις και τους λόγους αυτού, θέλετε να εννοήσετε τον Θεό ο Οποίος
τα δημιούργησε όλα αυτά, να εξετάσετε και να μάθετε τη σκέψη και να
κατανοήστε τα νοήματα αυτού. Ουδόλως είναι δυνατόν τούτο αδελφοί!
Μη παροργίζετε λοιπόν τον Κύριο τον Θεό μας με την διαγωγή σας
αυτή. Διότι εάν ο Κύριος θελήσει να μας βοηθήσει ή να μας
καταστρέψει ενώπιον των εχθρών μας. Σεις δεν πρέπει να εκβιάζετε τις
βουλές του Κυρίου του Θεού μας, διότι ο Θεός μας δεν δύναται να
απειληθεί και να εκβιασθεί, ούτε δέχεται διαιτητή για τις αποφάσεις Του.
Διά τούτο ας περιμένουμε την βοήθειά του παρακαλώντας τον να μας
βοηθήσει και να ακούσει την προσευχή μας, εάν αυτή είναι αρεστή σ’
αυτόν…. Παρ’ όλη την κρίσιμη κατάσταση των πραγμάτων εμείς ας
ευχαριστήσουμε τον Κύριο τον Θεό μας, ο οποίος επιτρέπει αυτόν τον

193
πειρασμό προς δοκιμασία μας, όπως δοκίμασε και τους πατέρες μας.
Θυμηθείτε πόσα έκανε και με αυτά δοκίμασε τον Αβραάμ, ποιους
πειρασμούς έστειλε και δοκίμασε τον Ισαάκ, πόσοι πειρασμοί έγιναν
στον Ιακώβ εν τη Μεσοποταμία της Συρίας, όταν αυτός ποίμαινε τα
πρόβατα του Λάβαν του αδελφού της μητέρας του. Διότι όπως εκείνους
δεν τους τιμώρησε αλλά εξέτασε την τους διαλογισμούς της καρδίας
τους, έτσι και μας τώρα δεν μας τιμώρησε αλλά μας νουθετεί».
Ο Οζίας παραδέχτηκε την ορθότητα των λόγων της χήρας
γυναικός και ζήτησε απ’ αυτήν να προσευχηθεί υπέρ του λαού, ώστε ο
Θεός να στείλει βροχή και έτσι να γεμίσουν οι δεξαμενές τους. Η Ιουδίθ
απάντησε και είπε το σχέδιό της. Επρόκειτο για μυστικό σχέδιο το οποίο
δεν θέλησε να αποκαλύψει στους ισραηλίτες. Θα εξέρχονταν από την
πόλη για πέντε μέρες μαζί με την πιστή της δούλη: «Θα σας αποκαλύψω
το σχέδιό μου όταν φέρω την αποστολή εις πέρας!».
Η Ιουδίθ φορώντας τρίχινο ένδυμα και σε πρηνή θέση έως
εδάφους προσευχήθηκε στον Κύριο με θέρμη γνωρίζοντας και
ομολογώντας ότι όλες οι αποφάσεις του Θεού λαμβάνονται προαιωνίως
και όχι αυτοστιγμής. Ο Θεός κυβερνά τον κόσμο και τίποτα δεν
διαφεύγει της αντίληψής Του. Παρακάλεσε λοιπόν τον Θεό να παρέμβει
και τη στιγμή εκείνη που οι Ασσύριοι καυκιόντουσαν για την
στρατιωτική τους δύναμη, να τους ταπεινώσει χρησιμοποιώντας αυτήν
ως εργαλείο ταπεινώσεως. Μία ταπεινή και ασήμαντη χήρα να
ταπεινώσει τον ισχυρό στρατό των Ασσυρίων. Μεγάλη της η πίστη! Είπε
λοιπόν στον Κύριο: «…Διότι η δύναμίς σου δεν εξαρτάται εκ του
πλήθους των ανδρών, Συ είσαι ο Θεός των ταπεινών, ο βοηθός των
εστερημένων βοηθείας, ο αντιλήπτωρ των ασθενών, ο προστάτης των
απεγνωσμένων… εισάκουσον της δεήσεώς μου και δος εις στο στόμα
μου λόγον απατηλόν προς συντριβή και καταστροφή αυτών, οι οποίοι
αποφάσισαν τρομερά πράγματα εναντίον της Διαθήκης Σου, του
ηγιασμένου ναού Σου, του λόφου της Σιών, της κατοικίας των υιών
Σου…». Ζήτησε δηλαδή η Ιουδίθ δύναμη από τον Θεό ώστε να
αντικρύσει τον στρατηγό Ολοφέρνη να τον σαγηνεύσει και την
κατάλληλη στιγμή να τον κτυπήσει και να τον εξοντώσει.
Πολλοί ηθικιστές ερμηνευτές, κατηγορούν το σχέδιο της Ιουδίθ ως
έλλειψη αγάπης προς τον εχθρό. Αλλά πρέπει να κρίνουμε το σχέδιο
βάση εποχής και όχι βάση των σημερινών χριστιανικών αντιλήψεων.
Όλοι οι λαοί της αρχαιότητος θεωρούσαν τότε την εξόντωση ενός
αρχηγού ως ευλογία όποιον τρόπο κι αν μηχανεύονταν για να το
επιτύχουν. Μετά απ’ αυτά η Ιουδίθ, καλλώπισε το σώμα της λούζοντας
τα μαλλιά της, και στολίζοντας το σώμα της με όμορφα κοσμήματα, εν
συνεχεία ξεκίνησε μαζί με την δούλη της για να συναντήσει τον
Ολοφέρνη βαδίζοντας προς το στρατόπεδο των Ασσυρίων. Όταν την
είδαν οι Ασσύριοι θαύμασαν την ομορφιά και είπαν: «Ποιος μπορεί να

194
περιφρονήσει τον λαό αυτό, ο οποίος διαθέτει τέτοιες γυναίκες»;
Ο Ολοφέρνης συνάντησε την Ιουδίθ, η οποία ζήτησε κατ’ ιδίαν να
του μιλήσει. Ξεκινώντας τον λόγο της άρχισε να κολακεύει τον
Ολοφέρνη και υποσχέθηκε σ’ αυτόν αν κάνει ό,τι του πει μία εύκολη και
άνετη νίκη. Το «Σχέδιό» της εναντίον των ισραηλιτών όπως υποσχέθηκε
στον Ολοφέρνη, ήταν να περιμένει εκείνος μέχρις ότου οι ισραηλίτες
εξαιτίας της πείνας από την πολιορκία όπου βρίσκονταν να αμαρτήσουν
τρώγοντας φαγητά που απαγορεύονταν από τον ιουδαϊκό νόμο. Έτσι θα
προκαλούσαν την οργή του Θεού και κατά συνέπεια την συντριβή τους
υπό των Ασσυρίων. Το μόνο που έπρεπε να κάνει ο Ολοφέρνης ήταν να
επιτρέψει σ’ αυτήν και την δούλη της να μείνουν παρακείμενα του
στρατοπέδου του ώστε αυτή διά της προσευχής της στον Θεό να
πληροφορηθεί κάποια στιγμή την αμαρτία των συμπατριωτών της και να
το αναφέρει στον Ολοφέρνη. Υποσχέθηκε δε σ’ αυτόν ένα άνετο
πέρασμα του στρατού του μέχρι και την Ιερουσαλήμ.
Οι λόγοι αυτοί άρεσαν στο Ολοφέρνη ο οποίος της είπε: «Πολύ
καλά έκανε ο Θεός και σε απέστειλε εναντίον του λαού σου, ώστε να
περιέλθει η νίκη στα χέρια μας, απώλεια δε και καταστροφή σ’ εκείνους,
οι οποίοι περιφρόνησαν τον κύριό μου Ναβουχοδονόσορα. Και τώρα εσύ
είσαι ωραία κατά τη μορφή και σοφή στα λόγια σου. Εάν λοιπόν κάνεις
όπως είπες, θα είναι ο Θεός σου Θεός μου και συ θα εγκατασταθείς στον
οίκο του βασιλέως Ναβουχοδονόσορος και θα γίνεις περίφημη σε όλη τη
γη».
Ο Ολοφέρνης πρόσφερε στην Ιουδίθ ασημικά και πλούσια
εδέσματα, τα οποία εκείνη απέρριψε με ευγένεια για να μη παραβιάσει
τον Μωσαϊκό νόμο. Ένας εκ των ευνούχων του Ολοφέρνου ονόματι
Βαγώας πλησίασε την Ιουδίθ με σκοπό να την πείσει να συνδειπνήσει με
τον Ολοφέρνη και στην συνέχεια να έρθει σε σαρκική επαφή μ’ αυτόν. Η
Ιουδίθ αποδέχτηκε την πρόσκληση αυτή διότι συμβάδιζε με το σχέδιο
που είχε κατά νου της. Ο βασιλιάς των Ασσυρίων αισθάνθηκε άμεσα μία
σφοδρή σαρκική επιθυμία για την ηρωίδα μας. Της είπε λοιπόν: -«πιες
και γίνε και συ εύθυμη όπως είμαστε κι εμείς». Η Ιουδίθ απάντησε: -
«Ναι, θέλω να πιω κύριε, διότι σήμερα η ζωή μου θα δοξασθεί
περισσότερο από όλες τις άλλες μέρες της ζωή μου». Ο Ολοφέρνης ήπιε
πάρα πολύ κρασί, όσο δεν είχε πιει ποτέ άλλη μέρα απ’ όταν γεννήθηκε.
Ο Ασσύριος βασιλιάς μεθυσμένος και βεβαρυμένος από το μεθύσι
απομονώθηκε στο δωμάτιό του. Εκεί εισήλθε και η Ιουδίθ η οποία
εδράζοντας της ευκαιρίας αποκεφάλισε τον βασιλιά με το ίδιο του το
ξίφος! ‘Εσυρε δε το πτώμα του στο πάτωμα και φεύγοντας πήρε μαζί της
το κεφάλι του βασιλέως ως λάφυρο. Στη συνέχεια επέστρεψε στην
Βαιτυλούα όπου έγινε δεκτή με ενθουσιασμό. Κανείς δεν περίμενε την
επιστροφή τ