Σήκωσε το κεφάλι του ο Πελαργός, άνοιξε τα φτερά του και υψώθηκε στον

ουρανό.

Κάποια μυρμήγκια έτρεξαν να κρυφτούν στη φωλιά τους.

Ακόμα και οι σφήκες με το κεντρί φοβήθηκαν.

Αλλά κι ένα φίδι που χώθηκε βιαστικά σε μια τρύπα.
-Ωραία που είναι να έχεις ένα σπίτι, μια φωλιά! αναφώνησε ένα σκουλήκι, που
μόλις πρόλαβε να μπει στη φωλιά του.

Κάτω στα δέντρα, διάφορες φωλιές, φτιαγμένες από πουλιά, βρίσκονταν στα
δέντρα καλά κρυμμένες.

Εκεί έμεναν οι γονείς με τα παιδιά τους που γεννήθηκαν ή σε λίγο καιρό θα
έβγαιναν από το αυγό τους

-Όλοι θέλουμε ένα σπίτι, μια φωλιά να μένουμε! είπε ένα πουλί κοντά στο
ποτάμι που μάζευε ξερά ξύλα για να φτιάξει το δικό του σπίτι.

-Ακόμα κι ο αετός, που δεν φοβάται, είχε τη δική του φωλιά φτιαγμένη ψηλά
σε ένα δέντρο, είπαν τα χελιδόνια που γυρίζουν τον κόσμο και μαθαίνουν για
όλο τον κόσμο.

Είχε νυχτώσει. Ο πελαργός είχε γυρίσει στη φωλιά του αλλά και τα παιδιά
στη δική τους φωλιά, στο σπίτι τους.
Μαζί με τους δικούς τους ανθρώπους που τα αγαπούσαν και τους αγαπούσαν
θα έπεφταν σε λίγο για ύπνο.
Όμως….. έξω από το σπίτι ακούγονταν η φωνή μιας κουκουβάγιας.

-Κάποιοι τη φωλιά τους την έχουν για την ημέρα, είπε γελώντας η Νίκη και
έπεσε στο κρεβάτι της να κοιμηθεί αφού έκλεισε το φως.
-Κάποιοι άλλοι δεν θα μπορούσαν, αφού τις φωλιές τους τις είχαν
καταστρέψει ο καιρός και οι άνθρωποι, είπε ο Πέτρος.
Για αυτούς που έχασαν τις φωλιές τους θα φτιάξουμε καινούριες την άλλη
μέρα να τις κρεμάσουμε στα δέντρα συνέχισε.

Όλοι έχουμε ανάγκη τη δική μας φωλιά είπε δυνατά και έκλεισε τα μάτια του
να τον πάρει ο ύπνος.
Έξω από το παράθυρο η σελήνη φώτιζε τα σπίτια των πουλιών που
ξεκουράζονταν ή που μόλις είχαν ξεκινήσει τον νυχτερινό τους περίπατο.

Το φτωχό καλό παιδί, εκλογή: Ελληνικά ΠαραμύθιαΓ.Α.Μέγα,
εικόνες: Ρ. Κοψίδη και Φ. Κόντογλου

"Ήταν μια φορά κ' έναν καιρό μια φτωχή γυναίκα κ' είχε τέσσερα
θηλυκά παιδιά. Δούλευε η άτυχη να τα μεγαλώσει, αλλά τι να σου
πρωτοκάνει; Μεροκάματο, μεροφάγωτο. Ίσα-ίσα το ψωμί των
παιδιών της έβγαζε. Τα είχε κι εγύριζαν γυμνά και ξυπόλυτα ∙ δεν
περίσσευε λεπτό να τους πάρει και κανένα ρουχαλάκι. Αν βρισκόταν
καμιά χριστιανή και της έδινε κανένα παλιό, το συγύριζε για τη

μεγάλη, έπειτα το έκοβε, να το βάλει η δεύτερη, η τρίτη. Για το
μικρό δεν απόμενε τίποτα. Χειμώνα και καλοκαίρι γύριζε μ' ένα
κουρελιασμένο πουκαμισάκι, ξυπόλυτο και ξετραχηλισμένο.
Μια χρονιά ο χειμώνας ήρθε πολύ βαρύς! Βροχές, κρύα, χιόνια. Το
καημένο το μικρό έτρεμε, δε μπορούσε να ζεσταθεί. Λέει της μάνας
του: "Μάνα! ‘γω θα φύω! Θα πά’ να βρω άλλη μάνα, να μου κάνει
και κανένα ρουχαλάκι καμιά φορά. Θα πεθάνω, αν απομείνω άλλο
εδώ! Μόνο με το πουκαμισάκι δε βαστώ!"
Φεύγει το παιδί! Πάει... πάει... Στο δρόμο βρίσκει ένα πουλάκι κάτω
απ' ένα δέντρο. Το πουλάκι ήταν μικρό κι αμάλλιαγο. Είχε πέσει απ'
τη φωλιά του και φώναζε. Δεν είχε δύναμη να πετάξει, ν' ανεβεί
πάνω στο δένδρο. Θα ψοφούσε κάτω στο χώμα.
Το παιδί το λυπήθηκε. Το πήρε στα χεράκια του, το ζέστανε μες στη
φούχτα του. Κοίταξε γύρω του και, σαν είδε έναν άντρα που
ερχόταν, του είπε και το έβαλε πίσω στη φωλιά του. Το γλίτωσε το
πουλί!
Πήρε πάλι το δρόμο του το παιδί και πήγαινε να περάσει ανάμεσα
από κάτι κλαδιά. Βλέπει μιαν αράχνη κ' έπλεκε το πανί της πάνω
κάτω, μπρος-πίσω και το μεγάλωνε γρήγορα- γρήγορα λες κ' είχε
βιάση μεγάλη. Στάθηκε το παιδί και λέει: "Ας μη της χαλάσω το
πανάκι της, ας πάω απ' την άλλη μεριά, να μη στεναχωρήσω την
αράχνη." Του λέει η αράχνη:
- Σ' ευχαριστώ, καλό παιδί! Το καλό που μου' κανες τι θέλεις να σου
κάνω; Πού πας τώρα έτσι δα γυμνό και ξυπόλυτο;
- Πά’ να βρω πανί, να το πάω της μάνας μου, να μου κάνει κι εμένα
κανένα ρουχαλάκι, γιατί κρυώνω.
- Πήγαινε, του λέει η αράχνη, και στο γυρισμό σου πέρασε από δω
να μου πεις να σε βοηθήσω κι εγώ σε ό,τι δύνομαι.
Φεύγει το παιδί, πάει πιο πέρα, βρίσκει ένα βάτο. Πάει να περάσει,
πιάνεται το πουκαμισάκι του πάνω στ' αγκάθια, κουρελιάστηκε,
απόμεινε ντιπ τσίτσιδο. Έκλαιγε πια το παιδί. Ήταν καημός καρδιάς
να τ' ακούς και να το βλέπεις!...
Τ' ακούει εν' αρνάκι που έβοσκε εκεί δα κάτω στο λιβάδι. Του λέει:
- Τί έχεις παιδάκι μου; Γιατί κλαις; Σ' έδειρε κανείς;
- Αχ! λέει το παιδί, πήγαινα να βρω κανένα ρουχαλάκι, να ντυθώ και
πέρασα απ' το βάτο κι ο βάτος μου κουρέλιασε το πουκαμισάκι μου
κι απόμεινα ολοτσίτσιδο.
Ερωτά τ' αρνί το βάτο:
- Αμ' γιατί του έκανες αυτό το κακό; Τί θα γίνει τώρα με το παιδί;
- Δώσ' του συ μαλλί κι εγώ να το ξάνω. Να το πάρει, να πάει στη
μάνα του, να του κάνει ρουχαλάκια, να είναι και μάλλινα να μην
κρυώνει, λέει ο βάτος.

Αρχίζει τ' αρνί, γύριζε, γύριζε γύρω-γύρω στο βάτο άφηνε πάνω στ'
αγκάθια το μαλλί, το μάζευε το παιδί ξασμένο. Αφού μάζεψε
κάμποσο, λέει:
- Σ' ευχαριστώ, αρνάκι μου! Πάω τώρα να προκάμω τη μάνα μου, να
μου το γνέσει και να μου το υφάνει, να το κόψει και να το ράψει
πριν απ' του Χριστού, να το βάλω που θα πάω να κοινωνήσω.
Έτρεχε πια στο δρόμο όλο χαρά, αλλά συλλογιόταν κιόλας που δε
θα πρόκανε η μάνα του, μεροκαματάρισσα όπως ήταν, να κάνει
όλες τούτες τις δουλειές ως του Χριστού και στεναχωριόταν.
Άμα έφτασε κάτω απ' το δέντρο, που ήταν η φωλιά του πουλιού, να'
σου μπροστά του η μάνα του πουλιού:
- Αχ! καλό παιδί! του λέει, πώς να σ' ευχαριστήσω; Το καλό που μου'
κανες κι έσωσες το πουλάκι μου, πώς να σου το ξεπληρώσω; Τι' ναι
τούτο που βαστάς στα χέρια σου;
Λέει το παιδί πως ήταν το μαλλί που του 'δωκε τ' αρνάκι και
βιαζόταν να το πάει στη μάνα του να το γνέσει, να το υφάνει, να το
κόψει, να το ράψει, να του κάμει ρουχαλάκια, να τα βάλει του
Χριστού, να πά’ να κοινωνήσει.
- Δώσ' μου να στο γνέσω εγώ! λέει το πουλάκι.
Το πήρε στη μύτη του, ανέβηκε ψηλά-ψηλά, να κάμει μακριά
κλωστή. Ως να γυρίσεις να ιδείς, το' χε γνεσμένο, το 'κανε κουβάρι!
Το πήρε το παιδί και έφυγε.
Σαν έφτασε στην αράχνη, εκείνη το περίμενε.
- Ε! Τί έκαμες; Ηύρες τίποτα;
Σαν είδε τα κουβάρια το νήμα που βαστούσε στο χέρι του, πήρε το
νήμα κι αρχίνησε, το ύφανε μάνι-μάνι μια χαρά!
Πήγε το παιδί στη μάνα του, της έδωκε το πανί, κι αυτή του έκοψε
το φουστανάκι του, του το έραψε, το έβαλε και ομορφοστολίστηκε.
Πήγε στην εκκλησία κι όλοι το εχάιδευαν που ήταν έτσι δα ζεστό κι
ομορφοντυμένο."

Βάλε σε σειρά τα είδη των σπιτιών στα οποία έμεναν οι άνθρωποι από την
αρχή της παρουσίας τους στη γη.

πέτρινη μονοκατοικία

σπηλιά

πολυκατοικία

ξύλινη καλύβα

1.
2.
3.
4.

Αντιστοιχίζω, με μια γραμμή, άνθρωπο ή ζώο με την κατοικία του

ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΦΩΛΙΑΣ
Α.







Πλαστικές φωλιές διαμέτρου 9 cm
Κοντραπλακέ πάχους 0.3 cm και 0.9 cm
Πλαστικά φυτά
Σύρμα
Κόλλα για ξύλο
Κόφτης – πένσα
Σύρμα ψιλό μαλακό
Τρυπάνι ψιλό

Κατασκευή
1. Κόβουμε το ψιλό κοντραπλακέ σε διαστάσεις 9.5 cm πλάτος και 10.5 ύψος
(αυτό θα είναι και η πλάτη της γωνιάς που θα φιλοξενήσει την πλαστική
φωλιά – αυτές οι διαστάσεις μου επιτρέπουν να περνώ την φωλιά από την
πόρτα της κλούβας με άνεση).
2. Κόβουμε το χοντρό κοντραπλακέ σε διαστάσεις 9.5 cm πλάτος και 12.5 cm
μήκος (αυτό θα είναι και η βάση που θα τοποθετηθεί και θα στερεωθεί η
πλαστική φωλιά ).
3. Κολλάμε τα δύο κοντραπλακέ σε γωνία 90 μοιρών.
4. Στερεώνουμε το πλαστικό φυτό περιμετρικά της φωλιάς χρησιμοποιώντας το
ψιλό μαλακό σύρμα.
5. Κάνουμε 2 τρύπες στην πλάτη για να περάσουν τα συρμάτινα γαντζάκια και 4
τρύπες στην βάση σε σχήμα σταυρού για να στερεώσουμε την φωλιά.
6. Φτιάχνουμε τα γαντζάκια και τοποθετούμε την φωλιά στην βάση και τη
στερεώνουμε με το σύρμα.
7. Η φωλιά είναι έτοιμη.
Β.

Γ.

Δ.

Ε.

Sign up to vote on this title
UsefulNot useful