/  25
 
Από το ΣΕΚΕ στο ΚΚΕ
,
όροι και προϋποθέσεις για ένα μετέωρο βήμα προς την «μπολσεβικοποίηση»
Κώστας Παλούκης
1
Α. Οι ιδεολογικές και πολιτικές αντιφάσεις του ΣΕΚΕ
Στα 1914, η συναίνεση της πλειοψηφίας των ευρωπαϊκών σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων υπέρ του πολέμου οδήγησε σε κρίση το παγκόσμιο σοσιαλιστικό κίνημα, καθώς η ΔεύτερηΔιεθνής διασπάστηκε ουσιαστικά στα δύο εμπόλεμα στρατόπεδα του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου,ενώ, ταυτόχρονα, στα αριστερά της αποσπάστηκε ένα ριζοσπαστικό δυναμικό με διεθνιστικάαντιπολεμικά χαρακτηριστικά (Διεθνής Σοσιαλιστική Συνδιάσκεψη στο Τσίμερβαλντ, 5/12Σεπτέμβρη 1915). Στα πλαίσια της ριζοσπαστικοποίησης και της νέας δυναμικής που θα επιφέρει η επανάσταση των μπολσεβίκων, το αριστερό αυτό κομμάτι θα συμμετέχει το 1919 στην ίδρυσητης Γ΄ Διεθνή.Στην Ελλάδα, την ίδια περίοδο, ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος συντέλεσε καταλυτικά σε μιαδιευρυμένη δημοσιονομική και οικονομική κρίση. Η αγροτική και βιομηχανική παραγωγή στηνουσία παραλύουν προκαλώντας τεράστιες μεταβολές στις μέχρι κοινωνικές σταθερές. Το σχετικάμικρό προλεταριάτο διέρχεται σοβαρή κρίση, τα μικροαστικά βιοτεχνικά στρώματα συμπιέζονται προς τα κάτω, ενώ τα αγροτικά στρώματα θίγονται σοβαρά από τον παρατεταμένο πόλεμο.Αντίθετα, το αστικό κεφάλαιο αναγεννιέται, μέσα στις έκτακτες πολεμικές συνθήκες, με μια νέαπρωταρχική συσσώρευση που πραγματοποιείται εξωοικονομικά από κερδοσκοπίες στο εμπόριο,τη ναυτιλία και την επένδυση στον τραπεζικό τομέα.
1
κοινωνικές αυτές διεργασίεςδημιουργούν τις προϋποθέσεις για την εμφάνιση ριζοσπαστικών ιδεών στα μικροαστικάστρώματα και την εργατική τάξη των πόλεων. Καταρχήν, προβληματίζουν και στρέφουν προς τιςσοσιαλιστικές ιδέες μια σημαντική μερίδα προοδευτικών διανοουμένων και φοιτητών που και αυτοί ως μικροαστικό στρώμα δέχονται τις πιέσεις του πολέμου και της κρίσης. Σύντομα, οι σοσιαλιστικές ιδέες διαχέονται μέσα από τα διάφορα σοσιαλιστικά κέντρα και τις κινήσεις, πουοι πρώτοι αυτοί σοσιαλιστές δημιουργούν, και βρίσκουν απήχηση στα πιο πρωτοπόρα κομμάτιατης εργατικής τάξης. Με αυτόν τον τρόπο συγκροτείται στην Ελλάδα ένα νέο μοντέλοκοινωνικών συμμαχιών, κατά το οποίο μερίδες των μικροαστικών στρωμάτων αναγνωρίζουνστην πολύ πιο δυναμική εργατική τάξη την ικανότητα της συνολικής επίλυσης του αδιεξόδου τηςκοινωνικής κρίσης με την ανατροπή του καπιταλιστικού συστήματος.Τα πιο πρωτοπόρα κομμάτια του εργατικού κινήματος υιοθετούν αυτήν τη θέση,συγκροτούν μια νέα ταυτότητα και συνείδηση για τον αυτόνομο ιστορικό τους ρόλο ως τάξη και το νεωτερικό σοσιαλιστικό μοντέλο συνασπισμού εξουσίας εμφανίζεται στα 1918 με την ίδρυσητου ΣΕΚΕ, το οποίο αμέσως δηλώνει την σύνδεσή του με την Β΄ ή Σοσιαλιστική Διεθνή. ΤοΣΕΚΕ θα αναλάμβανε να διαφωτίσει και να εκφράσει τους εργάτες με μια ιδεολογία,μεθοδολογία και έναν μηχανισμό πρωτότυπο και νεωτερικό για την Ελλάδα. Κηρύσσοντας τηναναγκαιότητα της σοσιαλιστικής «κοινωνικής μεταβολής», που «σημαίνει την απελευθέρωσινόχι μόνο των προλεταρίων, αλλά και ολοκλήρου της ανθρωπότητος που υποφέρει σήμερον», υπογραμμίζει τον ιστορικό ρόλο της εργατικής τάξης, «που δεν δύναται να πραγματοποιήση την
1
Μεταπτυχιακός φοιτητής της «Νεώτερης Ελληνικής και Ευρωπαϊκής Ιστορίας» στο Τμήμα Ιστορίας – Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης
1
 
ιστορική της αποστολήν χωρίς να γίνει κάτοχος της πολιτικής εξουσίας», και προσδιορίζει τοδικό του καθήκον: «να διαμορφώση τον αγώνα της εργατικής τάξεως εις αγώνα συνειδητόν και ενιαίον και να οδηγήση αυτήν εις την φυσική και αναγκαία αποστολήν της».
2
 Πέρα από τηνσαφήνεια των τελικών στόχων στις διακηρύξεις πολύ λίγο, θα λέγαμε, είναι αποσαφηνισμένες οι σχέσεις του ΣΕΚΕ με τους εργάτες.Το πρώτο σοσιαλιστικό κόμμα στην Ελλάδα προέκυψε από την συνένωση διαφορετικώνκαι ετερογενών, στην πλειοψηφία τους, τοπικών κέντρων και ομίλων με σοσιαλιστική αναφορά,που αποτελούσαν, όμως, εκτός της Φεντερασιόν, περισσότερο όμιλοι συζητήσεων και διαλέξεωνμικροαστών διανοουμένων και συνδικαλιστών που αναζητούσαν πολιτική σύνδεση με τηνεργατική τάξη, παρά εργατικές οργανώσεις με προγράμματα, στρατηγικές και εργατικέςδραστηριότητες. Οι εργάτες, που πλησίαζαν τους πρώτους σοσιαλιστές, αποτελούσαν ουσιαστικάένα κοινό που ενδιαφερόταν να ακούσει για να μάθει περί του σοσιαλισμού. Για αυτό όλη ηλογική της δράσης του κόμματος τοποθετείται στο ιδεολογικό επίπεδο και στο τοπικό ή κεντρικόπολιτικό σκηνικό. Οι οργανώσεις του δεν συγκροτούνται πάνω σε εργατοπαραγωγική βάση,όπως έπειτα στο ΚΚΕ, αλλά σε τοπική. Σε κάθε πόλη λειτoυργούσε το τμήμα, τα μέλη τουοποίου, κατά μακρά διαστήματα, καλούνταν σε γενικές συνελεύσεις, εξέλεγαν την ΤοπικήΕπιτροπή (ΤΕ), η οποία αναλάμβανε τη διεξαγωγή όλης της δράσης του Τμήματος. «Ηδιεύθυνσις και επίβλεψις της λειτουργίας των τμημάτων εμπιστεύεται από τας συνελεύσειςαυτών εις μίαν τοπικήν επιτροπήν αποτελουμένην από 5-7 μέλη» που είναι αρκετά μεγάλοςαριθμός, εάν υπολογίσουμε ότι ελάχιστος αριθμός μελών για την ίδρυση Τμήματος είχανκαθοριστεί τα 15 μέλη. Σε πόλεις ή περιοχές με μικρότερο αριθμό οπαδών συγκροτούνταν οι όμιλοι οι οποίοι «έχουν μορφωτικόν και προπαγανδιστικόν χαρακτήρα, δύναται δε να λαμβάνουνμέρος εις αυτούς και μη μέλη του Κόμματος...»
3
. Στα 1933 ο Α. Ιωκ. σε ένα ιστορικό σημείωμασημειώνει πως το κόμμα παρέμενε μακριά «από τα εργοστάσια, από την καθημερινή μαύρηδουλειά ανάμεσα στους εργάτες»
4
εννοώντας ότι το ίδιο δεν ασκούσε άμεση συνδικαλιστικήδράση. Το ΣΕΚΕ δε θα δράσει ποτέ ως ένα κόμμα μαζών, όπως το ΚΚΕ.Μέσα σε ένα τέτοιο πνεύμα, η μορφωτική διαφωτιστική διάσταση τόσο στουςσυνδικαλιστικούς, αλλά και τους πολιτικούς αγώνες, αποτελούσε το κυριότερο χαρακτηριστικότων σοσιαλιστικών ομίλων και κέντρων που συγκρότησαν το ΣΕΚΕ και στη συνέχεια του ίδιουτου ΣΕΚΕ: «Το Κόμμα πρέπει να διαφωτίζη, να συμπαθή και να υποστηρίζη τον αγώνα τωνσωματείων, που τείνει προς την βελτίωσιν των εργατών...»
5
Το ΣΕΚΕ δεν οργανώνει ως εργατικήσυσπείρωση τους αγώνες, δεν παρεμβαίνει με δικές του προγραμματικές συνδικαλιστικές θέσειςστα σωματεία, αλλά στηρίζει και καθοδηγεί τους αγώνες που οι εργάτες αυθόρμητα κινούν. ΤοΣΕΚΕ δίνει τη γενική προγραμματική κατεύθυνση, ιδεολογικό επιστέγασμα και πολιτικήαναφορά στις εργατικές κινητοποιήσεις. Ο Δ. Λιβιεράτος σκιαγραφεί με ενάργεια τις σχέσεις τουσοσιαλιστικού κόμματος με τους εργάτες. «Η πλειοψηφία της εργατικής τάξης συμπαθεί τουςσοσιαλιστές γιατί αυτοί είναι που τρέχουν αγωνίζονται, μιλάνε, εξηγούν. Οι σοσιαλιστέςσυντάσσουν τα καταστατικά των περισσότερων σωματείων πάνω στην αρχή της πάλης τωντάξεων και προσπαθούν να δώσουν μια ενιαία μορφή στο εργατικό κίνημα». Επομένως, δε θαμπορούσε παρά «γι’ αυτή τους τη δραστηριότητα και την τιμιότητα των σκοπών» οι εργάτες νατους εκτιμούν και να τους ακολουθούν.
6
Τα μέλη του Σοσιαλιστικού Κόμματος αντικαθιστούντους εκπροσώπους των αστικών κομμάτων, γιατί είναι πιο τίμιοι, και αναλαμβάνουν να υποδείξουν στους εργάτες το επαναστατικό τους καθήκον. Παράγουν για αυτούς την κατάλληληθεωρία, ιδεολογία και τους προτείνουν την καλύτερη δυνατή δράση για τα συμφέροντά τους. Οχαρακτήρας του φυλλαδίου με τίτλο
Τι είνε απεργία;
, που ο Γ. Γεωργιάδης κυκλοφόρησε και στοοποίο εξηγεί την αξία και υποδεικνύει τις καταγεγραμμένες μορφές απεργιακού αγώνα, είναι ενδεικτικό του ρόλου που αισθάνονται οι ηγέτες του ΣΕΚΕ ότι οι ιστορικές συνθήκες τουςαναθέτουν.
7
 
2
 
Το ίδιο το ΣΕΚΕ αναγνώριζε πως το σημαντικότερο πρόβλημα που αντιμετώπιζε τονπρώτο καιρό της δράσης του ήταν η απόσταση από την εργατική τάξη και τα κατώτερα αγροτικάστρώματα. Μάλιστα, στο Α΄ Συμβούλιο του 1919 αναφέρεται επίσημα από την ηγεσία ότι η«σύνδεσις σωματείων με ελάχιστα συνειδητά μέλη με το Κόμμα είνε επιζήμιος στον αγώνα τουΚόμματος και των σωματείων» και ως μέτρο αντιμετώπισης αποφασίζεται η οργανικήενσωμάτωση των εργατικών σωματείων της ΓΣΕΕ στο ΣΕΚΕ «λαβόν προσέτι υπ’ όψιν ότι τοΣοσιαλιστικόν εργατικόν κόμμα όν κόμμα της εργατικής τάξεως, πρέπει να επιβλέπη αυτήν και την οργάνωση με το πνεύμα της πάλης των τάξεων δια να την προετοιμάση προς εκπλήρωσιν τηςιστορικής της αποστολής»
8
. Η απόφαση, λοιπόν, για οργανική σύνδεση των εργατικώνσωματείων με το Κόμμα προσπαθεί να καλύψει τα οργανωτικά κενά του κόμματος στονσυνδικαλιστικό τομέα. Βέβαια, αυτή η απόφαση δε συμβάλλει στην αναίρεση του προβλήματος,αλλά καταδεικνύει ότι και οι ηγέτες του ΣΕΚΕ αντιλαμβάνονται την ύπαρξή του, το οποίο τουςφαντάζει μάλλον ασύμβατο με τον ρόλο του ΣΕΚΕ. Μόλις στα 1922, μετά από μια σημαντικήπερίοδο συμμετοχής του ΣΕΚΕ(Κ) στον επαγγελματικό αγώνα της εργατική τάξης, ο εισηγητήςστην Συνδιάσκεψη του Φλεβάρη Γ. Γεωργιάδης θα αναγνωρίσει ότι «το κόμμα ... δια τωναγώνων του και των θυσιών του απέκτησε ιστορικά δικαιώματα», μέσα από την συνεργασία μετα συνδικάτα, και παρατηρεί «ευχάριστα» ότι «εν μέρος της, το μάλλον προχωρημένοσυνεκροτήθη εις το Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα».
9
Αλλά και αυτή η εξέλιξη στην ουσία δεναλλάζει δραματικά τη σχέση κόμματος και τάξης. Μάλιστα, θα λέγαμε ότι αντίθετα η απόφασητης Συνδιάσκεψης του 1922 τονίζει την αυτοεικόνα ενός ΣΕΚΕ που προνομιακά δικαιούται νααντιπροσωπεύει στο κοινοβούλιο την εργατική τάξη και να αγωνίζεται πολιτικά για αυτήν,εφόσον η ίδια είναι δεν ώριμη και οπότε δε χρειάζεται να το πράξει από μόνη της. Παράλληλα, ο νεωτερικός ιστός του ΣΕΚΕ παρέμενε εγκλωβισμένος κυρίως στα αστικά κέντρα και σχετικάαπομονωμένος από την αγροτική ύπαιθρο. Και είναι φανερό από το εκλογικό αποτέλεσμα του1920 πως το εκλογικό αγροτικό πρόγραμμα που πρότεινε το ΣΕΚΕ απέτυχε, παρά την θετική τουαπόπειρα να αναλύσει τις σχέσεις στην ύπαιθρο εκφράσει πραγματικές ανάγκες της πλειοψηφίαςτων αγροτικών στρωμάτων.
Ο διαφοροποιημένος κοινωνικά χαρακτήρας των μελών του κόμματος από τη δράση τηςεργατικής μάζας είναι σαφής και αυτό δεν αποτυπώνεται μόνο στο γεγονός ότι οι πρώτοι σοσιαλιστές ηγέτες καθοδηγούν το προλεταριάτο για να οργανωθεί ως τάξη, αλλά στο γεγονόςότι δεν ανατρέπουν τον ρόλο της παραδοσιακής λειτουργίας του διανοούμενου ωςθεματοφύλακα της αλήθειας και της ιστορικής συνείδησης. Δηλαδή δεν οικοδομούν το κόμμα – συλλογικό διανοούμενο της εργατικής τάξης, που προκύπτει από τη συνένωση διανοουμένων και πρωτοπόρων εργατών, αλλά ως συλλογικό στρώμα αναπαράγουν το ρόλο του, με τηνγκραμσιανή έννοια, οργανικού διανοούμενου ως ενδιάμεσου στρώματος, όπως ακριβώςαναδεικνύεται από τη θέση του στην παραγωγική διαδικασία και στον κοινωνικό καταμερισμότης εργασίας. Αντιλαμβάνονται, θα λέγαμε, τον ρόλο τους απέναντι στην εργατική τάξη υπό τοπρίσμα της μικροαστικής ιδεολογίας του διανοούμενου της αριστεράς που, κατά τον Γκράμσι,«θεωρεί τον εαυτό του το άλας της γης και βλέπει στον εργάτη το υλικό όργανο της κοινωνικήςανατροπής και όχι τον συνειδητό και νοήμονα πρωταγωνιστή της επανάστασης».
 Παρά, λοιπόν,τον αναμφισβήτητο αντικαπιταλιστικό νεωτερισμό του, το ΣΕΚΕ ξεκίνησε περισσότερο ως ένακόμμα διανοουμένων και συνδικαλιστικών παραγόντων, που λειτουργούσε – ανεξαρτήτως, θαλέγαμε, προθέσεων – ως συλλογικός «ανιδιοτελής πάτρωνας» της εργατικής τάξης στη θέση τωναστών «ιδιοτελών πατρώνων», παρά ένα κόμμα εργατικό, με την έννοια της πραγματικήςσυμβολής και συμμετοχής των εργατών στις δραστηριότητές, τα όργανα και τις αποφάσεις του.Οι διαφοροποιημένες σχέσεις μεταξύ κόμματος και τάξης αποτυπώνονται και μέσα στονκομματικό οργανισμό ανάμεσα στην ηγεσία και τα μέλη. Μια μαρτυρία στον
 Ριζοσπάστη
του1933 για τον άνωθεν και μηχανιστικό τρόπο που επιβλήθηκε η μπολσεβικοποίηση στο κόμμα με
3

Share & Embed

More from this user

Add a Comment

Characters: ...