ΜΕΡΟΣ Β΄

ΟΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΤΑΞΕΙΣ 1

Τάξεις και ταξικοί αγώνες 2
(1961)
«Όπου δεν υπάρχει ανταγωνισμός, δεν υπάρχει πρόοδος. Αυτός είναι ο νόμος που ακολούθησε ο πολιτισμός
μέχρι τις μέρες μας» 3. Είναι γνωστό πώς συνέλαβε ο Μαρξ αυτόν τον «νόμο»: οι παραγωγικές δυνάμεις
προωθούν την ιστορία και αυτό το κάνουν διά μέσου της πάλης των τάξεων.
Το μαρξιστικό σχήμα
Το συστατικό γεγονός, η κίνηση σε βάθος, είναι μια ακαταμάχητη προοδευτική ώθηση, μια «συνεχής κίνηση
επέκτασης» των παραγωγικών δυνάμεων4. Εξαιτίας αυτού εμφανίζονται μορφές καταμερισμού της εργασίας,
που γεννούν καθορισμένες σχέσεις «παραγωγής», δηλαδή την οικονομική διοίκηση, την υποταγή των
εργαζομένων, την άνιση κατανομή καθηκόντων και προϊόντων. Έτσι, «οι διάφορες μορφές του καταμερισμού
της εργασίας μεταβλήθηκαν σε ισάριθμες βάσεις κοινωνικής οργάνωσης» 5, διχοτομώντας την κοινωνία σε δύο
«θεμελιώδεις» τάξεις: την εκμεταλλευτική τάξη, που κατέχει τα μέσα παραγωγής και μονοπωλεί τις διευθυντικές
λειτουργίες, και την εκμεταλλευόμενη τάξη, καταδικασμένη σε εκτελεστικά έργα. Ο «νόμος» της προόδου
συνεπάγεται επίσης το αναπόδραστο τέλος της άρχουσας τάξης, η οποία κάθε φορά επισπεύδει την καταστροφή
της συσσωρεύοντας περισσότερες παραγωγικές δυνάμεις από όσες μπορεί να «περιλάβει» στους κόλπους της.
Πράγματι, θα πρέπει να πιστέψουμε ότι, στη «συνεχή» κίνηση της ποσοτικής ανάπτυξής τους, οι παραγωγικές
δυνάμεις έρχονται περιοδικά σε σύγκρουση με το θεσμικό τους περίβλημα. Τότε, η υπάρχουσα τάξη πραγμάτων
γίνεται ασυμβίβαστη με την επιδίωξη της οικονομικής επέκτασης. Και ο Μαρξ λέει πως «η αντίφαση αυτή θα
έπρεπε, κάθε φορά, να εκρήγνυται με μια επανάσταση» 6.
Ανοίγεται, τότε, μια περίοδος κρίσης και κοινωνικής επανάστασης, και η ιστορία διαβάζεται σαν ταξική
πάλη:
Ελεύθεροι και δούλοι, πατρίκιοι και πληβείοι, άρχοντες και δουλοπάροικοι, μαστόροι των συντεχνιών και
συντεχνίτες 7, κοντολογίς, καταπιεστές και καταπιεζόμενοι, σε διαρκή αντίθεση, διεξήγαγαν έναν ακατάπαυστο
1

Τα κείμενα που ακολουθούν προέρχονται από το έργο του Κώστα Παπαϊωάννου, Μαρξ και Μαρξισμός Τόμος Ι: Οντολογία και
Αλλοτρίωση, Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα 2009, σελ.169-258. Σε μετάφραση του Βασίλη Τομανά και επιμέλεια της Χριστίνας
Σταματοπούλου.

Δημοσιεύτηκε στο Contrat Social, τόμ. V, τ. 2 (Μάρτ.-Απρ.1961) και τ. 3 (Μάιος-Ιούν. 1961). Το τρίτο μέρος, που
δημοσιεύεται εδώ, με τίτλο «Η πάλη των τάξεων», περιλαμβάνει επιπλέον το υποκεφάλαιο «Διαλεκτική και μυθολογία», καθώς
και μια σελίδα από το κείμενο «Υπανάπτυξη και επανάσταση» (Mélanges Raymond Aron, Calmann-Lévy, Παρίσι 1971, τόμ. Ι, σ.
296.). Τις προσθήκες αυτές τις έκανε ο ίδιος ο συγγραφέας (σ.τ.Ρ.Α.).
2

3

ΜPh, σ. 53.

4

Στο ίδιο, σ. 88.

5

Στο ίδιο, σ. 107.

6

DI, σ. 74.

Όπως διασαφηνίζει ο ίδιος ο Ένγκελς, σε μεταγενέστερη έκδοση του Κομουνιστικού Μανιφέστου, οι μαστόροι των συντεχνιών
είναι οι μαστόροι στα πλαίσια των συντεχνιών και όχι οι επικεφαλής των συντεχνιών. Οι συντεχνίτες, από την άλλη μεριά, δεν
είναι οι «καλφάδες» (όπως γράφει ο Κ. Παπαϊωάννου σ’ ένα κείμενό του στα ελληνικά, στον τόμο Ο μαρξισμός σαν ιδεολογία),
αλλά εργάτες που ολοκλήρωσαν τη μαθητεία τους και δεν είχαν τη δυνατότητα ν’ ανοίξουν δικό τους εργαστήριο, γι’ αυτό
δούλευαν στα εργαστήρια των μαστόρων. Ο Μαρξ (και ο Παπαϊωάννου) αναφέρεται παρακάτω στους καλφάδες (σ.τ.μ.).

7

πόλεμο, άλλοτε ανοιχτό, άλλοτε συγκαλυμμένο· έναν πόλεμο που τέλειωνε πάντα είτε με τον επαναστατικό
μετασχηματισμό της κοινωνίας στο σύνολό της, είτε με την ταυτόχρονη κατάρρευση και των δυο αντιμαχόμενων
τάξεων 8.

Η ιστορία, λοιπόν, περνάει αναγκαστικά από την εξέγερση της εκμεταλλευόμενης τάξης, η οποία οφείλει, κάθε
φορά, να ιδιοποιείται τις παραγωγικές δυνάμεις που έχει δημιουργήσει το προεπαναστατικό καθεστώς, ώστε να
οδηγήσει την κοινωνία σ’ έναν «νέο και ανώτερο» τρόπο παραγωγής και οργάνωσης: έτσι, λοιπόν, η απαρχή
κάθε νέας «εποχής του οικονομικού σχηματισμού της κοινωνίας» θα σημαδεύεται από την επαναστατική έλευση
της τάξης που υφίστατο την εκμετάλλευση στην προηγούμενη περίοδο.
Στο φως αυτής της υποτιθέμενης «υλιστικής» αντίληψης, η παγκόσμια ιστορία παρουσιάζεται σαν η διαδοχή
τεσσάρων (τεσσάρων!) «διαδοχικών εποχών του οικονομικού σχηματισμού της κοινωνίας» – εποχών που
«αντιστοιχούν» στους τέσσερις «θεμελιώδεις» τρόπους εκμετάλλευσης της εργασίας: τον «ασιατικό» τρόπο
παραγωγής, τον «αρχαϊκό» τρόπο παραγωγής, τον «φεουδαλικό» τρόπο παραγωγής και τον «αστικόκαπιταλιστικό» τρόπο παραγωγής. Με αυτόν τον τελευταίο, «ολοκληρώνεται η προϊστορία της ανθρωπότητας»:
μετά από μια σύντομη περίοδο «δικτατορίας του προλεταριάτου», οι «συνεταιρισμένοι παραγωγοί» της αταξικής
κοινωνίας του σοσιαλιστικού μέλλοντος, στην οποία δεν θα υπάρχουν ανταλλαγές, ούτε χρήμα, ούτε κράτος,
ούτε σύνορα, θα πραγματοποιήσουν το «άλμα» στο βασίλειο της ελευθερίας και θα εγκαινιάσουν την αληθινή
ιστορία του ανθρώπινου είδους.
Θα ήταν ανιαρό να υπενθυμίσουμε τις αναρίθμητες μαρτυρίες της οιονεί θρησκευτικής ομοφωνίας που
διαμορφώθηκε αμέσως γύρω από αυτή τη μεγαλειώδη σύνθεση, όπου το απολλώνειο στοιχείο της προόδου
συμφιλιωνόταν επιτέλους με το διονυσιακό στοιχείο της εξαγνιστικής επανάστασης. «Έχουμε εδώ, μπροστά στα
μάτια μας, μια αληθινή “άλγεβρα”, αλλά μια καθαρά υλιστική (sic) άλγεβρα της κοινωνικής εξέλιξης»,
αναφωνούσε ο Πλεχάνοφ 9, ο «πατέρας του ρωσικού μαρξισμού», και δεν ήταν ο μόνος που θαμπώθηκε από μια
κατασκευή που έδειχνε να ικανοποιεί όλες τις απαιτήσεις του συστηματικού πνεύματος: στο όραμα της
«μεγαλοπρεπούς ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων», όλα τα κοινωνικά μορφώματα του παρελθόντος και
του παρόντος γίνονταν επιτέλους διάφανα και αποκάλυπταν, κρυμμένα μες στην πιο μύχια υπόστασή τους, τα
σπέρματα της κορύφωσης και, ταυτόχρονα, της αναγκαίας τους καταστροφής, του αναπόφευκτου
«ξεπεράσματός» τους. Κάθε κοινωνικό καθεστώς περιγραφόταν εδώ με τέτοιον τρόπο ώστε η ανάπτυξη, η
παρακμή και η αντικατάστασή του από έναν «νέο και ανώτερο» τρόπο οικονομικής και κοινωνικής οργάνωσης
γίνονταν προφανώς αυτονόητα, χωρίς την ανάγκη παρέμβασης κάποιου παράγοντα εξωτερικού ως προς την
αρχική αναγγελία. Άλλωστε, υπέρτατη φιλοδοξία κάθε συστηματικής κοινωνιολογίας δεν είναι ακριβώς να
εντάξει, σε ένα σύνολο προτάσεων, λογικά κλειστό, τόσο τη θεωρία της παρούσας συγκρότησης όσο και εκείνη
της μελλοντικής μεταμόρφωσης της κοινωνίας;
Θα ζητήσουμε από τον ίδιο τον Μαρξ να κατεδαφίσει το ακατοίκητο κρυστάλλινο ανάκτορο, μέσα στο οποίο
τον έχει φυλακίσει η ειδωλολατρία. Πράγματι –λεπτομέρεια που πέρασε απαρατήρητη από όλους σχεδόν τους
συγγραφείς των αναρίθμητων και ολοένα ογκωδέστερων έργων, αφιερωμένων στον μαρξισμό– δεν υπάρχει ούτε
μία από τις επιγραμματικές γενικεύσεις που εξύψωσαν τον μαρξισμό σε «επιστήμη» και «γνώση», που να μη
διαψεύστηκε από τα γεγονότα και να μην είχε ήδη ρητά ανασκευαστεί από τον ίδιο τον συγγραφέα της. Αυτό θα
προσπαθήσουμε να το αποδείξουμε υποβάλλοντας στην κριτική εξέταση τις μαρξιστικές θέσεις που αναφέρονται
στον ανταγωνισμό των τάξεων, στη «δομική» κρίση του καθεστώτος, στον επαναστατικό ρόλο της
εκμεταλλευόμενης τάξης και στην οικονομική ερμηνεία των κοινωνικών μετασχηματισμών.

8

ΜC, γαλ. εκδ., 1947, σσ. 54-55.

9

G. Plekhanov, Questions…, ό.π., σ. 53.

1. ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΣ

Κατά τον Μαρξ, ένας αδυσώπητος ντετερμινισμός διέπει τη βαθύτερη ζωή της κοινωνίας: οι ταξικές διακρίσεις,
που την διαιρούν και αλλοτριώνουν τα άτομα, εγκαθιδρύονται «αναγκαστικά και ανεξάρτητα από τη βούληση
των ανθρώπων», ανεξάρτητα από τη δράση του κράτους ή οποιασδήποτε άλλης εξω-οικονομικής δύναμης·
αντιστοιχούν «πάντα και αναγκαστικά» στους υλικούς όρους της παραγωγής, που επικρατούν την κάθε εποχή.
Γενεαλογία των κυρίαρχων τάξεων
Εδώ, δεν πρόκειται να ασκήσουμε κριτική στην καθαρά οικονομική γενεαλογία, που αποδίδει ο μαρξισμός στις
άρχουσες τάξεις. Ας παρατηρήσουμε, όμως, ότι, ήδη, δύο από τις κυρίαρχες τάξεις, που μνημονεύονται στο
Μανιφέστο, οι κύριοι στις δουλοκτητικές κοινωνίες και οι άρχοντες στις φεουδαλικές κοινωνίες, δεν χωρούν σε
αυτό το σχήμα, το οποίο θεωρεί την κοινωνική διαστρωμάτωση μια αποκρυστάλλωση των λειτουργικών
διαιρέσεων της παραγωγικής συλλογικότητας.
Ο ίδιος ο Μαρξ μας προτείνει μια ερμηνεία της έλευσης του (δυτικού) φεουδαλισμού, που αντιβαίνει προς τις
συνήθεις διατυπώσεις του ιστορικού υλισμού και θα μπορούσε, μάλιστα, να χρησιμεύσει σαν εισαγωγή στη
σύγχρονη θεωρία του «μηχανισμού»: «Οι απαρχές της φεουδαρχίας, λέει, βρίσκονται στην οργανωτική δομή του
κατακτητικού στρατού, έτσι όπως αυτός διαμορφώθηκε κατά τη διάρκεια της ίδιας της κατάκτησης» 10.
Απέχουμε πολύ από τον οικονομισμό που απεικονίζει το ιδιαίτερα ατυχές παράδειγμα του χειρόμυλου, στον
οποίο η Αθλιότητα της φιλοσοφίας (σσ. 88 και 105) αποδίδει την πατρότητα του φεουδαλικού συστήματος. Ο
Μαρξ μας καλεί ρητά να διακρίνουμε δυο αποφασιστικές στιγμές στη διαδικασία του εκφεουδαλισμού: πρώτα,
την εσωτερική δομή του στρατιωτικού μηχανισμού· στη συνέχεια, τις οικονομικές συνθήκες που επικρατούν
πριν και μετά την κατάκτηση. Γιατί «αυτή η (στην αρχή αποκλειστικά) πολεμική οργάνωση μεταμορφώθηκε σε
αληθινή φεουδαρχία (δηλαδή σε πραγματική άρχουσα τάξη) μόνον υπό την επίδραση των παραγωγικών
δυνάμεων που βρήκε στην κατακτημένη χώρα». Το πρωταρχικό, λοιπόν, φαινόμενο είναι εδώ η συγκεκριμένη
μορφή του στρατιωτικού μηχανισμού, που θα διαμορφώσει τις παραγωγικές σχέσεις κατ’ εικόνα του, και προς
όφελός του, σύμφωνα με την πραγματική κατάσταση των παραγωγικών δυνάμεων.
Ας μην αποδώσουμε, όμως, στον Μαρξ αυτά που οφείλονται στον Μαξ Βέμπερ και ας θυμίσουμε όσο το
δυνατόν πιο συνοπτικά τις θέσεις του πάνω στη δουλεία. Πώς να θεωρήσουμε τη θέσπιση της δουλείας ένα,
έστω μακρινό, αποτέλεσμα του «νόμου» του καταμερισμού της εργασίας; Μια τέτοια υπόθεση γίνεται ακόμα πιο
παράλογη, στον βαθμό που ο Μαρξ και ο Ένγκελς δεν υπερτίμησαν ποτέ τη σημασία της υποδούλωσης για χρέη,
η οποία, άλλωστε, είχε από πολύν καιρό εξαφανιστεί, όταν η δουλοκτητική οικονομία (της ελληνο-ρωμαϊκής
αρχαιότητας) γνώρισε την αληθινή κορύφωσή της, κατά τους δυο τελευταίους αιώνες των προχριστιανικών
χρόνων. Σε αντίθεση προς τον Ένγκελς, που ώθησε τη δήθεν οικονομική του ερμηνεία της δουλείας σε σημείο
που να την μεταβάλει σε αληθινή απολογητική της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο, ο Μαρξ δεν
δυσκολεύτηκε καθόλου να δεχτεί το προφανές: η δουλεία, καρπός της κατάκτησης και της κτηνώδους βίας, είναι
γι’ αυτόν ένα «προ-οικονομικό γεγονός» 11 και θα πρέπει να αναγνωριστεί σαν τέτοιο.
Η θεωρία, που ανάγει τον «νόμο» του καταμερισμού της εργασίας στην περιωπή ενός δημιουργού των
αρχουσών τάξεων, είναι μια περιοριστική θεωρία, που ισχύει μόνο για την ιστορία των σύγχρονων αστικών
κοινωνιών. Σαν ταξική εξουσία, ο Μαρξ δεν θέλησε να γνωρίσει και να αναγνωρίσει παρά μόνο εκείνη την
οποία προσφέρει η οικονομική εξουσία και την οποία επιβάλλει η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων,
ανάπτυξη που μετατρέπεται, για τις ανάγκες της περίστασης, σε καθολικό πεπρωμένο και σε θεμελιώδη
αποστολή όλων των κυρίαρχων τάξεων. Και όμως, η οικονομική λειτουργία απέχει πολύ από το να αποτελεί την
αρχική ιδιότητα ή το αποκλειστικό κριτήριο της κοινωνικής εξουσίας.

10

DI, σ. 64.

11

Kr, σ. 251.

Παράλληλα με την ιδιοποίηση των διαχειριστικών λειτουργιών και τις διαστρωματώσεις που αυτή
συνεπάγεται, η μονοπώληση της ιδεολογικής εξουσίας εξυψώνει μια επιμέρους ομάδα στην περιωπή του
κατόχου και του αποκλειστικού ερμηνευτή του ιερού· από την άλλη, η ιδιοποίηση της πολιτικο-στρατιωτικής
εξουσίας θέτει στην υπηρεσία της μιας ή της άλλης ανεξέλεγκτης μειοψηφίας το σύνολο των προνομίων του
κράτους και των μέσων καταναγκασμού που αυτό διαθέτει. Θα ήταν εύκολο να δείξουμε πώς οι «αλλοτριώσεις»
αυτές κατόρθωσαν, κάτω από ορισμένες συνθήκες που δεν μπορούμε να περιγράψουμε εδώ, να προσφέρουν
έμμεσα, σε μειοψηφικές ομάδες, λειτουργικά διαφορετικές από αυτούς που διευθύνουν την εργασιακή
διαδικασία, τις ίδιες δυνατότητες κυριαρχίας και εκμετάλλευσης, τις οποίες πραγματοποιούν άμεσα οι αστικές
τάξεις, το πεπρωμένο των οποίων τόσο καταχρηστικά γενίκευσε ο Μαρξ: η ιστορία των ιερατικών,
φεουδαρχικών, γραφειοκρατικών τάξεων μας παρέχει έναν εντυπωσιακό αριθμό παραδειγμάτων που θα
μπορούσαμε να παραθέσουμε για να στηρίξουμε αυτή την πλουραλιστική θεωρία της γένεσης της ταξικής
εξουσίας.
Δεν παύει, ωστόσο, να ισχύει το γεγονός ότι κάθε εξουσία, ακόμα και αν αποκτήθηκε και λειτουργεί έξω από
την τροχιά της καθαυτό οικονομικής δραστηριότητας, παρέχει στον κάτοχό της την οικονομική εξουσία, αν όχι
και την οικονομική υπεροχή. Ο πλούτος, τον οποίο σωστά όρισε ο Μπέρκλεϋ σαν «την εξουσία να κυβερνάς τον
μόχθο των άλλων» 12, ή τουλάχιστον η οικονομική ανεξαρτησία, ακολουθεί την εξουσία σαν ίσκιος της. Έτσι, μια
στρατιωτική ομάδα (οι Γερμανοί κόμητες ή οι μεροβιγκιανοί βασιλικοί ακόλουθοι, αλλά και οι απαλλαγμένοι
από αγγαρεία στρατιώτες του Ραμσή Β΄, ή οι στρατιώτες –οι τιμαριούχοι οπλίτες– της πρώτης βυζαντινής
οργάνωσης των θεμάτων), ένας κλήρος, μια γραφειοκρατία, για να μνημονεύσουμε ορισμένες ομάδες που
σχηματίστηκαν εξω-οικονομικά και έχουν επανειλημμένα διαμορφώσει την ιστορία, έγιναν τάξη, και μάλιστα
άρχουσα τάξη, μόνον από τη στιγμή που απέκτησαν κυρίαρχη θέση στη διαδικασία της παραγωγής και της
διανομής των αγαθών, ιδιοποιούμενοι τα μέσα παραγωγής και, ενδεχομένως και την ίδια την εργατική δύναμη,
οργανώνοντας, συνεπώς, τις παραγωγικές σχέσεις με τρόπο που να ενισχύει και να διαιωνίζει τη θέση τους σαν
ανεξάρτητη ή άρχουσα και εκμεταλλευτική τάξη. Εδώ, δηλαδή, αν αφήσουμε κατά μέρος κάθε είδους γενετική
θεώρηση, το μαρξιστικό κριτήριο καθίσταται έγκυρο:
Πάντα, στις άμεσες σχέσεις ανάμεσα στους κυρίαρχους των συνθηκών της παραγωγής και στους άμεσους
παραγωγούς, ανακαλύπτουμε το πιο κρυφό μυστικό, το κρυμμένο θεμέλιο ολόκληρης της κοινωνικής δομής και,
κατά συνέπεια, της πολιτικής μορφής που έχουν ενδυθεί οι σχέσεις κυριαρχίας και υποταγής, κοντολογίς, όλων
των ιδιαίτερων μορφών του κράτους 13.

Μα εδώ ακριβώς αρχίζουν και οι δυσκολίες.
Διπολική συγκρότηση της κοινωνίας
Στη διπολικότητα αυτή μας παραπέμπουν τα ζεύγη ανταγωνιστικών τάξεων που απαριθμούνται στο Μανιφέστο:
κύριοι και δούλοι, φεουδάρχες και δουλοπάροικοι, μαστόροι των συντεχνιών και συντεχνίτες, καπιταλιστές και
εργάτες. Εδώ, πράγματι, πρόκειται για τάξεις, που επικάθηνται η μία πάνω στην άλλη, δημιουργημένες από
συγκεκριμένους τρόπους παραγωγής, τάξεις από τις οποίες η μία οικειοποιείται την εργασία της άλλης, λόγω της
δεσπόζουσας θέσης της στις παραγωγικές σχέσεις. Δεν συμβαίνει, όμως, το ίδιο με τους πατρίκιους και τους
πληβείους.
Πατρίκιοι και πληβείοι δεν είναι τάξεις αλληλοεξαρτώμενες, με τη μαρξιστική σημασία του όρου, και οι
μακρόχρονες συγκρούσεις τους δεν είναι του ίδιου τύπου με τους κάθετους ανταγωνισμούς, τους μόνους που
παίρνει υπόψη του ο μαρξισμός. Εδώ, δεν έχουμε δυο τάξεις που διαφοροποιούνται από τον διαχωρισμό της
ιδιοκτησίας και της εργασίας, ή από την αντίθεση ανάμεσα στις διευθυντικές λειτουργίες και τα εκτελεστικά
καθήκοντα, αλλά δυο κοινωνίες θεμελιακά ετερογενείς, ακόμα και δύο λαούς διαφορετικούς, εγκατεστημένους
σε σαφώς διακεκριμένους χώρους, που διατηρούνται σε απόσταση από μια ανελέητη νομοθεσία «κάστας», την
12

Το παραθέτει ο Μαρξ, Kr, σ. 78.

13

K, III, σσ. 841-842.

οποία απεικονίζει ανάγλυφα η απαγόρευση των μικτών γάμων. Ο ένας, ο λαός των πατρικίων και των πελατών
τους, ο αληθινός populus romanus, αποτελούσε την κανονική κοινωνία και ήταν συγκροτημένος σε κράτος, ενώ
ο άλλος, αποκλεισμένος από την πολιτεία, αποτελούσε μια άμορφη μάζα κοινωνικά απόβλητων, ξένων στην
πλειοψηφία τους, που κατάφερε να επιβάλει την αναγνώριση της χωριστής του οργάνωσης, μόνον αφού
απείλησε να μεταναστεύσει και να στερήσει τη Ρώμη από τους στρατιώτες και τους φορολογούμενους, τους
οποίους είχε απόλυτη ανάγκη μια επεκτατική πολιτική.
Αν η εκμεταλλευόμενη τάξη αποτελεί την «κακή πλευρά» της κάθε κοινωνίας, η κακή πλευρά της κοινωνίας
των πατρικίων ήταν η τάξη των πελατών και όχι η πλέμπα, που ήταν πλέμπα ακριβώς επειδή αρνιόταν να
συμμετάσχει στην κοινωνία των ευπατρίδων και να συμμορφωθεί προς τον νόμο της «πατρωνίας».
Τοποθετημένη έξω από αυτή την κοινωνία και διαθέτοντας, για τον λόγο αυτό, πλήρη αυτονομία στις
οικονομικές της δραστηριότητες, η πλέμπα δεν ήταν καν ομοιογενής τάξη. Από τη στιγμή που έφτασε σ’ έναν
ορισμένο βαθμό ωριμότητας, την επαύριο, ας πούμε, της θέσπισης των Λικινίων νόμων14, οι πληβείοι
διαχωρίστηκαν, και αυτοί, σε τρία στοιχεία, με διαφορετικές τάσεις και διαφορετικά συμφέροντα: τους
πλούσιους, που αμέσως ενώθηκαν με τους πατρικίους, για να σχηματίσουν τη nobilitas 15 των χρόνων της
Δημοκρατίας, τους μικροϊδιοκτήτες και τους προλετάριους.
Την ίδια παρανόηση βρίσκουμε και στον τρόπο με τον οποίο ο Μαρξ παρουσίασε την αντίθεση της
αριστοκρατίας με την αστική τάξη στη Δύση. «Η φεουδαρχία, λέει, είχε κι αυτή το προλεταριάτο της, τους
δουλοπάροικους, που έκλειναν μέσα τους όλα τα σπέρματα της αστικής τάξης» 16. Αυτή η αντίληψη της
ιστορικής συνέχειας (δανεισμένη, εξ άλλου, από την επαναστατική φιλολογία της εποχής και πιο συγκεκριμένα
από τον Μπαζάρ 17) ήταν εξαιρετικά αόριστη και δεν μπορεί παρά να οδηγήσει σε λάθη. Ούτε κι εδώ πρόκειται
για δυο αντιτιθέμενες τάξεις, με τη μαρξιστική σημασία του όρου, αλλά για δύο σαφώς διακριτές κοινωνίες, που
συγκροτήθηκαν την ίδια εποχή, μες στην άναρχη κατάσταση του 9ου αιώνα και πορεύτηκαν πλάι-πλάι μέχρι το
1789. Λέγοντας ότι οι δουλοπάροικοι έκλειναν μέσα τους «τα σπέρματα της αστικής τάξης»,
υπεραπλουστεύουμε, είναι το λιγότερο που θα λέγαμε, τα δεδομένα του προβλήματος. Όλες, ή σχεδόν όλες, οι
κοινωνίες γνώρισαν τη χωροδεσποτική οικονομία και τη δουλοπαροικία· αν η δεύτερη έκλεινε όντως μέσα της
τα «σπέρματα» της αστικής τάξης, αναρωτιόμαστε γιατί οι δυνατότητες αυτές υλοποιήθηκαν μόνο στις πόλεις
της Δύσης. Θα ήταν τουλάχιστον παράλογο να πιστέψουμε ότι η οικονομία της πόλης προέρχεται από το
αντίθετό της, στην προκειμένη περίπτωση από το κλειστό φέουδο. Το μόνο που θέλει να πει ο Μαρξ είναι πως οι
αστικές τάξεις σχηματίστηκαν αρχικά από φυγάδες δουλοπάροικους. Μα αυτό δεν έχει καμία σχέση με τη
διαλεκτική που προσιδιάζει στη φεουδαλική κοινωνία. Όπως υπογραμμίζει και ο ίδιος ο Μαρξ, οι
δουλοπάροικοι, που δραπέτευαν και έβρισκαν καταφύγιο στις πόλεις, «απελευθερώνονταν όχι σαν τάξη, αλλά
σαν άτομα» 18. Παρομοίως, «όταν η γαλλική αστική τάξη ανέτρεψε την εξουσία της αριστοκρατίας, έδωσε με τον
τρόπο αυτό τη δυνατότητα σε πολλούς προλετάριους να υψωθούν πάνω από το προλεταριάτο, αλλά μόνον
εφόσον γίνονταν αστοί» 19, πράγμα που καθόλου δεν σημαίνει ότι το προλεταριάτο έκλεινε μέσα του τα
«σπέρματα» του καπιταλισμού. Επί πλέον, αυτή η δουλοπαροικιακή γενεαλογία των πρώτων αστών μοιάζει να
Το 367 π. Χ., ο δήμαρχος Γάιος Λικίνιος Στόλων θέσπισε νόμους, με τους οποίους καταργούνταν οι παλαιότερες διακρίσεις
ανάμεσα σε πατρίκιους και πληβείους, και έδινε τη δυνατότητα στους πληβείους να αποκτήσουν πρόσβαση σε κρατικά αξιώματα
και στην θέση του υπάτου (σ.τ.ε.).
14

15

Αριστοκρατία (σ.τ.μ.).

16

ΜPh, σ. 97.

Ο Saint-Amand Bazard (1791-1832) υπήρξε ένας από τους ιδρυτές και ηγέτες του κινήματος των Γάλλων καρμπονάρων και
του σαινσιμονισμού (σ.τ.ε.).
17

18

DI, σ. 77.

Στο ίδιο, σ. 46. Η ίδια παρατήρηση ισχύει για τη σοβιετική γραφειοκρατία: και αυτή έδωσε σε πολλούς εργάτες τη δυνατότητα
να ανέλθουν σε υπεύθυνες θέσεις, αλλά μόνο στον βαθμό που γίνονταν μέλη της ιντελιγκέντσιας.
19

είναι ανακριβής. Οι πιο πρόσφατες μελέτες, του Ζ. Λεστοκουά (J. Lestocquoi) για τη Φλάνδρα ή του Τζ.
Λουτσάτο (G. Luzzato) για την Ιταλία, αποδεικνύουν ότι οι πρώτοι κάτοικοι των μεσαιωνικών πόλεων ήταν
κατά κύριο λόγο μικροκτηματίες των περιχώρων, διοικητικοί υπάλληλοι του αβαείου ή της κομητείας και, τέλος,
φεουδάρχες και κατώτεροι ευγενείς – πράγμα που, παρεμπιπτόντως, εξηγεί την πραγματική οικονομική και
πολιτική τυραννία που επέβαλλαν οι αστοί χωροδεσπότες στην αγροτιά, στις περιοχές της υπαίθρου, που ήταν
υποταγμένες στις πόλεις.
Εδώ αγγίζουμε το θεμελιακό μειονέκτημα της μαρξιστικής κατασκευής. Για τον Μαρξ, κάθε κοινωνικό
καθεστώς ορίζεται από έναν καθορισμένο τρόπο παραγωγής, ο οποίος, με τη σειρά του, χαρακτηρίζεται από την
ύπαρξη δυο ανταγωνιστικών τάξεων, που συνάπτονται η μία με την άλλη σε μια θεμελιώδη σχέση
εκμετάλλευσης και κυριαρχίας. Όπως έγραφε ο Μπουχάριν, τον καιρό που ήταν ο επίσημος θεωρητικός της
Κομουνιστικής Διεθνούς, «οι θεμελιώδεις τάξεις μιας δεδομένης κοινωνικής μορφής, οι τάξεις με το καθαυτό
νόημα της λέξης, είναι δύο: η τάξη που διευθύνει και κατέχει τα μέσα παραγωγής, από τη μια μεριά· η τάξη που
εκτελεί εντολές, που δεν έχει στα χέρια της μέσα παραγωγής και εργάζεται για λογαριασμό της πρώτης, από την
άλλη» 20. Αλλά εκείνος που έδωσε την πιο ακραία διατύπωση σ’ αυτή τη διπολική αντίληψη της κοινωνικής
ιεραρχίας είναι ο Λένιν:
Οι τάξεις είναι ομάδες ανθρώπων, η μία από τις οποίες μπορεί να ιδιοποιηθεί την εργασία της άλλης, εξ αιτίας της
διαφορετικής θέσης που κατέχουν σ’ ένα καθορισμένο καθεστώς της οικονομίας 21.

Οι ανεξάρτητες τάξεις
Σε αυτή την αντίληψη των «θεμελιωδών» τάξεων, που αντιμετωπίζει τις υπόλοιπες σαν επιβιώσεις του
προηγούμενου «τρόπου παραγωγής» ή σαν υβριδικά υποπροϊόντα που δεν διαθέτουν καμία ιστορική
αποτελεσματικότητα, δεν υπάρχει θέση ούτε για τον ανεξάρτητο αγρότη ούτε για τον ανεξάρτητο τεχνίτη.
Πρόκειται, ωστόσο, για τάξεις που επανειλημμένα αποδείχτηκαν «θεμελιώδεις», οι οποίες, όμως, αναπτύχθηκαν
έξω από τις σχέσεις κυριαρχίας και εκμετάλλευσης, από τις οποίες προέκυπταν, κατά τον Μαρξ, όλες οι ταξικές
διαφορές. Ο ίδιος, ωστόσο, δεν αγνοούσε τον πρωταρχικό, ενίοτε, ρόλο που είχαν παίξει αυτές οι τάξεις, όπως,
λόγου χάρη, στα χρόνια της κλασικής αρχαιότητας. Έτσι, μιλώντας για την αγροτική μικροϊδιοκτησία,
υπογραμμίζει τον διαμορφωτικό ρόλο που έπαιξε αυτή «στην ανάπτυξη της προσωπικής ανεξαρτησίας» 22 και
σημειώνει ότι «αποτέλεσε την οικονομική βάση της κοινωνίας, στα χρόνια της κλασικής αρχαιότητας». Η
αγροτική μικρο-εκμετάλλευση και η ανεξάρτητη χειροτεχνία, λέει ακόμα, «αποτελούσαν την οικονομική βάση
των αρχαίων κοινοτήτων, στα καλύτερά τους χρόνια, αφότου διαλύθηκε (sic) η [κρατική] ανατολική συλλογική
ιδιοκτησία και πριν αποκτήσει σοβαρό ρόλο στην παραγωγή η δουλεία» 23.
Μα η τάξη αυτή των ανεξάρτητων αγροτών δεν υπήρξε μόνο η «βάση» των αρχαίων πόλεων. Την
ξαναβρίσκουμε και στις καλύτερες εποχές του Βυζαντίου, όπου, από τον καιρό των μεταρρυθμίσεων του
Ηρακλείου, η έγγεια ιδιοκτησία των στρατιωτών και των ελεύθερων αγροτών κατέστη ο κύριος πυλώνας της
αυτοκρατορίας. «Η μικρή ιδιοκτησία παρουσιάζει μεγάλα πλεονεκτήματα ως προς την πληρωμή των φόρων και
τη συνεισφορά στη στρατιωτική θητεία· τα πλεονεκτήματα αυτά εξαφανίζονται, όταν περιορίζεται ο αριθμός
των μικροϊδιοκτητών». Τα λόγια αυτά του αυτοκράτορα Ρωμανού Λεκαπηνού 24, στα οποία συνοψίζεται η
αγροτική πολιτική της μεγάλης εποχής του Βυζαντίου (843-1025), μας παρουσιάζουν μια διαλεκτική που
ξεφεύγει από τις καταχρηστικές διχοτομίες του μαρξισμού: εδώ, το γραφειοκρατικό κράτος, υπακούοντας στη

20

21

Nikolaï Ivanovitch Boukharine, La théorie du matérialisme historique, Éditions Socia­les Internationales, Παρίσι 1927, σ. 306.
«La grande initiative» στα Oeuvres choisis, εκδ. Μόσχας, 1948, σ. 589.

22

Κ, III, σ. 858.

23

Κ, Ι, σ. 350.

24

Παρατίθεται από τους Ι. και Π. Ζέπο, Ελληνο-ρωμαϊκό δίκαιο, Αθήνα, 1931, Ι, σ. 209.

δική του λογική, μεταβάλλεται σε «υπερασπιστή» των «ανεξάρτητων», που απειλούνται από τα εκκλησιαστικά
και τα κοσμικά λατιφούντια.
Και αν είναι ήδη δύσκολο να υπαγάγει τους «ανεξάρτητους παραγωγούς» στην έννοια των «παραγωγικών
σχέσεων», η μαρξιστική μεθοδολογία καθιστά ακατανόητη την πολλαπλότητα των εξουσιών που ανέκαθεν
χαρακτήριζε τις περισσότερες ανθρώπινες κοινωνίες.
Η πολλαπλότητα των εξουσιών
Ο Μαρξ προϋποθέτει ότι κάθε κοινωνία ορίζεται από έναν μόνο τρόπο παραγωγής και ότι, κατά συνέπεια, όλες
οι οικονομικές, πολιτικές και ιδεολογικές εξουσίες βρίσκονται, κάθε φορά, συγκεντρωμένες στα χέρια μίας
μόνον άρχουσας τάξης. Από αυτό προκύπτει και η αδυναμία του να αντιληφθεί τη βαθιά μεταλλαγή, την
πραγματική «μετάβαση σε άλλο είδος» 25, που σηματοδοτεί η εμφάνιση των ελεύθερων αστών απέναντι στο
κλειστό φέουδο και τη δουλοπαροικία. Κατ’ αυτόν, ο Μεσαίωνας δεν γνώρισε παρά έναν τρόπο παραγωγής, τον
φεουδαλικό τρόπο, και η «οικονομική δομή της αστικής κοινωνίας προήλθε από την οικονομική δομή της
φεουδαλικής κοινωνίας» 26. Αφού το σχήμα του απαιτεί το κάθε κοινωνικό καθεστώς να προκύπτει από το
προηγούμενο, θα πρέπει «τα μέσα παραγωγής και ανταλλαγής, που χρησίμευσαν σαν βάση στη συγκρότηση της
αστικής τάξης», να είχαν «παραχθεί μέσα στη φεουδαλική κοινωνία»27. Μια τέτοια υπόθεση είναι καθαρή
επινόηση: η αστική τάξη υπήρξε μια τάξη ολότελα καινούργια, και τίποτα μέσα στη φεουδαλική οργάνωση της
κοινωνίας δεν προανήγγελλε την έλευσή της. Σε αντίθεση με αυτά που λέει ο Μαρξ, «η μικρή αγροτική
εκμετάλλευση και η ανεξάρτητη χειροτεχνία» δεν αποτέλεσαν ποτέ, ούτε καν «εν μέρει», τη «βάση του
φεουδαλικού τρόπου παραγωγής» 28. Το φέουδο δεν αντιπροσωπεύει παρά έναν τομέα της οικονομικής ζωής του
Μεσαίωνα που συρρικνωνόταν διαρκώς, ενώ η «ανεξάρτητη χειροτεχνία» αναπτύσσεται εξαρχής έξω από τα
πλαίσια της χωροδεσποτικής οικονομίας.
Το μαρξιστικό αξίωμα θα ίσχυε, αν την κοινωνική ζωή τη διαπερνούσε και τη διαμόρφωνε μονάχα ένα
ενεργειακό ρεύμα (η «μάχη του ανθρώπου εναντίον της φύσης»), που θα έσπρωχνε στη σκιά, ή σε μια απλή
ύπαρξη επιφαινομένου, όλες τις άλλες πολιτικές, στρατιωτικές και πνευματικές δυνάμεις που βλέπουμε να
διεκδικούν την υπεροχή στην περιδίνηση της ιστορίας. Ακόμα, θα έπρεπε ο κάθε τρόπος παραγωγής να είναι
κάθε φορά πραγματικά ικανός να περιλάβει όλη την κοινωνία και να εντάξει τους παραγωγούς και τους
διανεμητές στο σύνολό τους μέσα σε ένα και μοναδικό πλέγμα εντολών και καταναγκασμών. Αλλά αυτός ο
τύπος ενιαίας κοινωνίας και ενσωματωμένης οικονομίας είναι μάλλον σπάνιος στην ιστορία των οικονομικά και
πολιτικά εξελιγμένων κοινωνιών. Τις περισσότερες φορές, έχουμε να κάνουμε με οικονομικά σύνολα
κερματισμένα σε πολλούς τομείς, σε πολλές κυρίαρχες ή ανεξάρτητες τάξεις, οι οποίες συνυπάρχουν στους
κόλπους της ίδιας κοινωνίας.
«Η εξουσία αποτελεί φραγμό στην εξουσία». Η διατύπωση του Μοντεσκιέ ισχύει εξ ίσου και για την
κοινωνική εξουσία: αυτός ο περιορισμός της ταξικής εξουσίας στο οριζόντιο επίπεδο εμφανίζεται όταν τύποι
εξουσίας, με διαφορετική διαμόρφωση, δομή και δυναμική, αναγκάζονται, εκόντες άκοντες, να συνυπάρξουν.
Για παράδειγμα, κατά τον Μεσαίωνα, στη Δύση, έχουμε δύο οικονομικές οργανώσεις που συμβιώνουν: η μία,
των πόλεων, με επίκεντρο το εμπόριο και τη βιομηχανία, προσανατολισμένη προς την καθαρά οικονομική
δραστηριότητα, κυριαρχούμενη από μια αστική τάξη που είχε κατακτήσει την ελευθερία και ζούσε σύμφωνα με
το δίκαιο που είχε η ίδια επιβάλει· η άλλη, της χωροδεσποτείας, κλειστή, που υπέτασσε τις μάζες των αγροτών
σε δύο τάξεις, ριζικά διαφορετικές, από άποψη προέλευσης και συγκρότησης, στη στρατιωτική αριστοκρατία και
τον κλήρο. Τις δύο αυτές φεουδαλικές τάξεις, θεμελιωμένες στη δουλοπαροικία (μα χωρίς τις σχέσεις
υποτέλειας που προσιδιάζουν στη Δύση), τις ξαναβρίσκουμε την ίδια εποχή και στο Βυζάντιο. Εκεί, όμως, οι
25

«Μετάβασιν εις άλλο γένος», γράφει αλλού ο Κ. Παπαϊωάννου (Ο μαρξισμός σαν ιδεολογία).

26

Κ, Ι, σ. 753.

27

ΜC, γαλ. εκδ., 1947, σ. 64.

28

Κ, Ι, σ. 350.

μεγάλες χωροδεσποτείες είναι περικυκλωμένες από μία μάζα ελεύθερων χωρικών και τιμαριούχων οπλιτών,
ανάμεσα στους οποίους οι βαριά οπλισμένοι στρατιώτες του Νικηφόρου Φωκά τείνουν ήδη να σχηματίσουν μια
στρατιωτική αριστοκρατία και αναπτύσσονται πλάι σε έναν ευρύ κρατικοποιημένο τομέα με γραφειοκρατική
διαχείριση, ο οποίος συνυπάρχει, με τη σειρά του, με μια αστική τάξη, ευημερούσα μεν, αλλά όλο και πιο
ασήμαντη πολιτικά, και οφείλει διαρκώς να αμύνεται απέναντι στις υπερβάσεις και τις φυγόκεντρες τάσεις των
«δυνατών» και του κλήρου.
Οι «μικτές» κοινωνίες
Αυτός ο τύπος «μικτής» κοινωνίας συναντάται πολύ συχνά στην ιστορία. Μπορούμε να πούμε ότι, μέχρι την
έλευση του σύγχρονου καπιταλισμού, η ασθενής οικονομική ανάπτυξη καθιστούσε αδύνατη την εδραίωση μιας
οργανικής και σταθερής σχέσης ανάμεσα στην αγροτική παραγωγή και την οικονομία των πόλεων. Πόλη και
ύπαιθρος έμεναν κλειστές η μία για την άλλη, αναπτυσσόμενες παράλληλα και διαμορφώνοντας δικούς τους
οικονομικούς και κοινωνικούς θεσμούς, ουσιαστικά διαφορετικούς, αν όχι και αντιτιθέμενους. Και μόνο στον
σύγχρονο καπιταλισμό η οικονομία της αγοράς κυριάρχησε σε όλους τους κλάδους της παραγωγής, τόσο των
πόλεων όσο και της υπαίθρου: ο μετασχηματισμός όλων των αγαθών, χρειωδών ή όχι, σε εμπορεύματα, επέφερε
την ενοποίηση του οικονομικού χώρου και την ένταξη όλων των παραγωγικών κυττάρων σε ένα ενιαίο δίκτυο
αλληλεξαρτήσεων. Αλλά, στον προκαπιταλιστικό κόσμο, κανένας τρόπος παραγωγής δεν ήταν επαρκώς
αναπτυγμένος ώστε να διασφαλίζει την κοινωνική συνοχή· ως εκ τούτου, ο βαθμός οικονομικής ενοποίησης
ήταν μάλλον συνάρτηση της κρατικής ισχύος και της ενίσχυσης της γραφειοκρατικής συγκέντρωσης παρά της
αυθόρμητης ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων. Ακόμα και στις χρυσές εποχές των γραφειοκρατικών
καθεστώτων, η συγκέντρωση των εξουσιών στα χέρια του κράτους, η ενοποίηση του τρόπου παραγωγής και η
υπαλληλοποίηση της διευθυντικής τάξης δεν μπόρεσαν να προχωρήσουν πέρα από ένα ορισμένο όριο. Απόδειξη
αυτού είναι η ιστορία της Αιγύπτου των Φαραώ.
Πράγματι, πουθενά αλλού η κρατικοποίηση της οικονομίας δεν είχε προχωρήσει τόσο όσο στην Αίγυπτο, στα
χρόνια της Τετάρτης και προπάντων της Δωδεκάτης και της Δεκάτης Ογδόης δυναστείας. Το σύνολο της γης και
των προϊόντων της ανήκε στο κράτος· η γη, το δικαίωμα στο επάγγελμα του τεχνίτη ή του εμπόρου,
παραχωρούνταν από τους κρατικούς λειτουργούς· ο έλεγχος του αγροτικού πληθυσμού έδινε τη δυνατότητα στο
κράτος να κινητοποιεί το εργατικό δυναμικό που ήταν απαραίτητο για την εκτέλεση των μεγάλων έργων·
κοντολογίς, η κεντρική εξουσία διέθετε κυριαρχικά το σύνολο σχεδόν των αγαθών σε είδος και των προσφορών
σε εργασία.
Απέναντι στο «παντοδύναμο» κράτος, επιβίωνε πάντα τουλάχιστον μία ανεξάρτητη εξουσία, ο κλήρος,
δύναμη ιδιαίτερα σημαντική, στον βαθμό που η μοναρχία αντλούσε τη νομιμοποίησή της από τη θεϊκή της
προέλευση. Οι ναοί ξεχείλιζαν από δωρεές, όλο και πιο σημαντικές, οι οποίες πληρώνονταν από τον κρατικό
τομέα, ενώ οι ιερατικές λειτουργίες, που αμείβονταν από τα ενοίκια ή τις δωρεές σε γη, γίνονταν κληρονομικές
και διέφευγαν από τους κανονισμούς της κρατικής διοίκησης. Κατά τα τέλη της Πέμπτης δυναστείας, «μια
ιερατική αριστοκρατία, συνήθως κληρονομική, επεκτείνεται σε βάρος της βασιλικής εξουσίας: η άσκηση των
θρησκευτικών δικαιωμάτων της προσέφερε έγγεια ιδιοκτησία και πολιτική επιρροή» 29. Ενώ οι ναοί,
απαλλαγμένοι από φόρους, αγγαρείες και υπηρεσίες κάθε είδους, μεταβάλλονταν σε κράτος εν κράτει και
διαμέλιζαν την κρατική κυριαρχία, η χειραφέτηση του κλήρου απελευθέρωνε όλες τις φυγόκεντρες δυνάμεις που
εμπεριείχε το γραφειοκρατικό κράτος. Στις προκαπιταλιστικές συνθήκες, η ενότητα της γραφειοκρατίας, πολύ
συχνά, είναι περισσότερο φαινομενική παρά πραγματική και δεν στηρίζεται σε καμία πρόσφορη οικονομική
βάση, λόγου χάρη σε έναν καταμερισμό της εργασίας σε πανεθνική κλίμακα, πράγμα που μετατρέπει όλες τις
μονάδες παραγωγής σε μέρη αλληλένδετα με το όλον. Έτσι, η αρχαία αιγυπτιακή Αυτοκρατορία, που αγνοούσε
τη χρηματική οικονομία, επομένως και την ανταλλαγή σε μεγάλη κλίμακα, ήταν μοιρασμένη σε πολλές
διοικητικές περιφέρειες («νομούς»), η καθεμία από τις οποίες λειτουργούσε σαν ένα μικρό κράτος και
αναπαρήγε σε όλες του τις λεπτομέρειες τον μηχανισμό της κεντρικής διοίκησης. Έτσι, όπως λέει ο Μπρέστεντ,
29

A. Moret, Histoire de l’Orient (Ιστορία της Ανατολής), PUF, Παρίσι 1936-1941, I, σ. 250.

«στην πρώτη ένδειξη αδυναμίας της κεντρικής εξουσίας, αρχίζει η αποσύνθεση» του γραφειοκρατικού
μηχανισμού 30 και η χειραφέτηση των «μοναρχών», που συγκροτούν πραγματικές φεουδαλικές δεσποτείες επάνω
στα εδάφη που αποσπούν από τον κεντρικό έλεγχο. Τελικώς, η Αίγυπτος επανέρχεται στην κατάσταση
φεουδαλικού κατακερματισμού, που χαρακτηρίζει τόσο την απαρχή όσο και το τέλος της ιστορίας της (μετά τη
Δεκάτη Ενάτη δυναστεία).
Αντί για τις ενιαίες οικονομίες και τις διπολικές δομές που περιέγραψε ο Μαρξ, συναντούμε, λοιπόν,
πολυκεντρικά οικονομικά καθεστώτα, όπου πολλές τάξεις, εξίσου εκμεταλλευτικές, ή τουλάχιστον ανεξάρτητες,
αντιπαρατίθενται και αλληλο-περιορίζονται, σε μια συνεχή πάλη για την ενίσχυση ή την αναδιανομή των ζωνών
κυριαρχίας. Το γεγονός ότι αυτός ο πλουραλισμός απουσιάζει από τη μαρξιστική κατασκευή δεν μπορεί παρά να
οφείλεται στο ότι διαταράσσει την αρμονία του συστήματος. Αυτό θα μας το αποδείξει η εξέταση των καθαρά
μυθολογικών θέσεων του Μαρξ για την «αυτοκαταστροφή» των κοινωνικών καθεστώτων και την πάλη των
τάξεων.

2. ΔΥΝΑΜΙΚΗ

Αν δεχτούμε αυτά που λέει ο Μαρξ, η τάξη που κάθε φορά κυριαρχεί στην κοινωνία οφείλει την υπεροχή της στην
οικονομική εξέλιξη και ορίζεται με βάση τον ρόλο της στη διαδικασία της παραγωγής. «Ασύνειδος και
παθητικός παράγοντας της προόδου» 31, που, σε όλη τη διάρκεια της «προϊστορίας της ανθρωπότητας», θα
μοιάζει όχι με την προστάτιδα θεότητα του Διαφωτισμού, αλλά «με τον απαίσιο ειδωλολατρικό θεό, που δεν
ήθελε να πίνει το νέκταρ παρά μόνο μέσα στα κρανία των θυμάτων του» 32, η εκμεταλλευτική τάξη διατηρεί και
ενισχύει την κυριαρχία της για όσο διάστημα εκπληρώνει μια προοδευτική οικονομική λειτουργία και ευνοεί τη
«συνεχή» επέκταση των παραγωγικών δυνάμεων. Αυτές οι δυνατότητες, όμως, δεν είναι απεριόριστες: έρχεται
μια στιγμή που ξεσπάει μια «αντίθεση» ανάμεσα στις «παραγωγικές σχέσεις», που διασφαλίζουν την κυριαρχία
της, και τις απαιτήσεις της τεχνικο-οικονομικής προόδου· τότε, εμφανίζεται η γενική, δομική κρίση του
καθεστώτος.
Το μαρξιστικό πρότυπο
Στον περίφημο Πρόλογο στην Κριτική της πολιτικής οικονομίας, βρίσκουμε έναν ακριβή ορισμό του ουσιαστικού
φαινομένου που, κατά τον Μαρξ, προκαλεί κάθε φορά την καταστροφή των διάφορων κοινωνικών καθεστώτων
και καθορίζει την επαναστατική τους ανατροπή.
Σε ένα ορισμένο επίπεδο της ανάπτυξής τους, οι παραγωγικές δυνάμεις της κοινωνίας έρχονται σε αντίθεση με τις
υπάρχουσες παραγωγικές σχέσεις ή, πράγμα που αποτελεί μόνο τη νομική έκφραση των παραπάνω, με τις σχέσεις
ιδιοκτησίας, στο εσωτερικό των οποίων είχαν μέχρι τότε αναπτυχθεί.

Αυτή η «αντίθεση» σύντομα εκφυλίζεται σε ανοιχτή σύγκρουση, που υποδηλώνει ανάσχεση της οικονομικής
επέκτασης: «από μορφές ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων που ήταν, αυτές οι σχέσεις [παραγωγής και
ιδιοκτησίας] μετατρέπονται σε εμπόδια στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων». Μια τέτοια κατάσταση,
όμως, δεν μπορεί να διαιωνίζεται και «τότε αρχίζει μια εποχή κοινωνικής επανάστασης», που θα θέσει
επικεφαλής της προόδου μια καινούργια τάξη. Έτσι, η κρίση προκαλείται από «τη σύγκρουση που επέρχεται
ανάμεσα στις κοινωνικές παραγωγικές δυνάμεις και τις παραγωγικές σχέσεις», και η έκβασή της θα εξαρτηθεί
από την ωριμότητα των υπαρκτών παραγωγικών δυνάμεων. Διότι...

30

J. Breasted, Histoire de l’Égypte (Ιστορία της Αιγύπτου), Βρυξέλλες, 1926, I, σ. 84.

31

ΜC, Παρίσι, 1947, σ. 79. «Willenloser und Widerstandsloser Träger».

32

Marx, Ausgewählte Schriften (Εκλεκτά κείμενα), Ζυρίχη, 1934, II, σ. 681.

...ένας οικονομικός σχηματισμός δεν εξαφανίζεται ποτέ πριν αναπτυχθούν όλες οι παραγωγικές δυνάμεις που είναι
σε θέση να περιλάβει στους κόλπους του, και ποτέ δεν παίρνουν τη θέση του νέες και ανώτερες παραγωγικές
σχέσεις, πριν οι υλικές συνθήκες ύπαρξης των σχέσεων αυτών εκκολαφθούν στους κόλπους της παλιάς κοινωνίας.
Γι’ αυτό και η ανθρωπότητα θέτει πάντα τα προβλήματα που μπορεί να λύσει, γιατί, αν παρατηρήσουμε τα
πράγματα από πιο κοντά, διαπιστώνουμε πάντα ότι το ίδιο το πρόβλημα δεν εγείρεται παρά μόνον εκεί όπου
υπάρχουν ήδη οι υλικοί όροι για την επίλυσή του ή, τουλάχιστον, βρίσκονται στη διαδικασία της γέννησής τους.

«Τι ρωμαλέα αισιοδοξία αποπνέουν αυτά τα λόγια: η ανθρωπότητα θέτει μόνο τα προβλήματα που μπορεί να
λύσει», σχολίαζε ο Πλεχάνοφ 33, σε μια εποχή που κανένας στο εργατικό κίνημα δεν υποψιαζόταν ότι το
πρόβλημα του σοσιαλισμού έμελλε να τεθεί στην κοινωνία που ήταν η λιγότερο προετοιμασμένη για να το
λύσει. Πράγματι, μόνον η αισιοδοξία μπορεί να εξηγήσει μια τόσο μυθολογική κατασκευή και μόνο ο
ενθουσιασμός εμπόδισε τον Πλεχάνοφ και τους αναρίθμητους άλλους σχολιαστές να παρατηρήσουν πως
ουδέποτε ο Μαρξ έδωσε την παραμικρή απόδειξη για να στηρίξει τη θέση του, σύμφωνα με την οποία όλες οι
άρχουσες τάξεις του παρελθόντος εμφανίζονται σαν σουμπετεριανοί επιχειρηματίες, ενώ η (προεξοφλούμενη)
κρίση καπιταλιστικής υπερπαραγωγής αποκτά αιφνιδίως αναδρομική ισχύ και διέπει όλες τους επαναστατικούς
μετασχηματισμούς του παρελθόντος.
Φυσικά, ο Μαρξ πίστεψε για μια στιγμή πως βρήκε μια επιβεβαίωση της θεωρίας του στην εξέλιξη της
φεουδαλικής κοινωνίας (της Δύσης):
Για να κρίνουμε σωστά τη φεουδαλική παραγωγή, θα πρέπει να την θεωρήσουμε τρόπο παραγωγής που βασίζεται
στον ανταγωνισμό. Θα πρέπει να δείξουμε πώς παραγόταν ο πλούτος στο εσωτερικό αυτού του ανταγωνισμού,
πώς οι παραγωγικές δυνάμεις αναπτύσσονταν παράλληλα με τον ταξικό ανταγωνισμό, πώς η μία από τις τάξεις, η
κακή πλευρά της κοινωνίας, η μειονεκτική, δυνάμωνε ολοένα, μέχρι που οι υλικές συνθήκες για τη χειραφέτησή
της έφτασαν στο σημείο της ωριμότητας 34.

Χειρότερο παράδειγμα δεν θα μπορούσε να διαλέξει κανείς. Ο Μαρξ φαντάζεται μια δυναμική φεουδαλική
οικονομία, στην οποία επικρατεί η ίδια κίνηση «συνεχούς επέκτασης των παραγωγικών δυνάμεων», την οποία
εξάλλου θεωρούσε ειδοποιό χαρακτηριστικό γνώρισμα του σύγχρονου καπιταλισμού. Αλλά η άνοδος της
παραγωγικότητας της εργασίας, και η ιδέα του κέρδους που συμβαδίζει με αυτήν, είναι ασυμβίβαστες με την
κατάσταση του φέουδου. «Πουθενά, λέει ο Α. Πιρέν, δεν διακρίνουμε την παραμικρή προσπάθεια ρήξης με τις
προαιώνιες μεθόδους αμειψισποράς, προσαρμογής των καλλιεργειών στις ιδιότητες του εδάφους, τελειοποίησης
των γεωργικών εργαλείων. Το τεράστιο γαιοκτητικό κεφάλαιο που κατέχουν η Εκκλησία και η αριστοκρατία δεν
παράγει τελικά παρά μια γαιοπρόσοδο, ασήμαντη σε σχέση με τις δυνατότητές του» 35. Ουσιαστικά στατικό,
κλειστό, ξένο προς την ιδέα του κέρδους και της μεγιστοποίησης του κέρδους, το φέουδο δεν είχε ποτέ την
οικονομική δύναμη και την οικονομική γονιμότητα που του αποδίδει ο Μαρξ. «Όχι μόνο δεν διαμόρφωσε τις
αστικές τάξεις, αλλά, απεναντίας, θα μπορούσαμε να πούμε ότι καθυστέρησε την εμφάνισή τους» 36.
Ο Μαρξ και η προκαπιταλιστική στασιμότητα
Ο Μαρξ, που περιέγραψε με διθυράμβους την αργή ανάδυση της σύγχρονης αστικής κοινωνίας, δεν επισήμανε
ποτέ τον εξαιρετικό χαρακτήρα της εξέλιξης που της επέτρεψε να αποσπαστεί από το κέλυφος του Παλαιού
Καθεστώτος και να επιβάλει τις αξίες της στο σύνολο της κοινωνίας. Αυτός, που αντιπαράθεσε με τον πιο
κατηγορηματικό τρόπο τον «επαναστατικό» οικονομικό δυναμισμό της καπιταλιστικής αστικής τάξης στην

33

Plekhanov, στο ίδιο, σ. 89.

34

ΜPh, σ. 97.

H. Pirenne, D. Cohen, H. Focillon, La Civilisation occidentale au Moyen Âge du XIe au milieu du XVe siècle, (O δυτικός
πολιτισμός στον Μεσαίωνα από τον 11ο έως τα μέσα του 15ου αιώνα), PUF, Παρίσι 1941, σ. 60.
35

H. Pirenne, Les Villes et les institutions urbaines (Οι πόλεις και οι θεσμοί των πόλεων), F. Alcan, Παρίσι-Βρυξέλλες 1939, I, σ.
11.

36

ακινησία «όλων των προηγούμενων τάξεων», στη «παχυλή οκνηρία» 37 των φεουδαρχών, στον «αντιπαραγωγικό
αποθησαυρισμό» και στις πολυτελείς δαπάνες των δουλοκτητών της αρχαιότητας, στον «παρασιτισμό» των
γραφειοκρατιών, κατασκεύασε μια ολόκληρη ερμηνεία της «παγκόσμιας» ιστορίας, μέσα στην οποία η
«ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων» εμφανίζεται σαν ένας ζηλότυπος δημιουργός, που υπόσχεται συμμαχία
και πίστη στις τάξεις που τον υπηρετούν και, οργισμένος, αφήνει απροστάτευτες εκείνες που παύουν να
υπακούουν στις εντολές του.
Και όμως, ο Μαρξ γνώριζε θαυμάσια πόσο παράλογο είναι να αποδίδουμε στις άρχουσες τάξεις του
παρελθόντος τις παραγωγικίστικες έγνοιες και την επιθυμία για τεχνικές καινοτομίες, που χαρακτηρίζουν σχεδόν
αποκλειστικά την τάξη των σύγχρονων επιχειρηματιών. Η αστική τάξη, λέει στο Κομουνιστικό μανιφέστο...
...δεν μπορεί να υπάρξει παρά μόνον υπό τον όρο ότι επαναστατικοποιεί ακατάπαυστα τα εργαλεία της εργασίας
και τον τρόπο παραγωγής, δηλαδή όλες τις κοινωνικές σχέσεις. Απεναντίας, η διατήρηση του παλιού τρόπου
παραγωγής ήταν πρωταρχικός όρος ύπαρξης όλων των προηγούμενων βιομηχανικών τάξεων. Αυτή η διαρκής
ανατροπή των τρόπων παραγωγής, αυτός ο συνεχής κλονισμός όλου του κοινωνικού συστήματος, αυτή η μόνιμη
αναστάτωση και η μόνιμη αβεβαιότητα διακρίνουν την αστική εποχή από όλες τις προηγούμενες εποχές 38.

Κατά τον Μαρξ, όλες οι άρχουσες τάξεις εξαναγκάζονται από μια ακαταμάχητη ιστορική αναγκαιότητα να
αναπτύξουν τις παραγωγικές δυνάμεις οι οποίες, στο τέλος, θα καταστήσουν αυτές τις τάξεις άχρηστες. Μα σε
όλες τις προ- ή μη-καπιταλιστικές κοινωνίες, η οικονομική ανάπτυξη ήταν λίγο-πολύ προαιρετική: όπως
επισήμανε η Ρόζα Λούξεμπουργκ, «σε όλους τους τρόπους παραγωγής που βασίζονταν σε μια οικονομία
καθαρά, ή σε μεγάλο μέρος, φυσική» 39, η διεύρυνση της παραγωγής καθοριζόταν κατά κύριο λόγο από την
αύξηση της κατανάλωσης της άρχουσας τάξης, αν δεν την προκαλούσαν απλούστατα εξω-οικονομικοί
παράγοντες, όπως λόγου χάρη η αύξηση των αναγκών του κράτους. Σε όλες, όμως, τις περιπτώσεις, τα όρια της
οικονομικής επέκτασης περιχαρακώνονταν αυστηρά από την παραδοσιοκρατική νοοτροπία της κοινωνίας, την
οικονομική αδράνεια των κυρίαρχων τάξεων και, last but not least, την εξαιρετικά ασθενή τεχνική πρόοδο.
Οικονομική αδράνεια των κυρίαρχων τάξεων σημαίνει απουσία καθαυτό οικονομικών κινήτρων. Τα κίνητρα
αυτά έχουν, λόγου χάρη, εξ ολοκλήρου ή σχεδόν εξ ολοκλήρου ατροφήσει σε όλες τις κοινωνίες στις οποίες
κυριαρχεί μία τάξη ή μία κάστα πολεμιστών ή κληρικών. Ο φεουδάρχης άρχοντας δεν ασκεί καμία διαχειριστική
δραστηριότητα· αρκείται, λέει ο Μαρξ, επαναλαμβάνοντας μια έκφραση του Χέγκελ, «να καταβροχθίζει το έχειν
του» 40 και να επιδεικνύει «τη χλιδή ενός πολυπληθούς και ακαμάτικου υπηρετικού προσωπικού». Το
πραγματικό υποκείμενο της χωροδεσποτικής οικονομίας, ο villicus, είναι ένας δουλοπάροικος εξ ολοκλήρου
υποταγμένος στον κύριό του, του οποίου ο ρόλος περιορίζεται στο να παρακρατά ένα παραδοσιακά καθορισμένο
μέρος του προϊόντος: δεν είναι δύσκολο να κατανοήσουμε ότι η ακινησία, τόσο του τρόπου παραγωγής όσο και
του τρόπου διανομής, δεν ευνοούσε καθόλου την οικονομική πρόοδο.
Το ίδιο ισχύει και με τις ιερατικές τάξεις. Οι εκχερσωτές καλόγεροι (που άλλωστε εμφανίζονται μόνο προς τα
τέλη του Μεσαίωνα) αποτελούν μάλλον εξαίρεση στην ιστορία των θεοκρατικών κοινωνιών. Η ανοιχτή
εχθρότητα που, από τους καρολίγγειους χρόνους, εκδήλωνε ο καθολικός κλήρος απέναντι στην πρακτική του
δανεισμού με τόκο και που επεκτεινόταν στο εμπόριο εν γένει, η βίαιη αντιπαράθεση με τις αστικές τάξεις στις
επισκοπικές πόλεις, φανερώνει τη θεμελιώδη ασυμβατότητα των δύο τάξεων: «Negotium negat otium neque
querit veram quietem, quae est deus» 41 διαβάζουμε στο decretum Gratiani 42.
37

ΜC, Παρίσι 1947, σ. 59.

38

Στο ίδιο, σ. 60.

39

Rosa Luxembourg, L’ accumulation du capital (Η συσσώρευση του κεφαλαίου), Librairie du Travail, Παρίσι 1935, Ι, σ. 18.

Κ, Ι, σ. 617: «verzehren des Vorhandnen». Είναι η μοναδική φορά που ο Μαρξ αναφέρεται ρητά στη χεγκελιανή διαλεκτική
του αφέντη και του δούλου.
40

41

Η ασχολία αρνείται τη σχόλη και δεν μέμφεται την αληθινή ηρεμία, η οποία είναι θεός. (σ.τ.μ.)

42

Διάταγμα του Γρατιανού.

Παρομοίως, οι αστικές τάξεις της αρχαιότητας ελάχιστα έμοιαζαν με τις σύγχρονες αστικές τάξεις. Οι
αρχαίοι, λέει ο Μαρξ, υπερβάλλοντας λιγάκι...
...δεν σκέφτονταν να μετατρέψουν το υπερπροϊόν σε κεφάλαιο, ή τουλάχιστον δεν το σκέφτονταν παρά ελάχιστα.
Η μεγάλη έκταση που πήρε σ’ αυτούς ο καθαυτό αποθησαυρισμός δείχνει ότι ένα σημαντικό τμήμα του
υπερπροϊόντος παρέμενε μη παραγωγικό. Ένα μεγάλο μέρος του δαπανιόταν σε έργα τέχνης, σε θρησκευτικά
έργα, σε δημόσια έργα. Η παραγωγή τους ενδιαφερόταν ακόμα λιγότερο να διευκολύνει την ανάπτυξη των υλικών
παραγωγικών δυνάμεων: καταμερισμό της εργασίας, εκμηχάνιση, χρήση των φυσικών δυνάμεων και της
επιστήμης για την ιδιωτική παραγωγή. Σε γενικές γραμμές, δεν ξεπέρασαν τη χειρωνακτική εργασία του τεχνίτη. Ο
πλούτος που δημιούργησαν για την ατομική κατανάλωση ήταν, κατά συνέπεια, σχετικά μικρός και φαινόταν
μεγάλος μόνο επειδή ήταν συγκεντρωμένος στα χέρια ορισμένων ατόμων, που άλλωστε δεν ήξεραν τι να τον
κάνουν. Αν, λοιπόν, δεν υπήρχε υπερπαραγωγή, υπήρχε υπερκατανάλωση από τους πλούσιους και, κατά τους
τελευταίους χρόνους της Ρώμης και της Ελλάδας, μια αλόγιστη σπατάλη 43.

Είναι φανερό ότι μια τέτοια κοινωνία δεν μπορούσε να γνωρίσει ούτε τη δυναμική ανάπτυξη ούτε την κρίση
«υπερανάπτυξης», που περιέγραψε ο Μαρξ στην περίφημη έκθεση της «υλιστικής αντίληψης της ιστορίας». Σε
αντίθεση προς τις μεσαιωνικές πόλεις, που ήταν προσανατολισμένες αποκλειστικά στο εμπόριο και τη
βιομηχανία, η αρχαία ελληνική πόλις* είναι κατά βάσιν αγροτική. Στην Αθήνα, για παράδειγμα, η δημοκρατία
είχε σαν αποτέλεσμα, από τη μια μεριά, να διπλασιάσει τον αριθμό των ιδιοκτητών πολιτών και, από την άλλη,
«να επιβάλει αυστηρούς περιορισμούς στη δραστηριότητα των πολιτών σε όλες τις χειροτεχνικές
απασχολήσεις» 44. Από οικονομική άποψη, το προνόμιο του πολίτη περιοριζόταν στο μονοπώλιο της γης: στους
«μετοίκους» είχε μεταβιβαστεί το μεγαλύτερο μέρος της βιομηχανικής και εμπορικής εργασίας, και αυτοί δεν
απέκτησαν ποτέ πολιτικά δικαιώματα, ανάλογα προς τον ηγετικό ρόλο τους στην οικονομία της πόλης.
Άμεσο επακόλουθο των στρατιωτικών νικών της Ρώμης, ο ρωμαϊκός «καπιταλισμός» ούτε προκλήθηκε ούτε
υποστηρίχθηκε από μια πρόσφορη ανάπτυξη του καθαυτό εμπορίου και της καθαυτό βιομηχανίας. Η
«οικονομική δραστηριότητα» των καπιταλιστών ήταν μια επίσημη και ιδιωτική ληστεία, που ασκούσαν οι
συγκλητικοί και οι κάτοχοι χρηματικής περιουσίας, οι οποίοι ποτέ δεν νοιάστηκαν να αναπτύξουν τις
παραγωγικές δυνάμεις. Η αθρόα εισροή πολύτιμων μετάλλων, που ακολούθησε την κατάκτηση του Μεξικού και
του Περού, υπήρξε, όπως ξέρουμε, ένα καθοριστικό γεγονός στην ιστορία του σύγχρονου καπιταλισμού. Τίποτα
παρόμοιο δεν συνέβη στον ρωμαϊκό κόσμο: συσσωρευόμενο στη Ρώμη, αλλά χωρίς να διασφαλίζεται από ένα
γνήσιο επιχειρηματικό πνεύμα, το κεφάλαιο, προϊόν πολλών αιώνων εργασίας του μεσογειακού κόσμου,
κατασπαταλήθηκε μέσα σ’ έναν αιώνα45. Πράγματι, αυτές οι παλιές τάξεις των συγκλητικών και των ιππέων,
που κατασπατάλησαν αμύθητες περιουσίες σε αλόγιστες ασωτείες, δεν γνώριζαν άλλες επιχειρήσεις παρά μόνο
εκείνες που κατέστρεφαν τις ίδιες τις προϋποθέσεις της οικονομικής ανάπτυξης: την ενοικίαση των φόρων, την
ξέφρενη εκμετάλλευση των συμμάχων, των επαρχιωτών και των ηττημένων, τις επενδύσεις σε γη και τα
τοκογλυφικά δάνεια. Έτσι, μετά τον Καίσαρα, που κατάργησε την ενοικίαση των φόρων, και τον Αύγουστο, που
ανέθεσε αποκλειστικά στο κράτος την εκμετάλλευση των ορυχείων, οι επενδύσεις σε γη απορρόφησαν, σχεδόν
στο σύνολό τους, τα διαθέσιμα κεφάλαια. Αντί να ζωντανέψουν την καχεκτική βιομηχανία των πόλεων, οι
οποίες ήταν πλημμυρισμένες από έναν τεράστιο υπερπληθυσμό που ζούσε από τα δώρα των πατρικίων και τις
δωρεάν διανομές τροφίμων, οι καπιταλιστές έσπευσαν να αγοράσουν γαίες και να καταστρέψουν την τάξη των
μικροϊδιοκτητών αγροτών, την οποία είχαν ανασυγκροτήσει οι πρώτοι Καίσαρες.
Μια εσωστρεφής δυναμική

43

K. Marx, Histoires des doctrines économiques, éd. Costes, Παρίσι 1924-1925, V, σ. 90.

44

G. Glotz, Le travail dans la Grèce ancienne, F. Alcan, Παρίσι, 1920, σ. 208.

45

F. Lot, La fin du monde antique et le début du Moyen Âge, Albin Michel, Παρίσι 1927, σ. 95.

Εδώ, η μαζική απαλλοτρίωση των ανεξάρτητων μικρο-παραγωγών είχε τα αντίθετα αποτελέσματα από αυτά που
έφερε στη Δύση. Ο Μαρξ την θεωρούσε ένα από τα κύρια αίτια του καπιταλισμού. Στη ρωμαϊκή Αυτοκρατορία,
υπήρξε η αφετηρία της επανεμφάνισης της δουλοπαροικίας, με τη μορφή του συστήματος του κληρονομικού
γεώμορου, και δεν ευνόησε καθόλου τον καπιταλιστικό μετασχηματισμό της οικονομίας των πόλεων. Ο ίδιος ο
Μαρξ, άλλωστε, υπογραμμίζει αυτή τη δυσαναλογία σε μια επιστολή του, όπου αρνείται ακριβώς στους οπαδούς
του το δικαίωμα να μετατρέψουν τη θεωρία του σε «πανάκεια» που ισχύει για τα πάντα 46:
Οι πληβείοι ήταν αρχικά ελεύθεροι αγρότες που καλλιεργούσαν, ο καθένας για λογαριασμό του, τον κλήρο τους.
Στην πορεία της ρωμαϊκής ιστορίας, απαλλοτριώθηκαν. Η ίδια κίνηση, που τους αποχώρισε από τα μέσα
παραγωγής και επιβίωσής τους, προκάλεσε τον σχηματισμό όχι μόνο μεγάλων έγγειων ιδιοκτησιών αλλά και
μεγάλων χρηματικών κεφαλαίων. Έτσι, μια ωραία πρωία, υπήρξαν από τη μια μεριά άνθρωποι ελεύθεροι,
στερημένοι από τα πάντα εκτός από την εργατική τους δύναμη, και από την άλλη οι κάτοχοι όλου του πλούτου
που αποκτήθηκε, για να εκμεταλλευτούν την εργασία αυτή. Τι συνέβη όμως; Οι Ρωμαίοι προλετάριοι δεν έγιναν
μισθωτοί εργάτες, αλλά ένας χασομέρης όχλος· και πλάι τους, αναπτύχθηκε ένας τρόπος παραγωγής όχι
καπιταλιστικός, αλλά δουλοκτητικός.

Η περιγραφή αυτή πάσχει από μια υπερβολική συστηματοποίηση και δεν ισχύει παρά μόνο για τα τέλη της
περιόδου της Δημοκρατίας. Απεναντίας, οι δύο πρώτοι αιώνες της Αυτοκρατορίας γνώρισαν την παρακμή της
δουλείας, την επέκταση της μισθωτής εργασίας και την εμφάνιση μιας μεσαίας τάξης που αποτελούνταν από
απελεύθερους και ήταν η μοναδική τάξη της αρχαιότητας που θυμίζει τη σύγχρονη αστική τάξη. Αυτή η άνοδος
των απελεύθερων, που ο Σάμουελ Ντιλ περιγράφει σαν μια «μεγάλη και ευεργετική επανάσταση» 47, βρήκε
μάλιστα την έκφρασή της στον θεσμό της τάξης των augustales, που τοποθετούσε τα εξέχοντα μέλη αυτής της
νέας τάξης σε θέση ενδιάμεση ανάμεσα στους δέκαρχους και τους πληβείους, θέση ανάλογη με εκείνη που
κατείχε, στα χρόνια της Δημοκρατίας, η τάξη των ιππέων. Για μια ακόμη φορά, η εξέλιξη αυτή, που σημαδεύει
την κορύφωση της ευημερίας κατά την πρώιμη Αυτοκρατορία, δεν οδήγησε σε καμία αξιοσημείωτη ανάπτυξη
των παραγωγικών δυνάμεων. Οι απελεύθεροι αυτοί, ο πλούτος των οποίων έγινε παροιμιώδης, είχαν, ενίοτε, το
δικαίωμα να φορούν την τόγα με πορφυρή μπορντούρα, να διαθέτουν ραβδούχους, ακόμα και δικαίωμα στο
bisellium, τιμητική θέση που προοριζόταν για τους ανώτατους αξιωματούχους· στα χρόνια μεταξύ του
Καλιγούλα και του Βιτέλιου, κατόρθωσαν να αποκτήσουν το μονοπώλιο, κατά κάποιον τρόπο, των αυλικών
αξιωμάτων – ποτέ όμως δεν κατόρθωσαν να συγκροτήσουν μια ηγέτιδα τάξη, ικανή να στηρίξει αποτελεσματικά
και να προσανατολίσει τη δράση του κράτους στην πάλη του εναντίον της εσωτερικής αναρχίας και της
βαρβαρικής απειλής. Τα διοικητικά και στρατιωτικά προβλήματα, που αντιμετώπιζε όλο και πιο επιτακτικά η
Αυτοκρατορία, ξεπερνούσαν αισθητά τις δυνατότητές τους· η άνοδός τους συνετρίβη αφ’ ενός από την ολοένα
αυξανόμενη παρέμβαση του γραφειοκρατικού και του στρατιωτικού στοιχείου και αφ’ ετέρου από τη δική τους
ανικανότητα να συγκροτήσουν μια πραγματική τάξη επιχειρηματιών της βιομηχανίας. Πάνω απ’ όλα, τους
έλειπε μια πρόσφορη τεχνική βάση.
Ούτε η εισαγωγή στην υφαντουργική βιομηχανία ενός τελειοποιημένου κατακόρυφου αργαλειού, ούτε η νέα
πρακτική της χρήσης καλουπιών στην κεραμική, ούτε η βελτίωση των μεθόδων αποξήρανσης στα ορυχεία, χάρη
στην εισαγωγή της αντλίας του Αρχιμήδη, τροποποίησαν αισθητά τον ρυθμό της βιομηχανικής παραγωγής: σε
όλη τη διάρκεια της αρχαιότητας, η δυνατότητα αυτόματων μηχανικών μεθόδων περιορίστηκε στον χώρο των
θεών και της Ουτοπίας, στον οποίο την είχαν περιορίσει ο Όμηρος και ο Αριστοτέλης. Αν η συγκέντρωση του
πλούτου και ο πολλαπλασιασμός των ελεύθερων εργατών έτειναν να οδηγήσουν σε μια καπιταλιστική
οικονομία, στη βάση της μισθωτής εργασίας, η καχεξία της τεχνικής προόδου και προπάντων η
γραφειοκρατικοποίηση της οικονομίας των πόλεων και η υπέρμετρη ισχύς των μεγάλων γαιοκτημόνων της
Δύσης έμελλαν τελικά να οδηγήσουν σε μια μορφή εκμετάλλευσης της εργασίας ακόμα πιο οπισθοδρομική από
Πρβλ. M. Rubel, Karl Marx. Pages choisies pour une éthique socialiste (Κ. Μαρξ. Εκλεκτές σελίδες για μια σοσιαλιστική
ηθική), M. Rivière, Παρίσι 1948, σ. 75.
46

S. Dill, Roman Society from Nero to M. Aurelius (Η ρωμαϊκή κοινωνία από τον Νέρωνα έως τον Μ. Αυρήλιο), Meridian books,
Νέα Υόρκη 1956, σ. 105.

47

τη δουλοκτητική οικονομία: στη δουλοπαροικία. Όπως λέει ένας από τους πρώτους ιστορικούς που υιοθέτησαν
τη μαρξιστική μεθοδολογία, «επήλθε έτσι μια διαδικασία οικονομικής αναδίπλωσης» 48, που κατέληξε στο να
αναπαράγει, σε γιγαντιαία κλίμακα, τη δουλοπαροικία, που χαρακτηρίζει τις πιο αρχαϊκές και πιο στάσιμες
μορφές οικονομικής οργάνωσης.
Εδώ, βρισκόμαστε στους αντίποδες της σωρευτικής και ευθύγραμμης εξέλιξης, που έθεσε σαν αξίωμα ο
Μαρξ. Είναι φανερό ότι το πρότυπο της επαναστατικής κρίσης που πρόβαλλε γίνεται ακατανόητο από τη στιγμή
που περνάμε τα ιστορικά και γεωγραφικά σύνορα της σύγχρονης βιομηχανικής κοινωνίας. Όπως είχε ήδη
παρατηρήσει ο Ζόρζ Σορέλ, «το σχήμα δεν αναφέρεται ασφαλώς στην ιστορία, αλλά σε υποθέσεις για το
μέλλον» 49. Προβολή, κατ’ εξοχήν «ιδεολογική», των ιδιαίτερων συνθηκών της (προεξοφλούμενης) κρίσης του
καπιταλισμού, το μαρξιστικό σχήμα είναι ένας μύθος που προορίζεται να ενισχύσει την «αισιοδοξία» των
μαθητών, ενώ δεν παύει να είναι ελάχιστα γόνιμο σαν υπόθεση εργασίας.

3. Η ΠΑΛΗ ΤΩΝ ΤΑΞΕΩΝ

Απ’ όλες τις μαρξιστικές θεωρίες, καμία δεν είναι τόσο δημοφιλής όσο η θεωρία της πάλης των τάξεων.
Αναμφίβολα, για να τονίσει τη σημασία της, ο Ένγκελς τη διεκδίκησε σαν «απόλυτο και αποκλειστικό κτήμα
του Μαρξ» 50. Και όμως, ο ανταγωνισμός πλούσιων και φτωχών είναι θέμα κοινότοπο από τα χρόνια των
Ελλήνων σοφιστών. Ο Πλάτων είναι σίγουρο πως δεν το παρέβλεψε, και ο Αριστοτέλης το ανήγαγε σε κύριο
πυλώνα της θεωρίας του για τις επαναστάσεις. Από την άλλη, ο Μπαζάρ, ο Κονσιντεράν, οι δυο Μπλανκί,
καθώς και διακηρυγμένοι συντηρητικοί όπως ο Γκιζό ή ο Λόρεντς φον Στάιν, δεν χρειάστηκε να περιμένουν το
Μανιφέστο για να παρουσιάσουν την ιστορία σαν μια πάλη των τάξεων: η ίδια η διατύπωση δεν είναι καν του
Μαρξ, αλλά του Καρλ Γκριν (Karl Grün), του «φιλοσοφικού σοσιαλιστή», που τόσο ελεεινολογούσε ο Μαρξ. Η
ιστορία, έγραφε ο Γκριν στα 1844...
…δεν υπήρξε, μέχρι τις μέρες μας, τίποτε άλλο παρά ένας μοναδικός και αδιάκοπος πόλεμος· ένας πόλεμος των
ευτυχισμένων, των εχόντων, των νικητών, εναντίον των δυστυχισμένων, των απόκληρων, των ηττημένων. Στην
Ελλάδα, αυτοί οι τελευταίοι λέγονταν δούλοι και είλωτες, στη Ρώμη δούλοι, στον Μεσαίωνα δουλοπάροικοι. Στον
πολιτισμένο κόσμο, ονομάζονται προλετάριοι... 51

Θα μπορούσαμε να πιστέψουμε πως διαβάζουμε την αρχή του Μανιφέστου... Θα είχαμε, ωστόσο, άδικο αν
ελαχιστοποιούσαμε την πρωτοτυπία του Μαρξ. Όπως τόνισε ο Κάουτσκι 52, ο Μαρξ ήταν ο πρώτος που θεώρησε
την πάλη των τάξεων «κινητήρια δύναμη της κοινωνικής ανάπτυξης». Φυσικά, λέει ο Κάουτσκι, οι
προγενέστεροί του δεν αγνοούσαν την ύπαρξη της πάλης των τάξεων, «αλλά δεν έβλεπαν ότι τη γεννάει
αναπόφευκτα η οικονομική ανάπτυξη και ότι ανοίγει τον δρόμο για μια νέα τάξη πραγμάτων».
Ας εξετάσουμε διεξοδικότερα τα δυο αυτά σημεία.
Οι αντικειμενικές προϋποθέσεις της επανάστασης

48

E. Ciccoti, Le Déclin de l’ esclavage antique (Η παρακμή της δουλείας στην αρχαιότητα), M. Rivière, Παρίσι 1910, σ. 429.

49

«Πρόλογος» του Sorel στο, Edwin Seligman, Interpétation économique de l’ histoire, Marcel Riviere, Παρίσι 1911.

50

ΜC, Παρίσι 1947, σ. 43.

51

Πρβλ. Ch. Andler, Introduction historique. Le Manifeste Communiste, Παρίσι 1901, σσ. 67-68.

Πρβλ. την απάντηση του Κάουτσκι στον Β. Τσερκέζοφ, που κατηγόρησε τον Μαρξ για λογοκλοπή: K. Kautsky, Das
Kommunistische Manifest: ein Plagiat!, στο Die Neue Zeit, τόμ. II (1906), σ. 698. Για τον Τσερκέζοφ, βλ. Le Contrat social,
Ιούλιος 1957, σ. 190 κε.
52

Η αλήθεια είναι ότι ο Μαρξ υπέταξε, αρχικά, τη θεωρία της πάλης των τάξεων στη θεωρία της οικονομικής
δυναμικής: «Όλες οι συγκρούσεις της ιστορίας, διαβάζουμε ήδη στη Γερμανική ιδεολογία, έχουν την αφετηρία
τους στην αντίθεση ανάμεσα στις παραγωγικές δυνάμεις και τη μορφή των κοινωνικών σχέσεων»53. Αν η
επανάσταση εμφανίζεται σαν η «κινητήρια δύναμη της ιστορίας» 54, αυτό το κάνει αποκλειστικά σαν θεραπαινίδα
της οικονομικής προόδου, σαν «μαμή» των νέων μορφών οικονομικής οργάνωσης, που δημιουργούνται «στο
εσωτερικό της παλιάς κοινωνίας». Και μάλιστα, αυτές οι επαναστάσεις, που δίνουν τον ρυθμό στην ιστορία των
κοινωνιών, δεν αποτελούν σε καμία περίπτωση το πρωταρχικό φαινόμενο: όχι μόνο οφείλονται στην
ακαταμάχητη ώθηση των παραγωγικών δυνάμεων, αλλά επίσης παραμένουν στείρες και γεννούν μόνο ανίσχυρες
«εξεγέρσεις» 55, εφ’ όσον δεν στηρίζονται σε «μια νέα και επαναστατική παραγωγική δύναμη». Συνεπώς, αυτό
που προκαλεί την κατάρρευση του Προεπαναστατικού Καθεστώτος και επιτρέπει κάθε φορά στην
εκμεταλλευόμενη τάξη να βγει από την παθητικότητά της και να επιβεβαιωθεί σαν ανεξάρτητη ιστορική δύναμη,
που ενεργεί και υπάρχει «για τον εαυτό της» 56, είναι η εμφάνιση «νέων και επαναστατικών» παραγωγικών
δυνάμεων.
Ιδού η πρώτη συστηματική έκθεση αυτής της πραγματικά πρωτότυπης αντίληψης για την κοινωνική
επανάσταση:
Μια καταπιεζόμενη τάξη αποτελεί τη ζωτική προϋπόθεση κάθε κοινωνίας που βασίζεται στον ανταγωνισμό των
τάξεων. Η απελευθέρωση της καταπιεζόμενης τάξης συνεπάγεται, λοιπόν, αναγκαστικά τη δημιουργία μιας νέας
κοινωνίας. Για να μπορέσει να απελευθερωθεί η καταπιεζόμενη τάξη, θα πρέπει οι υπάρχουσες παραγωγικές
δυνάμεις να μη μπορούν να συνυπάρξουν οι μεν δίπλα στις δε. Από όλα τα εργαλεία παραγωγής, η μεγαλύτερη
παραγωγική δύναμη είναι η ίδια η επαναστατική τάξη. Η οργάνωση των επαναστατικών στοιχείων σε τάξη
προϋποθέτει την ύπαρξη όλων των παραγωγικών δυνάμεων που θα μπορούσαν να γεννηθούν στους κόλπους της
παλιάς κοινωνίας 57.

Ξαναβρίσκουμε εδώ το συναρπαστικό «ολιστικό» αξίωμα του «Προλόγου» στην Κριτική της πολιτικής
οικονομίας: καμία κοινωνία δεν εξαφανίζεται πριν πραγματώσει και εξαντλήσει την «ολότητα» των
παραγωγικών της δυνατοτήτων. Επισημάναμε ήδη ότι αυτή η οργανική αντίληψη των «αντικειμενικών
προϋποθέσεων» της επανάστασης έρχεται σε ανοιχτή αντίφαση με τη μαρξιστική θεωρία της προκαπιταλιστικής
στασιμότητας: καμία από τις γνωστές στον Μαρξ προβιομηχανικές κοινωνίες δεν κατέρρευσε εξαιτίας της
υπεραφθονίας των παραγωγικών δυνάμεων που είχε συσσωρεύσει. Επιπλέον, είναι και λαθεμένη: καμία από τις
γνωστές στον Μαρξ επαναστάσεις δεν μπορεί να περιγραφεί με όρους σύγκρουσης ανάμεσα στις παραγωγικές
δυνάμεις και τις παραγωγικές σχέσεις. Σε σχέση με αυτό, το μόνο που πετυχαίνουν οι διευκρινίσεις του Μαρξ
είναι να επιτείνουν τη δυσφορία μας:
Ο βαθμός ανάπτυξης του καταμερισμού της εργασίας είναι αυτός που δείχνει με τον πιο εμφανή τρόπο μέχρι ποίου
σημείου έχουν αναπτυχθεί οι παραγωγικές δυνάμεις ενός έθνους. Κάθε νέα παραγωγική δύναμη, στο μέτρο που
δεν είναι μια καθαρά ποσοτική επέκταση των ήδη γνωστών παραγωγικών δυνάμεων (η εκχέρσωση των εδαφών,
για παράδειγμα), επιφέρει μια νέα ανάπτυξη του καταμερισμού της εργασίας 58.

Πρόκειται για την πρώτη διατύπωση της μαρξιστικής θεωρίας για την επανάσταση. Ο Μαρξ δεν χρησιμοποιεί ακόμα τον όρο
«παραγωγικές σχέσεις». Υποδεικνύει, ωστόσο, ότι ο όρος «μορφή σχέσεων» υποδηλώνει «τις μορφές οργάνωσης της εργασίας
και τις μορφές ιδιοκτησίας που απορρέουν από αυτήν». DI, σ. 61.

53

54

DI, σ. 35.

55

DI, σ. 457.

56

MPh, σ. 134.

57

Στο ίδιο, σ. 135.

58

DI, σ. 17.

Είναι φανερό ότι αυτό το κριτήριο της «ποιοτικής» ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων δεν μπορεί να
εφαρμοστεί στα επαναστατικά κινήματα του παρελθόντος, που σχεδόν όλα είχαν για επίκεντρό τους το
πρόβλημα της κατοχής της γης, δηλαδή, της κατ’ εξοχήν αμετακίνητης και στάσιμης παραγωγικής δύναμης. Η
στασιμότητα της γεωργίας μέχρι τον 19ο αιώνα δεν στάθηκε ποτέ εμπόδιο στην επαναστατική διανομή των
γαιών (ούτε, εξάλλου, στην ανασυγκρότηση της μεγάλης γαιοκτησίας). Οι αργές, ανεπαίσθητες, πρόοδοι των
αγροτικών τεχνικών δεν συνέβαλαν καθόλου στην επιτυχία των αγροτικών νόμων του Γάιου Φλαμίνιου 59 (ούτε
στην αποτυχία των αγροτικών νόμων των Γράκχων). Και αν οι εκατό χιλιάδες νέες αγροτικές ιδιοκτησίες, που
δημιούργησε ο Καίσαρας, δεν αντιπροσώπευαν παρά μια καθαρά «ποσοτική» ανάπτυξη των παραγωγικών
δυνάμεων, αυτό δεν τις εμπόδισε καθόλου να παίξουν αποφασιστικό ρόλο στην αναγέννηση της ιταλικής
γεωργίας και στην κοινωνική ειρήνη. Από την άλλη πλευρά ούτε η εισαγωγή του ελληνιστικού νερόμυλου ή της
αφρικανικής tribula 60, ούτε η υιοθέτηση του αρότρου με τροχούς και των μηχανικών θεριστικών μηχανών των
Γαλατών πρόσφεραν στους αγρότες της Ύστερης Αυτοκρατορίας τις «νέες και επαναστατικές δυνάμεις» που
είχαν ανάγκη για ν’ αντισταθούν στις υπερβάσεις των φοροεισπρακτόρων και στις πιέσεις των
μεγαλογαιοκτημόνων: προφανώς, σε άλλα όπλα χρωστούσαν οι πρόγονοί τους την ανεξαρτησία και την
ευημερία τους. Γενικά, στις συνθήκες των προκαπιταλιστικών κοινωνιών, το καθεστώς ιδιοκτησίας της γης ήταν
στην ουσία ζήτημα καθαρού συσχετισμού δυνάμεων: αυτό που, σχεδόν παντού, υποδούλωσε τους αγρότες δεν
είναι ο «χειρόμυλος» αλλά το πολεμικό άτι.
Η μόνη χώρα της μεσογειακής αρχαιότητας στην οποία η προμηθεϊκή έννοια της ανάπτυξης των
παραγωγικών δυνάμεων παύει να συνιστά μια αφαίρεση και υποδηλώνει πραγματικά μια μόνιμη και
αποτελεσματική φροντίδα, είναι η Αίγυπτος των Φαραώ (και των Λαγιδών). Το παράδοξο είναι ότι, εκεί, η
οικονομική πρόοδος υπήρξε έργο της μοναδικής τάξης που ο Μαρξ πεισματικά αρνούνταν να αναγνωρίσει σαν
τέτοια: της γραφειοκρατίας 61. Η ορμή που επέδειξε ενώνοντας πρώτ’ απ’ όλα τα δύο τμήματα της χώρας –οι
χωριστικές τάσεις των οποίων θα αφυπνίζονται με κάθε εξασθένιση της κεντρικής εξουσίας– αποδεικνυόταν και
από τον τρόπο με τον οποίο οργάνωσε τα γιγάντια αρδευτικά έργα και αξιοποίησε την άγονη γη. Το μέγεθος των
έργων αυτών γίνεται αντιληπτό από την αποξήρανση του Φαγιούμ, στα χρόνια της Δωδεκάτης δυναστείας. Επί
αιώνες ολόκληρους (τρεις αιώνες κατά την Τρίτη και Τέταρτη δυναστεία, δύο κατά τη Δωδεκάτη, καθώς και δύο
ακόμα κατά τη Δέκατη Όγδοη), η γραφειοκρατία εξασφάλιζε την ενότητα και την ευημερία της χώρας. Στη
συνέχεια, η κυριαρχία της παρήκμαζε, υπονομευμένη όχι από την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, αλλά
από την ολοένα αυξανόμενη ισχύ των ναών που μετατρέπονταν σε φεουδαλικές χωροδεσποτείες. Η κρίση έληγε
πάντα με τον κατακερματισμό της χώρας και την οικονομική οπισθοδρόμηση και όχι, βέβαια, με την
εγκαθίδρυση ενός «νέου και ανώτερου» τρόπου παραγωγής. Όπως αναφέρει ο Μπρήστεντ για το τέλος της
Δωδεκάτης δυναστείας, «η έλλειψη ενότητας στην διοίκηση της υπηρεσίας άρδευσης, με την οποία είχε
προικίσει τη χώρα η βασιλεία, προάγοντας την υπηρεσία αυτή στο ύψος ενός κρατικού θεσμού, καθώς και η
γενικευμένη πολιτική αστάθεια, αποτελούσαν ένα ανυπέρβλητο εμπόδιο στη γεωργική και βιομηχανική
ανάπτυξη του έθνους» 62.
Η Ελλάδα του 7ου αιώνα αποτελεί ένα από τα σπάνια παραδείγματα κοινωνικής επανάστασης, που ήρθε σαν
συνέπεια της οικονομικής ανάπτυξης. Αλλά, για μια ακόμα φορά, θα ήταν παράλογο να αποδώσουμε την
παρακμή των Ευπατρίδων στην εγγενή διαλεκτική του αριστοκρατικού καθεστώτος. Το καθεστώς αυτό, που
υποδούλωνε τη μεγάλη μάζα των αγροτών σε μια χούφτα αριστοκρατικών οικογενειών, «θα μπορούσε να
διατηρηθεί επ’ άπειρον», παρατηρεί ο Γκουστάβ Γκλοτζ 63, αν ένα ολοένα αυξανόμενο πλήθος νέων ανθρώπων –
Ο Γάιος Φλαμινίνος Νέπος, δήμαρχος, πληβειακής καταγωγής, εισήγαγε επιτυχώς, και παρά την αντίδραση των πατρικίων, το
232 π.Χ., έναν νόμο που παραχωρούσε γαίες στους πληβείους (σ.τ.ε).
59

60

Αλωνιστικής μηχανής.

61

Πρβλ. τη μελέτη μας «Ο Μαρξ και ο δεσποτισμός», Le Contrat social, Ιανουάριος 1960 (Βλ. παρακάτω).

62

J. Breasted, Histoire de l’ Égypte, ό.π., I, σ. 220.

63

G. Glotz, La Cité grecque, Renaissance du livre, Παρίσι 1928, σ. 118.

εφοπλιστές, έμποροι, τεχνίτες–, εδραιωμένο έξω από τις πατριές, δεν εμφανιζόταν για να διεκδικήσει την
ηγεμονία από τη γαιοκτητική αριστοκρατία. Κοντολογίς, το αριστοκρατικό καθεστώς δεν κατέρρευσε κάτω από
το βάρος του πλούτου του· ροκανίστηκε στην κυριολεξία από τη διαβρωτική επιρροή αυτής της νέας
«χρηματιστικής» τάξης, η οποία αποκλειόταν από την απόκτηση έγγειου πλούτου, εξαιτίας του
αναπαλλοτρίωτου χαρακτήρα των κτημάτων των αριστοκρατών και της επίμορτης καλλιέργειας των κτημάτων.
Ας προσθέσουμε εδώ ότι αυτή η ανερχόμενη τάξη θα μπορούσε θαυμάσια να συνυπάρξει, σε μια κατάσταση
συμβίωσης, με λίγες ή πολλές συγκρούσεις, με τους μεγαλο-γαιοκτήμονες, όπως συνέβαινε ανέκαθεν στην Ασία,
και όπως μας δείχνει το παράδειγμα της πιο βιομηχανικής πόλης της Ελλάδας, της Μιλήτου. Επί πλέον,
περιορισμένοι στις δικές τους δυνάμεις, οι απαλλοτριωμένοι αγρότες θα είχαν οπωσδήποτε συντριβεί από τους
Ευπατρίδες, αν ένας αποφασιστικής σημασίας μετασχηματισμός στην τέχνη του πολέμου δεν είχε έρθει την
κατάλληλη στιγμή για να μεταβάλει προς όφελός τους τον συσχετισμό δυνάμεων: μετά τον δεύτερο μεσσηνιακό
πόλεμο, το πολεμικό άτι, που το έζευαν σε άμαξες ή το ίππευαν, και το οποίο εξασφάλιζε την υπεροχή της
αριστοκρατίας στις μάχες, εκθρονίζεται από τη μαζική φάλαγγα των βαριά οπλισμένων και πειθαρχημένων
οπλιτών. Σε αντίθεση, λοιπόν, με τη θεωρία του Ένγκελς, που συνάγει τη στρατιωτική υπεροχή από την
οικονομική ανωτερότητα, η καινοτομία αυτή, που εκδημοκράτισε τη «σιδηροφορία», την οποία μονοπωλούσε
ίσαμε τότε το ιππικό των αριστοκρατών, διενεργήθηκε τελείως ανεξάρτητα από την οικονομική και κοινωνική
εξέλιξη. Είναι πολύ πιθανό ότι αυτή η πραγματικά «νέα και επαναστατική» δύναμη ήρθε από τη Σπάρτη, όπου
το εμπόριο και η βιομηχανία, που απαγορεύονταν από δρακόντειους νόμους, δεν υπήρχαν, ή μάλλον έπρεπε να
ασκούνται στα κρυφά. Αν στη Δύση, όπως λέει ο Φούλερ, ο πεζικάριος γέννησε τον δημοκράτη, στην Ελλάδα, ο
οπλίτης γέννησε τον ελεύθερο αγρότη, που με τη σειρά του δημιούργησε τον πολίτη: η αγροτική επανάσταση
των πόλεων, κατά τους χρόνους των τυράννων, έγινε εφικτή, όχι εξαιτίας μιας νέας μορφής καταμερισμού της
εργασίας, αλλά εξαιτίας ενός «ποιοτικού» μετασχηματισμού της στρατιωτικής τεχνολογίας. Και εδώ, ο
Αριστοτέλης υπήρξε πολύ πιο «υλιστής» από τον Μαρξ.
Ασυζητητί πρωτότυπη, αλλά ασήμαντη, η μαρξιστική θεωρία των «αντικειμενικών» προϋποθέσεων της
επανάστασης, δεν είναι παρά μία «προοπτικιστική χίμαιρα», πίσω από την οποία κρύβεται μια υπόθεση για το
μέλλον, που περιμένει ακόμα την επιβεβαίωσή της· η υπόθεση, δηλαδή, ότι η ίδια η λειτουργία του
καπιταλιστικού καθεστώτος οδηγεί τελικά στην καταστροφή του, καθώς και στη δημιουργία των υλικών όρων
που επιτρέπουν στο προλεταριάτο, και μόνο σ’ αυτό, να ανατρέψει την αστική κυριαρχία και να καταλάβει την
εξουσία. Στη διπλή αυτή πρόβλεψη, που έχει, σε μεγάλο βαθμό, διαψευσθεί από τα γεγονότα, οφείλουμε τις
καταχρηστικές γενικεύσεις του «ιστορικού υλισμού» και, ειδικότερα, την όλο και πιο μυθολογική εικόνα, που
φαντάστηκαν ο Μαρξ και οι μαθητές του, για τον ιστορικό ρόλο των εκμεταλλευόμενων τάξεων και για τη
γονιμότητα των εξεγέρσεών τους.
Η επαναστατική τάξη
Ο Μαρξ διαφοροποιείται από τους αστούς ή σοσιαλιστές προδρόμους του με τη διαλεκτική του αντίληψη για
την εκμεταλλευόμενη τάξη, που αποτελεί την ενσάρκωση της αρνητικότητας. Όπως είπε και ο ίδιος, πολύ πριν
απ’ αυτόν, οι αστοί οικονομολόγοι είχαν σκιαγραφήσει μια καθαρά οικονομική ερμηνεία των τάξεων και είχαν
περιγράψει, με μεγαλύτερη ή μικρότερη ακρίβεια, τις διάφορες διαδοχικές μορφές και τα διαδοχικά στάδια της
εκμετάλλευσης και της πάλης μεταξύ των τάξεων. Κανένας, όμως, πριν από τον Μαρξ δεν είχε σκεφτεί να
αποδώσει στην εκμεταλλευόμενη τάξη τη δημιουργική δύναμη που της αποδίδει ο μαρξισμός. Η αναγνώριση της
«αναγκαιότητας του ανταγωνισμού» 64, η εξύμνηση του «επαναστατικού» ρόλου της εξαθλίωσης, καθίστανται,
στον Μαρξ, μια πραγματική λυδία λίθος, μια ομολογία πίστης, και αποτελούν το ουσιαστικό κριτήριο που
επιτρέπει στον μαρξισμό να ορίζεται σε αντιπαράθεση τόσο προς τους αστούς ιδεολόγους όσο και προς τους
«ουτοπικούς» θεωρητικούς.

64

MPh, σ. 99.

Αυτό που ενδιαφέρει τον Μαρξ δεν είναι η εξαθλίωση της εκμεταλλευόμενης τάξης· μάλιστα, θα ξεκινήσει
καταγγέλλοντας την ανθρωπιστική «ψευδαίσθηση», που «δεν βλέπει στην αθλιότητα παρά μόνο την
αθλιότητα» 65. Η φιλάνθρωπη αγανάκτηση έχει ίσως αξία όταν ο ανταγωνισμός των τάξεων βρίσκεται σε
λανθάνουσα κατάσταση: όσο εξακολουθούμε να βρισκόμαστε «στις απαρχές της πάλης», είναι πιθανό να μην
έχουμε καμία προοπτική για το μέλλον και να μη βλέπουμε στην αθλιότητα «την ανατρεπτική επαναστατική
πλευρά, που θα γκρεμίσει την παλιά κοινωνία». Από τη στιγμή, όμως, που οι αντιθέσεις, οι σύμφυτες με κάθε
καθεστώς που βασίζεται στην ταξική εκμετάλλευση, βγαίνουν στο φως, ο απατηλός χαρακτήρας όλων των
«ιδεολογιών» γίνεται ολοφάνερος. Την ίδια στιγμή που η πραγματικότητα υποτάσσεται στην «αναγκαιότητα του
ανταγωνισμού» και αποκαλύπτει την ανατρεπτική πλευρά της εξαθλίωσης, οι ιδεολόγοι γυρίζουν την πλάτη
στην ιστορία και βρίσκουν καταφύγιο στον κυνισμό ή στις ηθικολογίες. Οι μεν, αρκούνται να μένουν
«αδιάφοροι απέναντι σε αυτό που αποκαλούν μειονεκτήματα της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων» 66 ή να
παρουσιάζονται σαν μοιρολάτρες: «Η αθλιότητα δεν είναι στα μάτια τους παρά ο πόνος που συνοδεύει κάθε
γέννηση, τόσο στη φύση όσο και στη βιομηχανία» 67. Οι δε, αντιπαραθέτουν την «καλή» προς την «κακή
πλευρά», τα «πλεονεκτήματα» προς τα «μειονεκτήματα» της κοινωνίας, που αποτελούν τις συνέπειες της
εκμετάλλευσης μιας τάξης από μια άλλη. Αυτός είναι, λέει ο Μαρξ, ο τυπικά μικροαστικός τρόπος για να
αντιμετωπίζεις το δράμα της ιστορίας. Αρνούμενοι να παραδεχτούν ότι η «κακή πλευρά», η εκμεταλλευόμενη
και καταπιεζόμενη τάξη, είναι η προϋπόθεση για να υπάρξει η λεγόμενη «καλή πλευρά» της κοινωνίας, οι
ιδεολόγοι, που αντιπροσωπεύουν τις τάξεις ή τα στρώματα που είναι ιστορικά καταδικασμένα ή ανίκανα να
αναλάβουν ιστορική πρωτοβουλία, δεν γνωρίζουν παρά μόνο ένα πρόβλημα: «να διατηρήσουμε την καλή
πλευρά εξαλείφοντας την κακή» 68. Με αυτό, καταργούν την ιστορία: δεν καταλαβαίνουν ότι το μέλλον κρύβεται
στη σκοτεινή πλευρά της κάθε κοινωνίας, ότι, «πάντα, στο τέλος, η κακή πλευρά επικρατεί της όμορφης
πλευράς» 69.
Τι θα γινόταν, αναρωτιέται ο Μαρξ, αν, «στη φεουδαλική εποχή», είχαμε κρατήσει μόνο την «όμορφη
πλευρά» της υπάρχουσας κοινωνίας; Θα παρουσιάζαμε έναν «ενθουσιώδη» πίνακα των «αρετών της
ιπποσύνης», της οικονομικής προόδου, της συντεχνιακής αρμονίας, κοντολογίς, «όλων αυτών που αποτελούν
την όμορφη πλευρά του φεουδαλισμού». Σβήνοντας, όμως, «όλα όσα ρίχνουν σκιά στον πίνακα αυτό:
δουλοπαροικία, προνόμια, αναρχία», θα είχαμε, στην πραγματικότητα, διαγράψει όλες τις δυνάμεις που
ετοίμαζαν το μέλλον, θα είχαμε «εκμηδενίσει όλα τα στοιχεία που συνιστούσαν την πάλη και θα είχαμε πνίξει εν
σπέρματι την ανάπτυξη της αστικής τάξης»: θα είχαμε επιχειρήσει «την παράλογη απόπειρα της κατάργησης της
ιστορίας».
Στις μονόπλευρες αυτές αντιλήψεις, που δεν γνωρίζουν παρά την ιστορία που προχωρεί από το παρελθόν στο
παρόν, ο Μαρξ αντιπαραθέτει τη δική του διαλεκτική του κοινωνικού γίγνεσθαι: η εκμεταλλευόμενη τάξη, «η
κακή πλευρά, παράγει την κίνηση που δημιουργεί την ιστορία διεξάγοντας την πάλη». Σε μια πρώτη φάση, στο
σύνολο της κίνησης, κυριαρχεί η «συνεχής» δημιουργία νέων παραγωγικών δυνάμεων, η κοινωνία κινείται στο
εσωτερικό των σχέσεων που έχει θεσπίσει η άρχουσα τάξη, η ιστορία είναι όντως η ιστορία των κυρίων. Στη
συνέχεια, φτάνει μια στιγμή όπου οι νέες αυτές παραγωγικές δυνάμεις γίνονται επαναστατικές, δηλαδή
αξιώνουν, για να μπορέσουν να λειτουργήσουν, την ανατροπή των υπαρχουσών παραγωγικών σχέσεων. Τότε, το
65

Στο ίδιο, σ. 100.

66

Στο ίδιο, σ. 98.

Στο ίδιο, σ. 99. Σε αυτή τη σχολή των κυνικών-μοιρολατρών, θα εντάξουμε τους περισσότερους σημερινούς «προοδευτικούς»,
λόγου χάρη τον Σ. Μπετελέμ, θεωρητικό του «σοσιαλιστικού σχεδιασμού», που ορίζει την καταναγκαστική εργασία στην
Ε.Σ.Σ.Δ. σαν ένα «ψυχοσωματικό μέτρο» πραγματοποίησης του σχεδίου, «που βασίζεται στον φόβο, στη χρήση, από τους
διευθύνοντες, του ενστίκτου αυτοσυντήρησης των διευθυνομένων» (Ch. Bettelheim, La planification soviétique, Lib. des
Sciences Politiques et Sociales, M. Rivière, Παρίσι 1945, σ. 165).

67

68

MPh, σ. 89.

69

Στο ίδιο, σ. 97.

ξύπνημα της εκμεταλλευόμενης τάξης καθίσταται η αναγκαία προϋπόθεση για την πρόοδο: τότε,
αντιλαμβανόμαστε ότι, από όλες τις παραγωγικές δυνάμεις, η δύναμη η πιο παραγωγική είναι η ίδια η
επαναστατική τάξη. Γιατί αυτή είναι φορέας του μέλλοντος, και από αυτήν θα προέλθει η ανατρεπτική δύναμη
που θα γκρεμίσει την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων και θα επιβάλει τον «νέο και ανώτερο» τρόπο παραγωγής.
Διαλεκτική και μυθολογία
Υπ’ αυτή την έννοια, ο «νόμος» που διέπει το ξετύλιγμα της ιστορίας (ή μάλλον της «προϊστορίας» της
ανθρωπότητας) δεν είναι άλλος από τη «διαλεκτική». Γιατί «αυτό που συνιστά τη διαλεκτική κίνηση είναι η
συνύπαρξη δυο αντιφατικών πλευρών, η πάλη τους και η συγχώνευσή τους σε μια νέα κατηγορία» 70. Η πρόοδος,
λοιπόν, βρίσκεται στη βάση του ανταγωνισμού – όχι οποιουδήποτε ανταγωνισμού, αλλά εκείνου που προκύπτει
«μοιραία» από την εξέλιξη της παραγωγικής συνεργασίας. Η αργή πρόοδος της ανθρωπότητας προς την τελική
αφθονία, που θα καταργήσει τόσο τις τάξεις όσο και την πάλη των τάξεων, είναι διαλεκτική, με την έννοια ότι
προϋποθέτει όχι μόνο τη διαίρεση της κοινωνίας σε δυο ασυμφιλίωτα εχθρικές τάξεις, αλλά και την εξέγερση
της εκμεταλλευόμενης τάξης και τη δημιουργία μιας «νέας και ανώτερης» μορφής κυριαρχίας και πολιτισμού.
Η διαλεκτική διδάσκει ότι, αν θέσουμε έναν ορισμένο όρο Α, η άρνησή του, το μη-Α, θα γεννήσει τελικά
έναν πραγματικά νέο όρο Β. Εμφορούμενος από αυτή την έννοια της δημιουργικής άρνησης, ο Μαρξ δεν
αρκείται στην απλή διαπίστωση της ύπαρξης του ταξικού ανταγωνισμού: αυτό που θέλει να δείξει δεν είναι μόνο
ότι κάθε τρόπος παραγωγής γεννάει δύο τάξεις που εμπλέκονται αναγκαστικά σε μια αδυσώπητη πάλη, αλλά και
ότι η πάλη αυτή εγκαθιδρύει κάθε φορά ένα «νέο και ανώτερο» οικονομικό και κοινωνικό καθεστώς. Κύριοι και
δούλοι, πατρίκιοι και πληβείοι, φεουδάρχες και δουλοπάροικοι, μαστόροι των συντεχνιών και συντεχνίτες,
διεξήγαν πάντα έναν πόλεμο μέχρι θανάτου. Αυτό, το είχαν ήδη πει, με τους ίδιους σχεδόν όρους, οι οπαδοί του
Μπαμπέφ και του Σαιν Σιμόν. Κανένας, όμως, δεν είχε διαβεβαιώσει ότι η πάλη αυτή «οδηγούσε πάντοτε είτε σ’
έναν επαναστατικό μετασχηματισμό της κοινωνίας, στο σύνολό της, είτε στην ταυτόχρονη κατάρρευση των δυο
ανταγωνιζόμενων τάξεων». Εδώ έγκειται η πρωτοτυπία του Μαρξ, αλλά και εδώ είναι που ο μαρξισμός χάνει
κάθε επαφή με την πραγματικότητα και μεταβάλλεται σε καθαρή μυθολογία.
Πράγματι, η δημιουργική δύναμη που αποδίδει ο Μαρξ στην εκμεταλλευόμενη τάξη απορρέει περισσότερο
από τις απαιτήσεις της «διαλεκτικής» παρά από την πραγματικότητα των γεγονότων. Ο ίδιος ο Μαρξ γνώριζε
θαυμάσια ότι καμία από τις εκμεταλλευόμενες τάξεις, που απαρίθμησε στο Μανιφέστο, δεν στάθηκε ικανή να
παίξει τον επαναστατικό ρόλο που της είχε αναθέσει. Σε καμία περίπτωση, η πάλη ανάμεσα στους κυρίους και
τους δούλους, τους πατρικίους και τους πληβείους, τους φεουδάρχες και τους δουλοπάροικους, τους μαστόρους
και τους συντεχνίτες, δεν οδήγησε σε έναν επαναστατικό μετασχηματισμό της κοινωνίας και στην εγκαθίδρυση
ενός «νέου και ανώτερου» τρόπου παραγωγής. Όσο για την προοπτική της «ταυτόχρονης κατάρρευσης» των
αντιμαχόμενων τάξεων, είναι μόνο ένα σχήμα λόγου, του οποίου μάταια θα αναζητούσαμε την παραμικρή
ιστορική επιβεβαίωση.
Όταν διαβάζουμε, για παράδειγμα, τα κείμενα του Μαρξ για τον «ασιατικό τρόπο παραγωγής» –πρώτη
«προοδευτική εποχή» της οικονομικής ανάπτυξης της ανθρωπότητας, κατά τον περίφημο «Πρόλογο» (1859)
στην Κριτική της πολιτικής οικονομίας–, μας εντυπωσιάζει η απουσία κάθε αναφοράς στην ταξική πάλη και στη
διαλεκτική «αντίθεση» ανάμεσα στις παραγωγικές δυνάμεις και τις «παραγωγικές σχέσεις».
Ανατολικός δεσποτισμός και ταξική πάλη
Για τη «γηραιά Ασία», ο Μαρξ είχε την εικόνα μιας κοινωνίας αγροτικής, παραδοσιοκρατικής, στάσιμης, στην
οποία ο άνθρωπος, που είχε χάσει την προσωπικότητά του, παρέμενε σκλάβος τόσο των φυσικών συνθηκών όσο
και του κοινωνικού περίγυρου. Εδώ, η συνάντηση της «πρωτόγονης αποβλάκωσης» με τη «στενοκεφαλιά που
χαρακτηρίζει την αγροτική ζωή» οδήγησε στη «θρησκεία της φύσης» – μια «κτηνώδη λατρεία, στην οποία ο
άνθρωπος, ο κυρίαρχος της φύσης, πέφτει στα γόνατα για να προσκυνήσει τον πίθηκο Χανουμάν και την
αγελάδα Σαμπάλα» 71. Πρόκειται για το στάδιο της «παιδικής ηλικίας της ανθρωπότητας», αλλά μιας «παιδικής
70

MPh, σ. 90.

71

«Η κυριαρχία των Βρετανών στην Ινδία», 1853. στο W, Dietz, IX, σ. 133.

ηλικίας» παραμορφωμένης από τα «πρόωρα γηρατειά» (Αιγύπτιοι, Κινέζοι...) ή από την «κακή ανατροφή»
(Ασσύριοι, Αζτέκοι...) 72. Για τον Μαρξ, αυτοί οι «γερασμένοι κοινωνικοί οργανισμοί» υποφέρουν από μια
θεμελιακή ατέλεια, από μια πραγματική capitis diminutio 73: στη «βάση» τους βρίσκεται «η ανωριμότητα του
ατόμου, που δεν έχει κόψει ακόμα τον ομφάλιο λώρο που το ενώνει με τη φυσική κοινότητα» 74. Το άτομο
παρέμενε δέσμιο αυτών των κλειστών κοινοτήτων του χωριού, που «περιόρισαν το ανθρώπινο πνεύμα στον πιο
στενό ορίζοντα που θα μπορούσαμε να φανταστούμε, μετατρέποντάς σε υπάκουο όργανο της δεισιδαιμονίας,
δούλο των πατροπαράδοτων συνηθειών και απογυμνώνοντάς το από κάθε μεγαλείο και από κάθε ιστορική
ενεργητικότητα». Εξ ου και ο στατικός, φυτικός χαρακτήρας αυτών των κοινωνιών, των ριζωμένων στη γη,
ξένων προς τον χρόνο της ιστορίας, υποταγμένων στον ρυθμό των εποχών της φύσης: η θεμελιώδης δομή τους,
λέει ο Μαρξ, «παρέμεινε αναλλοίωτη από τα πιο παλιά χρόνια μέχρι την πρώτη δεκαετία του 19ου αιώνα»!
Έχοντας καταργήσει, με μια κίνηση της γραφίδας, τους λαμπρούς πολιτισμούς των πόλεων που άνθησαν στο
έδαφος της Ασίας, ο Μαρξ δεν δυσκολεύτηκε καθόλου να αμφισβητήσει ακόμα και την ιστορικότητα των
ανατολικών κοινωνιών. Αφού η οικονομική τους βάση ήταν στατική, η ιστορία τους, λέει, περιορίζεται σε μια
απλή, «χωρίς νόημα, ανάδευση της πολιτικής επιφάνειας» ή, ακόμα, όταν παύει να ξετυλίγεται στη «νεφελώδη
σφαίρα της πολιτικής» (politische Wolkenregion), προσλαμβάνει την απατηλή μορφή μιας θρησκευτικής
ιστορίας. Έτσι, η πάλη των τάξεων, η κινητήρια δύναμη της ιστορίας, απουσιάζει εντυπωσιακά από τη «γηραιά
Ασία»: ο Μαρξ πίστευε ειλικρινά ότι οι Άγγλοι είχαν πετύχει, ή ετοιμάζονταν να πετύχουν, στην Ινδία, «τη
μεγαλύτερη και, στην πραγματικότητα, τη μοναδική κοινωνική επανάσταση που γνώρισε ποτέ η Ασία...» 75.
Κύριοι και δούλοι
Οι πολυάριθμες εξεγέρσεις των δούλων, που γνώρισε η αρχαιότητα, συντρίφτηκαν όλες, πράγμα που δεν
σημαίνει καθόλου ότι το δουλοκτητικό καθεστώς απειλήθηκε, για τον λόγο αυτό, με «ταυτόχρονη κατάρρευση».
Εξάλλου, άλλα κείμενα μας δείχνουν πόσο ελάχιστα αξιόπιστα θεωρούσε ο ίδιος ο Μαρξ τα ψευδο-ιστορικά
κατασκευάσματα του Μανιφέστου. Στην αρχαία Ρώμη, λέει...
...η πάλη των τάξεων διεξαγόταν αποκλειστικά στο εσωτερικό μιας προνομιούχου μειονότητας, ανάμεσα στους
πλούσιους και τους φτωχούς ελεύθερους πολίτες, ενώ η μεγάλη παραγωγική μάζα του πληθυσμού, οι δούλοι, δεν
χρησίμευε παρά ως παθητικό βάθρο στους αντιπάλους 76.

Θα μπαίναμε στον πειρασμό να καταλογίσουμε στον Μαρξ ότι «επιχειρεί την παράλογη απόπειρα της
κατάργησης της ιστορίας», αν ο συνοπτικός χαρακτήρας αυτών των διαβεβαιώσεων δεν αποθάρρυνε κάθε
συζήτηση. Πράγματι, η «κακή πλευρά» της δουλοκτητικής κοινωνίας δεν υπήρξε τόσο παθητική όσο πίστευε ο
Μαρξ. Οι στρατιές των δούλων του Αριστόνικου 77 δοξάστηκαν νικώντας μια υπατική στρατιά, ενώ οι στρατιές
των δούλων του Σπάρτακου θύμισαν στη Ρώμη τον τρόμο που της είχε προκαλέσει η εκστρατεία του Αννίβα.

72

«Γενική εισαγωγή» (1857) στα Grundrisse, Dietz, 1953.

73

Κεφαλαιώδης ατέλεια (σ.τ.μ.).

74

K, I, σ. 85.

75

New York Tribune, Αύγουστος 1853.

76

«Πρόλογος» του 1869 στη 18η Μπρυμαίρ, Αμβούργο 1869, W, 16, Dietz, σ. 359.

Αμέσως μετά το θάνατο του Αττάλου Γ΄ της Περγάμου, ο οποίος άφηνε στη διαθήκη του το βασίλειό του στη Ρώμη, ο
Αριστόνικος, πιθανόν νόθος γιος του βασιλιά Ευμένη Β΄, ανακηρύχθηκε βασιλιάς της Περγάμου, υιοθετώντας το δυναστικό
όνομα Ευμένης. Η επανάσταση του Αριστονίκου εναντίον της Ρώμης διήρκεσε από το 133 μέχρι το 129 π.Χ. και σε αυτή
ενεπλάκησαν οι περισσότερες πόλεις της Μικράς Ασίας. Έληξε με την ήττα του Αριστονίκου και θεωρήθηκε ότι η εξέγερση είχε
εθνικό ή κοινωνικό χαρακτήρα, μια και ξεσήκωσε τους δούλους και τους πληθυσμούς της Μικράς Ασίας, και έδωσε ζωή στο
εφήμερο «Βασίλειο του Ήλιου» (σ.τ.ε.).
77

Δεν είναι περισσότερο αλήθεια το ότι η δουλοκτησία αποτελούσε «τη βάση όλης της παραγωγής» σε όλο το
διάβα της ιστορίας της αρχαιότητας 78. Μπορεί να μην υπήρξε νικηφόρα επανάσταση των δούλων, υπήρξε
ωστόσο σταδιακή εξάλειψη της δουλείας. Οι μαζικές απελευθερώσεις είχαν γίνει εξέχον χαρακτηριστικό
γνώρισμα της τελευταίας περιόδου της Δημοκρατίας. Η δουλεία παρήκμασε παράλληλα με την εξάλειψη του
αιτίου που την γέννησε, αίτιο που δεν ήταν η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων αλλά ο πόλεμος. Όταν
τελείωσαν οι κατακτητικοί πόλεμοι, ο πληθυσμός των δούλων περιορίστηκε γοργά, δεδομένου ότι οι δούλοι
αναπαράγονταν πολύ λιγότερο από τους ελεύθερους εργαζόμενους. Ταυτόχρονα, η τιμή των δούλων δεν
αυξανόταν καθόλου: κι αυτό γιατί χρησιμοποιούνταν όλο και πιο σπάνια. Το ελεύθερο στοιχείο πήρε σταδιακά
τη θέση των δούλων στην άσκηση των διάφορων χειροτεχνικών επαγγελμάτων, και, στην ύπαιθρο, κυρίαρχη
οικονομική μορφή έγινε η μικρή αγροτική ιδιοκτησία. Κοντολογίς, δεν υπήρξε ούτε επαναστατικός
μετασχηματισμός ούτε και αποκαλυψιακή κατάρρευση, αλλά εξάλειψη της τάξης των δούλων, που χάθηκε χωρίς
να αποδείξει τις ιστορικές ικανότητες που της αποδίδει η «διαλεκτική».
Πάτρωνες και πελάτες
Μια ανάλογη διαδικασία χαρακτηρίζει την εξέλιξη της αριστοκρατικής κοινωνίας. Όπως ήδη δείξαμε, η «κακή
πλευρά» της κοινωνίας των πατρικίων δεν ήταν οι πληβείοι, αλλά οι πελάτες – τάξη δουλοπάροικων, δεμένων
κληρονομικά με τις gentes [τα γένη], η οποία αποσιωπήθηκε σεμνότυφα από τον Μαρξ, και προπάντων από τον
Ένγκελς, στην αποτυχημένη του απόπειρα να περιλάβει τη ρωμαϊκή gens στο Ελντοράντο των Ιροκέζων του
Μόργκαν 79.
Η τάξη αυτή ποτέ δεν εξεγέρθηκε, ούτε καν έφτασε να σχηματίσει ένα «ενιαίο μέτωπο» με τους πληβείους.
Στα 472 π.Χ., όταν οι πελάτες αποτελούσαν ακόμα το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού, οι πληβείοι
παραπονούνταν ότι, με την ψήφο τους στις συνελεύσεις των εκατονταρχιών, έκαναν τη ζυγαριά να γέρνει προς
τη μεριά των πατρικίων. Η σταδιακή απελευθέρωση των πελατών υπήρξε περισσότερο αποτέλεσμα της
εξαφάνισης της gens παρά των δικών τους προσπαθειών. Αυτό που επέφερε την αποσύνθεση της gens δεν είναι
η εξέγερση των πελατών, αλλά η απελευθέρωση των νεώτερων οικογενειακών κλάδων, η κατάργηση του
δικαιώματος της πρωτοτοκίας και η διαβρωτική επιρροή του νέου οικονομικού περίγυρου, που είχε
δημιουργηθεί έξω από τις gentes. Και εδώ, πάλι, αυτοί που πάλεψαν και έγραψαν την ιστορία ήταν οι λιγότερο
προνομιούχοι και όχι οι καταπιεζόμενοι.
Τον 6ο π.Χ. αιώνα, 4.000 οπλίτες εξασφάλιζαν την απόλυτη κυριαρχία των 25.000 Σπαρτιατών, ανδρών,
γυναικών και παιδιών, πάνω σε 250.000 είλωτες και 100.000 περίοικους. Περίπου στην ίδια αριθμητική
αναλογία θα πρέπει, τότε, να βρίσκονταν οι 160 οικογένειες των πατρικίων της Ρώμης απέναντι στους πελάτες
και τους Λατίνους· και όμως, παρά τη συντριπτική της αριθμητική υπεροχή, η εκμεταλλευόμενη τάξη δεν
κατάφερε να παίξει τον επαναστατικό ρόλο που της προσδίδει ο μαρξισμός. Αλλά, αποσυντεθειμένες, οι gentes
εξαφανίζονταν η μία μετά την άλλη, επιφέροντας παράλληλα την απελευθέρωση των πελατών, που πλήθαιναν
τις γραμμές των πληβείων. Από 61 gentes πατρικίων, η ύπαρξη των οποίων είναι ιστορικά επιβεβαιωμένη, 37
χάθηκαν στα 150 χρόνια που ακολούθησαν την εκδίωξη των Ετρούσκων: στο δεύτερο μισό του 4ου αιώνα, δεν
υφίσταται πια η διάκριση σε τρεις τάξεις, πατρικίους, πελάτες και πληβείους. Έχουν απομείνει μόνο δύο τάξεις,
και οι πελάτες, έχοντας συγχωνευτεί με τους πληβείους, θα συμμερίζονται στο εξής την τύχη τους.

Πατρίκιοι και πληβείοι
Γόνιμη από όλες τις απόψεις, με εξαίρεση εκείνη της «διαλεκτικής», η αιώνων πάλη των πληβείων δεν οδήγησε
ούτε σε επαναστατικό μετασχηματισμό ούτε σε καταστροφική κατάρρευση. Κατ’ αρχάς, οι πληβείοι δεν είναι
μια κοινωνική τάξη που γέννησε η οικονομία, αλλά μία μάζα, που δημιουργήθηκε από την κατάκτηση, και μέσα
78

DI, σ. 19.

F. Engels, L’ Origine de la famille, de la proprieté privée et de l’ Etat, Alfred Costes, Παρίσι 1948, σ. 160: «Αφήνουμε κατά
μέρος εδώ το ζήτημα των πελατών».

79

στην οποία συνυπάρχουν τρία στοιχεία με διαφορετικές τάσεις και με αποκλίνοντα συμφέροντα: οι πλούσιοι,
που διεκδικούν την πολιτειακή και πολιτική ισότητα με τους πατρικίους· οι μικροκτηματίες της υπαίθρου, που
συνθλίβονται από το καθεστώς των χρεών· το προλεταριάτο των πόλεων, που αξιώνει γη και διανομή τροφίμων.
Και αν οι πληβείοι κατόρθωσαν να παραβιάσουν τις θύρες της πόλης, η τελειωτική τους νίκη οφείλεται, πάνω
απ’ όλα, στις επιτακτικές ανάγκες της στρατιωτικής επέκτασης. Δεδομένου ότι οι πληβείοι εκμεταλλεύτηκαν
επιδέξια τις δυσκολίες που παρουσίαζε η στρατολόγηση των λεγεώνων, η Ρώμη πέτυχε εκεί που απέτυχαν όλες
οι άλλες πόλεις της αρχαιότητας και έγινε η πρωτεύουσα μιας κρατικής επικράτειας, της οποίας οι πολίτες
ανέρχονταν, ήδη από τον 3ο αιώνα, σε ένα εκατομμύριο άτομα. Υπ’ αυτή την έννοια, ο Τίτος Λίβιος και ο
Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς, ο Μακιαβέλι και ο Μοντεσκιέ είχαν απόλυτο δίκιο να θεωρούν τους αγώνες των
πληβείων σαν το κυριότερο αίτιο της ελευθερίας και του μεγαλείου της Ρώμης. Και ο Μαρξ; Ήδη από τον 4ο
αιώνα, η αντίθεση ανάμεσα σε πλούσιους και φτωχούς είχε αποκτήσει μεγαλύτερη σημασία από την αντίθεση
πατρικίων και πληβείων. Η Ρώμη κυβερνιόταν από μια αριστοκρατία πατρικίων και πληβείων, ενώ, στην άλλη
άκρη της κλίμακας, καταχρεωμένοι αγρότες και προλετάριοι της πόλης βίωναν μια διαρκώς αυξανόμενη
αναταραχή. Ποτέ όμως αυτή δεν απέκτησε τη γονιμότητα που της αποδίδει η «διαλεκτική». Και ο Μαρξ, με την
καταπληκτική ευχέρεια που είχε να περνάει από τη μια υπερβολή στην άλλη, δεν παρέλειψε να το υπογραμμίσει:
Στον αρχαίο κόσμο, η κίνηση της πάλης των τάξεων παίρνει κυρίως τη μορφή μιας πάλης ανάμεσα σε δανειστές
και οφειλέτες και, στη Ρώμη, τελειώνει με την ήττα και την καταστροφή του πληβείου οφειλέτη, που
αντικαθίσταται από τον δούλο 80.

Ήδη, στη Γερμανική ιδεολογία, συναντούμε τις ίδιες σχηματικές απλουστεύσεις: «Τοποθετημένοι ανάμεσα στους
ελεύθερους πολίτες και τους δούλους, οι πληβείοι δεν ξεπέρασαν ποτέ το εξαθλιωμένο προλεταριάτο» 81.
Για άλλη μια φορά, θα μπαίναμε στον πειρασμό να προσάψουμε στον Μαρξ ότι «καταργεί την ιστορία». Δεν
παύει όμως να ισχύει ότι η «κακή πλευρά» της ρωμαϊκής κοινωνίας δεν κατόρθωσε ποτέ, ούτε αυτή, «να
επικρατήσει πάνω στην όμορφη πλευρά». Ή μάλλον, κάθε φορά που, κατά την περίοδο ανόδου των πληβείων, το
κοινωνικό ζήτημα λυνόταν προς όφελός τους, αυτό δεν γινόταν με μια επαναστατική ανατροπή και με την
εγκαθίδρυση ενός «νέου και ανώτερου» τρόπου παραγωγής, αλλά με την κατάργηση των χρεών και τις
παραχωρήσεις γαιών. Δεν είναι ο οικονομικός δυναμισμός που σταμάτησε αυτή τη «μεταρρυθμιστική» κίνηση,
αλλά η πτώση του πληβειακού κόμματος, που θεωρήθηκε υπεύθυνο για τις ήττες της Τρανσιμένης και των
Καννών82, και η αδυναμία του να ανταγωνιστεί την ολιγαρχία των συγκλητικών, στην ηγεσία των μεγάλων
ιμπεριαλιστικών πολέμων που ακολούθησαν.
Εδώ, ο μαρξισμός μας εξαπατά διπλά. Κατ’ αρχάς, το διπολικό του σχήμα, που δεν γνωρίζει παρά μόνο την
«κάθετη» πάλη ανάμεσα σε διευθύνοντες και εκτελεστές (που, στην περίπτωσή μας, αντιπροσωπεύεται, με
μεγαλύτερη ή μικρότερη ευστοχία, από την αντίθεση πιστωτών και οφειλετών), αφήνει κατά μέρος τη μεγάλη
«οριζόντια» σύγκρουση που, από τα τέλη του 3ου αιώνα, φέρνει αντιμέτωπους τους καπιταλιστές της τάξης των
ιππέων με την παλιά αριστοκρατία των συγκλητικών.
Παράλληλα με τις φοβερές εξεγέρσεις των δούλων, στη Σαρδηνία και τη Σικελία, και ταυτόχρονα με τις
ολοένα πιο χαοτικές συγκρούσεις ανάμεσα σε Ρωμαίους συγκλητικούς, ιππείς και πληβείους, μια άλλη
σύγκρουση σπάραζε την Ιταλία: οι Ιταλιώτες απαιτούσαν τα δικαιώματα του Ρωμαίου πολίτη, που θα τους
έδιναν τη δυνατότητα να επωφεληθούν από τους αγροτικούς νόμους που αξίωναν οι πληβείοι. Θύμα αυτής της
80

K, I, σ. 141.

81

DI, σ. 19.

Το 217 π.Χ., κατά την εισβολή του Αννίβα στην Ιταλία, ο πληβείος δήμαρχος Γάιος Φλαμίνιος Νέπος επανεξελέγη ύπατος μαζί
με τον Γναίο Σερβίλιο. Ο Φλαμίνιος προέλασε βόρεια για να αναχαιτίσει τον Καρχηδόνιο στρατηγό. Ωστόσο, έπεσε σε ενέδρα,
στη Λίμνη Τρασιμένη. Στις 17 Απριλίου 217 π.Χ., ο στρατός του καταστράφηκε ολοσχερώς, με 30.000 νεκρούς και ο ίδιος έχασε
τη ζωή του. Ακολούθως, οι υποστηρικτές του στη Σύγκλητο έχασαν σταδιακά τη δύναμή τους από φιλοαριστοκρατικές φατρίες,
ενώ στην πόλη εξαπλωνόταν ο φόβος πως θα την πολιορκούσε ο Αννίβας. Αμέσως μετά, ο νέος στρατός της Ρώμης, τον οποίον
διοικούσε την ημέρα της μάχης ένας πληβείος ύπατος, ο Γάιος Τερέντιος Βάρων, ηττήθηκε και πάλι στις Κάννες, το 216 π.Χ.
(σ.τ.ε).
82

αντίθεσης υπήρξε ο Γ. Γράκχος: επεδίωκε ταυτόχρονα τη διανομή της δημόσιας γης στους πληβείους αλλά και
την επέκταση των δικαιωμάτων του Ρωμαίου πολίτη, πράγμα που θα περιόριζε αντίστοιχα τα εδάφη που θα
αποκτούσαν οι πληβείοι. Μόνον ο Καίσαρας στάθηκε αρκετά ισχυρός για να σπάσει αυτό τον φαύλο κύκλο.
Παρ’ όλα αυτά, χρειάστηκε πρώτα να εξαντληθούν οι δυνάμεις αυτών των τάξεων, που διψούσαν για προνόμια,
ακόμα και για τα ελάχιστα προνόμια, μέσα στις αγριότητες ενός αιώνα εμφυλίων, κοινωνικών και
«ιμπεριαλιστικών» πολέμων.

Εκφυλισμός της πάλης των τάξεων
Στην πορεία αυτών των τιτάνιων αγώνων, των οποίων το διακύβευμα ήταν η ενοποίηση του μεσογειακού
κόσμου και θέατρό τους ολόκληρη η οικουμένη*, η πάλη των τάξεων άδειαζε σταδιακά από κάθε πραγματικό
περιεχόμενο.
Ήδη, το μοναδικό συγκεκριμένο αποτέλεσμα των αγώνων του Γ. Γράκχου ήταν να εξασφαλίσει τη νομική
ατιμωρησία στους εκμισθωτές των φόρων και να τους εμπιστευθεί τις δύστυχες επαρχίες, τις οποίες, όπως λέει ο
Κικέρωνας, «απομυζούσαν μέχρις εξαντλήσεως». Στην Ελλάδα, όμως, που είχε μεταβληθεί σε προνομιακό πεδίο
της πάλης των τάξεων, η πάλη αυτή είχε ήδη από καιρό εκφυλιστεί σ’ έναν πόλεμο ανάμεσα σε πέμπτες
φάλαγγες. Οι ολιγαρχικοί είχαν υποταχθεί ανοιχτά στη Ρώμη και επευφημούσαν τον Σύλλα, τον άνθρωπο που
λεηλάτησε την Ολυμπία, και που έμελλε να ρημάξει τη χώρα, ενώ οι δημοκρατικοί εναπέθεταν τις ελπίδες τους
στον Μιθριδάτη, βασιλέα του Πόντου, που εμφανιζόταν τότε σαν «πατερούλης των λαών», και έστρεφε εναντίον
της Ρώμης το όπλο του επαναστατικού πολέμου, που είχε ήδη χρησιμοποιήσει εναντίον του η Έφεσος. Ο
εκφυλισμός δεν άφησε απ’ έξω ούτε τους θεούς και τους ήρωες. Ο Διόνυσος, ο ευνοούμενος του Πεισίστρατου
και των Ορθαγοριδών, είχε γίνει ο πάτρωνας του Μιθριδάτη και του Μάρκου-Αντώνιου, που σχεδίαζε να
ερημώσει την Πελοπόννησο, ώστε να μην μπορεί να χρησιμοποιηθεί από τις στρατιές του Οκτάβιου. Και, στη
θέση των μεγάλων στωικών επαναστατών, όπως ο Σφαίρος, ο σύμβουλος του Κλεομένη Γ΄ στη Σπάρτη, ή ο
ευγενής Βλόσιος, ο φίλος του Τιβέριου Γράκχου, τον οποίο ξαναβρίσκουμε στο πλευρό του Αριστόνικου, στην
Πολιτεία του Ήλιου της Περγάμου, συναντούμε αμφίβολες προσωπικότητες, όπως ο σοφιστής Αριστίων, που
ενέταξε το δημοκρατικό κόμμα της Αθήνας στα στρατεύματα του Μιθριδάτη, πλάι στους πειρατές της Κιλικίας,
που λυμαίνονταν το Αρχιπέλαγος, και στους βάρβαρους συμμάχους του, που είχαν λεηλατήσει τους Δελφούς...
Όταν ο Καίσαρας διάβηκε τον Ρουβίκωνα, ο νεο-πυθαγόρειος Νιγκίντιους Φίγκουλους ανήγγειλε τη
συντέλεια του κόσμου και μια γενικευμένη έκρηξη: σε αυτή τη στιγμή της αλλοφροσύνης ανταποκρίνεται η
διφορούμενη εικόνα της «ταυτόχρονης κατάρρευσης των αντιμαχόμενων τάξεων» και το χάος που αφήνει να
διαφανεί. Τότε, όλες οι τάξεις είχαν καταρρεύσει: οι πατρίκιοι, που είχαν εξολοθρευτεί από την τρομοκρατία του
Μάριου, οι ιππείς, εκμηδενισμένοι από τις προγραφές του Σύλλα, και η πλέμπα της πόλης, ακέφαλη,
ευτελισμένη από την πώληση των ψήφων και τον παρασιτισμό. Και όμως, ο δεύτερος όρος του μαρξιστικού
τύπου δεν είναι λιγότερο απατηλός από τον πρώτο. Αν, μετά από δύο αιώνες επαναστατικών αναταραχών και
ιμπεριαλιστικών πολέμων, υπήρξε όντως «κατάρρευση των αντιμαχόμενων τάξεων», αυτό δεν έγινε προς
όφελος του χάους, αλλά προς όφελος μιας νέας αρχής ευταξίας, διεθνούς, πολιτικής και συνάμα κοινωνικής: του
καισαρισμού. Με αφετηρία την Αυγούστεια ειρήνη, η αρνητικότητα γίνεται ή ξαναγίνεται ανενεργός· η
Αυτοκρατορία δεν θα ξαναγνωρίσει πια μεγάλες εξεγέρσεις δούλων και δεν θα βρίσκει μπροστά της
επαναστατημένους πληβείους. «Η κίνηση που φτιάχνει την ιστορία» θα έρθει από τα πάνω: το κράτος, υπό τον
Νέρωνα και τον Τιβέριο, θα στραφεί εναντίον των συγκλητικών μεγαλογαιοκτημόνων και ο γραφειοκρατικός
και στρατιωτικός μηχανισμός του κράτους, από τους Σεβήρους μέχρι τον Κωνσταντίνο, θα έχει την τελευταία
λέξη.
Η «κακή πλευρά» της μεσαιωνικής κοινωνίας
Εξίσου άγονη υπήρξε και η αντίθεση των δουλοπαροίκων με τους ευγενείς φεουδάρχες, η τρίτη ιστορική μορφή
της πάλης των τάξεων κατά το Μανιφέστο. Και ο Μαρξ δεν δυσκολεύτηκε περισσότερο να σβήσει την «κακή
πλευρά» της φεουδαλικής κοινωνίας. «Οι μεγάλες εξεγέρσεις του Μεσαίωνα, λέει, ξεκίνησαν όλες από την

ύπαιθρο, αλλά έμειναν όλες χωρίς το παραμικρό αποτέλεσμα, εξαιτίας της διασποράς των αγροτών και της
απαιδευσίας που αυτή συνεπαγόταν» 83.
Ο Άνταμ Σμιθ είχε ήδη αποδώσει στη διασπορά των αγροτών την ανικανότητά τους να «συνδυάσουν τις
δυνάμεις τους» και να αποκτήσουν « πνεύμα συνεργασίας»84. Ο Σμιθ δεν συμμεριζόταν καθόλου την
περιφρόνηση που έδειχναν οι συγκαιρινοί του για τη «στενοκεφαλιά» και την «αμάθεια» των αγροτών 85. Ήθελε
μόνο να επιστήσει την προσοχή στη λυπηρή, όπως την έκρινε, απουσία ενός αγροτικού θεσμού ανάλογου με
εκείνους που είχαν επιτρέψει στους τεχνίτες των πόλεων να εκπαιδεύσουν τους παραγιούς τους. Στον Μαρξ,
όμως, η «στενοκεφαλιά» και η διασπορά των αγροτών γίνονται πανίσχυροι παράγοντες, που τους καθιστούν
ανίκανους να συγκροτήσουν μια τάξη με όλη τη σημασία της λέξης 86 και τους καταδικάζουν ακόμα και σε
ιστορική στειρότητα. Αν οι αγροτικοί αγώνες δεν τεθούν εξ αρχής υπό την αιγίδα των πιο εξελιγμένων τάξεων
της πόλης, θα έχουν, σύμφωνα με τον Μαρξ, την πιο καταστροφική κατάληξη: είτε θα οδηγήσουν κατ’ ευθείαν
στον γραφειοκρατικό δεσποτισμό, οπότε η υποδούλωση ολόκληρης της κοινωνίας θα αποτελέσει την «εκδίκηση
της υπαίθρου πάνω στην πόλη», είτε θα έχουν ένα χαρακτήρα «αντικειμενικά» και μοιραία «αντιδραστικό».
Έτσι, ο Ένγκελς θα δείξει ότι ο πόλεμος των χωρικών [στη Γερμανία] δεν μπορούσε παρά να οδηγήσει στην
ενίσχυση του φεουδαλισμού. Δηλαδή, σύμφωνα με τους καλούς μας συγγραφείς, θα ήταν λάθος να αποδώσουμε
την ήττα των χωρικών απλά και μόνο στη στρατιωτική υπεροχή των φεουδαρχών. Αυτό μας λέει και ο Λούκατς,
στη διάλεκτό του:
Όταν ο Ούγγρος μαρξιστής Έρβιν Σάμπο εναντιώνεται στην αντίληψη που έχει ο Ένγκελς για τον μεγάλο πόλεμο
των χωρικών, ως ένα, στην ουσία του, αντιδραστικό κίνημα, και αντιπαραθέτει στην αντίληψη αυτή το επιχείρημα
ότι η εξέγερση των χωρικών ηττήθηκε μόνο και μόνο από την κτηνώδη βία, και ότι η ήττα της δεν οφειλόταν στην
οικονομική και κοινωνική της φύση, στην ταξική συνείδηση των χωρικών, δεν βλέπει ότι η τελική αιτία της
υπεροχής των ηγεμόνων και της αδυναμίας των χωρικών, και η δυνατότητα, επομένως, της βίας από μέρους των
ηγεμόνων, πρέπει ακριβώς να αναζητηθεί σε αυτά τα προβλήματα ταξικής συνείδησης, πράγμα για το οποίο και η
πιο επιπόλαια στρατηγική μελέτη του πολέμου των χωρικών μπορεί εύκολα να πείσει τον καθένα 87.

Πρόκειται εδώ για μια γελοιογραφική εκδοχή του χεγκελιανού φετιχισμού του τετελεσμένου γεγονότος: κατά τη
συλλογιστική αυτή, η νίκη των Μαμελούκων πάνω στους υπηκόους του Σαλαδίνου, ή των Γενιτσάρων πάνω
στους υπερασπιστές της Κωνσταντινούπολης, οφειλόταν σε μια θεοφάνεια της «ταξικής συνείδησης»...
Όσο για την αντίθεση ανάμεσα σε μαστόρους και συντεχνίτες, στους κόλπους των μεσαιωνικών συντεχνιών,
την τέταρτη ιστορική μορφή της πάλης των τάξεων που αναφέρει το Μανιφέστο, δυσκολευόμαστε να δούμε πώς
ο Μαρξ κατάφερε να της αποδώσει την έκβαση που απαιτεί η «διαλεκτική». Αλλά ούτε κι εδώ ο Μαρξ άφησε να
τον παραπλανήσουν τα εναλλακτικά του αποκαλυψιακά σχήματα! Όπως φρόντισε, με μεγάλη επιμέλεια, να
υπογραμμίσει...
...Σε κάθε συντεχνία, οι μάστορες και οι καλφάδες ήταν οργανωμένοι με τον τρόπο που ανταποκρινόταν καλύτερα
στο συμφέρον των αρχι-μαστόρων. Η πατριαρχική σχέση που είχαν με τον αρχιμάστορά τους, έδινε στον
τελευταίο μια διπλή εξουσία: κατ’ αρχάς, με την άμεση επιρροή του σε όλη τη ζωή των μελών της συντεχνίας· και
ύστερα, επειδή, στον βαθμό που το συμφέρον τους ήταν να γίνουν κι οι ίδιοι αφεντικά, τα μέλη της συντεχνίας
ήταν δεμένα με την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων. Ενώ τα κατώτερα λαϊκά στρώματα προκαλούσαν τουλάχιστον

83

DI, σ. 50.

84

Άνταμ Σμιθ, Ο πλούτος των εθνών, Ι, σ. 115 (αγγλ. εκδ. του 1910).

85

Στο ίδιο, Ι, σ. 116.

Πρβλ. τις μελέτες μας «Ο Μαρξ και ο δεσποτισμός» (παρακάτω) και ο «Ο Μαρξ και το σύγχρονο κράτος» στο Le Contrat
social, τ. 4, 1960.
86

87

Γκ. Λούκατς, Ιστορία και ταξική συνείδηση, γερμ. εκδ., σ. 64 (γαλ. μτφ., σ. 75).

εξεγέρσεις, που, με δεδομένη την αδυναμία τους, δεν έφερναν το παραμικρό αποτέλεσμα, οι συντεχνίτες το μόνο
που πέτυχαν ήταν να υποδαυλίσουν κάποιους μικροξεσηκωμούς, σε ορισμένες συντεχνίες… 88

Οι εξεγέρσεις των χωρικών χωρίς «το παραμικρό αποτέλεσμα», οι ξεσηκωμοί των προλεταρίων ανίκανοι να
έχουν «την παραμικρή επίδραση»: ο Μαρξ γνώριζε θαυμάσια ότι το ελατήριο της ιστορίας δεν είχε σπάσει από
αυτές τις αναταράξεις. Ένας τρόπος παραγωγής, αυτή τη φορά πραγματικά «νέος και ανώτερος», έκανε την
εμφάνισή του, δίπλα στο σύστημα των συντεχνιών, αλλά η έλευσή του δεν οφειλόταν καθόλου στη «διαλεκτική»
που προσιδίαζε στις παλιές παγιωμένες συντεχνίες και τους στείρους ανταγωνισμούς τους. Για άλλη μια φορά, οι
δυνάμεις που θα πυροδοτούσαν την πάλη και θα πρωταγωνιστούσαν στην ιστορία, συσσωρεύτηκαν έξω από τις
υπάρχουσες «παραγωγικές σχέσεις».
Προοπτικισμός
Στην καλύτερη περίπτωση, το μαρξιστικό σχήμα δεν είναι παρά μια φαντασμαγορία, που σκοπό έχει να δώσει,
στην πάλη των καπιταλιστών με τους βιομηχανικούς εργάτες, έναν ορίζοντα χιλιετιών και τη μορφή μιας
συνοπτικής ανακεφαλαίωσης όλων των προηγούμενων αγώνων. Αλλά η ιστορία θα είχε σταματήσει εδώ και
καιρό, αν δεν υπήρχαν παρά μόνον «οι δυο θεμελιώδεις τάξεις» της διαλεκτικής, αν μονάχα η εκμεταλλευόμενη
τάξη της κάθε κοινωνίας επιθυμούσε τον μετασχηματισμό της. Όσο για το διαλεκτικό δίλημμα: «είτε
επαναστατικός μετασχηματισμός της κοινωνίας, είτε κατάρρευση και των δυο αντιμαχόμενων τάξεων», ο ίδιος ο
Μαρξ δεν αγνοούσε πόσο αστήρικτο είναι· ότι, στην πραγματικότητα, δεν είναι παρά μία εξόχως «ιδεολογική
αντανάκλαση» του επαναστατικού συνθήματος «σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα», μέσα στο οποίο ο Μαρξ πίστεψε
ότι μπορούσε να συνοψίσει τη μοίρα του σύγχρονου κόσμου.
Με τη σκέψη στη σοσιαλιστική επανάσταση του μέλλοντος, πίστεψε πως έπρεπε οπωσδήποτε να συνδυάσει,
στον ρόλο της «κινητήριας δύναμης» της ιστορίας, τον «αντικειμενικό» παράγοντα της οικονομικής ωρίμανσης
και τον «υποκειμενικό» παράγοντα της πάλης των τάξεων. Ανεφάρμοστο στο παρελθόν, το σχήμα αυτό
διαψεύστηκε ακόμα περισσότερο από το μέλλον που θα όφειλε να το νομιμοποιήσει: η πραγματική ιστορική
εξέλιξη δεν άργησε να διαχωρίσει τους «αντικειμενικούς» από τους «υποκειμενικούς» παράγοντες, το
συνταίριασμα των οποίων προέβλεψε με τόση σπουδή ο Μαρξ.
Πρώτ’ απ’ όλα, αντί να αναδείξει, με την αναμενόμενη ορμή, «την επαναστατική πλευρά της εξαθλίωσης»,
που είχε η ίδια προκαλέσει αρχικά, η πραγματική εξέλιξη της βιομηχανικής κοινωνίας μάλλον μετρίασε την
πάλη των τάξεων προς την κατεύθυνση του ρεφορμισμού.
Εν συνεχεία, οι «σοσιαλιστικές» επαναστάσεις, που ο Μαρξ πίστευε ότι θα έρχονταν σαν αποτέλεσμα ενός
πολύ υψηλού βαθμού εκβιομηχάνισης, βρήκαν τη γη της επαγγελίας τους στις υπό ανάπτυξη χώρες, από τις
οποίες απουσίαζαν εντυπωσιακά τόσο οι «αντικειμενικές» προϋποθέσεις (η μεγάλη βιομηχανία) όσο και οι
«υποκειμενικές» (το ίδιο το προλεταριάτο, όπως στην Κίνα).
Τέλος, οι επαναστάσεις αυτές, που επικαλούνταν τον μαρξισμό, οδήγησαν όλες στη δημιουργία πανίσχυρων
κρατών και οικονομικών συστημάτων, η λειτουργία των οποίων συνίστατο, κατά κύριο λόγο, στο να
εκπληρώσουν το έργο της πρωταρχικής συσσώρευσης, το οποίο ο καπιταλισμός είχε ήδη πραγματοποιήσει με
την ίδια ξέφρενη εκμετάλλευση της εργασίας. Στον βαθμό που η ιστορία, όπως η φύση στη χεγκελιανή
φιλοσοφία, έπαιρνε όλο και περισσότερο την όψη μιας «αλλοτρίωσης» της Ιδέας, γινόταν φανερό ότι, παρά τον
φαινομενικό του «μονισμό», ο μαρξισμός μπορεί να επιτρέψει την εμφάνιση δυο διαφορετικών, αν όχι και
αλληλο-αποκλειόμενων, ερμηνειών, που όμως καταλήγουν και οι δυο σε αναπαραστάσεις που πλαστογραφούν
και φενακίζουν εξίσου το ιστορικό γίγνεσθαι.

4. ΜΙΑ ΔΙΠΛΗ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ

88

DI, σ. 50.

Στη θέση της χεγκελιανής φιλοσοφίας της ιστορίας, σαν «προόδου στη συνείδηση της ελευθερίας», ο Μαρξ
πίστεψε πως μπορούσε να τοποθετήσει τη δήθεν θετική «επιστήμη» της σταδιακής απελευθέρωσης των
εκμεταλλευόμενων τάξεων με τη «αδιάκοπη» ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Κατ’ αυτόν,
...οι άνθρωποι απελευθερώνονται κάθε φορά στο μέτρο που οι υπάρχουσες παραγωγικές δυνάμεις, και όχι το
ιδεώδες τους για τον άνθρωπο, τους υποδεικνύουν και τους επιτρέπουν ν’ απελευθερωθούν 89.

Ο Μαρξ εννοούσε πως η επαναστατική βούληση δεν μπορεί ποτέ να ανυψωθεί πάνω από τις δυνατότητες που
προδιαγράφει ο βαθμός οικονομικής ανάπτυξης. Ωστόσο, αποδείχτηκε ότι το ποια θεωρία θα επικρατήσει, αυτή
που εξαρτά την απελευθέρωση του ανθρώπου από τις αντικειμενικές «προδιαγραφές» της οικονομικής
ανάπτυξης, ή εκείνη που την ερμηνεύει με βάση την «υποκειμενική» ανάπτυξη της επαναστατικής πάλης,
εξαρτάται αποκλειστικά από τις προτιμήσεις των κατόχων της ορθοδοξίας.
Ρεφορμιστές και επαναστάτες
Στη Γερμανία, λόγου χάρη, εκείνη η πιθανή ερμηνεία του μαρξισμού, που δίνει το βάρος μάλλον στις «επιταγές»
των παραγωγικών δυνάμεων, παρά στην εξέγερση των καταπιεσμένων, χρησίμευσε σαν δικαιολόγηση της
αντίστασης των ρεφορμιστών ηγετών σε όλες τις πρωτοβουλίες που απειλούσαν είτε την εξουσία τους, στο
εσωτερικό του κόμματος, είτε την κοινωνική τάξη πραγμάτων, μέσα στην οποία αισθάνονταν όλο και πιο
ενσωματωμένοι. Έτσι, μπορούσε να γράφει ο Κάουτσκι:
Γνωρίζουμε ότι είναι τόσο λίγο στο χέρι μας να δημιουργήσουμε την επανάσταση, όσο και στο χέρι των
αντιπάλων μας να την εμποδίσουν. Η δουλειά μας δεν είναι να σπρώξουμε προς την επανάσταση ούτε να την
προετοιμάσουμε 90...

Η εμπιστοσύνη, που έδειξε ο Μαρξ στις μη επιδεχόμενες αμφισβήτηση «επιταγές» των παραγωγικών δυνάμεων,
νομιμοποιούσε έτσι τη στάση αναμονής των ρεφορμιστών και τον γραφειοκρατικό συντηρητισμό, και
προετοίμαζε τη χειρότερη καταστροφή: είναι γνωστό ότι ο «δρόμος προς την εξουσία», που τόσο έξοχα χάραζε ο
Κάουτσκι, οδήγησε τελικά τους σοσιαλδημοκράτες στα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης.
Από την άλλη, οι μπολσεβίκοι –δεδομένου ότι κατέλαβαν την εξουσία σε μια καθυστερημένη χώρα, όπου η
συντριπτική πλειοψηφία των αγροτών εξακολουθούσε να χρησιμοποιεί το ξύλινο άροτρο– όφειλαν υποχρεωτικά
να υιοθετήσουν την αντίθετη στάση από τη ρεφορμιστική μοιρολατρία και να ρίξουν το βάρος στην ταξική
πάλη, που θεωρήθηκε ένας πανίσχυρος δημιουργικός παράγοντας, τον οποίο μόνον οι «αντιδραστικοί» ή οι
αναλφάβητοι μπορούσαν ν’ αμφισβητήσουν. Στη διάρκεια της σύντομης αυτής ηρωικής περιόδου του
μπολσεβικισμού, η «διαλεκτική» θεωρία της ταξικής πάλης αποτέλεσε ένα δόγμα χειροπιαστό, μια αυταπόδεικτη
αλήθεια. Επί παραδείγματι, για τον Μπουχάριν, η άρνηση των εναλλακτικών αποκαλυψιακών σχημάτων, που
αναγράφονται στο Μανιφέστο, αποδεικνύει «εκπληκτική άγνοια», αν όχι και «εξαιρετική αδιαντροπιά». Ο
υπεύθυνος αυτής της «αδιαντροπιάς», ο στρατιωτικός ιστορικός Χaνς Ντελμπρύκ (Hans Delbrueck), είχε
τολμήσει να βεβαιώσει «ότι, στην αρχαία Ρώμη, δεν επήλθε ταυτόχρονη κατάρρευση των δυο ανταγωνιζόμενων
τάξεων», ενώ, απαντά ο Μπουχάριν, «η πτώση της ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας είναι ένα γεγονός που δεν
επιδέχεται καμία αμφισβήτηση» 91. Κατά τον Μπουχάριν, η πτώση του δυτικού τμήματος της ρωμαϊκής
Αυτοκρατορίας υπήρξε αποτέλεσμα της «κατάρρευσης» των δυο «θεμελιωδών» τάξεων της δουλοκτητικής
κοινωνίας, και αυτό παρά το γεγονός ότι η τελευταία επανάσταση των δούλων είχε συντριβεί έξι αιώνες
νωρίτερα, και παρά το γεγονός ότι οι δύο αυτές τάξεις είχαν πάψει να είναι «θεμελιώδεις», τουλάχιστον τρεις
αιώνες πριν...
Ο Μπουχάριν, που ουδόλως έκρινε σκόπιμο να γνωρίζει τα έργα μαρξιστών ιστορικών όπως ο Τσικότι ή ο
Μπαρμπαγκάλο, είχε τη δική του εκδοχή για τα αίτια της πτώσης της ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας: «Υπήρξαν
αρχικά εμφύλιοι πόλεμοι και, στη συνέχεια, ούτε οι νικητές δουλοκτήτες ούτε οι νικημένοι δούλοι στάθηκαν
89

DI, σ. 456.

90

K. Kautsky, Der Weg zur Macht (Ο δρόμος προς την εξουσία), 1909, σ. 64.

91

N. Boukharine, La théorie du matérialisme historique, ό.π., σσ. 325-326.

ικανοί να προχωρήσουν την κοινωνία». Ωστόσο, ήδη από τα τέλη του 2ου αιώνα, το δουλοκτητικό σύστημα
εγκαταλείπεται, εξαιτίας της συνεχούς μείωσης του αριθμού των δούλων, και το μεγαλύτερο μέρος των
καλλιεργήσιμων γαιών περνάει στα χέρια των ελεύθερων εποίκων και των ανεξάρτητων μικροϊδιοκτητών, τους
οποίους το κράτος θα μεταβάλει σύντομα σε δουλοπάροικους: η «θεμελιώδης» αντιπαράθεση, στην Ύστερη
Αυτοκρατορία, δεν είναι πια ανάμεσα σε δουλοκτήτες και σε δούλους, αλλά ανάμεσα σε φοροεισπράκτορες,
μεγαλο-γαιοκτήμονες, και στους αγρότες, που καταδικάζονται στη δουλοπαροικία. Από την άλλη, δεν υπάρχει
τίποτα πιο απατηλό από την εικόνα μιας κοινωνίας ακινητοποιημένης εξαιτίας της ανάσχεσης της πάλης των
τάξεων. Όπως λέει ο Φ. Λοτ, «σπάνια κοινωνία γνώρισε τόσες αναστατώσεις όσες σημειώθηκαν στον μισό
αιώνα που ακολούθησε την έλευση του Διοκλητιανού» 92· αλλά οι επαναστατικές πρωτοβουλίες, που έμελλαν να
παγιώσουν τους πιο χαρακτηριστικούς θεσμούς –καθαγιασμένο παλάτι, κρατική θρησκεία, γραφειοκρατία και
ιερατική «νέα τάξη», δουλοπαροικία κ.λπ.–, τους οποίους κληροδότησε η Ύστερη Αυτοκρατορία στο Βυζάντιο,
σφραγίζοντας έτσι την αφετηρία μιας χιλιόχρονης ιστορίας, προήλθαν από τα πάνω και όχι από τα κάτω, δηλαδή
από τις εξω-οικονομικές δυνάμεις του κράτους και της Εκκλησίας, και όχι από τις καθαυτό τάξεις...
Ο Μπουχάριν, όμως, ήταν ο τελευταίος μαρξιστής που επέμεινε στις «διαλεκτικές» μυθοπλασίες του
Μανιφέστου, και, επίσης, ο τελευταίος που πίστεψε στην «αντικειμενικότητα» και στο αμετακίνητο των
γεγονότων, τα οποία πάσχιζε, κουτσά-στραβά, να χωρέσει στα προκρούστεια σχήματά του, θέλοντας να τους
προσδώσει μια καθολική αναγνώριση. Με τον Στάλιν, τόσο ο ιστορικός υλισμός όσο και η υλική ιστορία,
άλλαξαν ριζικά λειτουργία. Όχι μόνον εγκαταλείφθηκε ανοιχτά η «διαλεκτική» της ταξικής πάλης, προς όφελος
όλο και πιο μυθολογικών και φενακιστικών κατασκευών, μα και η ίδια η ιστορία άρχισε να διαλύεται μέσα σε
ένα είδος ψυχαναλυτικού ονείρου προβολής ή εξερεύνησης, αντίστοιχου με τις οπτασίες που βλέπουμε στο τεστ
του Ρόρσαχ 93. Στην περίπτωση του Στάλιν, το ζήτημα δεν ήταν πια να παρουσιαστεί μια ερμηνεία του
παρελθόντος πιο πιστή στα γεγονότα, αλλά να υποδειχτούν, με μια νέα «αισώπεια γλώσσα», οι ανομολόγητες
όψεις της τρέχουσας πρακτικής και των μελλοντικών σχεδίων του καθεστώτος.

Η ιστορία σαν κηλίδα μελάνης
Ιδού, για παράδειγμα, η νέα εκδοχή της πάλης των τάξεων, που παρουσίασε ο Στάλιν στα 1933:
Η επανάσταση των δούλων έφερε την εξαφάνιση των δουλοκτητών· κατάργησε τη δουλεία σαν μορφή
εκμετάλλευσης των εργαζομένων. Έβαλε, όμως, στη θέση τους, τους φεουδάρχες και τη δουλοπαροικία σαν
μορφή εκμετάλλευσης των εργαζομένων. Οι εκμεταλλευτές αντικαταστάθηκαν από άλλους εκμεταλλευτές. Η
επανάσταση των χωρικών-δουλοπάροικων οδήγησε σε εξαφάνιση τους φεουδάρχες και κατάργησε τη
δουλοπαροικία σαν μορφή εκμετάλλευσης. Έβαλε, όμως, στη θέση τους, τους καπιταλιστές και τους μεγαλογαιοκτήμονες, τη μορφή εκμετάλλευσης των εργαζομένων από το κεφάλαιο και από τη μεγάλη γαιοκτησία. Οι
εκμεταλλευτές αντικαταστάθηκαν από άλλους εκμεταλλευτές 94.

Αν μας διαβεβαιώσουν, έλεγε ο Φρόιντ, ότι το κέντρο της γης αποτελείται από μαρμελάδα, «δεν θα σκεφτούμε
το ζήτημα αυτό καθεαυτό, αν δηλαδή το κέντρο της γης αποτελείται ή όχι από μαρμελάδα, αλλά θα
αναρωτηθούμε τι λογής άνθρωποι είναι αυτοί που μπορούν να σκεφτούν κάτι τέτοιο» 95. Είναι ανάγκη να
αναρωτηθούμε σε ποιο είδος ανθρώπων ανήκε ο συγγραφέας της παραπάνω εικόνας της ιστορίας, στην οποία ο
Σπάρτακος νικά τον Κράσο, καταργεί τη δουλεία και προσφέρει το στέμμα (και το κνούτο) στους μεγάλους
γαιοκτήμονες; Η επιμονή και το ρίζωμα αυτής της... imago, τόσο χοντροκομμένης όσο και παραμορφωτικής, μας
απαγορεύουν να την αποδώσουμε στις ατομικές αδυναμίες του συγγραφέα της, στην άγνοια λόγου χάρη. Την

92

F. Lot, La fin du monde antique et le debut du Moyen Âge, ό.π., σ. 196-197.

Χέρμαν Ρόρσαχ (1884-1922). Ελβετός ψυχίατρος, που επινόησε ένα τεστ, το οποίο βασίζεται στην ερμηνεία σχημάτων από
κηλίδες μελάνης (σ.τ.μ.).
93

94

J. Staline, Questions du léninisme, γαλ. έκδ., 1947, ΙΙ, σ. 121.

95

S. Freud, New Introductory Lectures on psychoanalysis, Penguin, Νέα Υόρκη 1933, σ. 49.

ξανασυναντούμε, πράγματι, στο Εγχειρίδιο πολιτικής οικονομίας, συλλογικό έργο που εξέδωσε η Ακαδημία
Επιστημών της Ε.Σ.Σ.Δ. Εκεί διαβάζουμε, πράγματι, στη σελ. 67 της γαλλικής μετάφρασης, ότι...
...οι αγροτικές εξεγέρσεις [των τελευταίων χρόνων του Μεσαίωνα] [...] οδήγησαν τελικά στην κατάργηση της
δουλοπαροικίας... Στη διάρκεια των αστικών επαναστάσεων, οι αγρότες προσέφεραν τη μεγάλη μάζα των
δυνάμεων που ανέτρεψαν το φεουδαλικό καθεστώς. Έτσι έγινε στην πρώτη αστική επανάσταση στις Κάτω Χώρες,
ο
ου
κατά τον 16 αιώνα, στην αγγλική επανάσταση του 17 αιώνα και κατά την αστική επανάσταση στη Γαλλία, στα
ου
τέλη του 18 αιώνα. Η αστική τάξη, όμως, σφετερίστηκε τους καρπούς της επαναστατικής πάλης της αγροτιάς και
αναρριχήθηκε στην εξουσία, πατώντας πάνω στις πλάτες της.

Μια και βρισκόμαστε έξω από την ιστορία, περιττεύει να παραθέσουμε και τα γεγονότα που διαψεύδουν αυτή τη
χονδροειδή μυθολογία: ενδιαφέρον παρουσιάζουν μόνο τα κίνητρα και τα συμφέροντα που την έκαναν εφικτή, η
εμπειρία την οποία μεταγράφει στη συμβολική γλώσσα της ψευδο-ιστορίας, η ανομολόγητη τραυματική
κατάσταση που προβάλλει σ’ ένα παρελθόν που αποτελείται από φαντασιώσεις, ακριβώς επειδή οφείλει να
μείνει απαγορευμένη στη γλώσσα του παρόντος. Τι αποκαλύπτει, λοιπόν, αυτή η ιστορική ψευδο-κατασκευή,
που ανάγει την «προδομένη επανάσταση» και τον σφετερισμό στην περιωπή καθολικών νόμων της ταξικής
πάλης, αν όχι το ίδιο το μυστικό της γέννησης της σοβιετικής γραφειοκρατίας; Σύμφωνα με το μαρξιστικό
σχήμα, η αντιπαράθεση των τάξεων οφείλει πάντα να οδηγεί είτε στην ηγεμονία της τάξης που υφίστατο
προηγουμένως την εκμετάλλευση και την καταπίεση, είτε στην κατάρρευση της κοινωνίας μέσα στο χάος. Στη
σταλινική εκδοχή, ο ρόλος της εκμεταλλευόμενης τάξης συνίσταται αποκλειστικά στο να καθαρίζει τον χώρο
και ν’ ανεβάζει στην εξουσία μια νέα εκμεταλλευτική τάξη. Οι δυο αντιλήψεις έχουν μια διαφορά, όχι ως προς
την επιστημονική ακρίβεια (είναι και οι δυο εξίσου λαθεμένες), αλλά ως προς την ιστορική προοπτική και την
«ταξική συνείδηση». Η μαρξιστική διαλεκτική εκφράζει την ανοιξιάτικη ορμή και τις επαναστατικές ελπίδες του
προλεταριάτου του 1848, ενώ η σταλινική αντίληψη για την επανάσταση, σαν αποτυχημένο εγχείρημα των
εκμεταλλευόμενων, που, κάθε φορά, το μόνο που καταφέρνουν είναι να «αντικαθιστούν τους εκμεταλλευτές με
άλλους εκμεταλλευτές», είναι η διατύπωση που ταιριάζει καλύτερα σε μια νέα άρχουσα τάξη. Γέννημα του
σφετερισμού, θα πρέπει κι αυτή να ευημερήσει, υποβάλλοντας σε μια νέα εκμετάλλευση τις ίδιες μάζες των
εργατών και των αγροτών που, χωρίς να το θέλουν και χωρίς να το ξέρουν, της επέτρεψαν «να αναρριχηθεί στην
εξουσία».
Ωστόσο, και αυτή η «θεωρία» εξωράιζε ακόμα την εικόνα της επανάστασης περισσότερο απ’ όσο έπρεπε, για
να μπορέσει να περιληφθεί στο ιδεολογικό πάνθεο του ολοκληρωτισμού. Γι’ αυτό, δεν θα πρέπει να μας
ξαφνιάζει το γεγονός ότι ο Στάλιν έφτασε να διατυπώσει μια νέα ερμηνεία της κοινωνικής εξέλιξης, στην οποία
η ταξική πάλη και η επαναστατική δράση των εκμεταλλευόμενων μαζών διαγράφονται απλώς από την ιστορία,
θεωρούμενες μηδαμινές και ανύπαρκτες.
Μια κοινωνιολογία κυρίων
Μέχρι τότε, πιστεύαμε, σύμφωνα με τον μαρξισμό, ότι η μετάβαση από έναν τρόπο παραγωγής σ’ έναν άλλον
γινόταν μέσα από την ταξική πάλη. Σε αυτή τη μυθοπλασία υποτασσόταν και ο Στάλιν στα 1933, όταν μιλούσε
για νικηφόρο επανάσταση των δούλων και των δουλοπαροίκων. Πέντε χρόνια αργότερα, η πάλη των τάξεων
εξαφανίστηκε πλήρως από τη νέα αντίληψη των «νόμων της ανάπτυξης των κοινωνιών», που παρουσιάστηκε
στη μπροσούρα Διαλεκτικός και ιστορικός υλισμός. Στον πίνακα «της ανάπτυξης των παραγωγικών σχέσεων
μεταξύ των ανθρώπων, σε ολόκληρη την ιστορία της ανθρωπότητας» 96, τον ρόλο της «μαμής» της ιστορίας δεν
τον παίζει πια η επανάσταση, έστω και «προδομένη», αλλά η «διαρκής» ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων
και... η φωτισμένη θέληση των ηγετικών τάξεων, που επιδείκνυαν σταθερά τη σοφία να υποτάσσονται στις
απαιτήσεις της τεχνικής και να προσαρμόζουν την κυριαρχία τους στην οικονομική πρόοδο...
Να πώς «εξηγούσε» ο Στάλιν τη μετάβαση από τον δουλοκτητικό στον φεουδαλικό τρόπο παραγωγής, οι
οποίοι, στη μαρξιστική μυθολογία, υποτίθεται ότι αντιπροσωπεύουν το δεύτερο και το τρίτο στάδιο της
ιστορικής ανάπτυξης της ανθρωπότητας:
96

J. Staline, Questions du léninisme, ό.π., ΙΙ, σ. 259.

Οι νέες παραγωγικές δυνάμεις απαιτούσαν από τον εργαζόμενο να επιδεικνύει μια κάποια πρωτοβουλία στην
παραγωγή και ένα κάποιο ενδιαφέρον για τη δουλειά. Γι’ αυτό και ο φεουδάρχης άρχοντας, εγκαταλείποντας τον
δούλο, που δεν έχει ενδιαφέρον για την εργασία του και στερείται παντελώς πρωτοβουλίας, προτιμάει (sic) να έχει
να κάνει με έναν δουλοπάροικο, που κατέχει ένα δικό του χωράφι, δικά του εργαλεία παραγωγής και έχει ένα
κάποιο ενδιαφέρον για τη δουλειά, ενδιαφέρον τελείως απαραίτητο για να καλλιεργεί τη γη και να πληρώνει από
τη σοδειά του ένα φόρο σε είδος στον φεουδάρχη... 97

Αυτές οι «νέες παραγωγικές δυνάμεις», στις «απαιτήσεις» των οποίων ανταποκρινόταν η έλευση του
φεουδαλισμού, χαρακτηρίζονταν κατά κύριο λόγο από «τη συνεχή ανάπτυξη της γεωργίας, των κηπευτικών, της
οινοποιητικής βιομηχανίας, της ελαιοπαραγωγής και [εδώ η φεουδαλική παραγωγή συγχέεται προφανώς με την
αστική παραγωγή στις απελεύθερες πόλεις] την εμφάνιση της μανιφακτούρας, δίπλα στα εργαστήρια των
τεχνιτών...». Χρειάζεται, άραγε, να παρατηρήσουμε ότι ο φεουδάρχης άρχοντας δεν μπορεί να «εγκαταλείψει»
έναν δούλο που δεν κατείχε ποτέ; Ότι η ελεύθερη εργασία είχε υποκαταστήσει τη δουλική εργασία πολύ πριν
εδραιωθεί η δουλοπαροικία; Ότι οι αγρότες είχαν γίνει δουλοπάροικοι, στα χρόνια του Διοκλητιανού και του
Κωνσταντίνου, για λόγους τελείως διαφορετικούς από αυτούς που επικαλείται ο Στάλιν, ή που θα μπορούσε να
επικαλεστεί κάθε τεχνολογική ερμηνεία της ιστορίας; Τέλος, ότι η φεουδαλική οικονομία όχι μόνο δεν
αντιπροσωπεύει κάποια οικονομική πρόοδο, σε σχέση με την οικονομία της αρχαιότητας, αλλά προϋποθέτει την
καταστροφή κάθε ανεπτυγμένης οικονομίας και γεννάει, από την ίδια τη φύση της, την οικονομική στασιμότητα;
Ιδού, τώρα, πώς «εξηγείται» η μετάβαση από τη φεουδαρχία στον σύγχρονο καπιταλισμό, από το τρίτο στο
τέταρτο «στάδιο» της παγκόσμιας ιστορίας:
Οι νέες παραγωγικές δυνάμεις απαιτούν εργαζόμενους πιο καλλιεργημένους και πιο έξυπνους από τους άξεστους
και αμαθείς δουλοπάροικους· να είναι ικανοί να καταλαβαίνουν τη μηχανή και να ξέρουν να την χειρίζονται
σωστά. Γι’ αυτό οι καπιταλιστές προτιμούν να έχουν να κάνουν με μισθωτούς εργάτες, απελευθερωμένους από τα
δεσμά της δουλοπαροικίας, αρκετά καλλιεργημένους για να χειρίζονται σωστά τις μηχανές...

Σ’ αυτή την τόσο βαθιά νομιμόφρονα αντίληψη, η ιστορία παρουσιάζεται σαν το αποκλειστικό έργο των κυρίων,
που όφειλαν, κάθε φορά, να «εγκαταλείπουν» τη μία μορφή εκμετάλλευσης και να «προτιμούν» κάποια άλλη,
λιγότερο τυραννική. Όχι γιατί οι εκμεταλλευόμενοι απαιτούσαν μεγαλύτερη ελευθερία, αλλά γιατί οι «νέες
παραγωγικές δυνάμεις» απαιτούσαν από τους σκλάβους να είναι λιγότερο άξεστοι και λιγότερο αποκτηνωμένοι
από το παρελθόν. Η «ηθική των κυρίων», που ο Νίτσε ήθελε να προφυλάξει από την ολέθρια επιρροή της
«εξέγερσης των δούλων», συμπληρώνεται έτσι με μια ψευδο-φιλοσοφία της ιστορίας, που επιφυλάσσει στις
διευθυντικές τάξεις αποκλειστικά το δικαίωμα να ανέρχονται στο όρος Σινά των παραγωγικών δυνάμεων.
Για να πούμε την αλήθεια, το μόνο ενδιαφέρον αυτής της «θεωρίας» συνίσταται στο ότι ανασηκώνει, έστω
και για λίγο, τον πέπλο που καλύπτει την τοπογραφία της «νέας κοιλάδας των δακρύων», της οποίας ο
ορθόδοξος μαρξισμός αποτελούσε το «πνευματικό άρωμα»98. Πράγματι, οι απαιτήσεις των «νέων παραγωγικών
δυνάμεων» επισημαίνονταν δεόντως:
Άλλοτε, λέγαμε ότι «η τεχνική αποφασίζει για όλα». Πολύ καλά. Μα αυτό δεν αρκεί, δεν αρκεί καθόλου. Για να
βάλουμε σε κίνηση την τεχνική, χρειάζονται άνθρωποι, στελέχη ικανά να αφομοιώνουν και να χρησιμοποιούν την
τεχνική. Να γιατί το παλιό σύνθημα: «η τεχνική αποφασίζει για όλα», αντανάκλαση μιας περιόδου που έχει πια
παρέλθει, θα πρέπει τώρα να αντικατασταθεί από αυτό το νέο σύνθημα: «Τα στελέχη αποφασίζουν για όλα». Αυτό
είναι σήμερα το ουσιαστικό 99.

Αυτό είναι το σύνθημα που αναγορεύει σε καθολικό νόμο η σταλινική ψευδο-κοινωνιολογία: χάρη στη
συμμαχία με τον Θεό των παραγωγικών δυνάμεων, τα στελέχη αποφάσιζαν ανέκαθεν για όλα. Σήμερα, κάτω από
το λάβαρο του Υψίστου, που βρήκε επιτέλους τον επώνυμο ήρωά του, αποφασίζουν να εισαγάγουν την
καταναγκαστική εργασία στα εργοστάσια και στην ύπαιθρο, όπως, πριν από δεκαπέντε αιώνες, είχαν αποφασίσει
97

J. Staline, Questions du léninisme, ό.π., ΙΙ, σ. 257.

98

Αυτούς τους όρους χρησιμοποιεί ο Μαρξ για να περιγράψει τη θρησκευτική «αλλοτρίωση».

99

J. Staline, Questions du léninisme, ό.π., ΙΙ, σ. 196.

να «παραιτηθούν» από τη δουλεία και όπως, χίλια χρόνια αργότερα, δεν ήθελαν πια «να έχουν να κάνουν» με
δουλοπάροικους: σε αυτή την παιδιάστικη χίμαιρα παντοδυναμίας συνοψίζεται η αγοραία «κοινωνιολογία των
κυρίων», που πήρε τη θέση της «κριτικής και επαναστατικής» διαλεκτικής του μαρξισμού.
*
Ας πούμε, για να κλείσουμε, ότι εκεί που ο Μαρξ πίστευε πως διατύπωνε μια «μονιστική» ή ενοποιημένη θεωρία
του κοινωνικού γίγνεσθαι, βρίσκουμε στην πραγματικότητα δύο απόλυτα διακριτές αντιλήψεις για τις
«κινητήριες δυνάμεις» της ιστορίας. Η «αντικειμενική» περιγραφή της κοινωνικής εξέλιξης σαν «συνεχούς»
προόδου των παραγωγικών δυνάμεων και η «υποκειμενική» περιγραφή της πορείας της ιστορίας σαν πάλης των
τάξεων δεν είναι καθόλου τόσο στενά συνδεδεμένες όσο πίστευε ο Μαρξ. Αν τις θεωρήσουμε ξεχωριστά,
κινδυνεύουν να καταστήσουν ακατανόητες τις διαδικασίες τις οποίες καλούνται να ερμηνεύσουν.
Από τη μια μεριά, οι τάξεις δεν είναι κατ’ ανάγκην προϊόντα της οικονομικής ανάπτυξης· οι «θεμελιώδεις
τάξεις» δεν είναι κατ’ ανάγκην δύο τον αριθμό· οι «οριζόντιες» εντάσεις ανάμεσα σε τάξεις εξίσου κυρίαρχες, ή
τουλάχιστον ανεξάρτητες, είναι το ίδιο σημαντικές, αν όχι και πιο αποφασιστικής σημασίας, με τις «κάθετες»
αντιπαραθέσεις ανάμεσα σε εκμεταλλευτές και εκμεταλλευόμενους. Από την άλλη, οι επαναστατικές κρίσεις
ούτε προκλήθηκαν ούτε και στηρίχθηκαν από την υποτιθέμενη υπερανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, και
η διαλεκτική της ταξικής πάλης είναι ένας μύθος στον οποίο ούτε ο ίδιος ο Μαρξ πίστευε. Κοντολογίς, η
ελκυστική σύνθεση υπάρχει μόνο κατ’ όνομα. Έτσι, πάνω στα membra disjecta 100 του συστήματος, είδαμε
τελικά να ορθώνονται όλο και πιο μυθολογικές κατασκευές, που στερούνται παντελώς θεωρητικού
ενδιαφέροντος, και που υποδεικνύουν την αποφασιστική στροφή, με αφετηρία την οποία ο μαρξισμός
εξαφανίστηκε τόσο σαν επαναστατική ιδέα όσο και σαν προλεταριακή προοπτική, για να μεταβληθεί σε
παιδαγωγική του ολοκληρωτισμού και ιδεολογία μιας άρχουσας τάξης.
Άλλωστε, στο όνομα του μαρξισμού, δεν συντρίφτηκε και η χρονολογικά πιο πρόσφατη εργατική
επανάσταση 101;

100

Διεστώτα μέλη (σ.τ.μ.).

101

Ο συγγραφέας αναφέρεται στην ουγγρική επανάσταση του 1956 (σ.τ.μ.).

II
Ο Μαρξ και η θεωρία των τάξεων 102
(1964)
1.

Σύμφωνα με τη θεμελιώδη υπόθεση του μαρξισμού, η κυριαρχία ανθρώπου πάνω σε άνθρωπο, η εκμετάλλευση
μιας τάξης από μία άλλη, η λυσσώδης πάλη για την εξουσία, σε καμία περίπτωση δεν είναι φυσικά δεδομένα,
λίγο-πολύ σύμφυτα με κάθε κοινωνική κατάσταση σαν τέτοια. Μια αντίληψη της ιστορίας που θα έθετε
αξιωματικά την ουσιαστική ετερογένεια κάθε ανθρώπινης κοινωνίας, θα άφηνε πράγματι να εννοηθεί ότι
υπάρχει μια ανθρώπινη φύση και ότι αυτή συνεπάγεται τη θέληση για δύναμη, την ανισότητα των δεξιοτήτων,
την αναγκαιότητα της κυριαρχίας και της υποταγής κ.ο.κ. Σε αυτές τις «απαισιόδοξες» απόψεις, ο Μαρξ
αντιπαραθέτει «τις υλιστικές θέσεις για την καταγωγική καλοσύνη και την ισότητα των διανοητικών δεξιοτήτων
των ανθρώπων»103.
Ωστόσο, αυτή η «καταγωγική» καλοσύνη και ισότητα υποδηλώνουν, κατ’ αυτόν, μάλλον το τελικό παρά το
αρχικό στάδιο της ιστορίας. Η έννοια μιας ανθρώπινης φύσης, που επιβιώνει αναλλοίωτη μέσα από τις διάφορες
ιστορικές μεταμορφώσεις, είναι, για τον Μαρξ, μια καθαρή «αφαίρεση»: ο άνθρωπος «δεν είναι ένα αφηρημένο
Ον, εξωτερικό προς τον πραγματικό κόσμο. Ο άνθρωπος είναι ο κόσμος του ανθρώπου, το κράτος, η
κοινωνία» 104. Το σφάλμα του Προυντόν υπήρξε ακριβώς η αδυναμία του να κατανοήσει πως «η ιστορία στο
σύνολό της δεν είναι παρά μια συνεχής μεταμόρφωση της ανθρώπινης φύσης»105. Η ανθρώπινη φύση «είναι το
σύνολο των κοινωνικών σχέσεων», λέει ο Μαρξ στις Θέσεις για τον Φόιερμπαχ. Αλλά αυτές οι «κοινωνικές
σχέσεις» δεν είναι παρά τα «ιστορικά και μεταβατικά προϊόντα» αυτής της «συνεχούς κίνησης επέκτασης των
παραγωγικών δυνάμεων»106, στο τέρμα της οποίας ο Μαρξ έβλεπε να ανατέλλουν η αταξική κοινωνία και η
αποκατάσταση της «καταγωγικής» καλοσύνης και ισότητας.
Όπως είπε και ο ίδιος, η συμβολή του στη θεωρία των τάξεων συνίσταται αποκλειστικά στο γεγονός ότι την
υπέταξε στη θεωρία της οικονομικής ανάπτυξης. Πράγματι, πολύ πριν απ’ αυτόν, «οι αστοί ιστορικοί είχαν
περιγράψει την ιστορική ανάπτυξη της πάλης των τάξεων και οι αστοί οικονομολόγοι είχαν σκιαγραφήσει την
οικονομική της ανατομία» 107. Το «καινούργιο» που έκανε ο Μαρξ ήταν ότι απέδειξε, κατ’ αρχάς, πως η ύπαρξη
των τάξεων είναι ένα φαινόμενο ιστορικό, παροδικό, που «συναρτάται με ορισμένες φάσεις της ιστορικής
ανάπτυξης της παραγωγής»· εν συνεχεία, ότι, στο παρόν στάδιο της ανάπτυξής τους, οι παραγωγικές δυνάμεις
κατέστησαν εφικτή τη «δικτατορία της μεγάλης προς όφελος της μεγάλης πλειοψηφίας» και, άρα, τη «μετάβαση
στην κατάργηση όλων των τάξεων και την εγκαθίδρυση της αταξικής κοινωνίας».
Ο Ένγκελς συνόψισε αυτή τη σφαιρική αντίληψη της ιστορίας σε μια συναρπαστική διατύπωση: «μοιραίο»
επακόλουθο της «ανεπαρκούς» ανάπτυξης της παραγωγής, η διαίρεση της κοινωνίας σε ανταγωνιστικές τάξεις
«θα καταργηθεί με την πλήρη ανάπτυξή της» 108. Εδώ, μπορούμε να δούμε έναν από τους κυκλικούς
Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Le Contrat social, τόμ. VIII, τ.1 (Ιανουάριος - Φεβρουάριος 1964) και τ. 3 (Μάιος - Ιούνιος
1964). Εδώ, το πρώτο μέρος είναι κάπως πιο εκτενές (σ.τ.Ρ.Α.).
102

103

HF, σ. 261.

104

W, [I], σ. 378. [Molitor, Œuvres Philosophiques, 1946˙ Pléiade, III, σ. 383.]

105

MPh, σ. 115.

106

Στο ίδιο, σ. 88.

107

Μαρξ, επιστολή στον Γιόζεφ Βέντεμεγιερ, 5 Μαρτίου 1852.

108

Engels, Anti-Dühring, Éd. sociales, Παρίσι 1950, σ. 320.

συλλογισμούς που συχνά χρησιμοποιούσε ο Μαρξ: η διαίρεση της κοινωνίας σε τάξεις αποτελεί μια «μοιραία»
επίπτωση της «ανεπαρκούς» ανάπτυξης της παραγωγής, επειδή θα καταργηθεί από την «ολοκληρωμένη»
ανάπτυξή της· και, αντιστρόφως, η πλήρης ανάπτυξη της παραγωγής θα καταργήσει τις τάξεις, επειδή αυτές δεν
ήταν παρά η «μοιραία» συνέπεια της υπανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων. Αλλά η εσχατολογική εγγύτητα
μας επιτρέπει να βγούμε από τον φαύλο κύκλο:
Η τελική κατάργηση των τάξεων προϋποθέτει έναν βαθμό ανάπτυξης της παραγωγής τέτοιον, που η ιδιοποίηση
των μέσων παραγωγής και των προϊόντων από μια τάξη και, κατά συνέπεια, η πολιτική κυριαρχία, το μονοπώλιο
της εκπαίδευσης, η πνευματική ηγεσία μιας συγκεκριμένης τάξης, όχι μόνο θα γίνουν περιττά, αλλά θα
παρεμποδίζουν κιόλας την οικονομική, πολιτική και πνευματική ανάπτυξη. Σήμερα, έχουμε φτάσει ήδη σε αυτό το
σημείο.

Έτσι, λοιπόν, όμοια με τη χεγκελιανή γλαύκα που πετάει μόνο το σούρουπο, η «επιστημονική» θεωρία των
τάξεων μπόρεσε να διατυπωθεί στο λυκόφως της ταξικής κοινωνίας. Ας υπενθυμίσουμε τις μείζονες
συναρθρώσεις της:
Δίπλα στη μεγάλη πλειονότητα, που είναι καταδικασμένη αποκλειστικά στον καταναγκασμό της εργασίας,
διαμορφώνεται μια μειονότητα, απαλλαγμένη από την άμεσα παραγωγική εργασία και επιφορτισμένη με τις κοινές
υποθέσεις της κοινωνίας: γενική διεύθυνση της εργασίας, διακυβέρνηση ...

Αυτός ο ορισμός της άρχουσας τάξης είναι καθ’ όλα αξιοσημείωτος: η ηγέτιδα τάξη ορίζεται με βάση τη «γενική
διεύθυνση της εργασίας», την «πολιτική κυριαρχία», το «μονοπώλιο της θεσμοθέτησης» και την πολιτισμική
«δικτατορία». Μα ο ορισμός αυτός (τον οποίο, σήμερα, μόνον οι «ορθόδοξοι» μαρξιστές υποκρίνονται πως
αγνοούν) δεν μας λέει ακόμα πώς και γιατί η μειονότητα αυτή φτάνει να απελευθερωθεί από την «άμεσα
παραγωγική εργασία» και να μονοπωλήσει τις λειτουργίες της διαχείρισης. Η πρώτη απάντηση του μαρξισμού
είναι υπερβολικά γενικόλογη για να είναι πειστική: η διαίρεση της κοινωνίας σε ανταγωνιστικές τάξεις υπήρξε...
...το επακόλουθο της ελάχιστα αναπτυγμένης παραγωγικότητας της κοινωνίας: εκεί όπου η κοινωνική εργασία
παρέχει μόνο μια ποσότητα προϊόντων που μόλις ξεπερνάει τα απολύτως απαραίτητα για να διατηρηθούν όλοι στη
ζωή, εκεί όπου η εργασία, κατά συνέπεια, απορροφά όλο ή σχεδόν όλο τον χρόνο της μεγάλης πλειοψηφίας, η
κοινωνία διαιρείται αναγκαστικά σε τάξεις.

Επομένως, η σχετική αδυναμία της οικονομικής ανάπτυξης είναι η ουσιαστική προϋπόθεση για την εμφάνιση
ανταγωνιστικών τάξεων. Όσο δεν θα έχει επιτευχθεί η «αφθονία», οι σχέσεις ανάμεσα στη μειοψηφία και την
πλειοψηφία θα παίρνουν «αναγκαστικά» τη μορφή της εκμετάλλευσης της εργασίας και της καταπίεσης των
εργαζομένων. Όλες οι μέχρι σήμερα γνωστές κοινωνίες στηρίζονταν σε μια παραγωγή «ανεπαρκή για το σύνολο
του πληθυσμού» 109. Οι περιορισμένες νίκες, που πέτυχαν οι άνθρωποι στον αγώνα τους εναντίον της φύσης, δεν
κατάφεραν να «επιφέρουν μια εξέλιξη» παρά μόνο στο μέτρο που «ένα μέρος του πληθυσμού ζούσε σε βάρος
του άλλου. Κατά συνέπεια, οι μεν –μια μειοψηφία– είχαν το μονοπώλιο της προόδου, ενώ οι δε –η πλειοψηφία–
αποκλείονταν προσωρινά από κάθε εξέλιξη, υποχρεωμένοι να αγωνίζονται ακατάπαυστα για να ικανοποιήσουν
τις στοιχειωδέστερες ανάγκες».
Η αντίληψη αυτή δεν παρουσιάζει καμιά δυσκολία: οι «ορθόδοξοι» μαρξιστές είναι, για μια ακόμα φορά, οι
μόνοι στις μέρες μας που πιστεύουν ότι αρκεί ένα κομουνιστικό κόμμα να καταλάβει την εξουσία (και να
αναγνωρίσει «χωρίς όρους» τη Σοβιετική Ένωση σαν ηγέτη του «σοσιαλιστικού στρατοπέδου») ώστε η
κοινωνία να προχωρήσει (ακόμα και μια οικονομικά υπανάπτυκτη κοινωνία) στον δρόμο της κατάργησης των
τάξεων 110.
Οι δυσκολίες αναφύονται από τη στιγμή που απαιτείται να διασαφηνιστεί η φύση και η προέλευση της
εξουσίας, που επέτρεψε στη μειοψηφία να ιδιοποιηθεί τις διευθυντικές λειτουργίες και να περιορίσει τη μάζα
των «άμεσα εργαζομένων» στον ρόλο εκείνων που εκτελούν και παρέχουν «υπερεργασία».
109

DI, σ. 456-457.

Βλ. Raymond Aron, Le développement de la société industrielle (Η ανάπτυξη της βιομηχανικής κοινωνίας), πολυγραφημένες
παραδόσεις, 1957, σσ. 94-105.

110

Η εξουσία και οι εξουσίες
Χρησιμοποιούμε εδώ τον όρο εξουσία με μια ευρεία έννοια, που δεν είναι μόνο πολιτική ούτε και αποκλειστικά
οικονομική: υπάρχει εξουσία, λιγότερο ή περισσότερο οργανωμένη ή αποκρυσταλλωμένη, παντού όπου υπάρχει
διάκριση ανάμεσα στα υποκείμενα και στα αντικείμενα της διεύθυνσης, ανάμεσα σε κυβερνώντες και
κυβερνώμενους, άρα ανάμεσα σε ομάδες ανθρώπων που αποφασίζουν, οργανώνουν, ελέγχουν και σε άλλες που
περιορίζονται σε ρόλο εκτελεστή. Στο εσωτερικό κάθε σχετικά σημαντικής ομάδας, είτε πρόκειται για μια
οικονομική οργάνωση είτε για ένα πολιτικό σώμα ή για μια θρησκευτική κοινότητα, η διάκριση εμφανίζεται
ανάμεσα στα υποκείμενα και τα αντικείμενα των τεκταινομένων, ανάμεσα στις ομάδες που είναι ικανές να
αυτοκαθορίζονται, αυτές που διευθύνουν την παραγωγή, τη διακυβέρνηση ή τις συνειδήσεις, και σε εκείνες που
συμμετέχουν μόνο παθητικά στις διάφορες διαδικασίες οι οποίες εξασφαλίζουν, διαμορφώνουν και
προσανατολίζουν την κοινή ζωή. Βλέπουμε, λοιπόν, να εμφανίζονται τριών ειδών εξουσίες, που εισέρχονται
πράγματι στη διαδικασία της διαίρεσης της κοινωνίας σε τάξεις ανώτερες και κατώτερες, ανεξάρτητες και
εξαρτημένες, κυρίαρχες και καταπιεζόμενες, εκμεταλλευτικές και εκμεταλλευόμενες, άρα τρεις εστίες
κοινωνικής οργάνωσης και κοινωνικής διαστρωμάτωσης: η ιδεολογική εξουσία (κυρίως θρησκευτική), η
πολιτική (και στρατιωτική) εξουσία και η οικονομική εξουσία.
Θα θεωρήσουμε (προσωρινά):
Ιδεολογική εξουσία: αυτή την οποία κατέχει η ομάδα (ή οι ομάδες) που εκφράζει και διαμορφώνει τις αξίες, τα
ιδανικά και τις συλλογικές επιδιώξεις.
Πολιτική εξουσία: τη σύζευξη των δυνάμεων οι οποίες θέτουν, κάθε φορά, στην υπηρεσία τους τις κρατικές
προνομίες και τεχνικές.
Οικονομική εξουσία: αυτή την οποία κατέχει η ομάδα ή οι ομάδες, που δεσπόζουν στην «κοινωνία των πολιτών»,
δηλαδή «την κοινωνική οργάνωση που απορρέει άμεσα [δηλαδή αυθόρμητα] από την παραγωγή και το
εμπόριο» 111.
Υπό ορισμένες προϋποθέσεις (που πρέπει να διασαφηνιστούν), η «μονοπώληση», από τη μία ή την άλλη
ομάδα, των μέσων έκφρασης και ερμηνείας των αξιών και των συλλογικών αναπαραστάσεων, των μέσων
καταναγκασμού ή των μέσων παραγωγής ισοδυναμεί με μια μονοπώληση της κοινωνικής εξουσίας: η ιστορία
των ιερατικών τάξεων, των φεουδαλικών και γραφειοκρατικών, καθώς και των αστικών τάξεων, μας προσφέρει
πληθώρα παραδειγμάτων για να στηρίξουμε αυτή τη θέση.
Έχει σημασία, λοιπόν, για να κατανοήσουμε τη βαθύτερη δομή μιας δεδομένης κοινωνίας, να κάνουμε
αυστηρή διάκριση ανάμεσα σε αυτές τις τρεις πηγές κοινωνικής εξουσίας. Φυσικά, στην πραγματική τους
άσκηση, αυτές οι τρεις εξουσίες διαπλέκονται σε μεγάλο βαθμό. Επιπλέον, εκτός από μερικές σπάνιες εξαιρέσεις
που επιβεβαιώνουν τον κανόνα 112, κάθε εξουσία, ακόμα και επίκτητη, ακόμα και αν λειτουργεί έξω από την
τροχιά της καθαυτό οικονομικής δραστηριότητας, προσφέρει αναπόδραστα στον κάτοχό της την οικονομική
εξουσία, αν όχι και την οικονομική υπεροχή. Tam Marti quam Mercurio, «Υπηρετώ ταυτόχρονα τον Άρη και
τον Ερμή». Αν με τον Ερμή δεν εννοούμε μόνο μια συγκεκριμένη οικονομική δραστηριότητα αλλά την
καθεαυτό οικονομική εξουσία, αυτή δηλαδή που προσφέρει όχι μόνον το εμπόριο αλλά και η γη και η
βιομηχανία, τότε το περίφημο γνωμικό του (Ουόλτερ Ράλι (Walter Raleigh) θα μπορούσε να θεωρηθεί η γενική
διατύπωση της εξουσίας. Μπορούμε, πράγματι, να βάλουμε στη θέση του Άρη άλλους θεούς, πιο ειρηνικούς, τον
Jupiter Capitolinus [Καπιτώλειο Δία] λόγου χάρη, ή, ακόμα, και τον θεό της αγάπης, αλλά ο Ερμής, και μαζί του
η Δήμητρα και ο Ήφαιστος, θα παραμείνουν για πάντα τα αναλλοίωτα θεμέλια της εξουσίας.

111

DI, σ. 33. Πρόκειται για τον κλασικό (φιλελεύθερο) ορισμό της κοινωνίας των πολιτών.

Μπορούμε να αναφέρουμε τη Σπάρτη, όπου, στο τέλος, οι είλωτες έγιναν πλουσιότεροι από τους κυρίους τους: το Σύνταγμα
της Σπάρτης εκφράζει μέχρι υπερβολής την αντι-οικονομική νοοτροπία, που διαφοροποιεί τόσο έντονα τους αρχαίους πολίτες
από τους σύγχρονους αστούς. Το πιο εντυπωσιακό παράδειγμα, όμως, μας το προσφέρει η Ινδία, όπου η συμμετοχή στην
ανώτερη κάστα των βραχμάνων δεν συναρτάται σε καμία περίπτωση με τον πλούτο.
112

Η υπερεργασία
Κάθε θέση ισχύος, ποιοτικά σημαντική, θα επιφέρει, μοιραία, σαν σιδερένιος νόμος, μια κάποια μεταφορά του
πλούτου και θα υψώσει τον κάτοχο της ισχύος πάνω από την «άμεσα παραγωγική» εργασία, που αποτελεί τη
μοίρα των κοινών θνητών. Έτσι, μια ομάδα κατακτητών, ένας κλήρος, μια γραφειοκρατία, για να
απαριθμήσουμε κάποιες ομάδες που σχηματίστηκαν έξω από την οικονομία, και έχουν πάμπολλες φορές
διαμορφώσει την ιστορία, έγιναν άρχουσα τάξη μόνο στο μέτρο που εγκαταστάθηκαν στις θέσεις της διεύθυνσης
της παραγωγής και της διανομής των αγαθών, ιδιοποιούμενοι τα μέσα παραγωγής, ακόμα και την ίδια την
εργατική δύναμη, και οργανώνοντας, επομένως, τον τρόπο παραγωγής και τις «παραγωγικές σχέσεις» με τρόπο
που να ενισχύει και να διαιωνίζει τη θέση ισχύος τους και την προνομιακή τους κατάσταση. Αυτός ακριβώς ο
«τρόπος παραγωγής» περιγράφεται στο σχόλιον, που ο Υβρίας βάζει στο στόμα ενός Κρήτα στρατοκράτη, της
εποχής των Δωριέων:
Πλούτη έχω κοντάρι και σπαθί μεγάλο
και για τη φύλαξή μου ασπίδι δυνατό
μ’ αυτό οργώνω, αυτό θερίζω και με τ’ άλλο
μες στ’ αμπέλι το γλυκό κρασί πατώ
κι είμ’ αφέντης της σκλαβολογιάς ατός μου
κι όσοι γι’ άρματα δεν έχουν καρδιά, νούν,
γονατίζουν άψυχα κουφάρια ομπρός μου
βασιλιά με κράζουν και με προσκυνούν!
(Μετάφραση: Σιμ. Μενάρδος)

Για την απόσπαση αυτής της «υπερεργασίας», το σκήπτρο του βασιλιά, τα μαγικά του μάγου, το λιβάνι του
ιερέα, ο κάλαμος του μανδαρίνου, το εγχειρίδιο του γραμματικού, δεν είναι λιγότερο αποτελεσματικά από το
κοντάρι του Δωριέα ευπατρίδη. Η απαλλαγή των πεπαιδευμένων από τον καταναγκασμό της υλικής εργασίας
αποτελεί το κύριο θέμα της αυτο-εξύμνησης της κινεζικής και αιγυπτιακής γραφειοκρατίας. Ο μανδαρίνος, που
άφηνε να μακραίνουν τα νύχια του τόσο ώστε να μην μπορεί να κάνει με το χέρι άλλη δουλειά από το να
χειρίζεται το πινέλο, κρατούσε πάντα στο μυαλό του τη φράση του Μένκιου:
Ο ευγενής δουλεύει με το μυαλό του και ο αγροίκος με το σώμα του. Αυτός που βάζει να δουλέψει το μυαλό του,
διατάζει. Αυτός που βάζει να δουλέψει το σώμα του, κυβερνιέται. Αυτός που διατάζει, τρέφεται σε βάρος εκείνου
που κυβερνιέται, και ο δεύτερος χρησιμεύει για να τρέφει τον πρώτο.

Στην Αίγυπτο, όπου το σύνολο σχεδόν του πλούτου βρισκόταν στα χέρια του κράτους, η σχέση εγγράμματοιαγράμματοι ταυτιζόταν σχεδόν με τη σχέση ανάμεσα σε «ιδιοκτήτες των μέσων παραγωγής» και «πωλητές της
εργατικής δύναμης» των σύγχρονων κοινωνιών. Αν διαβάσουμε τις Συμβουλές ενός γραμματικού στον γιο του,
έργο που γράφτηκε περί τα τέλη της Παλαιάς Αυτοκρατορίας και χρησίμευε επί χίλια χρόνια σαν αναγνωστικό
στα σχολεία των γραμματικών, έχουμε για μια ακόμα φορά την εντύπωση πως η νεαρή σοβιετική γραφειοκρατία
όντως δεν επινόησε τίποτα. Ιδού οι «συμβουλές που ο ονομαζόμενος Ντιαούφ, γιός του Χέτι, έδωσε στον γιο
του, Πέπι, όταν τον έφερε στην Πρωτεύουσα, για να τον βάλει στο σχολείο των Βιβλίων, μαζί με τα παιδιά των
κρατικών λειτουργών»:
Έχω δει αυτόν που τον έχουν τσακίσει, τσακίσει: θα πρέπει, γιε μου, να δοθείς με την καρδιά σου στα βιβλία. Έχω
παρατηρήσει αυτόν που είναι απαλλαγμένος από την αγγαρεία, άκουσέ με καλά: τίποτα δεν ξεπερνάει τα βιβλία
[...]. Ο τεχνίτης που χειρίζεται τη σμίλη κουράζεται πιο πολύ απ’ αυτόν που ξεφυλλίζει τα βιβλία (...) Όταν ο
χτίστης τελειώνει τη δουλειά του, τα χέρια του είναι κομμένα και έχει αγωνία (...) Όσο για τον αγρότη, η δουλειά
του δεν έχει τελειωμό. Ο υφαντής, στο εργαστήρι, υποφέρει περισσότερο απ’ όλες τις γυναίκες στη γέννα (...).
Πρόσεξε! Δεν υπάρχει επάγγελμα χωρίς αφεντικό άλλο από του γραμματικού. Εδώ, αυτός είναι ο αφέντης...

Οι σκέψεις αυτές δεν είναι ξένες στους θεωρητικούς της δυτικής ιπποσύνης. Έτσι, ο (Ρεημόν Λιλ (Raimon Lull)
δεν θεωρούσε ότι αντιστρατευόταν το χριστιανικό συναίσθημα όταν διακήρυσσε ότι είναι σύμφωνο προς την
ευταξία ο ιππότης «να αποσπά την ευημερία του» από την «υπερεργασία» των άλλων. Στο πολύ ορθόδοξο έργο
του, Libre que es de l’ Orden de Caballeria, γράφει: «Πρέπει οι άνθρωποι να δουλεύουν και να ανασκάβουν τη
γη και να μοχθούν για να δώσει η γη τους καρπούς που έχουν ανάγκη για να ζήσουν οι ιππότες και τα ζώα τους,

και ο ιππότης να διαβαίνει καβαλάρης, να κυριαρχεί και να αποκτά την ευτυχία του από τα ίδια πράγματα που
στους ανθρώπους προκαλούν δυστυχία και κούραση...» 113.
Αν αντικαταστήσουμε τη λέξη «ιππότες» με τη λέξη «υπηρέτες του Θεού», θα έχουμε τον τύπο που
επικράτησε σε όλες τις κοινωνίες, στις οποίες οι κληρικοί κατόρθωσαν να συγκροτηθούν σε ιδιαίτερη τάξη,
οργανικά ξέχωρη από την υπόλοιπη κοινωνία. «Καθώς απασχολούνταν με τα καθήκοντα της λειτουργίας ή της
άσκησης, με τη διακυβέρνηση των ψυχών ή τη μελέτη, ήταν αδύνατο, για τους κληρικούς, να ζήσουν από μια
άμεσα παραγωγική εργασία» 114, λέει ο Μαρκ Μπλοχ, χρησιμοποιώντας τους ίδιους όρους του Μαρξ, και
προσθέτει: «Οι ανανεωτές του μοναχισμού προσπάθησαν, αρκετές φορές, να πείσουν τους μοναχούς να
τρέφονται αποκλειστικά από τους καρπούς των χωραφιών που καλλιεργούσαν με τα χέρια τους. Η προσπάθειά
τους σκόνταφτε πάντα στην ίδια θεμελιώδη δυσκολία: ο χρόνος που αναλωνόταν στις πολύ υλικές αυτές ανάγκες
ήταν χρόνος που αφαιρούνταν από την περισυλλογή ή τη θεία υπηρεσία...».
Οι υπηρέτες του Μαρξ δεν δυσκολεύτηκαν και πολύ να πάρουν τον ίδιο δρόμο με τους υπηρέτες του Άρη και
τους λάτρεις του Καθαρού Πνεύματος. Από τη στιγμή που βρέθηκαν στην εξουσία, και αφού πρώτα είχαν
διακηρύξει τον πιο αυστηρό εξισωτισμό, ανακάλυψαν και αυτοί, με εκπληκτική ταχύτητα, πως, αφού ήταν
«καμωμένοι από μια πολύ ιδιαίτερη στόφα» (κατά τη διατύπωση του Στάλιν), είχαν κι αυτοί ανάγκη όχι μόνο να
απελευθερωθούν από τον «καταναγκασμό της άμεσα παραγωγικής εργασίας», αλλά και να εξασφαλίσουν για
τον εαυτό τους κάποια πολύ «ιδιαίτερα» πλεονεκτήματα σε ζητήματα ανεφοδιασμού.
Ένας κάποιος Χουμιακόφ, παλιός εργάτης της Πετρούπολης, που έγινε «επαγγελματίας επαναστάτης»,
περιέγραψε δια μακρών115 τη γέννηση αυτών των «ειδικών καταστημάτων», που αποτελούν πιθανόν την κύρια
καινοτομία των μπολσεβίκων στον τομέα της διανομής των αγαθών και των υπηρεσιών. Βρισκόμαστε στην
Πετρούπολη, αρχές του 1918, δηλαδή, λίγους μήνες μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση. Επρόκειτο για μια
περίοδο λιμού, με τα δελτία των τροφίμων να αποτελούνται από εκατό έως εκατόν είκοσι πέντε γραμμάρια ψωμί
και ενίοτε ένα κεφάλι ρέγκας ή ένα μικρό κομμάτι παστό ψάρι, ήδη ταγγισμένο. Ο πραγματικός εμφύλιος
πόλεμος δεν είχε αρχίσει ακόμα, αλλά, ήδη, οι αγωνιστές του κόμματος παραπονούνταν ότι δεν είχαν τις
απαιτούμενες δυνάμεις για να ανταπεξέλθουν στα καθήκοντα της οργάνωσης (ή μάλλον της αποδιοργάνωσης).
Ξέσπασε τότε μεγάλη διαμάχη, ανάμεσα στους κομουνιστές του Βίμποργκ, σχετικά με τη δυνατότητα και τη
νομιμότητα της δημιουργίας ενός εστιατορίου για τα μέλη του κόμματος αποκλειστικά, στο οποίο θα μπορούσαν
να διατρέφονται κάπως καλύτερα από τον υπόλοιπο κόσμο. Μερικοί υποστήριξαν ότι τα μέλη του κόμματος
όφειλαν να υποστούν την πείνα όπως και οι υπόλοιποι εργαζόμενοι, «αλλά η πλειονότητα», λέει ο Χουμιακόφ,
«είχε διαφορετική γνώμη»· υποστήριξαν ότι, αν οι κομουνιστές όφειλαν να υποστούν την τύχη των υπολοίπων,
το αποτέλεσμα θα ήταν μια σωματική εξάντληση «με καταστρεπτικά επακόλουθα για την επανάσταση»:
στερημένο από τα στελέχη του, τους οργανωτές και τους ηγέτες του, «το προλεταριάτο θα ήταν καταδικασμένο
σε αποτυχία, τόσο σαν κινητήρια δύναμη της επανάστασης όσο και σαν οικοδόμος μιας νέας κοινωνίας». Τότε, ο
Λένιν έκοψε τον γόρδιο δεσμό. Κατ’ αρχάς, άκουσε τα επιχειρήματα των αντιπάλων των προνομίων και τα
απέρριψε καταγγέλλοντας τη «βαθύτατα μικροαστική» (sic) φύση τους. «Η εργατική τάξη», κατέληξε, «δεν
μπορεί να βαδίζει στην πρωτοπορία της επανάστασης χωρίς τους ακτιβιστές, χωρίς τους οργανωτές της. Θα
πρέπει να φροντίσουμε ιδιαίτερα τους ακτιβιστές και, σήμερα, στο μέτρο του εφικτού, πρέπει να τους
στηρίξουμε σωματικά. Πρέπει να οργανώσουμε το ειδικό εστιατόριο· οι εργάτες θα κατανοήσουν την κίνηση
αυτή».
Λίγες μέρες αργότερα, «οργανώθηκε» το εν λόγω εστιατόριο για να γεννήσει σύντομα το τερατώδες σύστημα
των «ειδικών καταστημάτων», που καταγγέλλουν οι αντιφρονούντες. Όσο για τους εργάτες... κανένας δεν
ζήτησε τη γνώμη τους, και μάλιστα, σήμερα, οι «λενινιστικές» χώρες είναι οι μοναδικές στις οποίες η αποπομπή
στην «άμεσα παραγωγική» εργασία αποτελεί προνομιακό όπλο στο κυνήγι των «παρεκκλινόντων» και των μη
113

Στο βιβλίο που αναφέραμε, 1ο μέρος, παρ. 7. Στο Obres essensiales, Ed. Selecta, Barcelone, τ. I., σ. 529 b.

114

Marc Bloch, La société féodale, 1939, επανεκδ., Albin Michel, Παρίσι 1968, σσ. 480-481.

115

Istoritcheski Arkhiv, Σεπτέμβριος-Οκτώβριος 1960.

συμμορφούμενων διανοουμένων. Η κυρία Αρτύρ Λόντον 116 το λέει ξεκάθαρα: «Μου φαίνεται κάπως παράδοξο
να στέλνεις κάποιον να δουλέψει στο εργοστάσιο για να τον τιμωρήσεις ή να τον αναμορφώσεις! Να
θεωρήσουμε τη δουλειά στο εργοστάσιο καταναγκαστικά έργα; Είναι μια θεώρηση ιδιαίτερα προσβλητική για
την εργατική τάξη...».
Ας επιστρέψουμε, όμως, στον Μαρξ. Όπως τόσο καλά έχει πει, «σε καμία περίπτωση, το κεφάλαιο δεν
ανακάλυψε την υπερεργασία. Παντού όπου ένα κομμάτι της κοινωνίας κατέχει το μονοπώλιο των μέσων
παραγωγής, ο εργαζόμενος, ελεύθερος ή όχι, υποχρεώνεται να προσθέσει στον χρόνο της εργασίας που είναι
απαραίτητη για την επιβίωσή του και ένα πλεόνασμα, που προορίζεται να παρέχει τα αναγκαία για την επιβίωση
του κατόχου των μέσων παραγωγής, είτε αυτός είναι ένας καλός κ’ αγαθός Αθηναίος, είτε Ετρούσκος
θεοκράτης, civis Romanus [Ρωμαίος πολίτης], Νορμανδός άρχοντας, Αμερικανός δουλοκτήτης, Βλάχος
βογιάρος, μεγάλος γαιοκτήμονας, ή σύγχρονος καπιταλιστής» 117. Ομοίως, «ο κατακτητής ζει από τον φόρο
υποτέλειας, ο κρατικός λειτουργός από τους φόρους, ο γαιοκτήμονας από την πρόσοδο, ο δε καλόγερος από
ελεημοσύνες και ο λευίτης από τη δεκάτη: όλοι καρπούνται ένα ποσοστό της κοινωνικής παραγωγής», το οποίο
καθορίζεται από «νόμους διαφορετικούς» από εκείνους που προσδιορίζουν το μερίδιο των άμεσα εργαζομένων,
δούλων, δουλοπάροικων ή μισθωτών εργατών118.
Αυτό που εντυπωσιάζει στα δυο παραπάνω κείμενα είναι ο κατ’ εξοχήν εξω-οικονομικός χαρακτήρας των
περισσότερων διευθυντικών τάξεων ή στρωμάτων που απαριθμούνται. Και όμως, ολόκληρη η προσπάθεια του
Μαρξ έτεινε ακριβώς στο να αρνηθεί την ανεξαρτησία και την ιδιαιτερότητα τόσο του ιδεολογικού όσο και του
πολιτικού πεδίου. Πώς μπορούμε, λοιπόν, να συμφιλιώσουμε αυτόν τον πλουραλισμό με τον «οικονομικό
μονισμό» της θεωρίας του;
Ο «οικονομισμός» του Μαρξ
Έχουμε εξετάσει αλλού τα φιλοσοφικά θεμέλια της μαρξιστικής κοινωνιολογίας 119. Γνωρίζουμε ότι οι
θεμελιώδεις προτάσεις της «υλιστικής αντίληψης της ιστορίας» –προτεραιότητα της τεχνικής, πρωτοκαθεδρία
των «παραγωγικών δυνάμεων», υποτίμηση των «πολιτικών και ιδεολογικών υπερδομών»– προήλθαν όλες από
μια φιλοσοφία που αντιμετωπίζει την εργασία, τη μάχη εναντίον της φύσης, την «πρακτική ανάπτυξη του
ανθρώπου», σαν την ουσιαστική αποστολή του ανθρώπινου είδους. Ο κοινωνιολογικός «μονισμός» του Μαρξ,
που δεν αναγνωρίζει παρά την «ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων» και θεωρεί όλα τα υπόλοιπα
«εποικοδομήματα», λιγότερο ή περισσότερο «αιθέρια» (εξωπραγματικά), απορρέει άμεσα από τη
«μονοφυσιτική» φιλοσοφία του, η οποία θέλει να περιορίσει τις «ουσιώδεις δυνάμεις» του ανθρώπου
αποκλειστικά στις παραγωγικές του δυνάμεις.
Η εργασία, όχι μόνο δεν υποδηλώνει μια απλή οικονομική δραστηριότητα, από τη φύση της μερική, αλλά
αποτελεί την καθαυτό «ουσία» του ανθρώπου. «Αυτό που είναι οι άνθρωποι», λέει ο Μαρξ, «συμπίπτει με τα
αντικείμενα που παράγουν και με τον τρόπο με τον οποίο τα παράγουν» 120. Υπό το έμβλημα, ακριβώς, της
εργασίας και των «παραγωγικών δυνάμεων», ξετυλίγεται η αυθεντική ιστορία της ανθρωπότητας, και η κοινωνία
των πολιτών, δηλαδή, «η κοινωνική οργάνωση, που απορρέει άμεσα από την παραγωγή και το εμπόριο»,
αποτελεί «το πραγματικό θέατρο και την εστία όλης της ιστορίας, τη βάση του κράτους και όλου του
ιδεολογικού εποικοδομήματος» 121. Οτιδήποτε υπερβαίνει τη «βιομηχανική και εμπορική ζωή» της κοινωνίας των
Στο βιβλίο της Lise London, L' Aveu, Editions Gallimard, Παρίσι 1968, σ. 188. Στο βιβλίο βασίστηκε και η ομώνυμη ταινία
του Κώστα Γαβρά που προβλήθηκε στην Ελλάδα με τον τίτλο, Η ομολογία (σ.τ.ε.).

116

K, I, σ. 243 (Ed. Sociales, I, 231). [Η έκφραση «Ετρούσκος θεοκράτης» δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, λέει αλλού
ο Κ. Παπαϊωάννου (σ.τ.μ.)].
117

118

Kr, σ. 240.

119

Βλ. τα προηγούμενα δοκίμιά μας: «Η θεμελίωση του μαρξισμού», «Ο Μαρξ και η κριτική της ιδεολογίας».

120

DI, σ. 17.

121

Στο ίδιο, σ. 33 και σελ. 36.

πολιτών δεν συνιστά πραγματική ιστορία. «Δεν υπάρχει ιστορία της πολιτικής, του δικαίου, της επιστήμης κ.λπ.,
της τέχνης, της θρησκείας κ.λπ.», επαναλαμβάνει ακατάπαυστα ο Μαρξ 122, για να καταγγείλει τους
παραλογισμούς της παραδοσιακής, «ιδεαλιστικής και θεολογικής» αντίληψης, η οποία αγνοεί την «πραγματική
βάση της ιστορίας» και δεν ενδιαφέρεται παρά μόνο για τα «μεγάλα πολιτικά, θεολογικά και κρατικά
γεγονότα» 123. Όλες αυτές οι μορφές της εξω-οικονομικής ζωής δεν κατέχουν ούτε δική τους δομή ούτε δική τους
ανάπτυξη, ούτε διαθέτουν αφ’ εαυτές κάποιο νόημα 124: «Δεν έχουν ανεξαρτησία», δηλαδή μια δική τους
πραγματικότητα. «Δεν έχουν ανάπτυξη», δηλαδή μια δική τους ζωή και γονιμότητα. «Δεν έχουν ιστορία»,
δηλαδή η εξέλιξή τους στον χρόνο δεν αναδεικνύει καμία αυθόρμητη τάξη, καμία εσώτερη λογική, αλλά
εξαρτάται από την «υλική παραγωγή», την «πραγματική» ιστορία των ανθρώπων.
Έτσι, η παραγωγή για την ικανοποίηση των υπαρχουσών αναγκών είναι «το πρώτο ιστορικό γεγονός» 125, η
πρώτη πράξη με την οποία ο άνθρωπος διαχωρίζεται πραγματικά από το ζώο. Το δεύτερο σημείο που παίζει
ρόλο στη διαμόρφωση του δεσμού που συγκροτεί τις κοινωνίες, είναι η «παραγωγή νέων αναγκών», απαραίτητη
προϋπόθεση της οικονομικής προόδου. Τέλος, πλάι στις δύο αυτές μορφές «παραγωγής της ζωής από την
εργασία», η σεξουαλική ζωή, που ορίζεται, με το γνωστό ύφος των εγχειριδίων πολιτικής οικονομίας, σαν η
«παραγωγή της ζωής των άλλων με την τεκνοποιία», αποτελεί την τρίτη όψη με την οποία εμφανίζεται η
πρωταρχική προϋπόθεση κάθε ιστορίας, Έτσι, λέει ο Μαρξ, «εμφανίζεται ήδη ένας υλιστικός δεσμός
(Zusammenhang) των ανθρώπων μεταξύ τους, ο οποίος καθορίζεται από τις ανάγκες και από τον τρόπο
παραγωγής».
Αυτός ο «υλιστικός» πρωταρχικός δεσμός, που θυμίζει την αυστηρά οικονομική οργάνωση της κοινωνίας που
διακήρυσσαν οι μαθητές του Κόμπντεν και του Σαιν-Σιμόν, εξαντλεί, κατά τον Μαρξ, την αληθινή ανθρώπινη
κοινωνικότητα και είναι απολύτως αυτάρκης. Η βιομηχανική κοινωνία, που ονειρεύονταν ο Σαιν-Σιμόν και ο
Σπένσερ, αγνοούσε τα σύνορα, τον στρατό, την αστυνομία, κοντολογίς τους παραλογισμούς των «νομικών» και
του «στρατιωτικού κράτους». Οραματιζόμενοι ένα τέτοιο μέλλον, οι σαινσιμονιστές εισέδυσαν μαζικά στα
διοικητικά συμβούλια των ανώνυμων εταιρειών της Δεύτερης Αυτοκρατορίας – και, κατ’ αυτόν τον τρόπο,
αποδείχθηκαν πιο πιστοί στο πνεύμα του δασκάλου τους από τους μαρξιστές, που ύψωσαν την «πρωτοκαθεδρία
του κόμματος» σε απαραβίαστη αρχή της «μαρξιστικής-λενινιστικής» ορθοδοξίας... Αλλά ο Μαρξ ξεκίνησε
δίνοντας μια αναδρομική αξία στις προβλέψεις των σαινσιμονιστών. Η περίφημη παραβολή του Σαιν-Σιμόν
εξέφραζε, κατ’ αυτόν, την πρωταρχική κατάσταση της ανθρωπότητας. Τόσο καλά, μάλιστα, ώστε, για να
κατανοήσουμε την ιδρυτική συγκρότηση των κοινωνικών δεσμών, δεν υπήρχε καμία ανάγκη να παρεμβληθεί
κάποιος συμπληρωματικός δεσμός πολιτικής ή θρησκευτικής φύσης: αυτή η πρωτόγονη και … μαντσεστεριανή
κοινωνία βρίσκει στις «υλικές» (πρακτικές) σχέσεις, που δημιουργούνται από την εμφάνιση των αναγκών και
του τρόπου παραγωγής, τον επαρκή λόγο ύπαρξής της καθώς και την πλήρη συνοχή της, «χωρίς να
παρεμβάλλεται κανένας πολιτικός ή θρησκευτικός παραλογισμός (non-sens), που να συνδέει τους ανθρώπους
μεταξύ τους με κάποιον συμπληρωματικό τρόπο».
Εδώ αγγίζουμε το καίριο σημείο της «προοπτικιστικής χίμαιρας», που βρίσκεται στη βάση της «υλιστικής
αντίληψης της ιστορίας»: ο Μαρξ οικοδομεί την πρωτόγονη «κοινωνική κατάσταση» προβάλλοντας τις πιο
πρόσφατες (και πιο αβέβαιες) εμπειρίες του ευρωπαϊκού φιλελευθερισμού. Θα μπορούσαμε να αντιτείνουμε
στον Μαρξ ότι δεν μπορούμε να απομονώνουμε τις οικονομικο-σεξουαλικές «υλικές σχέσεις» από τους
μαγικούς, μυθικούς, θρησκευτικούς «παραλογισμούς» που τις διαποτίζουν· κοντολογίς, ότι αυτό το είδος
«ανατομίας» της πρωτόγονης κοινωνίας των πολιτών αφήνει απ’ έξω ουσιαστικά κριτήρια για την κατανόηση
των αρχαϊκών κοινωνιών. Θα μπορούσαμε να παρατηρήσουμε, μαζί με τον Ρεϋμόν Αρόν, ότι «οι πεποιθήσεις
122

DI, σ. 596.

123

Στο ίδιο, σ. 33.

124

Στο ίδιο, σσ. 22-23.

125

Στο ίδιο, σσ. 24-27.

που σχετίζονται με τα φυτά, με τα ζώα και με τους θεούς, καθώς και η δομή της οικογένειας και του κράτους,
επηρεάζουν τις παραγωγικές δυνάμεις και τις παραγωγικές σχέσεις» 126.
Αλλά ο Μαρξ αντιπαραθέτει ένα κατηγορηματικό όχι σ’ αυτή την «ιδεολογική αντίληψη της ιστορίας», που
δεν μπορεί να ξεχωρίσει αυτό που οι άνθρωποι θαρρούν πως είναι απ’ αυτό που πραγματικά είναι. Θεωρεί ότι
κάθε υποκειμενικότητα δημιουργεί αυταπάτες, τις οποίες πρέπει να καταγγέλλουμε και να διαλύουμε, ενώ η ίδια
η υποκειμενικότητα είναι απατηλή, εφόσον οι «αντικειμενικές αναλύσεις» μπορούν να καταλήξουν σε μια
πλήρη εξερεύνηση του ανθρώπινου γεγονότος. Στην ιστορία, το ζήτημα είναι αποκλειστικά η «ζωτική
διαδικασία της ζωής των συγκεκριμένων ατόμων, όχι όπως μπορεί να φαίνονται στη φαντασία τους ή στη
φαντασία των άλλων, αλλά όπως είναι πραγματικά, δηλαδή, όπως ενεργούν και παράγουν υλικά». Έτσι,
αποφασισμένος να μην λάβει υπόψη «αυτό που οι άνθρωποι λένε, φαντάζονται και αναπαριστούν για τον εαυτό
τους» και βαθιά πεπεισμένος πως είναι ο μόνος που κατέχει το μυστικό της ύπαρξής τους, που γνωρίζει δηλαδή
«τι πραγματικά είναι αυτοί», ο Μαρξ δεν δυσκολεύεται καθόλου να ανιχνεύσει, στη δομή της πρωτόγονης
κοινωνίας, τα αρχέτυπα της «εκκοσμίκευσης» και του «laissez-faire», για τα οποία γινόταν λόγος στις ακραίες
λέσχες της εποχής του.
«Η προβολή, στους απομακρυσμένους αιώνες, όλων των ιδεών του αιώνα στον οποίο ζούμε αποτελεί τη
συχνότερη πηγή σφαλμάτων»: αυτή η προειδοποίηση του Μοντεσκιέ έμεινε για τον Μαρξ νεκρό γράμμα.
Θέλησε «να εκσυγχρονίσει τους περασμένους αιώνες»: από αυτή την προοπτικιστική πλάνη προκύπτει ο
αποκλειστικός ρόλος τον οποίο αποδίδει στον καταμερισμό της εργασίας για τη διαμόρφωση των τάξεων.
Ο καταμερισμός της εργασίας
Για τον μαρξισμό, οι τάξεις σχηματίζονται αυθόρμητα, «αναγκαστικά και ανεξάρτητα από τη θέληση των
ανθρώπων», ανεξάρτητα από το κράτος ή από κάθε άλλη ομαδοποίηση έξω από την οικονομική τάξη. Σε
συνάρτηση με την τεχνική πρόοδο, εμφανίζονται μορφές καταμερισμού της εργασίας, που προκαλούν κάθε
φορά τον σχηματισμό συγκεκριμένων σχέσεων οικονομικής κυριαρχίας, καθυπόταξης των εργαζομένων, άνισης
διανομής των καθηκόντων και των προϊόντων. Έτσι διαμορφώνονται αυτές «οι σχέσεις παραγωγής και
διανομής», από τις οποίες απορρέουν όλες οι σχέσεις ιδιοκτησίας, εξουσίας και κύρους που καταλήγουν να
δώσουν στην κοινωνία την ιεραρχημένη και διαστρωματωμένη όψη της. «Κατά συνέπεια, ο νόμος του
καταμερισμού της εργασίας (και όχι η ατομική ιδιοκτησία, όπως δείχνουν να πιστεύουν οι προοδευτικοί) είναι
εκείνος που βρίσκεται στη βάση της διαίρεσης της κοινωνίας σε τάξεις» ανταγωνιστικές 127.
Ο καταμερισμός της εργασίας σε διευθυντική και εκτελεστική εργασία, επομένως ο διαχωρισμός των
ανθρώπων σε υποκείμενα και αντικείμενα της οικονομίας, βρίσκεται στην αφετηρία «όλων των αντιθέσεων»128.
Αλλά, η ιστορική διαμόρφωση του καταμερισμού της εργασίας εξαρτάται κάθε φορά από την κατάσταση στην
οποία βρίσκονται οι παραγωγικές δυνάμεις (η γη, τα εργαλεία παραγωγής, οι ίδιοι οι παραγωγοί). Γενικά, «οι
κοινωνικές σχέσεις συνδέονται στενά με τις παραγωγικές δυνάμεις»129, αλλά μια εξέταση σε βάθος δείχνει ότι
αυτές οι κοινωνικές σχέσεις, «που συνάπτουν μεταξύ τους οι παραγωγοί», διατάσσονται «σύμφωνα με τον
χαρακτήρα των μέσων παραγωγής»130: την προέλευση και το θεμέλιο της εξουσίας της άρχουσας τάξης, θα
πρέπει κάθε φορά να τα αναζητούμε στη σχέση αιτιότητας ή αλληλεγγύης που εγκαθιδρύεται ανάμεσα στον
βαθμό της τεχνικής ανάπτυξης και τον καταμερισμό της εργασίας.
Πράγματι, «αυτό που διακρίνει μια συγκεκριμένη εποχή από μια άλλη είναι λιγότερο αυτό που κατασκευάζει
και περισσότερο ο τρόπος με τον οποίο κατασκευάζει και τα μέσα εργασίας με τα οποία κατασκευάζει. Τα μέσα
126

Raymond Aron, L’Opium des intellectuels (Το όπιο των διανοουμένων), Hachette, Pluriel, Παρίσι 1955, σ. 161.

127

Engels, Anti-Dühring, ό.π., σ. 321.

128

DI, σ. 29.

129

130

MPh, σ. 88.
K. Marx, Travail salarié et capital, Éd. sociales, Παρίσι 1962, σσ. 28-29.

εργασίας δεν είναι μόνο το βαρόμετρο της ανάπτυξης των εργαζομένων· είναι επίσης οι δείκτες των κοινωνικών
σχέσεων μέσα στις οποίες πραγματοποιείται η εργασία» 131. Σε αυτά τα μέσα εργασίας, θα πρέπει να
συμπεριλάβουμε κατ’ αρχάς τη γη, αλλά προπάντων το καθαυτό έργο του ανθρώπου, την τεχνολογία, που
«αποκαλύπτει τον τρόπο δράσης του ανθρώπου απέναντι στη φύση, τη διαδικασία παραγωγής της υλικής του
ζωής και, κατά συνέπεια, την προέλευση των κοινωνικών σχέσεων και των αντιλήψεων που προκύπτουν από
αυτές» 132.
Η τεχνολογία δεν αποτελεί μόνο ένα «δείκτη» της οικονομικής ανάπτυξης· βρίσκεται επίσης στην
«αφετηρία» των κοινωνικών σχέσεων. Η βιομηχανία είναι ο «τόπος γέννησης της ιστορίας» 133, στον βαθμό που
διαμορφώνει τις ιδιαίτερες μορφές του καταμερισμού της εργασίας, οι οποίες, με τη σειρά τους, καθορίζουν τις
«παραγωγικές σχέσεις» και την ιεραρχία των τάξεων: «Η εργασία οργανώνεται, κατανέμεται, ανάλογα με τα
εργαλεία που διαθέτει. Ο χειρόμυλος προϋποθέτει έναν διαφορετικό καταμερισμό της εργασίας από τον
ατμόμυλο» 134. Καθοριζόμενη από τον βαθμό της τεχνολογικής ανάπτυξης, η διαίρεση των εργαζομένων σε
διευθύνοντες και σε «άμεσους παραγωγούς» γεννάει κάθε φορά μια αντίστοιχη διχοτόμηση της κοινωνίας,
καθώς και συγκεκριμένες μορφές εκμετάλλευσης και καταπίεσης: «O χειρόμυλος θα δώσει μια κοινωνία με
φεουδαλικό άρχοντα, ο ατμόμυλος μια κοινωνία με βιομηχανικό καπιταλισμό» 135.
Στην οπτική αυτή, οι «παραγωγικές δυνάμεις» περιορίζονται στην τεχνολογική υποδομή, που συμβολίζεται,
με μεγαλύτερη ή μικρότερη επιτυχία, από τον «φεουδαλικό» χειρόμυλο και τον «καπιταλιστικό» ατμοκίνητο
μύλο· πράγμα που έκανε τον Μπουχάριν, για παράδειγμα, να βεβαιώνει ότι «οι συνδυασμοί των εργαλείων της
δουλειάς καθορίζουν παντού τους συνδυασμούς και τις σχέσεις των ανθρώπων, δηλαδή την κοινωνική
οικονομία» 136. Αλλά ο Μαρξ –τουλάχιστον στις συγκεκριμένες του έρευνες– δεν είδε ποτέ την τεχνολογία σαν
έναν κόσμο αυτόνομο και κυρίαρχο, από τον οποίο προέρχεται το πολύπλοκο σύστημα των οικονομικών και
κοινωνικών θεσμών. Τα μέσα παραγωγής δεν είναι παρά μία όψη των «παραγωγικών δυνάμεων», οι οποίες
περιλαμβάνουν επίσης και τον «ανθρώπινο παράγοντα». Αν «η βιομηχανία και το εμπόριο, η παραγωγή και η
ανταλλαγή των μέσων ύπαρξης καθορίζουν τη διανομή, καθώς και τη δομή των διαφόρων κοινωνικών τάξεων»,
αυτές «καθορίζονται, με τη σειρά τους, από τις τελευταίες στον τρόπο δράσης τους»... «Επομένως, ένας
συγκεκριμένος τρόπος παραγωγής ή ένα συγκεκριμένο βιομηχανικό στάδιο συναρτώνται πάντα με έναν
συγκεκριμένο τρόπο συνεργασίας ή με ένα συγκεκριμένο στάδιο της κοινωνικής εξέλιξης, και αυτός ο τρόπος
συνεργασίας είναι ο ίδιος μια παραγωγική δύναμη»137.
Σε κάθε περίπτωση, οι τάξεις σχηματίζονται αυθόρμητα, κατά τη διαδικασία παραγωγής και διανομής των
υλικών αγαθών. «Καθορίζονται από τον καταμερισμό της εργασίας» 138, δηλαδή προκύπτουν άμεσα από τη
διαφοροποίηση, τον διαχωρισμό και την αντιπαράθεση ανάμεσα σε διευθυντικά και εκτελεστικά καθήκοντα. Η
αποκρυστάλλωση, η θεσμική παγίωση των οιονεί προσωπικών σχέσεων διεύθυνσης και υποταγής, που
προκύπτει από τις «αντικειμενικές» αναγκαιότητες της οργάνωσης του έργου της παραγωγής, καθορίζει κάθε
φορά την ταξική δομή της κοινωνίας. Κάθε φορά, μια ιδιαίτερη τάξη μονοπωλεί τη «γενική διεύθυνση της
εργασίας» περιορίζοντας τους «άμεσους παραγωγούς» στην κατάσταση παθητικών εργαλείων της παραγωγής.
131

K, Ι, σ. 188.

132

Στο ίδιο, Ι, σ. 389.

133

HF, σ. 286.

134

MPh, σ. 105.

135

Στο ίδιο, σ. 88.

136

N. Boukharine, La théorie du matérialisme historique, ό.π., σ. 147.

137

DI, σσ. 41 και 26.

138

Στο ίδιο, σ. 29.

Κυριαρχώντας στις συνθήκες της παραγωγής, απολαμβάνει επίσης τη μερίδα του λέοντος στη διανομή του
προϊόντος, υποχρεώνοντας τους άμεσους παραγωγούς να προσφέρουν μια συγκεκριμένη ποσότητα απλήρωτης
υπερεργασίας: ο τρόπος με τον οποίο ασκεί την κυριαρχία της και ο τρόπος με τον οποίο αποσπά αυτό το
υπερπροϊόν χαρακτηρίζουν την οικονομική δομή των κοινωνικών καθεστώτων και φανερώνουν την πραγματική
φύση του νομικού καθεστώτος της ιδιοκτησίας και των πολιτικών σχέσεων κυριαρχίας και υποταγής.
Εξουσία και ιδιοκτησία
Η ίδια κίνηση του καταμερισμού της εργασίας που γεννάει τις τάξεις παράγει και τις διάφορες μορφές των
σχέσεων ιδιοκτησίας:
Τα διάφορα στάδια ανάπτυξης του καταμερισμού της εργασίας αντιπροσωπεύουν αντίστοιχα και διαφορετικές
μορφές ιδιοκτησίας· με άλλα λόγια, κάθε νέο στάδιο του καταμερισμού της εργασίας καθορίζει επίσης τις
αμοιβαίες σχέσεις των ατόμων όσον αφορά τα υλικά, τα εργαλεία και τα προϊόντα της εργασίας 139.

Η ιδιοκτησία δεν σημαίνει τίποτα έξω από αυτές τις αμοιβαίες σχέσεις. Υπάρχει αποκλειστικά για να
εξασφαλίζει και να νομιμοποιεί την εξουσία: εξουσία να διαθέτει κανείς την εργασία του, όπως είναι η
περίπτωση των ανεξάρτητων παραγωγών, αγροτών ή τεχνιτών· εξουσία να διαθέτει την εργασία άλλων, όπως
συμβαίνει σε όλα τα εκμεταλλευτικά καθεστώτα. Αλλά είναι πάντα το αποτέλεσμα του καταμερισμού της
εργασίας:
Με τον καταμερισμό της εργασίας, είναι ταυτόχρονα δεδομένη και η ποσοτικά και ποιοτικά άνιση διανομή της
εργασίας και των προϊόντων της, άρα και της ιδιοκτησίας 140.

Η ουσία της ιδιοκτησίας είναι να ορίζει ένα δικαίωμα διεύθυνσης των άλλων, μια σχέση κυριαρχίας και
υποταγής. Έτσι, λέει με θέρμη ο Μαρξ, «η σκλαβιά μέσα στην οικογένεια», δηλαδή η χωρίς όρους υποταγή της
γυναίκας και των παιδιών στη βούληση του πατέρα, πρέπει να θεωρηθεί «η πρώτη μορφή ιδιοκτησίας» και
σωστά οι σύγχρονοι οικονομολόγοι όρισαν την ιδιοκτησία σαν τη «διάθεση της εργασιακής δύναμης άλλων».
Γενικότερα, «ο πλούτος είναι η εξουσία να διευθύνει κανείς την εργασία των άλλων» 141: αυτό που φωτίζει το
αληθινό περιεχόμενο της ιδιοκτησίας είναι, επομένως, ο τρόπος και ο βαθμός υποταγής των άμεσα εργαζόμενων
στην ξένη βούληση, που διευθύνει και συνδυάζει την παραγωγική τους προσπάθεια.
Άλλωστε, δεν θα πρέπει να συγχέουμε την ατομική ιδιοκτησία με την ιδιοκτησία εν γένει. Η ατομική
ιδιοκτησία είναι μια ιδιαίτερη ιστορική μορφή της ταξικής ιδιοκτησίας, όπως αυτή προήλθε από την κοινή
ιδιοκτησία. «Είναι ταυτολογία να λέμε ότι η ιδιοκτησία είναι μια προϋπόθεση της παραγωγής. Μα είναι γελοίο
να πηδάμε απ’ αυτό σε μια καθορισμένη μορφή ιδιοκτησίας, λόγου χάρη στην ατομική ιδιοκτησία» 142. Οι αστοί
οικονομολόγοι, που δεν γνωρίζουν παρά μόνο μία μορφή ιδιοκτησίας, την ατομική, υπαινίσσονται
συγκαλυμμένα ότι η ατομική ιδιοκτησία αποτελεί μια αναγκαία και αιώνια προϋπόθεση της παραγωγής· στόχος
τους, «λιγότερο ή περισσότερο συνειδητός», είναι να αναγάγουν τις «αστικές σχέσεις» στην περιωπή «φυσικών,
αμετακίνητων νόμων της κοινωνίας in abstracto». Ένα συμμετρικό σφάλμα διαπράττουν, «περισσότερο ή
λιγότερο συνειδητά», οι «ορθόδοξοι μαρξιστές»: ταυτίζοντας την ταξική ιδιοκτησία αποκλειστικά με την
ατομική ιδιοκτησία, υπαινίσσονται συγκαλυμμένα ότι αρκεί να καταργηθεί η ατομική ιδιοκτησία των μέσων
παραγωγής, για να καταργηθούν οι τάξεις και η εκμετάλλευση. Όπως λέει ο Ρεϋμόν Αρόν, «η τάξη ορίζεται
κατά τέτοιον τρόπο, ώστε να πεθαίνει μαζί με την ατομική ιδιοκτησία» 143.
Και όμως, η ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής είναι μόνο μία μορφή ταξικής ιδιοκτησίας, που δεν
μπόρεσε να εμφανιστεί σε όλη την «καθαρότητά» της παρά μόνο μετά από μια μακρόχρονη ιστορική εξέλιξη:
139

Στο ίδιο, σ. 18.

140

DI, σ. 29.

141

Kr, σ. 78. Πρβλ. Grundrisse, σ. 387.

142

Στο ίδιο, σσ. 240-241.

143

R. Aron, Le Crand Schisme, ό.π., σ. 133.

Στους λαούς που βγήκαν από τον Μεσαίωνα, η φυλετική ιδιοκτησία εξελίχθηκε περνώντας μέσα από διάφορα
στάδια –φεουδαλική γαιοκτησία, κινητή ιδιοκτησία των συντεχνιών, κεφάλαιο της μανιφακτούρας– μέχρι το
σύγχρονο κεφάλαιο, που αντιπροσωπεύει την ατομική ιδιοκτησία στην καθαρή μορφή της, απαλλαγμένη από κάθε
κοινοτική επίφαση και έχοντας αποκλείσει κάθε επίδραση του κράτους πάνω στην ανάπτυξη της ιδιοκτησίας 144.

Τελείως διαφορετικές ήταν οι συνθήκες ιδιοκτησίας στον «ασιατικό τρόπο παραγωγής», στο λυκαυγές της
ιστορίας: σε αυτές τις αγροτικές κοινωνίες, στις οποίες το κράτος είναι «ο κύριος γαιοκτήμονας», «ο κύριος
κάτοχος του υπερπροϊόντος», «ο όρος ατομικός ιδιοκτήτης της γης δεν υπάρχει στη γλώσσα» 145 – πράγμα που
δεν σημαίνει καθόλου ότι αυτοί οι δεσποτισμοί, «που βασίζονταν στη γενικευμένη δουλεία», αγνοούσαν τις
τάξεις και την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο.
Προφανέστατα, το καθεστώς της ιδιοκτησίας μόνον έμμεσα αποκαλύπτει την ταξική δομή και το «κρυφό
μυστικό» της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων. Και δεν θα φτάσουμε στο βάθος του προβλήματος με το να
αναρωτιόμαστε: «Τι είναι η ιδιοκτησία;». Αυτό ακριβώς ήταν το λάθος του Προυντόν, όταν προσπάθησε να
μελετήσει τις σχέσεις της σύγχρονης αστικής ιδιοκτησίας:
Στο ερώτημα, ποιες ήταν αυτές οι σχέσεις, θα μπορούσαμε ν’ απαντήσουμε μόνο με μια κριτική ανάλυση της
πολιτικής οικονομίας, που θα περιλάμβανε αυτές τις σχέσεις ιδιοκτησίας στο σύνολό τους, όχι στη νομική τους
έκφραση των σχέσεων βούλησης, αλλά στην πραγματική τους μορφή των σχέσεων της υλικής παραγωγής. Καθώς
ο Προυντόν υποτάσσει το σύνολο αυτών των οικονομικών σχέσεων στη νομική έννοια της ιδιοκτησίας, δεν
μπορούσε να πάει πέρα από την απάντηση που, ήδη πριν από το 1789, είχε δώσει ο Μπρισό με τις ίδιες λέξεις: «Η
ιδιοκτησία είναι κλοπή» 146.

Όταν μαθαίνουμε από τις επιγραφές της 19ης δυναστείας ότι η θεϊκή τριάδα, Άμμων-Ρα και Φθα, κατείχε το 15%
των γαιών, καθώς και «109 πόλεις, μαζί με μισό εκατομμύριο κεφάλια ζώα, 88 πλοία και 53 ναυπηγεία» και ότι
ο Άμμων των Θηβών κατείχε «17 φορές περισσότερο ασήμι, 21 φορές περισσότερο χαλκό, 7 φορές περισσότερα
ζώα, 9 φορές περισσότερο κρασί, 10 φορές περισσότερα πλοία από όλους τους άλλους θεούς» 147, δεν
σκεφτόμαστε ότι η άρχουσα τάξη αποτελούνταν από τον Άμμωνα-Ρα και τον Φθα, αλλά θέτουμε τα ίδια
ερωτήματα που υποβάλλουμε στις υποστασιοποιημένες αφαιρέσεις που διέπουν τις διάφορες «εθνικοποιήσεις»
και «κοινωνικοποιήσεις» στον σύγχρονο και «αποϊεροποιημένο» κόσμο μας. Ποιες ομάδες ενσαρκώνουν αυτές
τις δεσποτικές θεότητες; Πώς λειτουργούν; Και, πρώτα απ’ όλα, από που αντλούν την εξουσία τους;
Εδώ, όμως, αρχίζουν να μπερδεύονται οι απαντήσεις του μαρξισμού.
Ζητήματα γενεαλογίας
Ένα χωρίο από την Αθλιότητα της φιλοσοφίας (σ. 107) μας επιτρέπει να αντιληφθούμε πώς αντιλαμβανόταν ο
Μαρξ την παντοδυναμία του «νόμου του καταμερισμού της εργασίας»:
Στο καθεστώς της πατριαρχίας, στο καθεστώς των καστών, στο καθεστώς του φεουδαλισμού και των συντεχνιών,
υπήρχε καταμερισμός της εργασίας σε ολόκληρη την κοινωνία σύμφωνα με πάγιους κανόνες. Αυτοί οι κανόνες
είχαν, άραγε, θεσπιστεί από κάποιον νομοθέτη; Όχι. Αφού προέκυψαν αρχικά από τις συνθήκες της υλικής
παραγωγής, μεταβλήθηκαν σε νόμους πολύ αργότερα. Έτσι, οι διάφορες αυτές μορφές του καταμερισμού της
εργασίας μεταβλήθηκαν σε ισάριθμες βάσεις της κοινωνικής οργάνωσης.

Μια τέτοια αντίληψη, σύμφωνα με την οποία οι τάξεις προκύπτουν από λειτουργικές διαιρέσεις της
παραγωγικής συλλογικότητας, ισχύει αναμφίβολα για τις αστικές τάξεις. Αλλά το καθεστώς της πατριαρχίας; Ο
ίδιος ο Ένγκελς δεν δυσκολεύτηκε καθόλου να δεχτεί ότι, «στο στάδιο αυτό», εκείνο που μετράει είναι λιγότερο

144

145

DI, σ. 61.
Engels, Anti-Dühring, ό.π., σ. 209.

146

Πρβλ. MPh, σ. 139.

147

A. Moret, Histoire de l’ Orient, ό.π., σσ. 589-590.

ο «τρόπος παραγωγής» και περισσότερο η διατήρηση ή η διάλυση των «παλαιών δεσμών συγγένειας» 148. Και ο
ίδιος ο Μαρξ προτείνει μια ερμηνεία της έλευσης της φεουδαρχίας στη Δύση, που ξεφεύγει εντελώς από τις
συνηθισμένες διατυπώσεις του ιστορικού υλισμού και, μάλιστα, θα μπορούσε ακόμα και να χρησιμεύσει σαν
εισαγωγή στη σύγχρονη θεωρία του «μηχανισμού»:
Οι απαρχές της φεουδαρχίας βρίσκονται στην εσωτερική οργάνωση του κατακτητικού στρατού, έτσι όπως αυτή
διαμορφώθηκε στη διάρκεια της ίδιας της κατάκτησης 149.

Θα πρέπει να διακρίνουμε δύο στιγμές αποφασιστικής σημασίας στη διαδικασία επικράτησης της φεουδαρχίας:
κατ’ αρχάς, την εσωτερική δομή του στρατιωτικού μηχανισμού (το σύστημα της στρατιωτικής συνοδείας)· εν
συνεχεία, τις υπάρχουσες οικονομικές συνθήκες. Διότι «αυτή η οργάνωση (αρχικά αποκλειστικά στρατιωτική)
μετασχηματίστηκε σε αληθινή φεουδαρχία (δηλαδή, σε πραγματική άρχουσα τάξη) μόνο κάτω από την επίδραση
των παραγωγικών δυνάμεων που συνάντησε στην κατακτημένη χώρα». Επομένως, το πρωταρχικό φαινόμενο,
εδώ, είναι η ιδιαίτερη μορφή του στρατιωτικού μηχανισμού, που θα διαμορφώσει τις παραγωγικές σχέσεις κατ’
εικόνα και καθ’ ομοίωση, αλλά και προς όφελός του, σύμφωνα με την πραγματική κατάσταση των παραγωγικών
δυνάμεων.
Στις κάστες, ο Μαρξ δεν είδε παρά μόνο «απολιθωμένες» μορφές του καταμερισμού της εργασίας. Ήταν
τόσο βαθιά πεπεισμένος για την ορθότητα της ερμηνείας του, ώστε τη μετέβαλε σε λυδία λίθο, πραγματική
ομολογία πίστης και προνομιακό επιχείρημα ενάντια στην παραδοσιακή αντίληψη της ιστορίας. Η παραδοσιακή
ιστοριογραφία, παραβλέποντας την «πραγματική» (οικονομική) «βάση» της ιστορίας, παίρνοντας υπόψη της
μόνο τα πολιτικά και θρησκευτικά γεγονότα, είναι καταδικασμένη να «συμμερίζεται την πλάνη που
χαρακτηρίζει κάθε εποχή» 150: «Μια εποχή, λόγου χάρη, φαντάζεται ότι καθορίζεται από κίνητρα καθαρά
“πολιτικά” ή “θρησκευτικά”, μολονότι η “θρησκεία” και η “πολιτική” δεν είναι παρά φαινομενικές μορφές των
πραγματικών κινήτρων της, και ο ιστορικός αυτής της εποχής αποδέχεται ασμένως αυτή την αντίληψη». Έτσι,
για παράδειγμα, «ενώ η χονδροειδής μορφή του καταμερισμού της εργασίας, στους Ινδούς και τους Αιγυπτίους,
γέννησε το σύστημα των καστών στο κράτος και στη θρησκεία των λαών αυτών, ο ιστορικός πιστεύει πως το
σύστημα των καστών είναι εκείνο που δημιούργησε αυτή τη χονδροειδή κοινωνική μορφή», πράγμα ολοφάνερα
σωστό, που ο Μαρξ, όμως, θεωρεί αποκορύφωμα του παραλογισμού. Κατ’ αυτόν, το σύστημα των καστών είναι
ένα «προϊόν» ή μια «αποστέωση» του καταμερισμού της εργασίας 151, και όποιος πιστεύει ότι η βία ή η θρησκεία
επηρέασαν, έστω και ελάχιστα, τη διαίρεση της κοινωνίας σε κάστες και τη διαιώνιση αυτής της διαίρεσης,
πέφτει θύμα της «πολιτικής πλάνης», ή, ακόμα χειρότερα, της «θρησκευτικής πλάνης».
Ωστόσο, είναι φανερό ότι δεν θα πρέπει να αναζητήσουμε τις απαρχές και τα θεμέλια του συστήματος των
καστών στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και την «αποστέωση» του καταμερισμού της εργασίας.
Κατά γενικό κανόνα, η κάστα είναι μια φυλή που εντάχθηκε στο σύνολο ενός ξένου λαού, είτε σαν κατακτητής,
είτε υποβιβαζόμενη στην τάξη του παρία. Οι ινδικές κάστες (δεν υπήρξαν κάστες στην Αίγυπτο) αποτέλεσαν
προϊόν όχι της οικονομικής ανάπτυξης, αλλά, απεναντίας, της καταστροφής του λαμπρού πολιτισμού των
πόλεων του Ινδού ποταμού από τους Αρίους εισβολείς (με αφετηρία τον 13ο π.Χ. αιώνα). Το καθεστώς των
καστών αποσκοπούσε, αφενός, στο να διαφυλάξει την καθαρότητα του αίματος των Αρίων, που απειλούνταν
από την επιμιξία με τους αυτόχθονες, και, αφετέρου, να διατηρήσει τα κοινωνικά προνόμια της τάξης των
βραχμάνων, η οποία είχε στα χέρια της το μονοπώλιο της βεδικής θρησκείας, και της τάξης των πολεμιστών και
των αγροτών, απέναντι στην κατώτερη τάξη των σούντρα, στην οποία υποβιβάστηκαν οι ηττημένοι πληθυσμοί.
Θα ήταν παράλογο και καθαρά «ιδεολογικό» να υποθέσουμε ότι το σύστημα των καστών εδραιώθηκε από τον
απλό αυτοματισμό του καταμερισμού της εργασίας, «αναγκαστικά και ανεξάρτητα από τη βούληση» εκείνων
148

Ένγκελς, Eπιστολή στον Μαρξ, 8 Δεκεμβρίου 1882.

149

DI, σ. 64.

150

Στο ίδιο, σ. 36.

151

Κ, Ι, σσ. 355-356.

που επωφελούνταν απ’ αυτό... Αφού δημιουργήθηκε με τη βία, το σύστημα των καστών διατηρήθηκε με τη
θρησκεία: αυτή του επέτρεψε να επιβιώσει στην πορεία των αλλεπάλληλων μεταβολών της πολιτικής και
οικονομικής ιστορίας της Ινδίας, με τις δυναστικές αλλαγές, την εμφάνιση και την κατάρρευση αυτοκρατοριών,
τα διαδοχικά κύματα των κατακτητών, την αλληλοδιαδοχή περιόδων ευημερίας των πόλεων, φεουδαλικής
απομόνωσης και στασιμότητας της υπαίθρου, και τέλος με τους αγώνες ανάμεσα στις δυο ανώτερες κάστες και
τις αντιβραχμανικές επιθέσεις άλλων θρησκειών.
Η θεωρία που ανάγει τον καταμερισμό της εργασίας στην περιωπή ενός δημιουργού των διευθυντικών
τάξεων εμπνέεται ολοφάνερα από την πιο πρόσφατη εμπειρία των σύγχρονων αστικών κοινωνιών. Ο Μαρξ δεν
κατόρθωσε να αντισταθεί στις «πλάνες» της εποχής του, ούτε και ν’ αποφύγει αυτόν τον «επικαθορισμό» της
σκέψης από την ιστορική πραγματικότητα, που ο ίδιος είχε διατυπώσει. Οι θέσεις του πάνω στην ιδεολογική και
πολιτική εξουσία θα μας επιτρέψουν να δούμε από πιο κοντά τα όρια της οπτικής του και τον εξαιρετικά στενό
χαρακτήρα του πεδίου της εγκυρότητάς της.

2.

Όλες οι μέχρι σήμερα γνωστές εξουσίες –ακόμα και οι πιο δεσποτικές– περιορίζονταν από άλλες εξουσίες.
Ανέκαθεν, κάποιοι άνθρωποι έφταναν ν’ αποκτήσουν την υπεροχή με την πολιτική τους δύναμη, με την
κυριαρχία τους στην οικονομία ή με την ισχυρή επιρροή που ασκούσαν στην πνευματική ζωή των υπολοίπων.
Αλλά η –πολιτική, οικονομική ή «ιδεολογική»– εξουσία που κατείχαν αποτελούσε πάντα ένα τμήμα της
εξουσίας. Μπορούσαν να την διευρύνουν και, πράγματι, κάθε φορά που υπήρξε ιστορία, άρα ανατροπή της
ισορροπίας και σύσταση νέων κέντρων λήψης αποφάσεων και δράσης, υπήρχαν εξουσίες που ήθελαν να
αυξήσουν τη δύναμή τους, να αμυνθούν ή να αλληλοπεριοριστούν. Ωστόσο, η διπλή κίνηση συγκέντρωσης και
συγκεντροποίησης, που συνοδεύει κάθε μετάβαση προς ανώτερες μορφές οργάνωσης της κρατικής, οικονομικής
ή θρησκευτικής ζωής των ανθρώπων, διενεργούνταν πάντοτε μέσα σε ορισμένα όρια τα οποία, σε τελική
ανάλυση, φαντάζουν αξεπέραστα.
Μερική εξουσία, ολοκληρωτική εξουσία
Αυτό που φαινόταν να αποτελεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην απόλυτη συγκέντρωση των εξουσιών ήταν η
ακατανίκητη –ή η θεωρούμενη τέτοια– ποικιλότητα των μορφών της ανθρώπινης ζωής και η πολλαπλότητα των
οικονομικών, πολιτικών και «ιδεολογικών» κατηγοριών που απορρέουν από αυτή. Φυσικά, η διάκριση σε αυτές
τις τρεις κατηγορίες είναι καθαρά μεθοδολογική και, στην πραγματικότητα, δεν συνεπάγεται, σε καμία
περίπτωση, κάποιον αυστηρό διαχωρισμό: σε ορισμένες ιστορικές εποχές, επιτεύχθηκε μια αξιοσημείωτη
συγκέντρωση των εξουσιών, προς όφελος μίας μόνο «μονοπωλούσας» ομάδας, όπως ήταν οι Ελληνο-ρωμαίοι
αριστοκράτες πατρίκιοι ή οι αστοί πατρίκιοι στις δημοκρατικές πόλεις του τύπου της Βενετίας. Επίσης, η
απόλυτη συγκέντρωση όλης της εξουσίας υπήρξε η θεμελιώδης τάση των γραφειοκρατικών θεοκρατιών της
Ανατολής. Ωστόσο, οι Ελληνο-ρωμαίοι ευπατρίδες συμβίωναν, λίγο-πολύ ειρηνικά, με άλλες αυτόνομες ομάδες,
εγκατεστημένες έξω από το σύστημα των γενών· το Συμβούλιο των Δέκα δεν διεκδίκησε ποτέ την ηγεσία στην
πνευματική ζωή της βενετσιάνικης κοινωνίας. Παρομοίως, αν ορισμένα γραφειοκρατικά καθεστώτα φαραωνικού
τύπου κατόρθωσαν να κρατικοποιήσουν εξ ολοκλήρου την οικονομία και να ιδιοποιηθούν το σύνολο του
πλούτου, η θρησκευτική εξουσία έμεινε πάντα έξω από τον έλεγχό τους.
Σε αυτόν τον περιορισμό της εξουσίας, στο οριζόντιο επίπεδο, προστίθεται και ο περιορισμός που
διαπιστώνουμε, επίσης, στο κάθετο επίπεδο, εκείνος που προκύπτει από τον πάντα πιθανό κατακερματισμό της
εξουσίας στο εσωτερικό της ίδιας της σφαίρας της: οι δυσκολίες, οι οποίες παρατηρούνται παντού και στις
οποίες σκόνταφταν οι απόπειρες να ενοποιηθεί «από τα πάνω», και κατά συνέπεια να συγκεντροποιηθεί και να
ιεραρχικοποιηθεί, η άρχουσα τάξη, διευκόλυναν πάντα τη συγκρότηση ζωνών ανεξαρτησίας, που επέτρεπαν σε

άτομα και ομάδες να επιβεβαιώνονται μέσα σε κάποια όρια ελευθερίας, όσο σχετική και αν ήταν αυτή. Ο
φεουδάρχης που, από τις πολεμίστρες του πύργου του, αψηφά τον ηγεμόνα ή στηρίζει τον δεσμό της υποτέλειας
στην αμοιβαία αναγνώριση, απεικονίζει ανάγλυφα αυτόν τον ενδεχόμενο κατακερματισμό της ταξικής εξουσίας,
τουλάχιστον εξίσου έντονα με τον έμπορο της αρχαιότητας ή τον επιχειρηματία της «ατομικιστικής» φάσης του
σύγχρονου καπιταλισμού. Μόνον οι γραφειοκρατίες εντάσσουν τα μέλη τους, σαν άτομα, σε ένα
προεγκατεστημένο ιεραρχικό πλέγμα: ένας ανεξάρτητος κρατικός λειτουργός είναι μια αντίφαση, που γίνεται
δυνατή μόνο στις φάσεις αποσύνθεσης και φεουδαλικού εκφυλισμού του γραφειοκρατικού μηχανισμού.
Περιορισμένη συγκέντρωση των εξουσιών, περιορισμένη συγκεντροποίηση της εξουσίας: σε αυτές τις δυο
μορφές περιορισμού της εξουσίας από την ίδια την εξουσία, θα πρέπει να προσθέσουμε και εκείνη που απορρέει
από την ικανότητα αντίστασης των κυβερνωμένων, που δεν μπορεί ποτέ να εκμηδενιστεί: οι διάφορες «αντιεξουσίες», που συγκροτούν και ελέγχουν οι κυβερνώμενοι, παρέχουν σε αυτούς τους τελευταίους τη δυνατότητα
να αποσπαστούν από τον έλεγχο των κυβερνώντων, να τους προβάλλουν αποτελεσματική αντίσταση, ακόμα και
να αποκτήσουν μια ανεξάρτητη εξουσία. Αυτή η διαρκώς αμφισβητούμενη ισορροπία, ανάμεσα σε ήδη
υπαρκτές και σε δυνητικές εξουσίες, είναι εκείνη που εμπόδιζε ανέκαθεν την κοινωνία να πάρει τη μορφή
μυρμηγκοφωλιάς ή να βυθιστεί στην αναρχία.
Απέναντι σε αυτές τις επιμερισμένες μορφές εξουσίας, που αλληλο-περιορίζονται, οριζοντίως και καθέτως, η
σύγχρονη ολοκληρωτική εξουσία φαίνεται να σηματοδοτεί μια ριζική ρήξη της ιστορικής συνέχειας. Αν
μείνουμε στην εξωτερική όψη των ολοκληρωτικών καθεστώτων –δηλαδή σε αυτό που θεωρούνταν προφανές
(κόλαση ή παράδεισος, λίγο ενδιαφέρει) μέχρι τη μέρα που οι ένοπλες μάζες της Πολωνίας και της Ουγγαρίας
έδειξαν πως δεν ήταν καθόλου έτσι τα πράγματα–, βλέπουμε να σκιαγραφείται το πρότυπο του καθολικού
μονοπωλίου: μία μόνο ομάδα, αυστηρά συγκεντροποιημένη και απόλυτα ιεραρχημένη, κατέχει το σύνολο των
εξουσιών. Χάρη στην ολοκληρωτική κρατικοποίηση της οικονομίας, η πλήρης συγκέντρωση του κοινωνικού
κεφαλαίου, άρα και η πλήρης προλεταριοποίηση των «άμεσων παραγωγών» (που ο Μαρξ θεωρούσε ιδεατή τάση
της εξέλιξης του καπιταλισμού), γίνονται εδώ υπαρκτή πραγματικότητα. Η γραφειοκρατικοποίηση των
«παραγωγικών σχέσεων», που σημαίνει την πλήρη συγκεντροποίηση της οικονομικής εξουσίας, προϋποθέτει –
και ταυτόχρονα επιφέρει– την πλήρη γραφειοκρατικοποίηση των οργάνων της εξουσίας και την απόλυτη
συγκεντροποίηση των πολιτικών αποφάσεων. Τέλος, η «ορθοδοξία» παρέχει στη συγκέντρωση του κεφαλαίου
και στη συγκεντροποίηση του κράτους το κατάλληλο «ιδεολογικό εποικοδόμημά» τους. Για να μιλήσουμε το
μαρξιστικό ιδίωμα, που είναι εδώ θεμιτό περισσότερο από οπουδήποτε αλλού, η ομάδα των «κυρίαρχων των
μέσων παραγωγής», η ομάδα των «μονοπωλητών των μέσων της κρατικής βίας» και η ομάδα των «ιδεολόγων»,
που έχουν προαχθεί στην περιωπή των αποκλειστικών κατόχων της αλήθειας, αποτελούν πλέον έναν και τον
αυτό μηχανισμό.
Καμία τάξη στην ιστορία δεν ανταποκρίνεται τόσο αυστηρά στον μαρξιστικό ορισμό της άρχουσας τάξης όσο
αυτή, στην οποία ο «ορθόδοξος μαρξισμός» χρησιμεύει σαν «ιδεολογικός τίτλος τιμής». Σχέσεις οικονομικής
εκμετάλλευσης, σχέσεις πολιτικής καταπίεσης και σχέσεις «ιδεολογικού φενακισμού», αποτελούν εδώ τρεις
όψεις ενός μοναδικού μονόλιθου: το κόμμα, συμπυκνωμένη έκφραση της ολοκληρωτικής κοινωνίας, μονοπωλεί
τη «γενική διεύθυνση της εργασίας», διαχειρίζεται «τις κοινές υποθέσεις της άρχουσας τάξης» και συνάμα
κατευθύνει τις συνειδήσεις. Είναι αλήθεια ότι ο Μαρξ έθετε σαν αξίωμα μια αυστηρή υποταγή του πολιτικού και
του «ιδεολογικού» πεδίου στο οικονομικό, ενώ το ολοκληρωτικό καθεστώς βασίζεται ρητά στην πρωτοκαθεδρία
του κόμματος και στο imperium μιας ιδεοληπτικής εμμονής: στο σημείο αυτό, η πρακτική των μαθητών
αποκάλυψε σε όλο του το μεγαλείο το αδύναμο σημείο της θεωρίας του δασκάλου. Με αυτά τα δεδομένα,
μπορούμε να μπούμε στον πειρασμό να θεωρήσουμε την ολοκληρωτική τάξη σαν μια οιονεί γελοιογραφική
εκδοχή μιας απλουστευμένης εκδοχής της μαρξιστικής έννοιας της άρχουσας τάξης. Στο ολοκληρωτικό
καθεστώς, οικονομία, πολιτική και ιδεολογία δεν ορίζουν πια κατηγορίες ουσιαστικά ετερογενείς και ασύμβατες
μεταξύ τους, αλλά παρουσιάζονται σαν λειτουργικές διαιρέσεις της εργασίας στο εσωτερικό της άρχουσας
τάξης. Η ακραία απλουστευτική αντίληψη, που είχε ο Μαρξ για την ενιαία και συνάμα ολοκληρωτική εξουσία
της άρχουσας τάξης, βρίσκει εδώ μια αναπάντεχη επιβεβαίωση: στην ενότητα του γραφειοκρατικού τρόπου

παραγωγής, φαίνεται ότι «αντιστοιχεί» η ολοκληρωτική δομή της
ορθοδοξία, που αποτελεί το «ιδεολογικό συμπλήρωμά» της.

πολιτικής εξουσίας και η μονολιθική

Ενότητα και ολότητα
Πράγματι, στις απλουστευμένες εκδοχές της θεωρίας του, ο Μαρξ υποθέτει ότι κάθε κοινωνία ορίζεται από έναν
μόνο τρόπο παραγωγής, και άρα υποτάσσεται σε μία μόνο άρχουσα τάξη. Το αξίωμα αυτό θα γινόταν αποδεκτό,
αν την κοινωνική ζωή την διαπερνούσε και την διαμόρφωνε μόνο ένα ενεργειακό ρεύμα (η εργασία και η πάλη
εναντίον της φύσης), συσκοτίζοντας ή περιορίζοντας σε ένα απλό «επιφαινόμενο» όλες τις άλλες πολιτικές,
στρατιωτικές και πνευματικές δυνάμεις, που διεκδικούν την πρωτοκαθεδρία, μέσα στη βουή και το πάθος της
ιστορίας. Θα έπρεπε, ακόμα, ο κάθε τρόπος παραγωγής να είναι πάντοτε σε θέση να περικλείει την κοινωνία στο
σύνολό της και να ενσωματώνει την ολότητα των παραγωγών και των διανεμητών σε ένα και μοναδικό πλέγμα
εντολών και καταναγκασμών. Όμως, όπως έχουμε ήδη επισημάνει 152, αυτού του τύπου η ενιαία κοινωνία και η
ολοκληρωμένη οικονομία συναντώνται μάλλον σπάνια στην ιστορία των εξελιγμένων κοινωνιών: τις
περισσότερες φορές, βρισκόμαστε μπροστά σε οικονομικά σύνολα κατακερματισμένα σε διάφορους τομείς, σε
κοινωνίες ανάμικτες, όπου πολλές μαζί άρχουσες ή ανεξάρτητες ομάδες και πολλοί τύποι εξουσίας –
διαφορετικής διαμόρφωσης, δομής και δυναμικής– υποχρεώνονται, εκόντες ή άκοντες, να συνυπάρξουν. Για
παράδειγμα, στον προκαπιταλιστικό κόσμο, κανένας τρόπος παραγωγής δεν ήταν επαρκώς ανεπτυγμένος ώστε
να διασφαλίζει την κοινωνική συνοχή· ο βαθμός οικονομικής ενοποίησης ήταν, επομένως, μάλλον συνάρτηση
της κρατικής ισχύος και της προόδου της γραφειοκρατικής συγκεντροποίησης παρά της αυθόρμητης ανάπτυξης
των παραγωγικών δυνάμεων. Αλλά, ακόμα και στις ευτυχέστερες εποχές της γραφειοκρατικής απολυταρχίας,
στην Αίγυπτο ή στην Κίνα, η κρατική συγκέντρωση των εξουσιών, η ενοποίηση του τρόπου παραγωγής και η
υπαλληλοποίηση της άρχουσας τάξης δεν μπόρεσαν να ξεπεράσουν ένα ορισμένο όριο. Απέναντι στο
«παντοδύναμο κράτος» των Φαραώ, επιβίωνε πάντα τουλάχιστον μία ανεξάρτητη εξουσία: ο κλήρος, δύναμη
ακόμα πιο επίφοβη, στον βαθμό που η μοναρχία αντλούσε τη δικαίωσή της από τη θρησκεία. Και πάντα ο
κλήρος είχε την τελευταία λέξη στις συγκρούσεις του με τους βασιλείς.
Επί πλέον, σε αυτή την ενοποιημένη αντίληψη της κοινωνίας, προστίθεται, στον Μαρξ, και μια
«ολοκληρωτική» αντίληψη της εξουσίας της άρχουσας τάξης. Γι’ αυτόν, όλες οι εξουσίες –οικονομική, πολιτική
και ιδεολογική– βρίσκονται κάθε φορά συγκεντρωμένες στα χέρια μιας μόνο τάξης: αυτής την οποία η
οικονομική ανάπτυξη και ο καταμερισμός της εργασίας ανέδειξαν στη θέση της διεύθυνσης της παραγωγής. Η
πολιτική και η ιδεολογική εξουσία δεν διαθέτουν καμία ανεξαρτησία ούτε κάποια δική τους ανάπτυξη. Οι
ομάδες, στις οποίες ανήκουν, δεν αντιπροσωπεύουν αυτόνομες δυνάμεις, ικανές να καθορίσουν την οικονομική
τους «υποδομή»: απλά προϊόντα ενός καταμερισμού της εργασίας, που πραγματοποιείται στο εσωτερικό της
άρχουσας τάξης, ασκούν την εξουσία αποκλειστικά «ως αντιπρόσωποί της». Έτσι, το κράτος είναι ένα
«εργαλείο» της άρχουσας τάξης: δεν είναι τίποτε άλλο παρά «η μορφή, με την οποία τα άτομα μιας άρχουσας
τάξης επιβάλλουν τα κοινά τους συμφέροντα» 153. Ομοίως, η ιδεολογία μιας κοινωνίας δεν είναι παρά η
συστηματική έκφραση των ιδεών, των αναπαραστάσεων και των συμβόλων, στα οποία αναγνωρίζει τον εαυτό
της η άρχουσα τάξη: η «πολιτική τάξη», καθώς και η «ιδεολογική τάξη» (η έκφραση είναι του Μαρξ:
ideologische Stand), δεν αποτελούν τάξεις με την ακριβή έννοια του όρου, αλλά υποομάδες, που αντλούν την
ουσία και τη νομιμότητά τους από την οικονομικά άρχουσα τάξη.
Θα δούμε ποιες είναι οι «μη φυσιολογικές», κατά τον Μαρξ, συνθήκες που εξηγούν τη «στιγμιαία
ανεξαρτησία» του κράτους· αυτό που θα πρέπει να τραβήξει πρώτα την προσοχή μας είναι ο τρόπος με τον οποίο
αντιλαμβάνεται την «ιδεολογική τάξη».

152

Πρβλ. τη μελέτη μας: «Τάξεις και ταξικοί αγώνες» [παραπάνω].

153

DI, σ. 61.

Η «ιδεολογική τάξη»
Την ίδια στιγμή που χωρίζει την κοινωνία σε δύο τάξεις ασυμφιλίωτα εχθρικές, ο καταμερισμός της εργασίας
«εκδηλώνεται και στο εσωτερικό της άρχουσας τάξης σαν καταμερισμός ανάμεσα σε διανοητική και υλική
εργασία» 154. Έτσι, στο εσωτερικό κάθε άρχουσας τάξης, «ένα μέρος της λειτουργεί σαν διανοητής αυτής της
τάξης: πρόκειται για τους ιδεολόγους της». Απέναντι στα «ενεργά μέλη» της τάξης, «που δεν έχουν την
πολυτέλεια να διαμορφώνουν αυταπάτες και ιδέες για τον εαυτό τους», οι ιδεολόγοι αποκτούν «την ειδικότητα
να σφυρηλατούν τις αυταπάτες αυτής της τάξης για τον εαυτό της, και η ειδικότητα αυτή μεταβάλλεται στην
κύρια πηγή βιοπορισμού τους». Οι κατηγορίες, που χρησιμοποίησε ο Άνταμ Σμιθ για να περιγράψει τον
καταμερισμό της εργασίας στις μανιφακτούρες του Μάντσεστερ, ισχύουν εξίσου και στον τομέα της
«πνευματικής παραγωγής» και, καταλήγουν να προσδώσουν στους «παραγωγούς ιδεών», στην «τάξη που
κατέχει τα μέσα διανοητικής παραγωγής», την όψη ενός γενικού καρτέλ που «ρυθμίζει, μεταξύ άλλων, την
παραγωγή και τη διανομή των ιδεών».
Στην οπτική αυτή, θα ήταν «παράλογο» και «θεολογικό» να πιστέψουμε ότι οι κάτοχοι της ιδεολογικής
εξουσίας θα μπορούσαν να συγκροτήσουν μια ανεξάρτητη τάξη και να συμμετάσχουν πραγματικά στη
διαμόρφωση των «παραγωγικών σχέσεων», τομέα που ανήκει κατ’ εξοχήν στα «ενεργά μέλη» της άρχουσας
τάξης. Παρομοίως, απορρίπτεται ευθύς εξαρχής κάθε πιθανότητα σύγκρουσης ανάμεσα στην οικονομική
εξουσία (την «κοινωνία των πολιτών»), στην πολιτική εξουσία (τον στρατό, το κράτος) και στην ιδεολογική
εξουσία (το ιερατείο). Αλλά, ήδη, στην πρωτόγονη κοινότητα, δίπλα στον βασιλιά, φορέα της ισχύος, βρίσκεται
ο μάγος, ταυτόχρονα ιερέας, γιατρός, βάρδος, σοφός κ.λπ. Το λειτούργημα του ιερέα, που εδραιώθηκε δίπλα σε
εκείνο του βασιλιά, σημαδεύει την απαρχή μιας καθαρά ιστορικής διαφοροποίησης της ισχύος· ο ιερέας
διαδέχεται τον βασιλιά και τον μάγο, σαν αποκλειστικός φορέας της ιδεολογικής ισχύος, και αυτή εξαπλώνεται
σε ολόκληρη τη ζωή και εισβάλλει, εκ των πραγμάτων, στο πεδίο της εγκόσμιας εξουσίας. Εξ ου και η αιώνια
εχθρότητα ανάμεσα στη θρησκεία και την πολιτική. Ήδη, στη Βαβυλώνα του Χαμουραμπί, απέναντι στο
Ανάκτορο, υψωνόταν ο Ναός: δύο αντίπαλες δυνάμεις, που τις ξαναβρίσκουμε σε όλες τις θρησκευτικές εποχές,
στους αγώνες των Φαραώ εναντίον του ιερατείου του Άμμωνα των Θηβών, στις συγκρούσεις ανάμεσα στον
Σαμουήλ και τον Σαούλ, στην αντιπαράθεση του Μεσαίωνα ανάμεσα στους βυζαντινούς βασιλείς και τους
μοναχούς, ανάμεσα στους Πάπες και τους αυτοκράτορες.
Μόνο μία φορά ο Μαρξ φαίνεται να αναγνωρίζει τον κλήρο σαν ανεξάρτητη τάξη – και αυτό για να
μεταμφιέσει τους ιερείς μιας θρησκείας των νεκρών σε μια «συναρχία» ειδικών της υδραυλικής. «Η ανάγκη»,
γράφει, «να τεθούν υπό έλεγχο οι περιοδικές αλλαγές της ροής του Νείλου, δημιούργησε την αιγυπτιακή
αστρονομία και επέβαλε την κυριαρχία της κάστας των ιερέων, που ήταν επιφορτισμένοι με τη διεύθυνση της
γεωργίας» 155. Έτσι, λοιπόν, η κυριαρχία της «κάστας» των ιερέων δεν οφειλόταν στο κύρος που της προσέδιδε η
έντονη λαϊκή θρησκευτικότητα, αλλά στην τεχνική ικανότητα που της εξασφάλιζαν οι αστρονομικές της
γνώσεις. Αν είχαν έτσι τα πράγματα, οι θεοκρατικές περίοδοι της αιγυπτιακής ιστορίας θα έπρεπε να είχαν
σφραγίσει το απόγειο των «μεγάλων έργων» και της ευημερίας. Συνέβαινε, όμως, ακριβώς το αντίθετο, κάθε
φορά που οι ιερείς αποκτούσαν την υπεροχή, υπονομεύοντας την κρατική εξουσία και καταστρέφοντας τον
τεράστιο γραφειοκρατικό μηχανισμό πάνω στον οποίο βασιζόταν ο πλούτος της χώρας. Σε όλες τις θεοκρατικές
περιόδους, μπορούμε να προσμετρήσουμε την εξουσία του ιερατείου με την εξέλιξη του ημερολογίου. Στην
εποχή του Ραμσή Γ΄, δηλαδή στο απόγειο της πολιτικής και οικονομικής δύναμης του κλήρου, εισήχθη ένα νέο
εορτολόγιο: αθροίζοντας όλες τις λατρείες, στη διάρκεια της χρονιάς, καθιερώθηκε μια αργία κάθε τρεις ημέρες,
χωρίς να συνυπολογίζουμε τις μηνιαίες εορτές των παλαιών ημερολογίων. Εξ ού και, παρατηρεί ο Α. Μορέ,
«αμέλεια και οκνηρία σε όλη την κοινωνική οργάνωση» 156...

154

Στο ίδιο, σσ. 44-45 .

155

Κ, Ι, σ. 539.

156

A. Moret, Histoire de l’ Orient, ό.π., II, σ. 590.

Η ίδια πεισματική επιθυμία άρνησης της ιδιαιτερότητας της ιδεολογικής εξουσίας εμφανίζεται και στις θέσεις
του Ένγκελς (και του Κάουτσκι αργότερα) σχετικά με τον πρωτο-χριστιανισμό – μόνο που εδώ η θρησκεία δεν
περιορίζεται πια σε έναν αμφίβολο οικονομικό σκοπό, αλλά παίρνει την όχι λιγότερο απατηλή μορφή ενός
είδους «ταξικής συνείδησης». Κατά τον Ένγκελς, οι χριστιανοί πληβείοι και δούλοι των ρωμαϊκών χρόνων
βρίσκονταν στην ίδια κατάσταση με τους σοσιαλδημοκράτες εργάτες της εποχής των «αντι-σοσιαλιστικών
νόμων» του Βίσμαρκ: ίδια «επαναστατική» ιδεολογία, ίδια μαζική οργάνωση, ίδιοι διωγμοί, ίδιο πεπρωμένο· η
σοσιαλδημοκρατική πίστη θα θριάμβευε τελικά, όπως ακριβώς θριάμβευσε η χριστιανική πίστη:
Πριν από χίλια εξακόσια χρόνια ακριβώς, στη ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, δρούσε επίσης ένα επικίνδυνο
επαναστατικό κόμμα, το οποίο υπονόμευε τη θρησκεία και όλα τα θεμέλια του κράτους (...). Δεν είχε πατρίδα,
ήταν διεθνές, εκτεινόταν σε ολόκληρη τη αυτοκρατορία και ξεπερνούσε τα σύνορά της (...). Αυτό το επαναστατικό
κόμμα, που ήταν γνωστό σαν χριστιανικό, διέθετε επίσης μια ισχυρή εκπροσώπηση μέσα στον στρατό (...). Ο
αυτοκράτορας Διοκλητιανός, όταν είδε πως υπονόμευε την τάξη, την υπακοή και την πειθαρχία στον στρατό του,
δεν μπόρεσε να κρατήσει την ψυχραιμία του (...). Το 303 μ. Χ., ξεκίνησε ένα μεγάλο διωγμό των χριστιανών.
Αυτός ήταν όμως και ο τελευταίος. Υπήρξε τόσο αποτελεσματικός ώστε, δεκαεφτά χρόνια αργότερα (...), ο
157
διάδοχός του, Κωνσταντίνος, ανακήρυξε τον χριστιανισμό [επίσημη] θρησκεία του κράτους .

Ωστόσο, ο παραλληλισμός, που έκανε ο Ένγκελς, ανάμεσα σε χριστιανική εκκλησία και σοσιαλδημοκρατικό
κόμμα δεν είναι τόσο καθησυχαστικός όσο νόμιζε. Στην πραγματικότητα, ο θεωρητικός της «υλιστικής
αντίληψης της ιστορίας» και ο σοσιαλιστής προφήτης θα έπρεπε ν’ ανησυχούν διπλά. Πρώτα-πρώτα, οι
κοινωνικές ανατροπές που έφερε ο θρίαμβος της Εκκλησίας ακυρώνουν κάθε οικονομική ερμηνεία των τάξεων:
αυτό που μετέτρεψε τον κλήρο σε νέα άρχουσα τάξη δεν είναι φυσικά ο ρόλος του στην παραγωγή, αλλά η
πνευματική του εξουσία. Παρομοίως, η ταχύτητα με την οποία αυτό το «επαναστατικό» κίνημα γέννησε μια
άρχουσα τάξη θα έπρεπε να παρακινήσει τον Ένγκελς (για να μην αναφερθούμε στον Κάουτσκι, που έβλεπε τον
χριστιανισμό σαν ένα αυθεντικό κομουνιστικό και εξισωτικό κίνημα) να μετριάσει την υπερβολική αισιοδοξία
του μαρξισμού και να αντιμετωπίσει, για παράδειγμα, το ενδεχόμενο ενός «εκφυλισμού» των μαζικών
οργανώσεων. Αυτό ακριβώς έκανε ο Λένιν, είκοσι δύο χρόνια αργότερα, όταν, στο Κράτος και Επανάσταση,
καταλόγισε στους σοσιαλιστές ότι «λησμόνησαν» τη διδασκαλία του Μαρξ, «όπως ακριβώς οι χριστιανοί, οι
οποίοι, από τη στιγμή που η λατρεία τους έγινε επίσημη θρησκεία του κράτους, “λησμόνησαν” τα
“παιδιαρίσματα” του αρχέγονου χριστιανισμού με το επαναστατικό δημοκρατικό του πνεύμα» 158. «Μια νέα
τάξη»: με αυτά τα λόγια τιτλοφορεί ο Τρελτς (Ε. Troeltch) το κεφάλαιο που αφιερώνει στον κλήρο της εποχής
του Κωνσταντίνου, στο έργο του για τις Κοινωνικές θεωρίες των χριστιανικών Εκκλησιών (αγγλ. μτφ., Ι, σ. 46):
μας φέρνει στον νου τον Τζίλας... 159
Ο μετασχηματισμός του κλήρου σε τάξη εμφανίζει περισσότερες από μία αναλογίες με τη διαδικασία
εκφεουδαλισμού, που περιγράφει ο Μαρξ στη Γερμανική Ιδεολογία. Αρχικά, ο κλήρος δεν ήταν τάξη αλλά μια
«ελίτ» (ούτε καν ολιγαρχική, αν πάρουμε υπόψη τον πλατιά δημοκρατικό χαρακτήρα της πρωτοχριστιανικής
Εκκλησίας)· από κοινωνιολογική άποψη, αντιπροσώπευε έναν «μηχανισμό» που στερούνταν τελείως πολιτικού
προγράμματος και ήταν θεμελιωδώς ξένος προς κάθε οικονομική ιδεολογία. Αλλά, αμέσως μόλις έγινε κρατική
υπηρεσία, η Εκκλησία επιβεβαιώθηκε σαν αυτόνομη εξουσία: εξομοιώνοντας τους επισκόπους με τους
κυβερνήτες της πολιτείας, ο Κωνσταντίνος μετέβαλε τα μέλη της εκκλησιαστικής ιεραρχίας σε μια προνομιούχο
ομάδα, προικισμένη με δικαστική εξουσία και με αποφασιστική επιρροή στο κράτος και την κοινωνία. Η ομάδα
αυτή δεν ήταν ακόμα τάξη με τη μαρξιστική έννοια του όρου· έγινε τέτοια όταν το κράτος παραχώρησε στους
επισκόπους τα αγαθά που κατασχέθηκαν από τους ειδωλολατρικούς ναούς, πράγμα που αυτομάτως κατέστησε
την Εκκλησία τη μεγαλύτερη οικονομική δύναμη της εποχής εκείνης. Έκτοτε, ο κλήρος αποτέλεσε μια άρχουσα

157

Ένγκελς, «Εισαγωγή» στο έργο του Μαρξ, Ταξικοί αγώνες στη Γαλλία, 1895, in fine.

158

Lénine, Oeuvres Choisis, I, σ. 196.

159

Ο Μίλοβαν Τζίλας έγραψε το βιβλίο Η Νέα τάξη, για να περιγράψει τους γραφειοκράτες της τιτοϊκής Γιουγκοσλαβίας (σ.τ.μ.).

τάξη, τελείως ξεχωριστή, και αυτό όχι επειδή ήταν η μόνη τάξη η αφιερωμένη στη λατρεία, αλλά επειδή διέθετε
μία ανεξάρτητη οικονομική επιφάνεια και υπαγόταν, από το 341 και μετά, σε δική της ιδιαίτερη νομοθεσία.
Σπάνια η «πανουργία της Ιστορίας» στάθηκε τόσο ανελέητη: αυτή η Εκκλησία, που ευαγγελιζόταν ένα
βασίλειο που δεν ήταν του κόσμου τούτου, είδε να της προσφέρεται μια οικονομική και πολιτική εξουσία
τουλάχιστον ίση με εκείνη των clarissimi [εκλαμπρότατων] της Ύστερης Αυτοκρατορίας. Όπως σε όλες τις
μεγάλες ιστορικές ανατροπές, οι άνθρωποι πίστευαν πως ενεργούσαν σύμφωνα με τους στόχους τους, αλλά το
αποτέλεσμα των ενεργειών τους ήταν το αντίθετο απ’ αυτό που προεξοφλούσαν.
Αυτή η «αλλοτρίωση» εμφανίζεται πολύ πιο έντονα στις τύχες του μοναχισμού. Στον ανατολικό κόσμο, όπου
εμφανίστηκαν, οι μοναχοί αποτέλεσαν ένα ακραίο κόμμα, το κόμμα των «ζηλωτών», φανατικό και
επαναστατικό συνάμα, η ισχύς του οποίου πάνω στον κόσμο ήταν τόσο μεγαλύτερη αφού ο κόσμος δεν σήμαινε
τίποτα γι’ αυτούς. Για τους μοναχούς, έγραφε ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος,
…ο αυτοκράτορας δεν είναι τίποτα, η κυβέρνηση δεν είναι τίποτα. Όπως ακριβώς εμείς γελάμε με τα παιχνιδάκια
των παιδιών, έτσι και αυτοί χλευάζουν τη δραστηριότητα αυτών που ενεργούν έξω [από τα μοναστήρια]. Είναι
λοιπόν φανερό ότι, αν τους παραχωρούσαν την αυτοκρατορική εξουσία, δεν θα την δέχονταν ποτέ· θα την
δέχονταν, μόνο αν δεν έβλεπαν ψηλότερα, αν δεν την θεωρούσαν κάτι εφήμερο...

Γι’ αυτούς τους φλογερούς και φανατικούς ασκητές, που είχαν απαρνηθεί τα εγκόσμια για να φορέσουν «το
ένδυμα των αγγέλων» και να γίνουν «πολίτες τ’ ουρανού», το Βυζάντιο αισθανόταν έναν σεβασμό ανάμικτο με
φόβο: τον 5ο αιώνα, πολλές πόλεις τους έκλειναν τις πόρτες τους. Τον 11ο αιώνα, η πρωτεύουσα και η
Αυτοκρατορία έβριθαν ήδη από μοναστήρια· αναρίθμητες ήταν οι ιδρύσεις μονών και οι λαμπρές δωρεές: «Είναι
αλήθεια», έγραφε ο Ιουστινιανός σε μία από τις Νεαρές του, «ότι εισοδήματα που δεν χάνονται ποτέ συνδέονται
με αρετές που δεν θα σβήσουν ποτέ...». Ο 7ος αιώνας έζησε τον θρίαμβο του μοναχισμού: τα τελευταία ίχνη του
αρχαίου πνευματικού πολιτισμού εξαφανίστηκαν και το μοναστικό ύφος αποτύπωσε τη σφραγίδα του στην
τέχνη, στην εκπαίδευση και σε ολόκληρο τον πολιτισμό. Τον 8ο αιώνα, οι κληρονόμοι των στυλιτών και των
αναχωρητών της ερήμου αποτελούσαν κράτος εν κράτει: οι κάτισχνοι ασκητές είχαν γίνει οι μεγαλύτεροι
γαιοκτήμονες...
Εξέλιξη που θυμίζει εντυπωσιακά τα όσα έγιναν στα μοναστήρια της Δύσης και έμελλαν να επαναληφθούν
στα ρωσικά μοναστήρια. Με τη χαλάρωση της αρχικής πειθαρχίας τους, οι μονές μεταμορφώνονταν σε μεγάλες
αγροτικές και χρηματιστικές επιχειρήσεις. Οι πολύ σημαντικές δωρεές γαιών, που συχνά επιβάλλονταν σε
έντιμους ηγούμενους παρά τη θέλησή τους, η ασυλία έναντι της δικαιοσύνης και η απαλλαγή από τους φόρους
μεγάλωναν τον πλούτο των μονών, που ωθούνταν όλο και περισσότερο στο να συσσωρεύουν τα αγαθά τους και
να προσελκύουν τους αγρότες στη γη τους. Τα τεράστια εισοδήματά τους, απαλλαγμένα από φόρους, μείωναν τα
έσοδα του κράτους· τα κτήματά τους, στα οποία δεν ίσχυαν οι νόμοι του κράτους, στερούσαν στρατιώτες από
τον στρατό και λειτουργούς από τη δημόσια διοίκηση· η δίψα τους για γη απειλούσε τη μικρή αγροτική
ιδιοκτησία, θεμέλιο της Αυτοκρατορίας. Για ν’ αντιμετωπίσουν αυτόν τον –οικονομικό, πολιτικό και κοινωνικό–
κίνδυνο, οι εικονοκλάστες αυτοκράτορες του 8ου-9ου αιώνα διεξήγαγαν πεισματικό αγώνα εναντίον των
μοναχών, προσπαθώντας να τους διαλύσουν και να δημεύσουν την περιουσία τους. Απέτυχαν, όπως ακριβώς
απέτυχαν και ανάλογες απόπειρες των Μακεδόνων αυτοκρατόρων της ένδοξης εποχής του Βυζαντίου.
Συμβολική λεπτομέρεια: ο Νικηφόρος Φωκάς, συντάκτης του αντιμοναστικού νόμου του 964, ήθελε και ο ίδιος
να γίνει μοναχός στο Άγιο Όρος...
Και μπορεί ο Μαρξ να μένει τελείως ασυγκίνητος απέναντι στην τραγική αυτή «αλλοτρίωση», που μετέβαλε
τους υπηρέτες του Θεού στους κυρίαρχους της κοινωνίας, δείχνει όμως μια σχετική κατανόηση απέναντι στην
«αλλοτρίωση» που σηματοδοτεί το κράτος.
Η πολιτική εξουσία
Στις γενικές διατυπώσεις του μαρξισμού, το κράτος παρουσιάζεται σαν ένα απλό εργαλείο της άρχουσας τάξης:

Το κράτος, γράφει ο Ένγκελς, είναι, κατά γενικό κανόνα, το κράτος της ισχυρότερης τάξης, αυτής που κυριαρχεί
στο οικονομικό πεδίο και που, εξ αιτίας αυτού, γίνεται και πολιτικά κυρίαρχη τάξη, αποκτώντας έτσι νέα μέσα για
να δαμάζει και να εκμεταλλεύεται την καταπιεζόμενη τάξη 160.

Στην οπτική αυτή (την οποία σχηματοποίησε ακόμα περισσότερο ο Λένιν στο Κράτος και επανάσταση), οι
πολιτικές σχέσεις κυριαρχίας και υποταγής προκύπτουν από τις οικονομικές σχέσεις παραγωγής και
εκμετάλλευσης: η πολιτική εξουσία δεν είναι παρά ένα «εποικοδόμημα» της οικονομικής εξουσίας. Απεναντίας,
άλλα κείμενα του Μαρξ, και κυρίως του Ένγκελς, μας καλούν να κάνουμε σαφή διαχωρισμό ανάμεσα σε αυτές
τις δύο κατηγορίες. Σε αυτή την εκδοχή της μαρξιστικής κοινωνιολογίας, με τις περισσότερες αποχρώσεις, το
κράτος δεν παρουσιάζεται πια σαν μια απλή απόφυση της άρχουσας τάξης και η γένεσή του αποδίδεται σε μια
διαλεκτική ευρύτερη από αυτήν που διέπει τόσο τον σχηματισμό των τάξεων όσο και τον ανταγωνισμό τους.
Κατ’ αρχάς, το κράτος παράγεται ανεξάρτητα από τις τάξεις, πριν ακόμα διαχωριστεί η κοινωνία σε
ανταγωνιστικές τάξεις. Στις πρωτόγονες κοινωνίες, γράφει ο Ένγκελς,
επικρατεί μια κάποια ισότητα στις συνθήκες ύπαρξης, και αυτή η απουσία τάξεων διαιωνίζεται και στις αγροτικές
κοινότητες των μετέπειτα εκπολιτισμένων λαών. Αλλά, σε καθεμιά από αυτές τις κοινότητες (τις «αταξικές»),
υπάρχουν, εξαρχής, ορισμένα κοινά συμφέροντα, με τη διασφάλιση των οποίων επιφορτίζονται κάποια
συγκεκριμένα άτομα, έστω και κάτω από τον έλεγχο της κοινότητας: επιδίκαση διαφορών, καταστολή (...),
επίβλεψη της διαχείρισης των υδάτων, θρησκευτικές λειτουργίες (...). Εννοείται ότι αυτά τα άτομα είναι οπλισμένα
σε κάποιον βαθμό, με ενισχυμένες εξουσίες και αντιπροσωπεύουν τις απαρχές της κρατικής εξουσίας 161.

Ώστε οι απαρχές της πολιτικής εξουσίας συγκροτούνται έξω από τους τεχνικο-οικονομικούς επικαθορισμούς,
που απολήγουν στη μονοπώληση της «γενικής διεύθυνσης της εργασίας» από μια ιδιαίτερη τάξη. Πριν καν μια
μειοψηφική ομάδα ιδιοποιηθεί τις λειτουργίες διαχείρισης και τα μέσα παραγωγής, η κοινωνία στο σύνολό της
(και όχι πια μόνον η παραγωγική κοινότητα) υποχρεώνεται, εκ των πραγμάτων, να παραιτηθεί από τη διαχείριση
των κοινών υποθέσεων και να την εμπιστευτεί σε μια ιδιαίτερη ομάδα. Εδώ, ο αποφασιστικός παράγοντας δεν
είναι η ιδιοποίηση των μέσων παραγωγής, αλλά η ατροφία του «συλλογικού ελέγχου», μοιραίο επακόλουθο της
ολοένα αυξανόμενης πολυπλοκότητας της κοινωνικής (και όχι μόνον οικονομικής) ζωής:
Σιγά-σιγά, οι παραγωγικές δυνάμεις αναπτύσσονται· o πιο πυκνός πληθυσμός δημιουργεί συμφέροντα, αλλού
κοινά, αλλού ανταγωνιστικά, ανάμεσα στις διάφορες κοινότητες, η συγκρότηση των οποίων σε ευρύτερα σύνολα
προκαλεί στο εξής έναν νέο καταμερισμό της εργασίας και τη δημιουργία οργάνων που σκοπό έχουν να επιβάλουν
τα κοινά συμφέροντα και να τα υπερασπιστούν απέναντι στα ανταγωνιστικά συμφέροντα. Σαν εκπρόσωποι των
κοινών συμφερόντων όλης της ομάδας, αυτά τα όργανα αποκτούν ήδη, απέναντι στην κάθε ξεχωριστή κοινότητα,
μια ιδιαίτερη θέση και, ενίοτε, μπορεί να έρθουν σε σύγκρουση με αυτήν. Σύντομα, θα αποκτήσουν μια ακόμα
μεγαλύτερη αυτονομία, είτε εξ αιτίας της κληρονομικότητας του αξιώματος, που επιβάλλεται σχεδόν αυτόματα σε
έναν κόσμο όπου όλα συμβαίνουν όπως ορίζει η φύση, είτε γιατί, στο μέτρο που πληθαίνουν οι συγκρούσεις με τις
άλλες ομάδες, η κοινωνία έχει όλο και περισσότερο ανάγκη από αυτά τα όργανα.

Επομένως, το κράτος δεν δημιουργείται από την «οικονομικά άρχουσα» τάξη. «Προερχόμενο από τους κόλπους
της κοινωνίας», το κράτος μεταβάλλεται σε ανεξάρτητη εξουσία, μέσα από την εσώτερη λογική του: οι
«εκπρόσωποι των κοινών συμφερόντων» υψώνονται πάνω από την κοινότητα και τίθενται στην υπηρεσία των
δικών τους συμφερόντων, στο μέτρο που η αυξανόμενη πολυπλοκότητα της κοινωνικής ζωής, οι εσωτερικές
εντάσεις και οι εξωτερικές συγκρούσεις καθιστούν αδύνατο τον συλλογικό έλεγχο. Τέλος, τα «κοινά
συμφέροντα» θα γίνουν το αποκλειστικό αντικείμενο της εξουσιαστικής ρύθμισης και το κράτος θα γίνει κύριος
της κοινωνίας.
Θαρρείς πως διαβάζεις της αφήγηση της Βίβλου για την ενθρόνιση του πρώτου βασιλιά του Ισραήλ
(Βασιλειών Α΄, Η 4-20):

160

L’ origine de la famille…, ό. π., σ. 226.

161

Anti-Dühring…, ό.π., σ. 211.

καὶ συναθροίζονται ἄνδρες Ἰσραὴλ καὶ παραγίνονται εἰς Ἀρμαθαὶμ πρὸς Σαμουὴλ καὶ εἶπαν αὐτῷ· ( ) καὶ νῦν
κατάστησον ἐφ᾿ ἡμᾶς βασιλέα δικάζειν ἡμᾶς, καθὰ καὶ τὰ λοιπὰ ἔθνη. ( ) καὶ εἶπε Κύριος πρὸς Σαμουήλ· ἄκουε
τῆς φωνῆς τοῦ λαοῦ, ( ) πλὴν ὅτι διαμαρτυρόμενος διαμαρτύρῃ αὐτοῖς καὶ ἀπαγγελεῖς αὐτοῖς τὸ δικαίωμα τοῦ
βασιλέως, ὃς βασιλεύσει ἐπ᾿ αὐτούς.
καὶ εἶπε Σαμουὴλ ( ) τοῦτο ἔσται τὸ δικαίωμα τοῦ βασιλέως, ὃς βασιλεύσει ἐφ᾿ ὑμᾶς· τοὺς υἱοὺς ὑμῶν λήψεται,
καὶ θήσεται αὐτοὺς ἐν ἅρμασιν αὐτοῦ καὶ ἐν ἱππεῦσιν αὐτοῦ καὶ προτρέχοντας τῶν ἁρμάτων αὐτοῦ καὶ θέσθαι
αὐτοὺς ἑαυτῷ ἑκατοντάρχους καὶ χιλιάρχους καὶ θερίζειν θερισμὸν αὐτοῦ καὶ τρυγᾶν τρυγητὸν αὐτοῦ καὶ ποιεῖν
σκεύη πολεμικὰ αὐτοῦ καὶ σκεύη ἁρμάτων αὐτοῦ· καὶ τὰς θυγατέρας ὑμῶν λήψεται εἰς μυρεψοὺς καὶ εἰς
μαγειρίσσας καὶ εἰς πεσσούσας· καὶ τοὺς ἀγροὺς ὑμῶν καὶ τοὺς ἀμπελῶνας ὑμῶν καὶ τοὺς ἐλαιῶνας ὑμῶν τοὺς
ἀγαθοὺς λήψεται καὶ δώσει τοῖς δούλοις ἑαυτοῦ. καὶ τὰ σπέρματα ὑμῶν καὶ τοὺς ἀμπελῶνας ὑμῶν ἀποδεκατώσει
καὶ δώσει τοῖς εὐνούχοις αὐτοῦ καὶ τοῖς δούλοις αὐτοῦ· ( ) καὶ τὰ ποίμνια ὑμῶν ἀποδεκατώσει· καὶ ὑμεῖς ἔσεσθε
αὐτῷ δοῦλοι. καὶ βοήσεσθε ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ ἐκ προσώπου βασιλέως ὑμῶν, οὗ ἐξελέξασθε ἑαυτοῖς, ( )
καὶ οὐκ ἐβούλετο ὁ λαὸς ἀκοῦσαι τοῦ Σαμουὴλ καὶ εἶπαν αὐτῷ· οὐχί, ἀλλ᾿ ἢ βασιλεὺς ἔσται ἐφ᾿ ἡμᾶς, καὶ
ἐσόμεθα καὶ ἡμεῖς καθὰ πάντα τὰ ἔθνη, καὶ δικάσει ἡμᾶς βασιλεὺς ἡμῶν καὶ ἐξελεύσεται ἔμπροσθεν ἡμῶν καὶ
πολεμήσει τὸν πόλεμον ἡμῶν.

Το τραγικό αυτό όραμα μεταγράφει ο Ένγκελς στην εγελο-μαρξιστική γλώσσα της «αλλοτρίωσης». Στο κράτος
υπάρχει κάτι περισσότερο από έναν απλό μηχανισμό καταπίεσης μιας τάξης από μία άλλη· ολόκληρη η
κοινωνία, άρα όλες οι τάξεις, οφείλουν να υποδουλωθούν στην ξένη ισχύ, που παρεμβάλλεται ανάμεσα στο
κοινό έργο και την κοινότητα:
Για την υπεράσπιση των κοινών συμφερόντων, η κοινωνία δημιούργησε, αρχικά με απλό καταμερισμό της
εργασίας, τα ιδιαίτερα όργανά της. Αλλά οι οργανισμοί αυτοί, στην κορυφή των οποίων βρίσκεται η κρατική
εξουσία, με το πέρασμα του χρόνου, τέθηκαν στην υπηρεσία των δικών τους συμφερόντων και, από υπηρέτες της
κοινωνίας, μετατράπηκαν στους κυρίους της 162.

Σε μια τέτοιου είδους «αλλοτρίωση» αποδίδει ο Μαρξ την εμφάνιση του πρώτου τρόπου παραγωγής που
αναδύθηκε από την πρωτόγονη ζωικότητα: του «ασιατικού τρόπου παραγωγής». Κατά τον Μαρξ, αυτό που
υποχρέωσε τις κοινότητες των χωριών, στην Ανατολή, να ζητήσουν την παρέμβαση του δεσποτικού κράτους και
να υποταχθούν στον γραφειοκρατικό μηχανισμό του, είναι «η ανάγκη να ελέγξουν συλλογικά τις δυνάμεις της
φύσης»163. Αν «η ρύθμιση του καθεστώτος των υδάτινων πόρων υπήρξε μία από τις υλικές βάσεις της
κυριαρχίας του κράτους πάνω στις κοινότητες των χωριών», αυτό συνέβη διότι το «μικρό μέγεθος» αυτών των
«οικονομικών οργανισμών» και η «απουσία δεσμών μεταξύ τους» (Zusammenhangslose kleine
Produktionor­ganismen) τους απαγόρευε να αναλάβουν για λογαριασμό τους τα έργα άρδευσης, που
προϋποθέτουν ένα συνολικό σχέδιο, διεξοδικά επεξεργασμένο, και απαιτούν την κινητοποίηση τεράστιων
μαζών, συχνά πολλών γενεών εργαζομένων. Μόνον ο καταναγκασμός μπορούσε να σπάσει την απομόνωση
αυτού του κονιορτού των κλειστών χωριών, που αποτελούν την «κοινωνία των πολιτών» στην Ανατολή. Μόνο
το κράτος, «θεμελιωμένο στην αγγαρεία» (το Fronstaat του Μαξ Βέμπερ), είχε τη δυνατότητα να οργανώσει μια
αποτελεσματική απάντηση στην υπερβολική δριμύτητα της φυσικής πρόκλησης. Έτσι, παρατηρεί ο Μαρξ, «η
σποραδική εφαρμογή της συνεργασίας σε μεγάλη κλίμακα», στις προβιομηχανικές κοινωνίες, συνεπάγεται
«άμεσες σχέσεις κυριαρχίας και υποταγής και, κατά πρώτο λόγο, τη δουλεία» 164. Καταλαβαίνουμε στο εξής γιατί
«οι Ινδοί, όπως όλοι οι ανατολικοί λαοί, άφησαν στην κεντρική κυβέρνηση τη φροντίδα να ασχολείται με τα
μεγάλα δημόσια έργα, βάση της γεωργίας και του εμπορίου τους» 165. Χάρη σ’ αυτή τη στρατηγική θέση που
κατέχει στο σύνολο της οικονομίας, το γραφειοκρατικό κράτος κατέστη ο «κύριος γαιοκτήμονας» και ο «κύριος
κάτοχος του υπερπροϊόντος».
162

«Πρόλογος» στο έργο, Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία, 1871 (Η Κομμούνα του Παρισιού), γαλ. μτφ., Παρίσι, 1936.

163

K, I, σ. 539. Πρβλ. τη μελέτη μας: «Ο Μαρξ και ο δεσποτισμός» [Στον δεύτερο τόμο του παρόντος έργου].

164

Στο ίδιο, I, σ. 350.

165

Μαρξ, «Η βρετανική κυριαρχία στην Ινδία», New York Daily Tribune, 25 Ιουνίου 1853. W, 9, Dietz, 1960.

Προβληματική του δεσποτισμού
Πάμπολλα επακόλουθα απορρέουν από αυτή την ανατροπή των σχέσεων που εδραίωσε ο μαρξισμός ανάμεσα
στην «οικονομική βάση» και το «πολιτικό εποικοδόμημα», ανάμεσα στην «κοινωνία των πολιτών» και το
κράτος.
Κατ’ αρχάς, η κοινωνία των πολιτών («η κοινωνική οργάνωση, όπως προκύπτει άμεσα από την παραγωγή και
το εμπόριο») σε καμία περίπτωση δεν δικαιούται τον τίτλο της «εστίας της ιστορίας» και της «βάσης του
κράτους», που της αποδίδει ο μαρξισμός. Η κοινωνία των πολιτών σχηματίζεται εδώ από τη μηχανική παράθεση
αναρίθμητων αγροτικών κοινοτήτων, που βασίζονται σ’ ένα στοιχειώδη συνδυασμό αγροτικής και χειροτεχνικής
εργασίας και λειτουργούν σαν ένα σύστημα κλειστής οικονομίας. Επιπλέον, δεν υπάρχουν πόλεις με τη δυτικήαστική έννοια του όρου: οι πόλεις της Ανατολής, επισημαίνει ο Μαρξ παραθέτοντας τον Μπερνιέ και
προλαβαίνοντας τον Μαξ Βέμπερ, δεν είναι βιομηχανικά και εμπορικά κέντρα αλλά πόλεις της φρουράς,
«στρατόπεδα κάπως καλύτερα και κάπως πιο άνετα τοποθετημένα από ό,τι στη γυμνή ύπαιθρο». Κατά συνέπεια,
κανένας δεσμός οικονομικής, πολιτικής ή εθνικής αλληλεγγύης δεν μετατρέπει σε οργανικό σύνολο το
συνονθύλευμα αυτών των αγροτικών μονάδων, που «περιόρισαν το ανθρώπινο πνεύμα στον πιο στενό ορίζοντα
που μπορεί να φανταστεί κανείς», που απογύμνωσαν το άτομο «από κάθε μεγαλείο και από κάθε ιστορική
ενεργητικότητα». Εξ ου και ο στατικός, φυτικός, α-ιστορικός χαρακτήρας αυτών των κοινωνιών, των ριζωμένων
στη γη, που υπόκειντο στις εποχικές εναλλαγές της φύσης: η θεμελιώδης δομή τους «παρέμεινε αναλλοίωτη από
τα πιο απομακρυσμένα χρόνια μέχρι την πρώτη δεκαετία του 19ου αιώνα».
Στις συνθήκες αυτές, είναι προφανώς αδύνατο να θεωρήσουμε μια τέτοιου τύπου κοινωνία των πολιτών σαν
την «εστία κάθε ιστορίας»: πώς θα μπορούσε, μια στάσιμη κοινωνία, να προκαλέσει μεταβολές ιστορικά
σημαντικές; Και, αντί ν’ αναζητήσει την «εστία της ιστορίας» σε σφαίρες εξωτερικές προς αυτή την α-ιστορική
κοινωνία των πολιτών, ο Μαρξ, παραδόξως, προτίμησε ν’ αρνηθεί με μια μονοκοντυλιά την ίδια την
ιστορικότητα του κόσμου της Ανατολής. Η ιστορία του δεν είναι παρά μια φαινομενική ιστορία, μια ψευδοιστορία, και «εμφανίζεται σαν μια ιστορία της θρησκείας» 166. Ο στάσιμος χαρακτήρας του ανατολικού κόσμου
κρύβεται πίσω από μια «χωρίς στόχο αναστάτωση, που καλύπτει την πολιτική επιφάνειά της» 167, αλλά, στην
πραγματικότητα, «η δομή των θεμελιωδών οικονομικών στοιχείων της κοινωνίας έμεινε ανέγγιχτη από τις
τρικυμίες της νεφελώδους σφαίρας της πολιτικής (politische Wolkenregion)» 168.
Αυτοί οι αμήχανοι όροι, θεμιτοί για τη φοϊερμπαχική κριτική του θρησκευτικού «ουρανού» αλλά
ακατανόητοι προκειμένου για την «πραγματική ιστορία», προδίδουν την αδυναμία του Μαρξ να παραδεχτεί το
γεγονός του κράτους, να του αναγνωρίσει μια ιστορική αποτελεσματικότητα. Όταν διαβάζουμε αυτές τις
φράσεις για την «πολιτική επιφάνεια» και τη «νεφελώδη σφαίρα της πολιτικής», θα πρέπει πάντα να φέρνουμε
στο μυαλό μας τις δημηγορίες εναντίον της παραδοσιακής («θεολογικής-ιδεαλιστικής») ιστοριογραφίας, που,
«αντί να αναγνωρίζει την πράξη γέννησης της ιστορίας στην επίγεια υλική παραγωγή, την ατενίζει στα
νεφελώδη σχήματα του ουρανού» 169. Έχοντας περιορίσει την πραγματική και αληθινή «γη» στην «υλική
παραγωγή», ο Μαρξ καταδικάζεται να εξορίσει το κράτος στον «ουρανό», να τοποθετήσει την πολιτική ιστορία
αυτών των α-ιστορικών ανατολικών κοινωνιών στη σχεδόν αριστοφάνεια περιοχή των «νεφελών», που φέρνει
στο μυαλό αναπόφευκτα τις χίμαιρες κύριος οίδε ποιας φανταστικής, εξωπραγματικής και απατηλής τάξης
πραγμάτων. Και όμως, δεν αγνοούσε το γεγονός ότι το κράτος εκπλήρωνε, στην προκειμένη περίπτωση, μια
καθοριστική οικονομική λειτουργία, αφού μόνον αυτό ήταν ικανό να εξασφαλίζει τα μεγάλα αρδευτικά έργα,
«βάση της γεωργίας και του εμπορίου»:

166

Μαρξ, επιστολή στον Ένγκελς, 2 Ιουνίου 1853, στο W, 1963, XXVIII, σ. 252.

167

Επιστολή στον Ένγκελς, 14 Ιουνίου 1853, στο W, 1963, XXVIII, σ. 267.

168

K, I, σ. 376.

169

HF, σσ. 285-286.

Αυτή η πρωταρχική αναγκαιότητα να χρησιμοποιείται το νερό από κοινού που, στη Δύση, ώθησε τους ιδιώτες
επιχειρηματίες να οργανωθούν σε εθελοντικές ενώσεις, όπως στη Φλάνδρα και την Ιταλία, επέβαλε στην Ανατολή,
όπου το επίπεδο πολιτισμού ήταν υπερβολικά χαμηλό και οι εκτάσεις εξαιρετικά αχανείς για να μπορέσουν να
εμφανιστούν τέτοιου είδους ενώσεις, τη συγκεντρωτική παρέμβαση της κυβέρνησης.

Υπ’ αυτές τις συνθήκες, η «ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων», ουσία και αποστολή της κοινωνίας των
πολιτών, έμεινε στα χέρια της κυβέρνησης· η συγκρότηση ενός αυστηρά συγκεντρωτικού κράτους και ενός
γραφειοκρατικού μηχανισμού, κάτω από τον άκαμπτο έλεγχο αδιαφιλονίκητων αρχηγών, ήταν η απαραίτητη
προϋπόθεση της οικονομικής ανάπτυξης. Αυτό, ο Μαρξ το γνώριζε θαυμάσια:
Στις ασιατικές αυτοκρατορίες, η γεωργία μπορεί να παρακμάσει κάτω από μια κυβέρνηση και να ξαναζωντανέψει
κάτω από μία άλλη. Εκεί, οι σοδειές ανταποκρίνονται στις καλές ή κακές κυβερνήσεις, όπως στη Δύση αλλάζουν
ανάλογα με τον καλό ή κακό καιρό.

Η «νεφελώδης σφαίρα της πολιτικής», λοιπόν, δεν ήταν εκεί τόσο υπεργήινη όσο πίστευε.
Τρίτον, η ίδια η έννοια της «καλής κυβέρνησης» θα έπρεπε να είχε σπρώξει τον Μαρξ να αναθεωρήσει τη
μαντσεστεριανή αντίληψή του για τη γραφειοκρατία –«τεχνητή και παρασιτική κάστα»– και να της αναγνωρίσει
μια θετική οικονομική λειτουργία. Πράγματι, για να κατασκευάσει αυτά τα πελώρια δίκτυα αναχωμάτων,
καναλιών και υδροφρακτών, για να οργανώσει τις συλλογικές προσπάθειες για να δαμαστούν οι φυσικές
δυνάμεις, θα έπρεπε, πριν απ’ όλα, να συγκροτήσει ένα εξειδικευμένο σώμα μηχανικών και υπαλλήλων, ή
μάλλον διαχειριστών της εργατικής δύναμης: ελεγκτές των αγροτικών εργασιών, οργανωτές των αγγαρειών,
υπεύθυνους για την αποθήκευση και την απογραφή. Από την καλή λειτουργία αυτού του πελώριου
γραφειοκρατικού μηχανισμού εξαρτώνταν οι «καλές σοδειές». Έτσι, από τη στιγμή που αποσυντέθηκε η
γραφειοκρατία (κάτω από την επιρροή των ιερέων ή των ανώτερων αξιωματούχων, που μετατράπηκαν σε μια
τάξη κληρονομικών ιδιοκτητών), τα μεγάλα έργα διακόπηκαν και η γη καλύφθηκε από άμμο ή έλη. Αλλά ο
Μαρξ έχει έναν απαράμιλλο τρόπο να μην υποβάλλει στον εαυτό του ερωτήματα, όταν αντικρίζει τη θεσμική
πολυπλοκότητα και την κοινωνική διαστρωμάτωση, που συνεπάγεται η κρατική διαχείριση της υδραυλικής
οικονομίας. Μία μόνο φορά όρισε με τ’ όνομά της τη διευθυντική τάξη που αντιστοιχούσε στον «ανατολικό
τρόπο παραγωγής» και αυτό για ν’ αποδώσει στους Αιγυπτίους ιερείς τις πιο εξέχουσες λειτουργίες της
γραφειοκρατίας.
Τέλος, ο Μαρξ πίστεψε πως διέσωζε την οικονομική ερμηνεία της ιστορίας, τονίζοντας τις κοινωνικές
ανάγκες που ικανοποιούσαν κάθε φορά οι γραφειοκρατικοί δεσποτισμοί. Είναι φανερό, όμως, ότι δεν ήταν οι
μόνες: ανάγκες στρατιωτικές (άμυνα, κατάκτηση) ή καθαρά πολιτικές (ενοποίηση του έθνους, διατήρηση της
αυτοκρατορικής τάξης) ήταν παράγοντες τουλάχιστον εξίσου σημαντικοί με τις οικονομικές ανάγκες στη
διαμόρφωση αυτών των καθεστώτων, όπου το κράτος ελέγχει έναν μεγάλο τομέα, αν όχι το σύνολο σχεδόν της
οικονομίας, και όπου η κοινωνική διαστρωμάτωση καθορίζεται λιγότερο ή περισσότερο από την πολιτική
λειτουργία. Στις πιο αρχαίες παραστάσεις του Φαραώ, τον βλέπουμε να σκάβει ένα ανάχωμα, αλλά, ταυτόχρονα,
να σωριάζει καταγής, με το ρόπαλό του, έναν αντίπαλο βασιλιά...
Και αυτό το ήξερε πολύ καλά ο Μαρξ. Μήπως δεν λέει ότι «η ρύθμιση της ροής των υδάτων υπήρξε μία από
τις υλικές βάσεις» του ανατολικού δεσποτισμού, πράγμα που σημαίνει ότι δεν ήταν η μοναδική, ότι η
παντοδυναμία του γραφειοκρατικού κράτους στηρίχτηκε και σε άλλες, όχι λιγότερο «υλικές» και πραγματικές,
βάσεις; Δυστυχώς, ο Μαρξ παραλείπει να τις μνημονεύσει και να διασαφηνίσει τη φύση τους.

Προβληματική της κοινωνίας των πολιτών
Εκείνο που τον εμπόδισε ν’ αναπτύξει, μέχρι τις τελικές της συνέπειες, τη διαλεκτική του για την «αυτονόμηση»
του κράτους και τον μετασχηματισμό του σε «κύριο» της οικονομίας και της κοινωνίας, σχετίζεται τόσο με τη
γενικότερη αντίληψή του για την ιστορία όσο και με τη «μαντσεστεριανή» οπτική του για τον διαχωρισμό
κράτους και οικονομίας.
Πρώτα-πρώτα, πίστευε ότι η κρατικοποίηση της οικονομίας αντιστοιχεί σ’ ένα εξαιρετικά αρχαϊκό στάδιο της
κοινωνικής ανάπτυξης. Κατ’ αυτόν, οι τρόποι παραγωγής –«αρχαϊκός», «φεουδαλικός», «αστικός» κ.λπ.–, που
διαδέχονται τον «ανατολικό τρόπο παραγωγής», καθορίζονται από την αυθόρμητη ανάπτυξη της κοινωνίας των

πολιτών και οι διαστρωματώσεις που συνεπάγονται σχηματίζονται έξω από την πολιτική σφαίρα, ανεξάρτητα
από τη δράση του κράτους. Η κοινωνία των πολιτών είναι στο εξής «το αληθινό θέατρο και η εστία της ιστορίας,
η βάση του κράτους και όλου του εποικοδομήματος». Είναι αλήθεια ότι, σε ορισμένες εποχές, το κράτος
απέκτησε «προς στιγμήν» μια κάποια «μη φυσιολογική» ανεξαρτησία απέναντι στην κοινωνία· ότι κατάφερε να
διαφύγει από τον έλεγχο της «οικονομικά κυρίαρχης» τάξης και να τοποθετηθεί πάνω από την κοινωνία. Αλλά,
κατά τον Μαρξ, αυτή η αυτονόμηση του κράτους δεν του πρόσφερε με κανένα τρόπο την ουσιαστική
πραγματικότητα και τη δημιουργική δύναμη, μοναδικοί θεματοφύλακες των οποίων είναι οι τάξεις της κοινωνίας
των πολιτών. Από «υπηρέτης» της κοινωνίας, το κράτος κατόρθωσε να γίνει «κύριός» της, αλλά η κυριαρχία του
μόνον επιφανειακά επηρέασε τον οικονομικό κόσμο: ασκούνταν στους αιθέρες της πολιτικής ζωής, δίχως να
επιφέρει μια ουσιαστική τροποποίηση της κοινωνικής δομής. Εξ ου και ο εκπληκτικός όρος «υπεργήινο», με τον
οποίο χαρακτηρίζει ο Μαρξ το απολυταρχικό κράτος του Παλαιού Καθεστώτος: der alte überirdische Staat 170.
Ξαναβρίσκουμε τη «νεφελώδη σφαίρα της πολιτικής». Όταν το κράτος υψώνεται πάνω από την κοινωνία,
χάνει την επαφή του με την πραγματικότητα, παύει να μετέχει στην αληθινή ιστορία· ο χώρος του είναι ο
φανταστικός ουρανός της πολιτικής, ενώ η πραγματική ιστορία ξετυλίγεται πίσω από την πλάτη του, πάνω στη
«γη» της παραγωγής και του εμπορίου. Με άλλα λόγια, το κράτος δεν δημιουργεί τίποτα:
Οι πραγματικές συνθήκες (...), η υλική ζωή των ατόμων, που δεν εξαρτάται καθόλου από τη βούλησή τους (...), σε
καμία περίπτωση δεν δημιουργούνται από την κρατική εξουσία· αποτελούν, μάλλον, τη δύναμη που δημιουργεί
την κρατική εξουσία 171.

Αυτό δεν σημαίνει καθόλου ότι ο Μαρξ δεν είχε και ορισμένες αμφιβολίες σχετικά με την καθολική και
αναδρομική αυτοτέλεια που απέδιδε στην κοινωνία των πολιτών. Στην ελληνική αρχαιότητα, λέει, «η κοινωνία
των πολιτών ήταν δούλη της πολιτικής κοινωνίας» 172. Στις σημειώσεις του, του 1857-1858 173, ο Μαρξ ανέπτυξε
εκτενώς αυτό το ζήτημα, και μάλιστα μ’ έναν τρόπο που προαναγγέλλει τις καλύτερες αναλύσεις του Βέμπερ,
αλλά δεν άντλησε καθόλου τις θεωρητικές συνέπειες που απέρρεαν από τούτη τη «υποδούλωση» της κοινωνίας
των πολιτών μέσα στον «αρχαϊκό τρόπο παραγωγής». Παρομοίως, οι θεωρήσεις του πάνω στη στρατιωτική
προέλευση της φεουδαρχίας δεν τον παρακίνησαν καθόλου να αμφισβητήσει τον οικονομικό ντετερμινισμό, τον
οποίο θέτει σαν αξίωμα η γενική του θεωρία.
Το έχουμε ήδη αναφέρει, ο Μαρξ διακρίνει δύο ουσιαστικές στιγμές στη διαδικασία διαμόρφωσης της
φεουδαρχίας: την εσωτερική δομή του κατακτητικού στρατού και τις οικονομικές συνθήκες που επικρατούσαν
πριν και μετά την κατάκτηση. Ο συνδυασμός αυτών των δύο παραγόντων καθόρισε τον «τρόπο οργάνωσης της
κατάκτησης» 174, από τον οποίο προκύπτει ο φεουδαλικός «τρόπος παραγωγής». Πράγματι, είναι φανερό ότι ο
«τρόπος κατάκτησης» αλλάζει ριζικά κοινωνικό περιεχόμενο ανάλογα με το αν πρόκειται για έναν στρατό
ατομικά εξοπλισμένο, εξασκημένο για τη μάχη σώμα με σώμα, και οργανωμένο σύμφωνα με το σύστημα των
προσωπικών ακολουθιών (όπως ήταν η περίπτωση του ομηρικού στρατού, των γερμανικών εισβολέων και της
δυτικής ιπποσύνης) ή για έναν στρατό εξοπλισμένο από το κράτος, που περιλαμβάνει τακτικές μονάδες και
στηρίζεται στην υποχρεωτική θητεία ή στους μισθοφόρους (όπως συμβαίνει στο σύνολο σχεδόν των
συγκεντροποιημένων και γραφειοκρατικοποιημένων κρατών): αυτές οι ποιοτικές διαφορές στον τρόπο
εξοπλισμού, στον τρόπο διεξαγωγής της μάχης και στον τρόπο στρατολόγησης, θα έχουν αποφασιστική σημασία
για την οικονομική και κοινωνική οργάνωση της κατακτημένης ή «ενοποιημένης» χώρας.
Ποιο ήταν, αντιστοίχως, το βάρος των «παραγωγικών δυνάμεων» στη συγκεκριμένη μορφή του «τρόπου
οργάνωσης της κατάκτησης»; Όταν ο Μαρξ υπενθυμίζει την «αποτυχία των (συγκεντρωτικών, ενοποιητικών)
170

Κ, ΙΙΙ, σ. 835.

171

DI, σ. 341.

172

Κριτική της χεγκελιανής φιλοσοφίας του κράτους, W, I, σ. 276.

173

Grundrisse, σ. 378 κ.ε.

174

DI, σ. 20.

εγχειρημάτων του Καρλομάγνου», για να δείξει «μέχρι ποίου σημείου η φεουδαλική μορφή καθοριζόταν από τις
παραγωγικές δυνάμεις»175, δεν κάνει τίποτε άλλο από το να υπερτιμά δυσανάλογα την «αρνητική» σημασία του
οικονομικού παράγοντα. Αν είναι βέβαιο ότι η διασπορά των παραγωγικών δυνάμεων έπαιξε μεγάλο ρόλο στην
αποδυνάμωση της καρολίγγειας Αυτοκρατορίας, δεν είναι λιγότερο αληθινό ότι η μοίρα της θα ήταν
διαφορετική αν διέθετε έναν συγκεντροποιημένο στρατό και μια συγκεντροποιημένη διοίκηση. Η
ανασυγκρότηση της ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ήταν καταδικασμένη σε αποτυχία, όχι μόνο εξαιτίας της
εξαιρετικής καθυστέρησης της οικονομίας, αλλά επίσης, και κυρίως, εξαιτίας της εσωτερικής δομής της
στρατιωτικής δύναμης που επωμίστηκε αυτό το έργο: ένας στρατός έντονα εξατομικευμένος, άρα δομικά
ωθούμενος προς την αποκέντρωση και τη φεουδαλοποίηση, αποτελεί μια εξ ορισμού φυγόκεντρη δύναμη,
ανίκανη να στηρίξει και ακόμα λιγότερο ικανή να δημιουργήσει τον ενοποιητικό μηχανισμό, που θα μπορούσε
να συσπειρώσει την αυτοκρατορία. Γι’ αυτό και μάταια ο Καρλομάγνος στέλνει τους «missi dominici»
[απεσταλμένους του] να μεταφέρουν τις διαταγές του σε απόσταση εκατοντάδων χιλιομέτρων· ομοίως, τα
επεμβατικά μέτρα που προέβλεπαν τα Διατάγματά του έπεφταν στο κενό: έλειπαν οι «ιμάντες μεταβίβασης», ένα
οργανωμένο σώμα εκτελεστικών οργάνων.
Οι οικονομικές συνθήκες, στις οποίες πραγματοποιήθηκαν οι μεγάλες «συγκεντρώσεις γαιών» της
προκαπιταλιστικής ιστορίας, δεν ήταν καθόλου πιο ευνοϊκές για την πολιτική συγκεντροποίηση. Αλλά οι
ενοποιητές Φαραώ, οι Κινέζοι, Ρωμαίοι ή Βυζαντινοί πολεμιστές αυτοκράτορες, οι Ρώσοι δεσπότες –αλλά και ο
Λένιν και ο Μάο– διέθεταν όλοι έναν συγκεντροποιημένο και πειθαρχημένο στρατό ο οποίος, σε ποικίλους
βαθμούς και για διαφορετικούς λόγους, παρέμενε ξένος προς τον ατομικισμό των Γερμανών ή των Φράγκων
κατακτητών. Ο «τρόπος κατάκτησης» (ή «ενοποίησης»), που αντιστοιχεί σ’ έναν τέτοιο ενοποιημένο
στρατιωτικό μηχανισμό, προσανατόλισε, παντού και πάντοτε, τον «τρόπο παραγωγής» προς το «ανατολικό»
πρότυπο και οδήγησε στην επιβολή του κράτους πάνω στην παραγωγή και στην πρωτοκαθεδρία της πολιτικής
τάξης.

Οικονομική υπανάπτυξη και υπερανάπτυξη του κράτους
Καθαρό αποτέλεσμα της στρατιωτικής επέκτασης, διαμορφωμένη από την εύρυθμη λειτουργία της διοίκησης, η
«συγκέντρωση των γαιών» και η διατήρηση της αυτοκρατορικής τάξης προσέφεραν αυτόματα στο κράτος,
δηλαδή στην πολιτική τάξη, μια κυρίαρχη εξουσία πάνω στο σύνολο της κοινωνίας. Κι αυτό δεν ξέφυγε από την
οξυδέρκεια του Μαρξ. Είχε μία τόσο αυστηρή αντίληψη του «οικονομικού ντετερμινισμού», ώστε έφτανε ακόμα
και να αμφισβητήσει την ίδια την ύπαρξη των «οικονομικών βάσεων» της ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας:
Η Ρώμη δεν ξεπέρασε ποτέ την πόλη (το στάδιο της αστεακής οικονομίας) και διατηρούσε, τρόπον τινά, με τις
επαρχίες, σχέσεις αποκλειστικά πολιτικές, τις οποίες και μπορούσαν, φυσικά, να διακόπτουν πολιτικά γεγονότα 176.

Αλλά, την ίδια κατάσταση συναντούμε σε όλες τις προκαπιταλιστικές κοινωνίες, που απέκτησαν τις διαστάσεις
μιας Αυτοκρατορίας πριν ακόμα ξεπεράσουν τα πλαίσια της οικονομίας της πόλης ή του χωριού (όπως οι Ίνκας,
για παράδειγμα). Σε όλες αυτές τις κοινωνίες, που σφραγίζονται από την υπεροχή της φυσικής οικονομίας, ο
χώρος της οικονομίας (που μπορεί να μετρηθεί με βάση τις διαστάσεις της σφαίρας στο εσωτερικό της οποίας
κυκλοφορούν τα προϊόντα) δεν αντιπροσωπεύει παρά ένα μέρος του χώρου της πολιτικής, δηλαδή του χώρου
που καλύπτει η εξουσία του κράτους. Αφημένη στην αυθόρμητη ανάπτυξή της, η οικονομία, σε αυτές τις
κοινωνίες, δεν ήταν σε θέση να παραγάγει κάτι περισσότερο από την απλή παλινδρομική κίνηση ανάμεσα στον
μικρό αγροτικό κλήρο και τη μεγάλη δουλοκτητική γαιοκτησία: της έλειπε η δυναμική ώθηση που μπορούσε να
της δώσει μόνο μια αστεακή οικονομία, βιομηχανικά αναπτυγμένη. Και, φυσικά, δεν θ’ αναζητήσουμε στην
κοινωνία των πολιτών την ενοποιητική δύναμη και την αρχή ολοκλήρωσης αυτών των προκαπιταλιστικών
αυτοκρατοριών: εφόσον οι διαστάσεις τους δεν είχαν καμία αντιστοιχία με τον βαθμό ανάπτυξης των
παραγωγικών δυνάμεων και την κλίμακα των οικονομικών δραστηριοτήτων, η ενότητά τους βασιζόταν όχι στις
175

DI, σ. 64.

176

DI, σ. 19.

σχέσεις παραγωγής και ανταλλαγής, αλλά στις πολιτικές σχέσεις κυριαρχίας και υποταγής. Η υπερανάπτυξη του
κράτους αντιστάθμιζε την οικονομική υπανάπτυξη.
Κάθε φορά που διευρύνονταν ποιοτικά τα πλαίσια της κοινωνικής ζωής, η πρωτοβουλία ξαναπερνούσε στο
κράτος: και στη δυναμική αυτής της διαδικασίας, ο Μαρξ αναγνώρισε τον κύριο παράγοντα που ερμηνεύει την
«αφύσικη» ανεξαρτησία της πολιτικής εξουσίας. «Από πού μπορούσε να προέλθει η πολιτική συγκέντρωση σε
μια χώρα από την οποία έλειπαν όλες οι οικονομικές προϋποθέσεις;», αναρωτιέται ο Μαρξ, αναφερόμενος στη
σύγχρονη Γερμανία. Σε αυτή την τόσο λίγο «ορθόδοξη» ερώτηση, δίνει μια όχι λιγότερο εκπληκτική απάντηση:
Η αδυναμία κάθε ιδιαίτερης σφαίρας –γιατί, εδώ, δεν μπορούμε να μιλούμε ούτε για τάξεις παλαιού τύπου (stände)
ούτε για τάξεις νέου τύπου, μπορούμε μάλλον να μιλούμε για παλαιού τύπου τάξεις που χάνονται και για νέου
τύπου τάξεις που δεν έχουν ακόμα αναδυθεί– δεν επέτρεπε σε καμία να αποκτήσει την αποκλειστική κυριαρχία. Η
αναγκαία συνέπεια αυτού ήταν ότι, κατά τα χρόνια της απόλυτης μοναρχίας, η ιδιαίτερη σφαίρα που είχε
επωμιστεί με τη διοίκηση των κοινών συμφερόντων κατέκτησε μια αφύσικη ανεξαρτησία, που ενισχύθηκε ακόμα
περισσότερο στη σύγχρονη γραφειοκρατία. Έτσι, το κράτος συγκροτήθηκε σε αυτόνομη εξουσία και, μέχρι
σήμερα, διατήρησε στη Γερμανία αυτή τη θέση που, σε άλλες χώρες, ήταν μόνον ένα μεταβατικό στάδιο 177.

Φυσικά, όταν ο Μαρξ λέει «αφύσικο», θα πρέπει να εννοούμε «αφύσικο» σε σχέση με τη δική του οικονομική
ερμηνεία της ιστορίας. Στην πραγματικότητα, αυτό που θεωρούσε «αφύσικο» και ειδικά γερμανικό
αντιπροσωπεύει μάλλον τη φυσιολογική κατάσταση στην πολιτική ιστορία των περισσότερων κοινωνιών. Από
πού θα μπορούσε να έρθει, για παράδειγμα, η πολιτική συγκέντρωση σε μια χώρα από την οποία απουσίαζαν
όλες οι οικονομικές «προϋποθέσεις», όπως στην αρχαία Αίγυπτο; Εδώ, η αδυναμία όλων των «επιμέρους
σφαιρών» επιδεινωνόταν ακόμα περισσότερο από την απουσία χρηματικής οικονομίας και από την αντίθεση
ανάμεσα στις πόλεις του Δέλτα και τον φεουδαλικό Νότο. Κι εδώ, καμία τάξη δεν μπορούσε να αποκτήσει την
«αποκλειστική κυριαρχία» και να ενοποιήσει την οικονομία των πόλεων της Κάτω Αιγύπτου και τη
χωροδεσποτική οικονομία του Νότου. Κάθε φορά που μια καινούργια δυναστεία ενοποιούσε τη χώρα, το έκανε
σε βάρος των τάξεων που είχαν εδραιωθεί στο εσωτερικό των διάφορων οικονομικών «τομέων» και προς όφελος
μιας νέας τάξης, της βασιλικής γραφειοκρατίας, η μορφή της οποίας σχηματιζόταν στο μέτρο που αναπτυσσόταν
η στρατιωτική ενοποίηση της χώρας και η εξουσία της επιβεβαιωνόταν με την ταυτόχρονη ή αλληλοδιάδοχη
καταστροφή των αντιπάλων αρχουσών τάξεων: της φεουδαρχίας του Νότου και της αστικής τάξης του Βορρά.
Επίσης, από πού θα μπορούσε να προέλθει η «πολιτική συγκεντροποίηση» σε μια χώρα όπως η μοσχοβίτικη
Ρωσία του 16ου αιώνα, που χαρακτηριζόταν από μια τόσο εντυπωσιακή απουσία των ανάλογων «οικονομικών
βάσεων»; Καμία από τις υπάρχουσες τάξεις, ούτε οι άναρχοι φεουδάρχες, ούτε οι αστοί, ούτε οι αγρότες, δεν
μπορούσε να αντιμετωπίσει την πρόκληση των εισβολέων, Μογγόλων, Τούρκων, Πολωνών, Σουηδών,
Λιθουανών και Γερμανών, και να αναλάβει το επιτακτικό έργο της «πολιτικής ενοποίησης». Στη Δύση, η
ευημερία των αστών πρόσφερε στους βασιλείς την οικονομική δυνατότητα που χρειάζονταν για να ασκήσουν
την πολιτική τους. Δεν ίσχυε, όμως, το ίδιο στη Ρωσία, όπου οι εισβολές των Τούρκων και των Μογγόλων είχαν
καταστρέψει τον πολιτισμό των πόλεων. Στη Ρωσία, όπου δεσπόζει η γη και όπου η αστική τάξη είναι
ασήμαντη, η πολιτική συγκεντροποίηση δεν μπορούσε να θεμελιωθεί στην κινητοποίηση των κεφαλαίων, που
ήταν ανύπαρκτα ή ανεπαρκή· έτσι, το κράτος χρειάστηκε να κινητοποιήσει προς όφελός του τη γη και τους
αγρότες και να κρατήσει για τον εαυτό του, μέσα από το γενικό μονοπώλιο και τη διευθυνόμενη οικονομία, τα
οφέλη του εμπορίου και της βιομηχανίας. Στις συνθήκες αυτές, η πολιτική συγκεντροποίηση υπερέβη σε μεγάλο
βαθμό τη «νεφελώδη σφαίρα της πολιτικής», που ονειρευόταν ο Μαρξ, και πήρε τη μορφή μιας «διαρκούς
επανάστασης», που προσφέρει περισσότερες από μία αναλογίες με εκείνη της οποίας επώνυμος ήρωας υπήρξε ο
Στάλιν. Όπως και στα χρόνια της «κολεκτιβοποίησης», χρησιμοποιήθηκε η τρομοκρατία εναντίον όλων των
υπαρχουσών τάξεων και έγινε η «μαμή» της νέας διευθυντικής τάξης των «ανθρώπων του μηχανισμού».
Ενώ, στη Δύση, η καταστροφή των φεουδαλικών δυνάμεων συμβάδισε με το τέλος της δουλοπαροικίας και
την απελευθέρωση των αγροτών, στη Ρωσία, η πάλη εναντίον των βογιάρων προκάλεσε την υποδούλωση των
αγροτών και μια νέα υποχώρηση της αστεακής οικονομίας. Ο Ιβάν ο Τρομερός είχε διαιρέσει το κράτος σε δυο
177

DI, σ. 198.

μέρη: τη Zemchtchina, ιδιωτικό τομέα, και την Opritchina, βασιλικό τομέα: οι πραιτωριανοί του, οι opritchniki,
κυριολεκτικά ορκισμένοι εχθροί των κατοίκων της Zemchtchina, διεξήγαγαν, στο όνομα του κυρίου και αφέντη
τους, έναν πόλεμο εξολόθρευσης και λεηλασίας εναντίον των ίδιων των υπηκόων του. Η τρομοκρατία έγινε το
κύριο όργανο μιας επανάστασης «από τα πάνω», με πρώτα θύματά της τους παλιούς πρίγκιπες των περιφερειών
και τους μεγάλους γαιοκτήμονες: οι μεγάλες κληρονομικές χωροδεσποτείες κατασχέθηκαν και αναδιανεμήθηκαν
στη νέα τάξη των «κρατικών υπαλλήλων» (pomiechtchiki). Με την υποχρέωση να υπηρετούν στον στρατό και
στη διοίκηση, οι τελευταίοι απέκτησαν ιδιοκτησίες ανάλογες με το αξίωμά τους (pomiestié). Με αυτόν τον
τρόπο, η κρατικοποίηση της γης έγινε η βάση της πολιτικής συγκεντροποίησης και, ταυτόχρονα, της
οικονομικής οργάνωσης και της κοινωνικής διαστρωμάτωσης: δρακόντειοι νόμοι περιόριζαν το δικαίωμα
αλλαγής κατόχου και φρόντιζαν ώστε «η γη να μη φεύγει έξω από την υπηρεσία». Εδώ, έχουμε την περίπτωση
μιας τάξης που δημιουργήθηκε στην κυριολεξία ex nihilo, σύμφωνα με τη βούληση του κράτους:
Είναι γνωστές περιπτώσεις που αποσπούσαν τους δούλους από τους βογιάρους για να τους θέσουν στην υπηρεσία
του ηγεμόνα της Μόσχας, που τους παραχωρούσε γη. [Προερχόμενοι από κατώτερες τάξεις, αυτοί οι νέοι
άνθρωποι ήταν στην πλειοψηφία τους αλλοδαποί]. Η λεγόμενη βελούδινη βίβλος, επίσημος κατάλογος της
αριστοκρατίας, που συντάχτηκε έναν αιώνα αργότερα, δείχνει ότι, από τις 930 οικογένειες που βρίσκονταν στην
υπηρεσία του τσάρου, μόνο το 33% ήταν ρωσικής καταγωγής, 24% πολωνο-λιθουανικής, 25% δυτικής και 17%
ταταρικής ή ανατολίτικης καταγωγής· όλα αυτά τα τόσο διαφορετικά στοιχεία είχαν ήδη μετατραπεί σε μία και
μόνη τάξη, που την ένωναν τα ήθη και τα συμφέροντα τους, την dvorianstvo, τους αριστοκράτες 178.

Στη συνέχεια, ήρθε η σειρά των λιγοστών πόλεων, που είχαν επιβιώσει από τον μογγολικό κατακλυσμό. Το
1570, η πόλη Τβερ κάηκε ολοσχερώς. Στη διάρκεια μιας λυσσαλέας επίθεσης, που κράτησε πέντε εβδομάδες,
και κάτω από τη διοίκηση του ίδιου του τσάρου, γύρω στα 60.000 άτομα κάθε ηλικίας σφαγιάστηκαν στο
Νόβγκοροντ: ο αριθμός των κατοίκων της πόλης, που έφταναν τις 200.000 την εποχή της ακμής της, έπεσε σε
20.000 στα 1575. Αυτό, όμως, που έδωσε τη χαριστική βολή στην ασθενική αστική τάξη της μοσχοβίτικης
Ρωσίας, ήταν η ίδια η δομή της νέας άρχουσας τάξης, δημιουργημένης από το κράτος:
Το σύστημα της pomiestié είχε από μόνο του μια επιρροή από τις πιο ολέθριες στην ανάπτυξη της αστεακής
βιοτεχνίας, καθώς και σε όλο το εμπόριο και τη βιομηχανία των πόλεων (...). Όλη η οικονομική ζωή, με τη μαζική
έλευση των νέων ανθρώπων του μηχανισμού, πέρασε από τις πόλεις στην ύπαιθρο, όπου απασχολούσαν εργάτεςτεχνίτες στις ιδιοκτησίες τους και όπου διεξαγόταν το απαραίτητο εμπόριο· αντίθετα, στις πόλεις, δεν υπήρχαν
καθόλου καταναλωτές. Και εκτός από την κύρια αιτία, συνέπεια του ίδιου του χαρακτήρα του κράτους, που
έβλεπε τους κατοίκους των πόλεων και τους φόρους τους μόνο σαν στηρίγματα της αυταρχικής πολιτικής του
τσάρου, διαπιστώνουμε εδώ ένα από τα αίτια της εξαιρετικής καθυστέρησης της ζωής των πόλεων και του αστικού
πολιτισμού 179.

Η υποδούλωση του αγροτικού πληθυσμού υπήρξε η κορύφωση αυτής της πολιτικής ισοπέδωσης και
αναδόμησης των αρχουσών τάξεων. Η μετατροπή της υπηρεσίας προς το κράτος σε αποκλειστικό κριτήριο
κοινωνικής διαστρωμάτωσης έμελλε να σημάνει τη διάλυση της τάξης των ελεύθερων αγροτών, οι οποίοι, τον
Μεσαίωνα, αποτελούσαν τη συντριπτική πλειοψηφία του αγροτικού πληθυσμού. Για να ξεφύγουν από τις
πιέσεις των κρατικών λειτουργών –από τους επιστάτες τους και τους στρατολόγους τους– οι αγρότες διέφευγαν
προς τα παρθένα εδάφη της Ανατολής (έτσι άρχισε ο αποικισμός της Σιβηρίας). Για να εξασφαλίσει την
είσπραξη των φόρων και για να καταπολεμήσει αυτή τη «ρευστότητα του εργατικού δυναμικού» (για να
χρησιμοποιήσουμε τη σταλινική ορολογία), το κράτος τους υπέταξε στη δικαιοδοσία του pomiechtchik και τους
μετέβαλε σε δουλοπάροικους (τέλη του 16ου αιώνα): όταν, στα 1713, ο Μέγας Πέτρος έδωσε το δικαίωμα στους
γαιοκτήμονες να χρησιμοποιούν το κνούτο, όλοι σχεδόν οι αγρότες ήταν ήδη από πολύ καιρό δουλοπάροικοι.
Όταν ο Μαρξ εξυμνεί την κοινωνία των πολιτών και θεωρεί την ανεξαρτησία του κράτους κατάσταση
«αφύσικη» και «μεταβατική», δεν κάνει τίποτε άλλο από το να ανάγει σε κανόνα τις πιο πρόσφατες, τις πιο
178

Jacob von Stählin, Histoire de la Russie, P. Payot, Παρίσι 1946, I, σσ. 223-224.

179

Στο ίδιο, σ. 230.

εύθραυστες και εν τέλει τις πλέον έκτακτες κατακτήσεις των αστικών τάξεων της Δύσης. Την «ανεξαρτησία του
κράτους» την γνώρισε μόνο στη γερμανική, επαρχιώτικη και ανώδυνη μορφή της και είδε σ’ αυτήν μόνον ένα
πρόσχημα για να χλευάσει την «έντιμη γραφειοκρατική συνείδηση» και την «υποκρισία» της: το ίδιο το
φαινόμενο της πολιτικής τάξης έμεινε έξω από τον ιστορικό του ορίζοντα.
Δεν είναι δύσκολο να διαβλέψουμε ποια είναι η ιστορική κατάσταση την οποία «αντανακλά» η μαρξιστική
θεωρία των τάξεων. Η αστική τάξη, λέει ο Μαρξ σε ένα χωρίο της Γερμανικής ιδεολογίας 180, που προαναγγέλλει
τους διθυράμβους του Μανιφέστου,
απορρόφησε τελικά μέσα της όλες τις κατέχουσες τάξεις που βρήκε όταν εδραιώθηκε: κατ’ αρχάς απορρόφησε
τους κλάδους της εργασίας που ανήκαν άμεσα στο κράτος, στη συνέχεια τις, λιγότερο ή περισσότερο, ιδεολογικές
τάξεις...

Αυτή ακριβώς την πραγματική ή υποτιθέμενη ενοποίηση της ηγέτιδας τάξης προεκτείνει η μαρξιστική θεωρία
των τάξεων σε όλη την παγκόσμια ιστορία. Αν ο Μαρξ δεν εμβάθυνε στο πρόβλημα της ανεξαρτησίας του
κράτους, αν απομάκρυνε από τον διανοητικό του ορίζοντα την ίδια την έννοια της πολιτικής τάξης, αυτό
οφείλεται στο ότι ήταν πεπεισμένος ότι η αστική τάξη είχε οριστικά «απορροφήσει» αυτές τις τάξεις και ότι η
εποχή του φιλελευθερισμού έμελλε να ανθήσει «διαλεκτικά» μέσα στην «ουσιαστικά οικονομική οργάνωση»
του μελλοντικού κομουνισμού. Σε συνάρτηση με αυτή τη διπλή πρόβλεψη, κατασκεύασε την οικονομική θεωρία
του για την εξουσία και αρνήθηκε με τόσο πείσμα την ιδιαιτερότητα του πολιτικού και του ιδεολογικού πεδίου.
Με μια εξ ίσου πεισματική επιμονή, η «πανουργία της Ιστορίας», και συγκεκριμένα η πρακτική των μαθητών,
κατεδάφισε το εύθραυστο οικοδόμημα. Οι μαθητές του, που μεταβλήθηκαν σε στηλιτευτές του «οικονομισμού»
και σε θεολόγους της πρωτοκαθεδρίας του κόμματος, ανέλαβαν να καταδείξουν ότι μια ομάδα, αν όχι ομαδούλα,
«περισσότερο ή λιγότερο ιδεολογική», μπορούσε κι αυτή να απορροφήσει πρώτα το κράτος, στη συνέχεια τη
«γενική διεύθυνση της εργασίας», για να συγκροτήσει στο τέλος μια νέα άρχουσα τάξη. Το έχουμε όμως ήδη
τονίσει: σε αυτήν ακριβώς την ολοκληρωτική βουλιμία, η μαρξιστική ανάλυση βρήκε την πιο άγρια διάψευση
και συνάμα την πιο εντυπωσιακή της επιβεβαίωση.

180

DI, σ. 52.

Sign up to vote on this title
UsefulNot useful