You are on page 1of 93

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΑΝΑΚΡΙΤΙΚΗΣ

Αθανασία Συκιώτου

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Ποινική δίκη: σύγκρουση συμφερόντων υψίστης σημασίας =
κοινωνικού συνόλου + κατηγορουμένου
Κρίση του δικαστή προϋποθέτει ότι θα αναγνωρισθεί η αλήθεια.
Ενέργειες προς διάγνωση της αλήθειας, καθώς και επιτυχία ή όχι
της έκβασης = απόδειξη.
Κρίση του δικαστή θα στηριχθεί στην αλήθεια που αποκαλύπτεται
μέσα από την απόδειξη.
Απόδειξη προϋποθέτει: έρευνα, συλλογή, ερμηνεία και
αξιολόγηση όλων των στοιχείων που είναι ικανά να την στηρίξουν,
δηλ. ανάκριση.
Ανάκριση: σειρά πράξεων που κατευθύνονται στη συγκέντρωση
στοιχείων στα οποία μπορεί να θεμελιωθεί η απόδειξη. Αναγκαίος
όρος της απόδειξης χωρίς την οποία δεν μπορεί να σχηματιστεί η
δικαστική κρίση (=συνείδηση του δικαστή).
Δυσχέρειες στην απόδειξη της ποινικής δίκης: δεν υπάρχει
πάντα η ευχέρεια της από πριν απόδειξης των κρισίμων
περιστατικών (έγγραφα, μάρτυρες, κλπ) ή χρήσης μέσων που
επιτρέπονται σε άλλες δίκες (όρκος κατηγορουμένου). Τήρηση
συγκεκριμένου τύπου προς διασφάλιση δικαιωμάτων του
κατηγορουμένου (εκθέσεις, επιδόσεις, προθεσμίες, κλπ). Αντίθετα
από την πολιτική δίκη όπου επιβάλλεται «καθήκον αληθείας», στη
ποινική δίκη αναγνωρίζεται «δικαίωμα ψέματος». Ανισότητα
αντιπάλων (κοινωνίας, ατόμου/κατηγορουμένου) μειώνεται με το
τεκμήριο αθωότητος του κατηγορουμένου = δεν χρειάζεται να
αποδείξει ο κατηγορούμενος την αθωότητά του (actore non
probante, reus absolvitur), αλλά δικαιούται και να μη απαντήσει, να
μην αποκαλύψει την ενοχή του (nemo tenetur se ipsum accusare).
Ποινική δίκη λόγω σειράς δικονομικών πράξεων που προϋποθέτει
χωρίζεται σε δύο φάσεις: προδικασία (προπαρασκευαστικός
χαρακτήρας συλλογής στοιχείων ικανών για απόδειξη - εδώ
εντάσσεται η ανάκριση) και κύρια διαδικασία (απόδειξη προς
σχηματισμό τελικής κρίσης –επανάληψη σε ορισμένη έκταση και
της ανάκρισης, ούτως ώστε ο δικαστής ν’αποκτά δική του γνώση
και να αξιολογεί τα στοιχεία = αρχή προφορικότητας της

διαδικασίας στο ακροατήριο που διασφαλίζει παράλληλα και την
αρχή της άμεσης λήψης των αποδείξεων).
Ανακριτική: ο κλάδος της Εγκληματολογίας που έχει αντικείμενο
την έρευνα, συλλογή, έλεγχο και ερμηνεία του αποδεικτικού υλικού
σχετικά με τη διάπραξη εγκλήματος και αποκάλυψη της
ταυτότητος του δράστη. Σκοπός: η διατύπωση κανόνων και αρχών
τέτοιων, ούτως ώστε τα στοιχεία που θα συλλέγονται να είναι
ικανά να στηρίξουν ένα κατά το δυνατόν πλήρες ιστορικό επί του
οποίου θα βασίζεται ο σχηματισμός της δικανικής πεποίθησης.
Κατά Γαρδίκα : Ανακριτική= το σύνολο των προς ανεύρεση των
δραστών εγκλημάτων επιστημονικών μεθόδων ως προς την γνώση
του τρόπου της εργασίας των εγκληματιών των διαφόρων
κατηγοριών.

Ανακριτική και άλλοι κλάδοι της εγκληματολογικής
επιστήμης
Κατά τη διάρκεια της ανάκρισης συναντώνται μαζί με την
ανακριτική και άλλοι κλάδοι όπως: ποινικό δικονομικό δίκαιο,
δικαστική ψυχολογία και αστυνομική.
Ποινικό δικονομικό δίκαιο: κλάδος της δογματικής ποινικής
επιστήμης που αναφέρεται και στην ανάκριση, στα όργανα που
πρέπει να τη διεξάγουν, τα μέσα προσφυγής και όρια δράσης
οργάνων. Καθορισμός αυστηρών διαδικαστικών τύπων και
πρόβλεψη δικαιωμάτων κατηγορουμένου η παραβίαση των οποίων
οδηγεί σε ακύρωση (απόλυτη ή σχετική –άρθ.170, 171ΚΠΔ) στην
ακύρωση του αποδεικτικού υλικού που συλλέχτηκε μ’αυτόν τον
τρόπο. Η ανακριτική περιορίζεται από το πδδ, αλλά ερευνά και
μεθοδεύει τους καταλληλότερους τρόπους χρησιμοποίησης μέσων
απόδειξης και εισηγείται στο πδδ.
Δικαστική ψυχολογία : θέματα κοινά με ανακριτική για τις
μεθόδους που εφαρμόζει η πρακτική ψυχολογία. Διαφορά το πρίσμα
έρευνας. Δικ. Ψυχολογία μελέτη της ψυχολογίας των παραγόντων
της ανάκρισης (εάν, πότε, γιατί οι παράγοντες δρουν κατά τρόπο
όχι ορθό).
Αστυνομική: αντικείμενο η μελέτη των ιχνών εγκλήματος,
δακτυλοσκοπική, φωτογραφία και συναφή τεχνικά για την
εξακρίβωση του εγκλήματος και της ταυτότητας του δράστη.
Αντικείμενο της ανακριτικής
Η Ανακριτική στρέφεται προς 3 κατευθύνσεις η καθεμιά με
ακόλουθο αντικείμενο:

Α) το στοιχείο του εγκλήματος όπως αυτό αναφέρεται στην
κατηγορία, συμπεριλαμβανομένου του τόπου της τέλεσης του
εγκλήματος, το μέσο που χρησιμοποιήθηκε και τα ίχνη και
ταυτότητα.
Β) ταυτότητα και διερεύνηση του δράστη και των τρίτων
(μαρτύρων, πραγματογνωμόνων, κλπ.)
Γ) προσωπικά στοιχεία του οργάνου ή οργάνων που διενεργεί την
ανάκριση αφού από τη δράση τους εξαρτάται αν θα ευοδωθεί ο
σκοπός που επιδιώκεται.
Σκοποί:
1) η ανάκριση με την δικονομική έννοια -άρθ.239ΚΠΔ + γενικά
συλλογή αναγκαίων αποδεικτικών στοιχείων για να βεβαιωθεί η
τέλεση του εγκλήματος για το οποίο ασκήθηκε η ποινική δίωξη και
ν’ αποφασιστεί αν πρέπει να καταδικαστεί ο κατηγορούμενος. Το
ανακριτικό όργανο πρέπει να γνωρίζει τι λαμβάνει υπόψη του το
άρθ.79ΠΚ δηλ.
α) την βαρύτητα της πράξης και β) την προσωπικότητα του
εγκληματία. («Για την εκτίμηση της προσωπικότητας του
εγκληματία το δικαστήριο αξιολογεί την εγκληματική διάθεση που
εκδήλωσε ο υπαίτιος κατά την πράξη», δηλ. την επικινδυνότητα
του εγκληματία).
Για την εκτίμηση της βαρύτητας της πράξης πρέπει να
διερευνηθούν:
α) η βλάβη ή ο κίνδυνος που προέκυψε, β) η φύση, το είδος και το
αντικείμενο του εγκλήματος καθώς και περιστάσεις του χρόνου,
τόπου, μέσου και τρόπου που έγινε η προπαρασκευή η τελέστηκε το
έγκλημα, γ) η ένταση του δόλου ή ο βαθμός αμέλειας.




Για την εκτίμηση της προσωπικότητας του δράστη προς
διερεύνηση της εγκληματικής του διάθεσης το δικαστήριο εξετάζει
(άρθρ.79 παρ.3):
Τα αίτια που τον ώθησαν στην εκτέλεση της πράξης, την
αφορμή που του δόθηκε και τον σκοπό που επιδίωξε,
Τον χαρακτήρα του και τον βαθμό ανάπτυξης
Τις ατομικές και κοινωνικές περιστάσεις και την
προηγουμένη ζωή του
Τη διαγωγή του κατά τη διάρκεια και μετά την πράξη, ιδίως
την μετάνοια που επέδειξε και την προθυμία του να επανορθώσει
τις συνέπειες της πράξης του (η μετάνοια ισχύει για ορισμένα
μόνο εγκλήματα πχ. κλοπή).
2) έρευνα, συλλογή και έλεγχος αποδεικτικού υλικού, αλλά στο
πλαίσιο όμως της ποινικής δίκης + όχι για άσχετη υπόθεση ή από
άσχετο πρόσωπο.

στόχος η καλύτερη καταπολέμηση του εγκλήματος μέσω της ποινικής δίωξης και βελτίωση του δικονομικού συστήματος με προσαρμογή στις εξελίξεις της τεχνικής + κατακτήσεις της ανακριτικής. Μερικοί την κατατάσσουν στην Κλινική Εγκληματολογία (Μergen. μέτρηση και ταξινόμηση). τροχαία. που υλοποιήθηκε εκτός . Οι πιο συχνές μέθοδοι είναι: Πειράματα (για ίχνη. alcotest) Μετρήσεις (υποδεκάμετρο και μετροταινία για τόπο εγκλήματος. κλπ) και μαθηματικά που καθιερώθηκαν ως μέθοδος ανακριτικής έρευνας. επειδή: • Κανείς από τους άλλους κλάδους δεν ερευνά το κοινό τους αντικείμενο από την ίδια σκοπιά • Έχει στενό κύκλο ειδημόνων από τους οποίους και προάγεται • Αναπτύσσεται σε ειδικές συστηματικές συγγραφές +έχει τα ειδικά περιοδικά της • Επιστέγασμα +απόδειξη της αυτοτέλειάς της η αυτόνομη διδασκαλία της στις σχολές 3) είναι τεχνικός και όχι καθαρά θεωρητικός επιστημονικός κλάδος = σύνθεση επιστημονικών και τεχνικών γνώσεων ώστε μόνο όταν αντιμετωπίζονται από κοινού δίνουν την ουσία της ανακριτικής. όπως Dreyfus. 4) Έχει παγκοσμιότητα 5) Έμμεση συνέπεια του παραπάνω είναι ότι στον τομέα της έχει καταστεί δυνατή η διεθνής συνεργασία. υπόθεση. πειστήρια. πείραμα. Στατιστική (κατάταξη εγκλημάτων στο αρχείο modus operandi.3) Επίσης. Boussinière: λανθασμένες γραφολογικές πραγματογνωμοσύνες. συχνότητα του κάθε τύπου δακτυλικών αποτυπωμάτων σε συγκεκριμένο πληθυσμό) Ανακριτική ως κλάδος της εγκληματολογικής επιστήμης 1) Εντάσσεται στους θετικούς εγκληματολογικούς κλάδους επειδή τα αντικείμενά της είναι πραγματικές καταστάσεις και μέθοδοι της οι μέθοδοι των θετικών επιστημών (παρατήρηση. αφού σ’αυτά στηρίζεται και η στατιστική Μελέτη + ανάλυση ατομικών περιπτώσεων (case study) που οδηγεί στο αξίωμα κανένα έγκλημα χωρίς ίχνη (keine Tat ohne Spur) Μελέτη δικαστικών πλανών (οδηγούν σε χρήσιμα συμπεράσματα. Mannheim) σχετικά με τη διάγνωση του εγκληματία. 2) Έχει αυτοτέλεια. Άλλοι θεωρούν ότι δεν ανήκει στην Εγκληματολογία (Vouin. Léauté) επειδή θεωρείται ότι η ανακριτική διευκολύνει την εφαρμογή του ποινικού δικαίου μέσω της ποινικής δικαιοσύνης.Beck: εσφαλμένη αναγνώριση του υπόπτου από τους μάρτυρες) Βιογραφίες αστυνομικών + μελέτες οργάνωσης/λειτουργίας αστυνομιών. • • • • • • Μέθοδοι έρευνας: Η ανακριτική χρησιμοποιεί μεθόδους κοινές με όλους τους επιστημονικούς κλάδους.

Η εξέλιξη της ανακριτικής • • • Οι τρόποι διαπίστωσης της τέλεσης του εγκλήματος απασχολούσαν από παλιά τα όργανα που είχαν για έργο τους την απονομή της ποινικής δικαιοσύνης. του Archiv fur Kriminal-Anthropologie und Kriminalistik και του α’ Ινστιτούτου Ανακριτικής στον κόσμο (στο Graz της Αυστρίας). Δόθηκαν ονομασίες που τόνιζαν το στοιχείο αυτό (police science. police technique). δακτυλοσκοπικής (Bertillon. κα. Ανάπτυξη ανθρωπομετρίας. Παρακολουθώντας τα στάδια εξέλιξης της απόδειξης ο Ferri διέκρινε 4 φάσεις: Α) Θρησκευτική φάση: απόδειξη με συνδρομή του Θείου. Ferri). Σώρευση εμπειρίας έδωσε μεθόδους ίσως απλοϊκές για την ανάκριση (π. Ονομασία Η ονομασία Kriminalistik οφείλεται στον Gross.χ. Αντίδραση από ευρωπαϊκό διαφωτισμό. Η διόγκωση των επιστημονικών γνώσεων στα θέματα της ανακριτικής και ο αυξανόμενος ρόλος του εργαστηρίου στην ανάκριση του εγκλήματος είχαν ως συνέπεια η πρακτική της άσκηση να περιέλθει σχεδόν αποκλειστικά στα χέρια ερευνητών με ιδιότητα αστυνομικών οργάνων. και μετά η ανακριτική εισήλθε στην επιστημονική της φάση («συναισθηματική» κατά Ferri).των άλλων με την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Αστυνομίας. Β) Σύστημα καθιέρωσης νομικών αποδείξεων ενάντια στην αυθαιρεσία του δεσπότη-δικαστή (συγκεκριμένες αποδείξεις και συγκεκριμένη αποδεικτική αξία: εις μάρτυς. της Ευρωπαϊκής μονάδας δικαστικής συνεργασίας για την καταπολέμηση σοβαρών μορφών οργανωμένου εγκλήματος (Eurojust) και της Διεθνούς Αστυνομίας (Interpol). Ρίζες στο ρωμαϊκό και βυζαντινό δίκαιο. Από τον Γιώτη αποδόθηκε με τον όρο Ανακριτική. ουδείς μάρτυς) οδήγησαν στην καθιέρωση των βασάνων (ακόμη και βαυαρικός και αυστριακός κώδικες1751 και 1768 αντίστοιχα τα προέβλεπαν ως νόμιμη απόδειξη). Οι τρόποι αυτοί ήταν συνυφασμένοι με την υφιστάμενη δικονομική μορφή της δίκης. 6) Έχει ιστορική συνέχεια δεδομένου ότι οι κατακτήσεις του παρελθόντος δεν χάνουν την αξία τους γιατί αποτελούν αναγκαίο υπόβαθρο για την περαιτέρω εξέλιξή της. Hans Gross = θεωρείται θεμελιωτής της Aνακριτικής. Γ) Σύστημα καθιέρωσης ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων (Beccaria/ γαλλικός διαφωτισμός). οι γερανοί του Ιβύκου). Διαμόρφωση. Quetelet) Επιστημονικές ανακαλύψεις καλλιεργούν την εικόνα του ερευνητού (Sherlock Holms) Θεωρητικό πλαίσιο στην ανακριτική πρόσφερε η Ιταλική Θετική Σχολή (Garofalo. Δ) Από 18ο αι. Ορολογική σύγχυση που βάζει σε τάξη ο Franssen που διατηρεί τον όρο και θεωρεί ως ουσιώδεις κλάδους της : α) την τεχνική αστυνομία (υπάγονται η τεχνική και η τακτική της . η ομάδα TREVI. αλλά και οι συμφωνίες Schengen.

Η αναγνώριση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου δεσπόζει στο σύστημα αυτό. καθιστά αναγκαία τη γνώση της Εγκληματολογικής Ψυχολογίας. Απαραίτητη η γνώση και άλλων κλάδων όπως δικαστική ιατρική. Με το πνεύμα αυτό η προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων κατά την διάρκεια της Ανάκρισης διακρίνεται σε 3 επίπεδα: στο ευρύτερο επίπεδο (που καλύπτεται από κείμενα των Ηνωμένων Εθνών). Το γεγονός ότι αντικείμενο της ανακριτικής είναι η εξακρίβωση της ταυτότητας του εγκληματία (που σε μεγάλο βαθμό εξαρτάται από την αξιολόγηση των κινήτρων. τη σωστή εκτίμηση του τρόπου δράσης). μηχανική. Ο Γαρδίκας υιοθετεί τον όρο Αστυνομική (: Β’ τόμος Εγκληματολογίας). παλαμοδακτυλοσκοπία. γραφολογία. Συνεπώς δεν αναγνωρίζει στο Κράτος απόλυτες εξουσίες – στηρίζεται στον «κοινωνικό ατομικισμό». Σύμφωνα με τη Νέα Κοινωνική Άμυνα (: Marc Ancel) η ατομική πρόληψη και κοινωνική επανένταξη του εγκληματία δεν μπορούν να επιτευχθούν χωρίς την επίδραση ενός ανθρωπιστικού πνεύματος που διαπνέει το σύγχρονο Ποινικό Δίκαιο επιδιώκοντας να διαφυλάξει τα δικαιώματα του κατηγορουμένου και οι ουσιώδεις εγγυήσεις που απορρέουν από τις αρχές της νομιμότητας και κανονικότητας της ποινικής δίκης.ανακριτικής έρευνας) και β) η επιστημονική αστυνομία (police scientifique) (επεξεργασία στοιχείων που συγκεντρώνει η τεχνική αστυνομία. Η Κοινωνική Άμυνα ξεκινά από την προστασία του ατόμου και ταυτόχρονα την ύψιστη αξία της ανθρώπινης ύπαρξης. Δεν μπορεί να υπάρξει πλήρης θεωρητική κατάρτιση ούτε σωστή πρακτική άσκηση χωρίς ικανοποιητική γνώση της θεωρητικής εγκληματολογίας. στο ευρωπαϊκό επίπεδο (κείμενα Συμβουλίου Ευρώπης και Ευρωπαϊκής Ένωσης) και στο εθνικό επίπεδο. Η κοινωνία δεν υπάρχει παρά μόνο από τον άνθρωπο και για τον άνθρωπο + δεν βρίσκει τη δικαίωση παρά μόνο όταν εξασφαλίζει την πλήρη άνθιση του ανθρωπίνου όντος. ΘΕΩΡΗΤΙΚΕΣ ΒΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΑΝΑΚΡΙΤΙΚΗΣ Προστασία ανθρωπίνων δικαιωμάτων κατά τη διάρκεια της ανάκρισης Η Ανακριτική δεν μπορεί να υπάρξει και να αναπτυχθεί παρά σε δημοκρατικό πολίτευμα – σε ολοκληρωτικό καθεστώς μεταβάλλεται σε επιστήμη της βίας + αυθαιρεσίας. Στη διαμόρφωση της Ανακριτικής σε αυτοτελή επιστημονικό κλάδο βοήθησε σημαντικά η ίδρυση και οργάνωση ειδικών Ινστιτούτων Ανακριτικής. . γνώση της αντίδρασής του σε εξωτερικά ερεθίσματα που οδηγεί στο έγκλημα.

Η Ελλάδα είχε διατυπώσει επιφύλαξη ότι δεν θίγεται το άρθ.7 δικαίωμα σε άσκηση ένδικων μέσων + ne bis in idem. Χάρτης θεμελιωδών δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής ένωσης (Διακήρυξη της Νίκαιας 2000).4 σχετικά με ελεύθερη κίνηση και αριθμ.• Διεθνής προστασία των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (1948) [ωστόσο δεν περιλαμβάνει μηχανισμό προστασίας κατά των παραβιάσεων της] • Προστασία των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου στον ευρωπαϊκό χώρο Συμβούλιο της Ευρώπης 1949 [άρθ.87-100). ΔΕΚ (ολοένα και μεγαλύτερη επέκταση του κοινοτικού στο χώρο του ποινικού δικαίου) νομολογία για προστασία θεμελιωδών δικαιωμάτων.3 απαγόρευση βασανιστηρίων.6 (σύλληψη/φυλάκιση .3 Καταστατικού: κάθε άτομο που βρίσκεται στη δικαιοδοσία του Συμβουλίου να απολαμβάνει δικαιώματα του ανθρώπου και θεμελιώδεις ελευθερίες] ΕΣΔΑ: άρθ. τεκμήριο αθωότητας κλπ. και Πρόσθετα Πρωτόκολλα (αριθμ. ελευθερίας). • Προστασία των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου στο ελληνικό ποινικό δικονομικό σύστημα Μεταξύ των βασικών αρχών: in dubio pro libertate ή in dubio pro reo Nemo judex sine actore Nulla poena sine processu Ne bis in idem Τα δικαιώματα του κατηγορουμένου προστατεύονται από: 1) Σύνταγμα 1975/1986/2001 (διατάξεις που ρυθμίζουν την άσκηση της δικαστικής λειτουργίας άρθ. άρθ.5 (ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικής ζωής + προστασία ζωής.5 Α (πληροφόρηση).489ΚΠΔ. άρθ. το οποίο θέτοντας υψηλά όρια ποινών αποκλείει την άσκηση έφεσης από τον κατηγορούμενο στην πλειονότητα των περιπτώσεων). άρθ. Διακήρυξη θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου του 1989.6 δίκαιη δίκη.5 δικαίωμα στην ελευθερία και ασφάλεια. τιμής. αλλά και άρθ. άρθ.

μόνο μετά από αιτιολογημένο δικαστικό ένταλμα), άρθ.7παρ.1
(νομιμότητα ποινών), άρθ.7 παρ.2 (απαγόρευση βασανιστηρίων),
άρθ.8 (φυσικός δικαστής), άρθ.9 (άσυλο κατοικίας), άρθ.9 Α
(προσωπικά δεδομένα). Άρθ.19 παρ.1 (απόρρητο επικοινωνίας),
άρθ.19 παρ.3 (απαγόρευση χρήσης αποδεικτικών μέσων κατά
παράβαση του άρθρου αυτού και άρθ.9 και 9 Α), άρθ.20 (παροχή
έννομης προστασίας), άρθ.25 παρ.1 (δικαιώματα του ανθρώπου υπό
την εγγύηση του Κράτους), άρθ.25 παρ.3 (απαγόρευση
καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος).
2) Διεθνή κείμενα: Βάσει άρθ.28 παρ.1 Συντ. όλες οι διατάξεις των
διεθνών κειμένων από την κύρωσή τους με αυξημένη τυπική ισχύ.
3) ΚΠΔ: ιδιαίτερο κεφάλαιο για τα δικαιώματα του κατηγορουμένου
(άρθ.96-108): διορισμός και επικοινωνία συνηγόρου, δικαίωμα
κατηγορουμένου σε ερωτήσεις και παρατηρήσεις (99), να λαμβάνει
γνώση ή αντίγραφα εγγράφων ανάκρισης (101), δικαίωμα σιγής
(273 παρ.2), δικαίωμα να αξιοποιήσει την ανάλυση DNA προς
υπεράσπισή του (200 A), κλπ.
Αν ο κατηγορούμενος ζητήσει να ασκήσει δικαίωμα που του
παρέχεται ρητά από τον νόμο και το δικαστήριο αρνηθεί να
απαντήσει στο αίτημα του => σχετική ακυρότητα
(άρθ.170ΚΠΔ). Αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την
εμφάνιση, εκπροσώπηση, υπεράσπιση και άσκηση δικαιωμάτων που
του παρέχονται από τον νόμο => απόλυτη ακυρότητα
(άρθ.171ΚΠΔ) και αποτελεί λόγο αναίρεσης της απόφασης
(άρθ.510), βλ. και άρθ.19 παρ.3 Συντ. (2001).

TO ΤΕΚΜΗΡΙΟ ΤΗΣ ΑΘΩΟΤΗΤΟΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΑΝΑΚΡΙΣΗ
(άρθ.6 παρ.2 ΕΣΔΑ)
Το τεκμήριο αθωότητος προσδιορίζει τον χαρακτήρα της
ανάκρισης και συνδέεται με το βάρος της απόδειξης. Η
κατηγορούσα αρχή φέρει το βάρος της απόδειξης της ενοχής του
κατηγορουμένου. Συχνά το τεκμήριο παραβιάζεται από τα
δικαστήρια προς χάρη της εύκολης απόδειξης της ενοχής, ή της
ταχύτητας της ποινικής δίκης.
Το τεκμήριο της αθωότητας καθιερώθηκε για πρώτη φορά στο
άρθρο 9 της Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του
Πολίτη του 1789. Μέχρι πριν τη Γαλλική Επανάσταση, η εξέλιξη του
εξεταστικού συστήματος συνοδεύεται από παράλληλη εξέλιξη των
βασανιστηρίων και καθιέρωση της ποινής υπόνοιας, η οποία
βρίσκεται στον αντίποδα του τεκμηρίου αθωότητας, αφού σε
περίπτωση αμφιβολιών για την τέλεση εγκλήματος οδηγεί στην
επιβολή ποινής. Σήμερα το τεκμήριο κατοχυρώνεται στο άρθρο 6
παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Συνθήκης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου
που ορίζει:

«Κάθε πρόσωπο το οποίο κατηγορείται για αδίκημα τεκμαίρεται ότι
είναι αθώο μέχρι της νόμιμης απόδειξης της ενοχής του».
Πέρα από τη διάταξη αυτή δεν υπάρχει ούτε στο Σύνταγμα αλλά
ούτε και στον ΚΠοινΔικ ρητή αναφορά στο τεκμήριο της
αθωότητας. Πρόκειται για θεμελιώδη εγγύηση που ανάγεται σε
δικαίωμα (στο άρθ.6 παρ.2 της ΕΣΔΑ και στο Άρθ.48 παρ.1 ΧΘΔ δεν
γίνεται λόγος για δικαίωμα, όπως αντίθετα στο άρθ.11 Παγκ. Διακ.
Δικ. Ανθρ. Και 14 παρ.2 του ΔΣΑΠΔ- για τους ανηλίκους το τεκμήριο
κατοχυρώνεται από το άρθ.40 Σύμβασης για τα Δικαιώματα του
Παιδιού). Το Σύνταγμα της Τροιζήνας (1827) ήταν το μόνο
συνταγματικό κείμενο που κατοχύρωσε ρητά υπέρ του
κατηγορουμένου (άρ.15) παρόμοιο τεκμήριο (αντίθετα από
συνταγματικά κείμενα άλλων χωρών. Διεθνώς μόνο 70 περίπου
χώρες περιλαμβάνουν το τεκμήριο ως δικαίωμα στο Σύνταγμά
τους).
Ως προς τη νομική του φύση επικράτησε η άποψη ότι δεν πρόκειται
για δικαίωμα με συγκεκριμένο αυστηρά περιεχόμενο, αλλά για μια
γενικότερη ρήτρα προστασίας των ατομικών και υπερασπιστικών
δικαιωμάτων του κατηγορουμένου στην ποινική δίκη, όπως αυτά
προσδιορίζονται στο άρθρο 6 παρ. 1 και 3 της ΕΣΔΑ, στο Σύνταγμα
και στον ΚΠοινΔικ. Πρόκειται συνεπώς για μια δικονομική εγγύηση
υπέρ του ατόμου εναντίον κάθε είδους προσβολής των εννόμων
αγαθών του που τυχόν θίγονται με την έκδοση και την εκτέλεση
της καταδικαστικής απόφασης, για μια γενικότερη ρήτρα
προστασίας των ατομικών και υπερασπιστικών δικαιωμάτων του
κατηγορουμένου στην ποινική δίκη.
Κατά Αλεξιάδη: δικαίωμα και όχι γενική αρχή του δικαίου (κίνδυνος
παραβίασης χωρίς συνέπειες - μόνο κατ’εξαίρεση).
Νομολογία του ΕΔΔΑ για το τεκμήριο αθωότητος = στοιχείο της
γενικής έννοιας της δίκαιης δίκης (: κατοχυρώνεται στο άρθ.6
παρ.1 ΕΣΔΑ). Μόνο ως τεκμήριο αθωότητος μπορεί να λειτουργήσει
και όχι ως τεκμήριο ενοχής (Minelli κατά Ελβετίας, 25-3-1983/
Salabiaku κατά Γαλλίας, 7-1-1988). Η νομολογιακή πρακτική των
ελληνικών δικαστηρίων έχει επιδείξει μία διστακτικότητα στην
πρακτική ενσωμάτωσης της προστασίας σοβαρών θεμελιωδών
δικαιωμάτων μεταξύ των οποίων και της δίκαιης δίκης και του
τεκμηρίου αθωότητας με αποτέλεσμα να καταδικάζεται η χώρα μας
με ανησυχητική συχνότητα από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των
Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (βλ. μεταξύ πολλών άλλων τις
αποφάσεις Perlala κατά Ελλάδος 22.2.07, Παραπονιάρης κατά
Ελλάδος 25.9.08, Καραβελατζής κατά Ελλάδος 16.4.09, Τσότσος
κατά Ελλάδος 30.4.09, Elyasin κατά Ελλάδος 28.5.09, Popovitsi
κατά Ελλάδος 14.1.10, Συγγελίδης κατά Ελλάδος 28.6.2010).
Κατά το διάστημα των ετών 1959-2008, μεταξύ των Κρατών μελών
του Συμβουλίου της Ευρώπης (που αριθμεί ως μέλη μέχρι σήμερα
47 χώρες), η χώρα μας φαίνεται να είναι 8η σε αριθμό

καταδικαστικών αποφάσεων από το ΕΔΔΑ, 3η χώρα σε παραβιάσεις
του εύλογου χρόνου εκδίκασης των υποθέσεων, 7η σε παραβιάσεις
του θεμελιώδους δικαιώματος της δίκαιης δίκης, 1η σε
παραβιάσεις του άρθρου 9 της ΕΣΔΑ (ελευθερία σκέψης,
συνείδησης και θρησκείας) και 9η σε παραβιάσεις του άρθρου 10
(ελευθερία έκφρασης). Από δε τις υποθέσεις που εκδικάζονται στην
ουσία από το Δικαστήριο του Στρασβούργου μόνο το 2,3% είναι
απαλλακτικές (βλ. ΝοΒ, τομ. 57 (2009), σελ. 2025επ.).
Με την προσθήκη (από το νομοσχέδιο του 2010 για την επιτάχυνση
στην απονομή της ποινικής δικαιοσύνης) στις απόλυτες ακυρότητες
και της παραβίασης των προστατευομένων δικαιωμάτων από τις
διεθνείς συμβάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αποκαθίσταται
πλήρως η εμβέλεια τους και στην δικαστηριακή πρακτική, η οποία
είναι απαραίτητη για την ουσιαστική και αποτελεσματική εφαρμογή
τους. Επιπλέον η χώρα μας με τη ρύθμιση αυτή εναρμονίζεται στο
προσφάτως επικυρωθέν από όλα τα μέλη του Συμβουλίου της
Ευρώπης 14ο Πρωτόκολλο της ΕΣΔΑ που προωθεί ακόμα
περισσότερο την αρχή της επικουρικότητας, σύμφωνα με την οποία
τα δικαιώματα και οι ελευθερίες που κατοχυρώνονται στη Σύμβαση
πρέπει να προστατεύονται αποτελεσματικά και ουσιαστικά
πρωτίστως σε εθνικό επίπεδο.
Το τεκμήριο αθωότητος αποτελεί προϋπόθεση όλων των εγγυήσεων
που απαρτίζουν την έννοια της δίκαιης δίκης, όπως:






το δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο (+ σε β’ βαθμό:
Μπουλουγούρας κατά Ελλάδος, 27-5-2004)
το δικαίωμα αυτοπρόσωπης ακρόασης (Elyasin κατά Ελλάδος
28.5.09)
το δικαίωμα υπεράσπισης (+ πρόσβαση + προθεσμία + το
δικαίωμα εξέτασης μαρτύρων) βλ. ΕΔΔΑ Natunen κατά
Νορβηγίας,31-3-2009/ Sadak κατά Τουρκίας, 10-7-2001[1])
το δικαίωμα (έγκαιρης) γνώσης της κατηγορίας και εγγράφων
της δικογραφίας
το δικαίωμα σε διερμηνέα
το δικαίωμα παραπομπής σε δίκη χωρίς υπαίτια καθυστέρηση και
το δικαίωμα σε έκδοση της απόφασης σε εύλογη προθεσμία
το δικαίωμα σε ένδικα μέσα
Έκφανση του τεκμηρίου αποτελεί η αρχή της μη αυτοενοχοποίησης
(: nemo tenetur se ipsum accusare) που περιλαμβάνει: το δικαίωμα
σιγής του κατηγορουμένου (βλ. ΕΔΔΑ, Krumpholtz κατά Αυστρίας,
18-3-2010) και το δικαίωμα να μην ενοχοποιεί τον εαυτό του
(άρνηση της κατηγορίας και δικαίωμα ψεύδους). Η πρώτη φορά
που το ΕΔΔΑ αναγνώρισε ρητά και με σαφήνεια το δικαίωμα της μη
αυτοενοχοποίησης και της σιωπής του κατηγορουμένου ήταν στην υπόθεση
Funke κατά Γαλλίας (της 25-02-93).
Το δικαίωμα σιγής δεν περιλαμβάνεται στα υποχρεωτικώς
γνωστοποιούμενα στον κατηγορούμενο κατά το άρθ.103 ΚΠΔ (π.χ.
διορισμός συνηγόρου, γνώση των εγγράφων, προθεσμία για
απολογία). Η σιωπή του κατηγορουμένου και η άρνησή του

Ενδεικτικά αναφέρονται οι εξής διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας: Άρθ. Οι αρχές δηλαδή. 2 παρ. Άρθ. οι ψυχολογικές πιέσεις σε βάρος του προσφεύγοντα με τις συχνές και επίμονες ερωτήσεις εκ μέρους του πληροφοριοδότη.) όσο και στην υποχρέωση σεβασμού της αξιοπρέπειας του ατόμου (άρθ. Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι ουσιαστικά. 97 (δικαίωμα παράστασης σε κάθε ανακριτική πράξη). 1 της ΕΣΔΑ. ωστόσο πάρα πολλές είναι οι διατάξεις που διαπνέονται από την παραπάνω εγγύηση. Ως προς τον σεβασμό ή όχι του δικαιώματος σε μη αυτοενοχοποίηση συνδέονται και οι περιπτώσεις της συγκεκαλυμμένης αστυνομικής δράσης. λόγω του ότι χρησιμοποιήθηκε πληροφοριοδότης της αστυνομίας που τοποθετήθηκε στο ίδιο κελί με τον κατηγορούμενο και του έκανε επίμονες ερωτήσεις σχετικά με την πράξη. Αν και δεν υπήρξε άμεσος εξαναγκασμός. Άρθ. κλήση προ 24 ωρών με σκοπό την ανεύρεση συνηγόρου. Ο εξαναγκασμός του κατηγορουμένου σε κατάθεση και η συνεισφορά του σε πιθανή καταδίκη του θα εναντιωνόταν στην ενστικτώδη ανθρώπινη τάση για αυτοσυντήρηση και έτσι θα προσέκρουε τόσο στο δικαίωμα σε ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας (άρθ. οι περισσότερες δε μάλιστα αφορούν υπερασπιστικά δικαιώματα του κατηγορουμένου.100 (δικαίωμα παράστασης με συνήγορο στην απολογία. ώστε να τις χρησιμοποιήσουν στη δίκη ως αποδείξεις για τη στοιχειοθέτηση της κατηγορίας ενώ ο ύποπτος έχει επιλέξει να παραμείνει σιωπηλός. Άρθ. εντούτοις. Άρθ. φαλκίδευσαν το εκούσιο των σχετικών αυτοεπιβαρυντικών δηλώσεών του και επομένως τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποκτήθηκαν παρά τη θέληση του κατηγορουμένου. Το ΕΔΔΑ στην υπόθεση Allan κατά Ηνωμένου Βασιλείου (5-2-2003)[2]. χωρίς τις εγγυήσεις μιας ανάκρισης. ηχογραφήθηκαν δε οι εν λόγω συνομιλίες. 5 παρ. χρησιμοποίησαν παραπλανητικά μέσα για να αποσπάσουν από αυτόν ομολογίες ή άλλες δηλώσεις ενοχοποιητικής φύσης. έκρινε ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 2 (δικαιώματα υπόπτου στην προκαταρκτική εξέταση και απαγόρευση αξιοποίησης προηγούμενης κατάθεσής του κατηγορουμένου που είχε δοθεί υπό το καθεστώς μάρτυρα). κατ’ αυτόν τον τρόπο ο κατηγορούμενος οδηγήθηκε σε λειτουργικό ισοδύναμο ανάκρισης.ν’απαντήσει στις κατηγορίες δεν πρέπει να ερμηνεύεται ως τεκμήριο ενοχής. 31 παρ. δικαίωμα . 97 (δικαίωμα αντιπροσώπευσης ή παράστασης με δικηγόρο για αποτελεσματικότερη υπεράσπιση). 1 Συντ. 1 Συντ). 14-15 (λόγοι αποκλεισμού και εξαίρεσης δικαστικών προσώπων έτσι ώστε να μειώνονται οι πιθανότητες αμεροληψίας σε βάρος του κατηγορουμένου). Το τεκμήριο μπορεί να μην περιλαμβάνεται ρητά στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.

δικαίωμα υπόδειξης των μέσων υπεράσπισης. 103 (δικαίωμα να του εξηγήσει ο ανακριτής τα δικαιώματά του). Άρθ. 104 (καθιέρωση των ίδιων ως άνω δικαιωμάτων και στην προανάκριση). Άρθ. 2 (κλήση του κατηγορουμένου προ 24 ωρών για να ανευρεί συνήγορο που θα προετοιμάσει την απολογία του).του κατηγορουμένου). Άρθ. Άρθ. 2 (Εξέταση και βεβαίωση όχι μόνο της ενοχής αλλά και της αθωότητας του κατηγορουμένου. δικαίωμα επικοινωνίας με το συνήγορο). 270 (απαγόρευση περάτωσης ανάκρισης χωρίς να απολογηθεί ο κατηγορούμενος). Άρθ. 139 (υποχρέωση ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας των αποφάσεων προκειμένου να εξασφαλιστεί το νόμιμο της διαδικασίας και η έλλογη και σύμφωνα με την αποδεικτική διαδικασία κατάστρωση του δικανικού συλλογισμού). 211 (Μη εξεταζόμενοι μάρτυρες στο ακροατήριο λόγω υπονοιών αμεροληψίας). όταν έχει επέλθει σημαντική απομείωση της ισχύος του τεκμηρίου λόγω της σοβαρότητας της επέμβασης στην ιδιωτική σφαίρα του ατόμου). 177 (αρχή της ηθικής απόδειξης και απαγόρευση χρησιμοποίησης νομικών κανόνων αποδείξεων καθότι προσβάλλουν το τεκμήριο της αθωότητας). Άρθ. Άρθ. 221Α (απαγόρευση αξιοποίησης της μαρτυρίας συγκατηγορουμένου ως μοναδικού αποδεικτικού μέσου για την καταδίκη –κι όχι για την αθώωση. Άρθ. 200Α (Εξέταση DNA μόνο όταν συντρέχουν σωρευτικά οι προϋποθέσεις της διάταξης. δικαίωμα σιωπής και υποβολής γραπτού απολογητικού υπομνήματος). Άρθ. 1δ (απόλυτη ακυρότητα διαδικασίας σε περίπτωση παραβίασης των υπερασπιστικών δικαιωμάτων του κατηγορουμένου). 271παρ. 101 (δικαίωμα γνώσης του κατηγορητηρίου και λήψης αντιγράφων της δικογραφίας).αυτεπάγγελτου διορισμού συνηγόρου. 273 παρ. 102 (δικαίωμα λήψης 48ωρης προθεσμίας για απολογία για να προετοιμάσει ο κατηγορούμενος την υπεράσπισή του). Άρθ. Άρθ. 2 (δικαίωμα γνώσης της κατηγορίας και των δικαιωμάτων. Άρθ. Άρθ. 274 (υποχρέωση έρευνας κάθε υπερασπιστικού ισχυρισμού ή αποδεικτικού μέσου που επικαλείται ο κατηγορούμενος). 282 (επιβολή περιοριστικών όρων και προσωρινής κράτησης μόνο εάν υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής και μόνο αν συντρέχουν οι λοιποί όροι του άρθρου έτσι ώστε να δικαιολογείται . Άρθ. 171 παρ. Άρθ. Άρθ. 4 (υποχρέωση περάτωση της κύριας ανάκρισης εντός ενός έτους έτσι ώστε να μη διαιωνίζεται η τρώση του τεκμηρίου της αθωότητας). Άρθ. 248 παρ. 239 παρ. 204επ (Δικαίωμα διορισμού τεχνικού συμβούλου – συνηγόρου για να παρακολουθεί τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης). Άρθ.

Άρθ. Άρθ. 2 (δικαίωμα δευτερολογίας του κατηγορουμένου ή του συνηγόρου του) κλπ. 333 παρ. τόσο η ίδια η καθιέρωση του θεσμού των ενδίκων μέσων όσο και ειδικότερες διατάξεις που ρυθμίζουν την άσκησή τους συνδέονται στενά με την καθιέρωση του τεκμηρίου της αθωότητας. δίνεται το δικαίωμα στον πρωτοδίκως καταδικασθέντα να αμφισβητήσει την ορθότητα της καταδίκης του και συνεπώς παρά τη σημαντική τρώση που έχει υποστεί το τεκμήριο της αθωότητας.285 (δικαίωμα προσφυγής κατά του εντάλματος προσωρινής κράτησης). 283 (υποχρέωση αιτιολογίας του εντάλματος προσωρινής κράτησης για να εξετάζεται η συνδρομή των αναγκαίων όρων). ύπαρξη προσώπου που κατηγορείται για διάπραξη αδικήματος: . Το ότι το τεκμήριο της αθωότητας εφαρμόζεται και στα ένδικα μέσα καταδεικνύεται κυρίως από την καθιέρωση του ανασταλτικού αποτελέσματος των ενδίκων μέσων (ά. 326 (υποχρέωση γνωστοποίησης των μαρτύρων κατηγορίας για να καταστρωθεί η αντίκρουση των ισχυρισμών τους και της αξιοπιστίας τους). Άρθ. πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας.η προσβολή των εννόμων αγαθών του κατηγορουμένου πριν από την αμετάκλητη καταδίκη του). Άρθ. 287 (υποχρέωση ειδικής αιτιολογίας του βουλεύματος που διατάσσει εξακολούθηση ή παράταση προσωρινής κράτησης). Άρθ. ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΟΥ ΣΥΝΘΕΤΟΥΝ ΤΟ ΤΕΚΜΗΡΙΟ Αποτελούν 3 ενότητες: α) Προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν για την αναγνώρισή του δηλ. Άρθ. 309 παρ. Άρθ. 357 παρ. Συνεπώς. 2 (δικαίωμα αυτοπρόσωπης εμφάνισης ενώπιον του δικαστικού συμβουλίου και ανάπτυξης προφορικά των υπερασπιστικών ισχυρισμών). εφόσον ασκηθεί ένδικο μέσο. Άρθ. να τεκμαίρεται αθώος έως (και εφόσον) η καταδίκη του καταστεί αμετάκλητη. 369 παρ. Άρθ. 471. 3 (δικαίωμα του κατηγορουμένου ή του συνηγόρου του να μιλήσουν τελευταίοι για να αντικρούσουν κάθε επιβαρυντικό ισχυρισμό ή αποδεικτικό μέσο). 296 (σκοπός των περιοριστικών όρων η εξασφάλιση της παράστασης στην ανάκριση ή στο δικαστήριο κι όχι η τιμώρηση του κατηγορουμένου πριν να αποδειχθεί η ενοχή του). 366 (απολογία του κατηγορουμένου). 497 ΚΠΔ) ή της αναστολής εκτέλεσης της απόφασης. Tα ένδικα μέσα άλλωστε παρέχουν τη δυνατότητα ελέγχου κάθε – κατά κανόνα – δικαστικής κρίσης από άλλον ή άλλους δικαστές και μάλιστα κυρίως από ανώτερους που – κατά τεκμήριο – διαθέτουν πληρέστερη κατάρτιση και μεγαλύτερη εμπειρία. 3 (δικαίωμα του κατηγορουμένου να εξετάσει τους μάρτυρες κατηγορίας). Άρθ. Επιπλέον.

όπου ο προσφεύγων ζητά την απαλλαγή του. τα οποία είναι: «…καταρχήν η ταξινόμηση της παράβασης ως προς το εθνικό δίκαιο. 6 της ΕΣΔΑ και συνεπώς και η εγγυητική αρχή του τεκμηρίου της αθωότητας. νομικό – ελληνική επιφύλαξη για ποινική ευθύνη νομικών προσώπων στη Σύσταση R (88) 18 της Επιτροπής Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης). 3. αλλοδαπό. Κάθε πρόσωπο (ημεδαπό. Στην απόφαση Μαμιδάκης κατά Ελλάδος[3] το ΕΔΔΑ αφού απαρίθμησε τρία κριτήρια για το διαχωρισμό ποινικών και διοικητικών κυρώσεων. 2. Χαρακτηρισμός ως κατηγορουμένου μπορεί να είναι στιγματιστικός. η φύση και ο βαθμός σοβαρότητας της κύρωσης που κινδυνεύει να υποστεί ο ενδιαφερόμενος». Η ιδιότητα του υποκειμένου ως κατηγορουμένου. του αποτρεπτικού και κατασταλτικού χαρακτήρα της επιβληθείσας κύρωσης καθώς και του πολύ υψηλού ποσού του προστίμου. βλ. κατόπιν η φύση της παράβασης και. ΕΔΔΑ: Engel και άλλοι κατά Ολλανδίας 8-6-1976: το τεκμήριο δεν εκτείνεται μέχρι τον προσδιορισμό της φύσης ποινής και του ύψους αυτής (στις πειθαρχικές ποινές).1. Το πεδίο εφαρμογής του τεκμήριο ωστόσο εκτείνεται και σε άτομα που δεν έχουν κατηγορηθεί τυπικά ακόμη. από τη στιγμή που η Αστυνομία συλλαμβάνει τον ύποπτο και εκτείνεται μέχρι την έκδοση αμετάκλητης καταδικαστικής ή αθωωτικής απόφασης ή απαλλακτικού βουλεύματος (άρθ.72 ΚΠΔ κατηγορούμενος είναι το άτομο κατά του οποίου ο Εισαγγελέας έχει ασκήσει ρητά ποινική δίωξη και εκείνος στον οποίο σε οποιοδήποτε στάδιο της ανάκρισης του αποδίδεται η αξιόποινη πράξη. ωστόσο από δικονομική άποψη παίρνει τη μορφή εγγύησης υπέρ του κατηγορουμένου. φυσικό. αλλά εκτείνεται στο πλαίσιο οποιασδήποτε κατασταλτικής διαδικασίας. το τεκμήριο εφαρμόζεται και από το στάδιο της προκαταρκτικής εξέτασης δηλ. ενδεικτικώς ΕΔΔΑ: öztürk κατά Γερμανίας 21-2-1984/ Lutz κατά Γαλλίας 25-8-1987/ Σταυρόπουλος κατά Ελλάδος 27-9-2007. Κατηγορία για διάπραξη αδικήματος: η επίσημη γνωστοποίηση από την αρμόδια αρχή ότι το άτομο τέλεσε ποινικό αδίκημα (σύμφωνα με τη νομολογία του ΕΔΔΑ: Deweer κατά Βελγίου 27-21980/ Minelli κατά Ελβετίας 25-3-1983). επομένως και διοικητικής. Ο «ύποπτος» διάπραξης σύμφωνα με ΕΔΔΑ δεν καλύπτεται αν πρόκειται για απλή εξέταση εφόσον αυτή δεν στοχεύει στην θεμελίωση εναντίον του ποινικής κατηγορίας. τύχαινε εφαρμογής το άρθ. απεφάνθη ότι δεδομένης της σοβαρής φύσης της παράβασης του λαθρεμπορίου. Δηλαδή. τέλος. Το ΕΔΔΑ θεωρεί ότι το πεδίο εφαρμογής του τεκμηρίου αθωότητας δεν περιορίζεται μόνο στις περιπτώσεις όπου ο προσφεύγων έχει την ιδιότητα του κατηγορουμένου στο πλαίσιο μίας ποινικής δίκης. .73ΚΠΔ). Σύμφωνα με το άρθ.

6 παρ. η οποία εξελίσσεται παράλληλα και σε σχέση με ποινική διαδικασία κατά την οποία ο προσφεύγων έχει την ιδιότητα του κατηγορουμένου. 2 της ΕΣΔΑ επεκτείνεται και στη διαδικασία που προηγείται της παραπομπής του κατηγορουμένου σε δίκη και πολύ περισσότερο εφαρμόζεται και στις περί ενοχής διαπιστώσεις. ο προσφεύγων ήταν ιατρός ειδικευμένος στην ομοιοπαθητική και είχε κατηγορηθεί από τους ανταγωνιστές του για απάτη.1 ΚΠΔ περί εκτελεστότητας της απόφασης + έφεση χωρίς ανασταλτικό αποτέλεσμα. Μέχρι πού φθάνει η ενέργεια του τεκμηρίου και τι είδους απόδειξη χρειάζεται για την κάμψη ή την ανατροπή του. +άρθ. Μέχρι την έκδοση αμετάκλητης καταδικαστικής απόφασης. Ο προσφεύγων με την σειρά του μήνυσε τους ανταγωνιστές του για συκοφαντική δυσφήμιση. Εν προκειμένω.546 παρ.177ΚΠΔ) και καλύπτει κάθε θέμα που ανάγεται στην ενοχή. Από συνδυασμό 7ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου ΕΣΔΑ και άρθ. ανταποκρίνονταν προς την πραγματικότητα. κατά την πάγια νομολογία του[5]. άλλες από τις οποίες είχαν καταλήξει σε απαλλακτικές. Το ΕΔΔΑ επί της ενστάσεως της Ελληνικής Κυβέρνησης περί μη εφαρμογής του 6 παρ. το δε Συμβούλιο Εφετών που επιλήφθηκε της υπόθεσης όχι μόνο δεν ανέβαλε την διαδικασία εωσότου τελειώσει αμετάκλητα η ποινική διαδικασία σε βάρος του προσφεύγοντος. αλλά στο βούλευμα του κατέληξε ότι «οι δηλώσεις των κατηγορουμένων στο πλαίσιο της τηλεοπτικής εκπομπής. 2 της ΕΣΔΑ. αφού ο προσφεύγων στη δίκη της δυσφήμισης δεν είχε την ιδιότητα του κατηγορουμένου.αθωωτικές κρίσεις ενώ άλλες ήταν ακόμη εκκρεμείς.2 ΕΣΔΑ προκύπτει ότι το τεκμήριο εκτείνεται όσο διαρκεί η . Εναλλαγή τεκμηρίου αθωότητος και ενοχής. Το στοιχείο δηλαδή της στενής σύνδεσης των δύο ποινικών δικών (για απάτη και για δυσφήμιση) και το ενδεχόμενο η περί ενοχής κρίση του Συμβουλίου Εφετών στη δίκη της δυσφήμισης να επηρεάσει τη δίκη σε βάρος του προσφεύγοντος για απάτη. κατέληξε ότι η εγγύηση του άρθρου 6 παρ. βάρυνε στην κρίση του ΕΔΔΑ έτσι ώστε να επεκτείνει την εφαρμογή του τεκμηρίου και σε δίκη όπου ο προσφεύγων δεν ήταν κατηγορούμενος. σκοπό δε είχαν να προστατεύσουν τη ζωή των συγγενών τους και όχι να θίξουν την τιμή του προσφεύγοντος». Σε βάρος του ξεκίνησαν ποινικές διώξεις.Στην απόφαση Διαμαντίδης κατά Ελλάδος[4] το ΕΔΔΑ έκρινε ότι. δεν είναι υποχρεωτικό ο προσφεύγων να έχει την ιδιότητα του κατηγορουμένου στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας δυναμένης να θίξει το τεκμήριο αθωότητάς του. βλ. οι οποίες εκφράζονται κατά τη διάρκεια δικαστικής διαδικασίας. β) Έκταση ισχύος τεκμηρίου: φαίνεται να φθάνει μέχρι τη νόμιμη απόδειξη (άρθ. Διαφορά προδικασίας (όπου απαιτούνται ενδείξεις) από κύρια διαδικασία (πλήρη απόδειξη).

Χαρακτηριστικά παραδείγματα τέτοιων απαγορεύσεων είναι ενδεικτικά: α) η απαγόρευση λήψης υπόψη προηγούμενης έγγραφης κατάθεσης του υπόπτου. 2 Συντ. Για τον ψυχικό απαιτούνται δύο επιπρόσθετα στοιχεία: η επιδίωξη υποταγής της θέλησης ή ο εξευτελισμός του βασανιζομένου.προθεσμία άσκησης ενδίκων μέσων και μετά από αυτή. 2 εδ. 31 παρ. κατάθεσης ή πληροφοριών (ά. 370Α ΠΚ) κλπ. 188ΚΠΔ). Ως αποδεικτικές απαγορεύσεις ορίζονται οι περιορισμοί της εν ευρεία έννοια αποδεικτικής διαδικασίας που αφορούν είτε α) στην απόκτηση είτε β) στην αξιοποίηση ορισμένου αποδεικτικού μέσου. 19 Συντ. Το ΕΔΔΑ έχει κρίνει ότι υπάρχει προσβολή του τεκμηρίου γιατί με τη χρήση βασανιστηρίων το βασανιζόμενο άτομο δεν αντιμετωπίζεται ως άνθρωπος. μέχρι την έκδοση της απόφασης του ανώτερου δικαστηρίου.. Ο σωματικός πόνος σε αντίθεση με τον ψυχικό αποτελεί πάντοτε βασανιστήριο. δ) απαγόρευση παρακολούθησης ή αποτύπωσης τηλεφωνικής συνδιάλεξης (ά. Με τον όρο «βασανιστήρια» δηλώνεται η επιβολή σωματικού ή και ψυχικού πόνου με πράξη ή παράλειψη των αρχών αποσκοπώντας στην απόσπαση ομολογίας. Σε κάθε περίπτωση πάντως το ζήτημα της «νόμιμης απόδειξης» της ενοχής συνδέεται στενά με την αρχή της ηθικής απόδειξης και την προβληματική των αποδεικτικών απαγορεύσεων. Η νομολογία του ΕΔΔΑ στο ζήτημα των βασανισμών είναι ιδιαίτερα πλούσια παρόλο που δεν το συνδέει πάντοτε με τη δίκαιη δίκη ή με το τεκμήριο της αθωότητας. αλλά απευθείας κάνει λόγο για . Ως πόνος θεωρείται κάθε έντονο ή δυσάρεστο συναίσθημα και διακρίνεται σε ψυχικό ή σωματικό. -Απαγόρευση βασανιστηρίων: Η απαγόρευση χρήσης βασανιστηρίων εντάσσεται στις αποδεικτικές απαγορεύσεις και μάλιστα αποτελεί μία απόλυτα απαγόρευση λόγω της σαφούς καθιέρωσης της τόσο σε εθνικό όσο και σε διεθνές επίπεδο. 7 παρ. β) οι διατάξεις για τους εξαιρετέους μάρτυρες (ά. 211 επ ΚΠΔ) και για τα κωλύματα διορισμού ως πραγματογνώμονα (ά. Ο λόγος θέσπισης των αποδεικτικών απαγορεύσεων έγκειται στη νομοθετική αναγνώριση της υπεροχής ορισμένων αξιών έναντι της αξίας της αποτελεσματικής λειτουργίας της ποινικής δικαιοσύνης και της αναζήτησης της ουσιαστικής αλήθειας. κατάθεσης ή πληροφοριών ή απλά στον εξευτελισμό του θύματος. πολλώ δε μάλλον ως αθώος. ο οποίος εξετάστηκε ως μάρτυρας στο στάδιο της προδικασίας χωρίς δηλαδή να απολαμβάνει τα δικαιώματα που του παρέχει ο Νόμος ως υπόπτου (ά. γ) απαγόρευση των βασανιστηρίων ως μέσων για την απόσπαση ομολογίας. 137Α και 137Β ΠΚ). ζ ΚΠΔ). Η απόδειξη της ενοχής πρέπει να γίνεται : α) με διαδικαστικούς κανόνες που ήδη προβλέπονται από το εθνικό δίκαιο και β) με (νόμιμα) μέσα που επιτρέπονται από το εθνικό δίκαιο.

2 και 3 ότι βασανιστήρια συνιστούν κάθε μεθοδευμένη πρόκληση έντονου σωματικού πόνου ή σωματικής εξάντλησης επικίνδυνης για την υγεία ή ψυχικού πόνου ικανού να επιφέρει σοβαρή ψυχική βλάβη. Στον Ποινικό Κώδικα μάλιστα η χρήση βασανιστηρίων καθιερώνεται ως έγκλημα στα άρθ. β) αν έχουν ως αποτέλεσμα τη βαριά σωματική βλάβη του θύματος. ναρκωτικών ή άλλων φυσικών ή τεχνικών μέσων με σκοπό να κάμψουν τη βούληση του θύματος ενώ ως προσβολές της ανθρώπινης αξιοπρέπειας θεωρούνται ιδίως: α) η χρησιμοποίηση ανιχνευτή αλήθειας β) η παρατεταμένη απομόνωση γ) η σοβαρή προσβολή της γενετήσιας αξιοπρέπειας. 3 της ΕΣΔΑ. Σε εθνικό επίπεδο η απαγόρευση των βασανιστηρίων καθιερώνεται στο άρθ. 7 παρ. . ιδίως κτυπήματα στα πέλματα του θύματος (φάλαγγα) ή ηλεκτροσόκ ή εικονική εκτέλεση ή παραισθησιογόνες ουσίες. το Δικαστήριο έκρινε ότι το μαστίγωμα της προσφεύγουσας από κρατικό όργανο συνιστούσε βασανιστήριο καθώς αποτελεί έναν αποτροπιαστικό τρόπο κακομεταχείρησης που δίνει την ευκαιρία στον βασανιστή να εκμεταλλευτεί την αδυναμία αντίστασης και την ευπάθεια του θύματος και αφήνει στο θύμα βαθιά ψυχολογικά τραύματα. οποιαδήποτε σωματική κάκωση. βλάβη της υγείας. 137Α όπου προβλέπεται ειδικότερα στις παρ. Έτσι. καθώς και κάθε παράνομη χρησιμοποίηση χημικών. 2 του Συντ που αναφέρει ότι: «Τα βασανιστήρια.παραβίαση του άρθ. τονίζει ότι ο όρος βασανιστήριο αναφέρεται μόνο στις περιπτώσεις εσκεμμένης απάνθρωπης μεταχείρισης που προκαλούν σοβαρό και βασανιστικό πόνο. Προκειμένου μάλιστα. καθώς και κάθε άλλη προσβολή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας απαγορεύονται και τιμωρούνται. Εν προκειμένω. Ένας αρκετά μεγάλος αριθμός καταδικών από πλευράς ΕΔΔΑ αφορούν την Τουρκία και τη μεταχείριση που επιφυλάσσουν τα διωκτικά της όργανα στους Τούρκους πολίτες κουρδικής καταγωγής. ή άσκηση ψυχολογικής βίας. Εν συνεχεία στην διάταξη του άρθ. στην απόφαση Aydin κατά Τουρκίας (22-09-97) το ΕΔΔΑ καταρχήν επανέλαβε τη θέση του ότι το άρθ. όπως νόμος ορίζει». 137Β ΠΚ προβλέπονται ως διακεκριμένες περιπτώσεις: α) αν χρησιμοποιούνται μέσα ή τρόποι συστηματικού βασανισμού. το ΕΔΔΑ να διαφοροποιήσει την έννοια των βασανιστηρίων από αυτής της απάνθρωπης ή εξευτελιστικής συμπεριφοράς. 3 της Σύμβασης αποτελεί μία από τις θεμελιώδεις αρχές μια δημοκρατικής κοινωνίας και ως τέτοια απαγορεύει κατά τρόπο απόλυτο τα βασανιστήρια και κάθε απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία ακόμη και σε περίπτωση επιτακτικού κινδύνου για τη ζωή ή το έθνος ή οποιασδήποτε υπόνοιας για συμμετοχή προσώπου σε τρομοκρατικές ή άλλες εγκληματικές δραστηριότητες.

Στην υπόθεση Μπέκος και Κουτρόπουλος κατά Ελλάδος της 13-12-05[6] οι προσφεύγοντες υποστήριξαν ότι υπέστησαν σοβαρές σωματικές βλάβες στα χέρια της αστυνομίας προκειμένου να ομολογήσουν και δώσουν πληροφορίες για το ποιος διακινεί τα ναρκωτικά στην περιοχή και επικαλέστηκαν παραβίαση του άρθ. . όπως στην περίπτωση προσώπων που βρίσκονται υπό τον έλεγχό τους καθώς τελούν υπό κράτηση. απάνθρωπες ή εξευτελιστικές». σαφών και συνεπών συμπερασμάτων ή παρόμοιων αμάχητων τεκμηρίων σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά. καθώς και η Ευρωπαϊκή σύμβαση για την πρόληψη των βασανιστηρίων και της απάνθρωπης ή ταπεινωτικής μεταχείρισης ή τιμωρίας του 1987 που κυρώθηκε με το Ν.γ) αν ο δράστης τελεί τις πράξεις κατά συνήθεια ή κρίνεται από τις περιστάσεις τέλεσης ως ιδιαιτέρως επικίνδυνος. μπορεί να θεωρηθεί ότι το βάρος της αποδείξεως ανήκει στις αρχές. το άρθ. 1949/1991 και η Σύμβαση Ηνωμένων Εθνών κατά των βασανιστηρίων και άλλων τρόπων σκληρής. 3 της ΕΣΔΑ για την απαγόρευση των βασανιστηρίων και της απάνθρωπης και ταπεινωτικής μεταχείρισης. γνώση των επίμαχων περιστατικών. απάνθρωπής και ταπεινωτικής μεταχείρισης ή τιμωρίας του 1984. δ) αν ο υπαίτιος ως προϊστάμενος έδωσε την εντολή τέλεσης της πράξης. το Δικαστήριο γενικά εφαρμόζει τον κανόνα της. Το ΕΔΔΑ επισήμανε ότι: «Ακόμα και υπό τις πιο δύσκολες περιστάσεις. Το ΕΔΔΑ είχε την ευκαιρία να αποφανθεί σε πολλές υποθέσεις για τη χρήση βασανιστηρίων και της απάνθρωπης και ταπεινωτικής μεταχείρισης κατά την ανάκριση. 7 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα που αναφέρει ρητά ότι: «Κανείς δεν υποβάλλεται σε βασανιστήρια ούτε σε ποινές ή μεταχειρίσεις σκληρές. οι οποίες είναι υποχρεωμένες να παράσχουν ικανοποιητικές και πειστικές εξηγήσεις». Σε διεθνές επίπεδο πρέπει να αναφερθούν η διάταξη του άρθ. συνολικά ή εν μέρει. Όταν μόνον οι αρχές έχουν. 3 της ΕΣΔΑ που προβλέπει ότι: «Ουδείς επιτρέπεται να υποβληθεί σε βασανιστήρια ούτε σε ποινές ή μεταχείριση απάνθρωπη ή εξευτελιστική». Μάλιστα. προκύπτουν ισχυρά τεκμήρια για τα πραγματικά περιστατικά σε σχέση με τις σωματικές βλάβες που προκαλούνται κατά τη διάρκεια της κράτησης. Κατά την αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού. Ωστόσο. η Σύμβαση απαγορεύει απερίφραστα τα βασανιστήρια και την απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία. (Δεδομένου δε ότι τέτοιου είδους εξηγήσεις δεν παρασχέθηκαν από τις αρχές στην προκειμένη περίπτωση το ΕΔΔΑ κατάληξε ότι υπήρξε παραβίαση του ά. η απόδειξη αυτή μπορεί να προκύπτει και από το συνδυασμό επαρκώς ισχυρών. 3 της ΕΣΔΑ). όπως ο αγώνας κατά τη τρομοκρατίας και του οργανωμένου εγκλήματος.

2328/1995 σε συνδυασμό με το ά. Αλλά και μετά την οριστική καταδίκη σε πρώτο βαθμό και ενώ ο καταδικασθείς έχει ακόμα δυνατότητα άσκησης ενδίκων μέσων και ανατροπής της σχετικής απόφασης τα ΜΜΕ δε διστάζουν να χρησιμοποιήσουν βαρύτατους χαρακτηρισμούς ή υποτιμητικά σχόλια ποδοπατώντας έτσι το τεκμήριο της αθωότητας που φτάνει έως το αμετάκλητο της καταδίκης. 2172/1993: «Απαγορεύεται η μετάδοση από την τηλεόραση ή η κινηματογράφηση ή βιντεοσκόπηση[7] ή φωτογράφηση των προσώπων που προσάγονται ενώπιον των δικαστικών ή εισαγγελικών ή αστυνομικών και λοιπών αρχών. για γεγονότα που σχετίζονται με αξιόποινες πράξεις πρέπει: α) να μην περιέχουν κρίσεις για πρόσωπα που φέρονται ως ενεχόμενα ή ύποπτα για τις πράξεις αυτές. κοινωνικούς λειτουργούς) που παίρνουν μέρος στη διαδικασία με οποιαδήποτε ιδιότητα. γ) να μην μεταδίδουν εικόνες προσώπων και πειστηρίων. 1 στοιχ. Επίσης. β) να σέβονται την αρχή ότι ο κατηγορούμενος τεκμαίρεται αθώος μέχρι την καταδίκη του. γεγονός που έγινε πρώτο θέμα σε τηλεοράσεις. δικαστικούς υπαλλήλους. . εφόσον αυτά δεν συναινούν ρητά. τελικά υπό το βάρος της κοινής γνώμης καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη.» Ωστόσο. α του Ν. είναι πλέον μια καθ’ όλα συνηθισμένη η εικόνα των τηλεοπτικών συνεργείων να συνοδεύουν μαζί με τα αστυνομικά όργανα τους κατηγορουμένους κατά τη μεταφορά τους στο ακροατήριο για να δικαστούν. 3 παρ. 3 του ν. 4 του Ν. 1730/1987 οι ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές. δικαστικά πρόσωπα. να κυκλώνουν ασφυκτικά τους κατηγορουμένους ή υπόπτους έξω από το γραφείο του ανακριτή για να επιτύχουν μια δεύτερη «κατάθεση» σχετικοποιώντας την αρχή της μυστικότητας της ανάκρισης. Αποτέλεσμα ήταν η κοινή γνώμη να τρομοκρατηθεί και να γίνεται λόγος ακόμη και για επιστροφή της θανατικής ποινής. 35 παρ. Κατά το άρθ. σύμφωνα με το άρθ. 3 παρ. Η αρχή δεσμεύει και τα ΜΜΕ. Η έφεση του δεν επρόκειτο να εκδικαστεί καθώς τελικά ο ίδιος έδωσε τέρμα στη ζωή του μέσα στη φυλακή. ραδιόφωνα και εφημερίδες με δριμύτατους χαρακτηρισμούς όπως «τέρας» κλπ. Δεν είναι λίγες μάλιστα οι φορές που ο δημόσιος διασυρμός που υφίσταται ο δράστης υπερβαίνει σε βαρύτητα την ποινή που τελικά του επιβάλλεται από το δικαστήριο. αλλά και να παρακολουθούν τις κινήσεις ατόμων στα οποία δεν έχει αποδοθεί ακόμη καμιά κατηγορία. Στην υπόθεση της δολοφονίας του μικρού Νίκου Δουρή. Απόλυτη ακυρότητα σε περίπτωση προσβολής του τεκμηρίου (αν δεν αποκατασταθεί η προσβολή). ωστόσο παρά την έλλειψη ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης και ενώ παράλληλα υπήρχαν δείγματα DNA που απάλλασσαν τον κατηγορούμενο. που είχε συνταράξει την κοινή γνώμη της Ελλάδας το Δεκέμβριο του 1993. κρατικά όργανα ή οποιουσδήποτε λειτουργούς (δικηγόρους. Ο πατέρας στο Δικαστήριο αναίρεσε την ομολογία του και ζήτησε την αθώωση του. ο πατέρας του θύματος στο στάδιο της ανάκρισης είχε ομολογήσει την ενοχή του για τις πράξεις του βιασμού και της ανθρωποκτονίας. εκτός αν αυτό είναι αναγκαίο για τη διαλεύκανση του εγκλήματος.γ) Προσδιορισμός προσώπων τα οποία δεσμεύει: Δικαστές.

έως ότου το Δικαστήριο συγκεντρώσει επαρκείς αποδείξεις βάσει των οποίων σχηματίζει την πλήρη δικανική πεποίθηση ότι είναι ένοχος. εντοπίστηκε σημαντικός αριθμός αρχαιοτήτων που «αποδεικνύει τη διάθεση του δράστη να διαπράξει νέα αδικήματα σχετικά με αρχαιότητες» παραβιάζει το τεκμήριο της αθωότητας καθώς ανεπιφύλακτα θεωρεί αποδεδειγμένο ότι ο προσφεύγων είχε ήδη διαπράξει και άλλο αδίκημα από αυτό για το οποίο κατηγορούνταν εν προκειμένω και συγκεκριμένα κλοπές αρχαιοτήτων και ήταν πιθανό να ξαναδιαπράξει παρόμοια αδικήματα στο μέλλον. την οποία είχε επαναλάβει και στο παρελθόν[9]. Μάλιστα. λαμβάνοντας υπόψη ότι το έγκλημα τελέστηκε από τα επίδικα (υπό κατάσχεση) άρθρα». Αποτελεί συνεπώς παραβίαση του τεκμηρίου κάθε πρόωρη αναφορά σε ενοχή του κατηγορουμένου είτε αυτή αφορά την πλήρωση των στοιχείων της αντικειμενικής υπόστασης ενός εγκλήματος είτε την υπαιτιότητα του κατηγορουμένου. καθώς το τεκμήριο της αθωότητας καλύπτει τόσο τα αντικειμενικά όσο και τα υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος. Ομοίως. Ο κατηγορούμενος πρέπει να αντιμετωπίζεται σαν να μην είχε διαπράξει κανένα αδίκημα. το ΕΔΔΑ προχώρησε σε μια σημαντική διάκριση. ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΤΟΥ ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ α) Πρώτη συνέπεια της αναγνώρισης εφαρμογής του τεκμηρίου της αθωότητας είναι ότι ουδεμία κρίση περί ενοχής μπορεί να διατυπωθεί σε βάρος προσώπου αλλά και ουδεμία καταδίκη μπορεί να υπάρξει χωρίς να αποδειχθεί πρώτα η ενοχή του με βάση την διαδικασία και τους όρους που προβλέπει ο νόμος.αφήνοντας αναπάντητα ερωτήματα σχετικά με την αθωότητά του και την ενδεχόμενη επιρροή που άσκησαν τα ΜΜΕ στην καταδίκη του. Το τεκμήριο αθωότητας απαιτεί δηλαδή τα μέλη του δικαστηρίου να μην είναι προκατειλημμένα ότι ο κατηγορούμενος έχει διαπράξει την αξιόποινη πράξη για την οποία κατηγορείται. Οι πρώτες παραβιάζουν το τεκμήριο της . σύμφωνα με την οποία υπάρχει διαφορά ανάμεσα στις αποφάσεις εκείνες που αποδίδουν τη γνώμη ότι το εμπλεκόμενο πρόσωπο είναι ένοχο και σε εκείνες που περιορίζονται στην περιγραφή της ύπαρξης μιας κατάστασης υπονοιών. Το ΕΔΔΑ έκρινε στην υπόθεση Nerattini κατά Ελλάδος (18-122008)[8] πως η αναφορά του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών ότι στην οικία του προσφεύγοντος και κατηγορούμενου για ναρκωτικά. στην Yasar Kemal Gokceli κατά Τουρκίας(4-3-2003) το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η προσωρινή δικαστική απόφαση που διέταζε την κατάσχεση ενός συγγραφικού έργου όπου δημοσιεύονταν άρθρα του προσφεύγοντος παραβίαζε το τεκμήριο της αθωότητας καθώς πριν την τυχόν νόμιμη καταδίκη του περιέλαβε την αιτιολογία ότι «το αίτημα της κατάσχεσης είναι σύμφωνο με το νόμο.

στην πράξη το Δικαστήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης εμβαθύνει κυρίως στην πλήρωση ή μη των στοιχείων της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης και δεν είναι δυνατό να εξετάζει τη συνδρομή ή όχι όλων των λόγων άρσης του αδίκου ή του καταλογισμού και όλων των λόγων εξάλειψης του αξιοποίνου. Ωστόσο. Κατέληξε λοιπόν στο ότι ο κατηγορούμενος αρκεί να προβάλει ισχυρισμούς για την αποδυνάμωση της κατηγορίας και ότι η απόδειξη της ενοχής είναι έργο ανατεθειμένο στην κατηγορούσα Αρχή. ωστόσο. με αποτέλεσμα ο κατηγορούμενος να φέρει de facto το βάρος της δημιουργίας αμφιβολιών ως προς την ύπαρξη ενός τέτοιου λόγου και επίκλησης των περιστατικών που τον θεμελιώνουν. ότι το βάρος απόδειξης το φέρει στην ποινική δίκη ο Εισαγγελέας. ότι δεν μπορούμε στην ποινική δίκη να κάνουμε λόγο για βάρος απόδειξης και για κατανομή αυτού. β) Δεύτερη σημαντική συνέπεια που απορρέει από το τεκμήριο της αθωότητας είναι ότι ο κατηγορούμενος δεν είναι υποχρεωμένος να αποδείξει την αθωότητα του. Ούτε βέβαια ο πολιτικώς ενάγων φέρει το βάρος απόδειξης στην ποινική δίκη. αντιφάσεις ή λογικά κενά στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης ή του βουλεύματος.6): . Έχει υποστηριχτεί συνεπώς. αφού περιορίζεται απλώς στο να εισφέρει την υπόθεση προς έρευνα των αρμοδίων κρατικών αρχών και να υποστηρίζει την αξίωση της Πολιτείας εναντίον του κατηγορουμένου. καθώς ο τελευταίος δεν είναι ένας μονόπλευρος υποστηρικτής της κατηγορίας.6)+ Συντ (άρθ. Το ότι ο κατηγορούμενος δεν φέρει το βάρος απόδειξης της ενοχής του δεν σημαίνει. ασάφειες. ΚΑΜΨΗ ΤΟΥ ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ ΑΘΩΟΤΗΤΟΣ Α) Προβλεπόμενες από την ΕΣΔΑ (άρθ. 5+Αρθ. 2 της Σύμβασης. Ο Άρειος Πάγος με βάση την ως άνω αρχή ότι ο κατηγορούμενος δεν υποχρεούται να αποδείξει την αθωότητά του κατέληξε[11] στην άποψη ότι όσον αφορά την έλλειψη αιτιολογίας ως λόγο αναίρεσης δεν είναι αναγκαίο ο αναιρεσείων να προσδιορίζει συγκεκριμένα σε τι συνίσταται το ελλιπές της αιτιολογίας ούτε να αμφισβητεί ειδικά και να αντικρούει με συγκεκριμένα επιχειρήματα και ισχυρισμούς την ορθότητα των σκέψεων των γενομένων παραδοχών.αθωότητας ενώ οι δεύτερες είναι συμβατές κατά την κρίση του Δικαστηρίου με το πνεύμα του 6 παρ. αλλά απεναντίας οφείλει να ερευνά και να εξετάζει αμερόληπτα την υπόθεση γιατί στόχος του πρέπει να είναι ο ίδιος κύριος στόχος της ποινικής δίκης: η αναζήτηση της αλήθειας και η ορθή απονομή της δικαιοσύνης[10]. Ενόψει δηλαδή του τεκμηρίου της αθωότητας το Ανώτατο Ακυρωτικό έκρινε ότι αυτό οφείλει να ερευνήσει αν υπάρχουν ελλείψεις.

282 παρ. Κατά την πάγια νομολογία του ΕΔΔΑ η προσωρινή κράτηση και οι λόγοι που την στηρίζουν κατά το άρθ. δεν συνιστούν παράβαση του τεκμηρίου.Η σύλληψη στα επ’αυτοφόρω εγκλήματα πριν κινηθεί η διαδικασία (κατηγορία που αποδίδεται στο άτομο). ΕΔΔΑ στην υπόθεση Murray κατά Ηνωμένου Βασιλείου της 8-2-1996). η εθνική νομολογία αναφέρεται σχεδόν πάντα στη βαρύτητα της πράξης. μετά την τελευταία τροποποίηση του ΚΠοινΔ (άρθ.1. σύλληψη στην προδικασία και προσωρινή κράτηση αποτελούν μερικές από τις περιπτώσεις κατά τις οποίες επιτρέπεται η αδράνεια του τεκμηρίου. γ) νόμιμη σύλληψη και κράτηση ατόμου για να οδηγηθεί ενώπιον της αρμόδιας δικαστικής αρχής αν υπάρχουν εύλογες υπόνοιες διάπραξης αδικήματος ή αν εύλογα θεωρείται αναγκαία για να τον αποτρέψει από τέλεση νέου αδικήματος ή για να μη διαφύγει μετά από διάπραξη αδικήματος. Η εκτεταμένη και αυθαίρετη χρήση της προσωρινής κράτησης αποτελεί κάμψη του τεκμηρίου.1 της ΕΣΔΑ επιτρέπει κατ’εξαίρεση την στέρηση της ελευθερίας ενός ατόμου αν πρόκειται για: α) νόμιμη κράτηση ατόμου μετά από καταδίκη από αρμόδιο δικαστήριο. . φρενοβλαβών. τοξικομανών και αλητών και στ) νόμιμη σύλληψη ή κράτηση ατόμου για πρόληψη παράνομης εισόδου του στη χώρα ή ατόμου κατά του οποίου εκκρεμεί διαδικασία απέλασης ή έκδοσης. 3811/2009. διότι εμποδίζει την υπεράσπιση του κατηγορουμένου με την έννοια ότι δεν του επιτρέπει από τη φυλακή την ανάπτυξη στρατηγικής υπεράσπισης και πρόσβαση του κατηγορουμένου σε μάρτυρες και άλλα αποδεικτικά μέσα (έτσι έχει κρίνει το Δι-Αμερικανικό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην υπόθεση Suarez κατά Costa Rica της 12-11-1997). Παρ’όλο που ο νόμος ορίζει (άρθ. β) νόμιμη σύλληψη και κράτηση ατόμου για ανυποταγή του σε νόμιμη διαταγή του δικαστηρίου και προς εγγύηση εκτέλεσης υποχρέωσης οριζόμενης από τον νόμο. ή την νόμιμη κράτησή του με σκοπό να παραπεμφθεί ενώπιον αρμόδιας αρχής. γ.3 ΚΠΔ) ότι μόνο η βαρύτητα της πράξης δεν αρκεί για να οδηγήσει σε προσωρινή κράτηση. αλκοολικών. Όσον αφορά τις προϋποθέσεις επιβολής προσωρινής κράτησης όπως ισχύουν στην ελληνική έννομη τάξη. Συνδρομή σοβαρών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου. Το άρθ. Στην πράξη η προσωρινή κράτηση αποτελεί τεκμήριο ενοχής (Βλ. 2.5 παρ. Δίωξη του κατηγορουμένου για κακούργημα ή το πλημμέλημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή σε εντελώς εξαιρετικές περιπτώσεις.5 παρ. ε) νόμιμη κράτηση ατόμων για την πρόληψη διάδοσης μεταδοτικής ασθένειας. δ) αν πρόκειται για νόμιμη κράτηση ανηλίκου για την επιτήρηση της ανατροφής του. είναι οι εξής: 1.282 παρ. 3) από τον Ν.

Η προστατευτική λειτουργία της αρχής της αναγκαιότητας. και αφετέρου την προτίμηση του λιγότερου επαχθούς μέτρου και την επιλογή του επαχθέστερου μέτρου μόνο όταν εκτιμάται ότι το πρώτο (λιγότερο επαχθές μέτρο) δεν είναι πρόσφορο στη συγκεκριμένη περίπτωση για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού. Συνδρομή της αρχής της αναγκαιότητας. Η υποχρέωση αιτιολόγησης. Στο σημείο αυτό εντοπίζονται και οι πιο εκτεταμένες τροποποιήσεις. «προσωρινή κράτηση μπορεί να επιβληθεί αντί για περιοριστικούς όρους – εάν αιτιολογημένα κριθεί ότι οι τελευταίοι δεν επαρκούν». επιτάσσει αφενός την επιβολή προσωρινής κράτησης ή περιοριστικών όρων. που απορρέει απ’ την αρχή του σεβασμού και της προστασίας της αξίας του ανθρώπου αλλά και από το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου. η εγγυοδοσία ή οποιοσδήποτε άλλος περιοριστικός όρος. 5. Σύμφωνα και με την Αιτιολογική Έκθεση του νέου νόμου.3. Με άλλα λόγια. δηλαδή. μόνο όταν τα μέτρα αυτά είναι «απολύτως αναγκαία». προσωρινή κράτηση μπορεί να επιβληθεί και όταν με βάση τα συγκεκριμένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της κρίνεται αιτιολογημένα ότι αν αφεθεί ελεύθερος είναι πολύ πιθανό να διαπράξει και άλλα εγκλήματα. τα μέτρα δικονομικού καταναγκασμού που επιβάλλονται στην ποινική προδικασία θα πρέπει να μπορούν να δικαιολογηθούν εκ των υστέρων είτε καταδικασθεί είτε αθωωθεί ο κατηγορούμενος. που συνάγεται όχι μόνο από τη λογική ερμηνεία άρθρου 282 ΚΠΔ αλλά . Συνδρομή κινδύνου φυγής ή κινδύνου διάπραξης νέων εγκλημάτων. όπως προκύπτει από προηγούμενες αμετάκλητες καταδίκες για ομοειδείς αξιόποινες πράξεις. να διαπράξει και άλλα εγκλήματα και β) Αν η αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο πράξη απειλείται στο νόμο με ισόβια κάθειρξη ή πρόσκαιρη κάθειρξη με ανώτατο όριο τα είκοσι έτη. που επέφερε ο Ν. 3811/2009. να αιτιολογείται γιατί εμφανίζεται η προσωρινή κράτηση ως η μόνη λύση για να αποτραπεί ο κίνδυνος και δεν αρκεί λ. Σύμφωνα με τη νέα διατύπωση του άρθρου 282 § 3 ΚΠΔ.χ. Θα πρέπει. η επιβολή της προσωρινής κράτησης βρίσκεται σε μια σχέση επικουρικότητας με την επιβολή περιοριστικών όρων. το αντικειμενικό μοντέλο διάγνωσης του κινδύνου φυγής διατηρείται και εξορθολογίζεται. Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία του εντάλματος προσωρινής κράτησης.[12] 4.[13] Άλλωστε. Από την άλλη ο κίνδυνος τέλεσης νέων εγκλημάτων πιθανολογείται πλέον με έναν πιο αντικειμενικό τρόπο: α) Αν κρίνεται αιτιολογημένα ότι αν αφεθεί ελεύθερος είναι πολύ πιθανό. αφού η ανάγκη διαπίστωσης των συγκεκριμένων προϋποθέσεων συνδέεται πλέον ρητά με τη συναφή ανάγκη διαπίστωσης και μάλιστα αιτιολογημένα σκοπού φυγής του κατηγορουμένου.

Αν η δίκη έχει υπερβολική διάρκεια οι αρχές είναι . 10-9-2010). Η γενική αναφορά στα «στοιχεία της δικογραφίας» ή η τυπική παράθεση (αντιγραφή) των προϋποθέσεων του νόμου – χωρίς κανένα στοιχείο. Το ΕΔΔΑ έχει κρίνει ότι στις ακόλουθες περιπτώσεις δεν θίγεται το τεκμήριο: -εμφάνιση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο με χειροπέδες για λόγους ασφαλείας -εξέταση αίματος προς διαπίστωση μέθης -ανάγνωση στο ακροατήριο ποινικού μητρώου (ανακοίνωση προηγούμενων καταδικών) του κατηγορουμένου προ της κρίσεως της ενοχής -κατάσχεση χρηματικού ποσού που αποδίδεται μετά αθώωση και -καταδίκη σε αόριστη κάθειρξη για τους ακαταλόγιστους (π. (γ) εάν συνελήφθη και κρατήται όπως οδηγηθή ενώπιον της αρμοδίας δικαστικής αρχής εις την περίπτωσιν ευλόγου υπονοίας ότι διέπραξεν αδίκημα. Σε κάθε περίπτωση πάντως η συνδρομή των παραπάνω όρων για την επιβολή της προσωρινής κράτησης θα πρέπει να εξετάζεται κάθε φορά που τίθεται θέμα για την άρση της ή την αντικατάσταση της με περιοριστικούς όρους είτε μετά από αίτημα του κατηγορουμένου είτε γιατί διαφοροποιήθηκαν οι συνθήκες.07/ McFarlane κατά Ιρλανδίας. 1 στοιχ. ή υπάρχουν λογικά δεδομένα προς παραδοχήν της ανάγκης όπως ούτος εμποδισθή από του να διαπράξη αδίκημα ή δραπετεύση μετα την διάπραξιν τούτου». που να θεμελιώνει αυτές τις προϋποθέσεις – δεν μπορεί να θεωρηθεί φυσικά ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. γ της ΕΣΔΑ που προβλέπει ότι: «Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα εις την ελευθερίαν και την ασφάλειαν. Β) Κάμψη του τεκμηρίου από την ανάγκη διευκόλυνσης της διεξαγωγής της ποινικής δίκης. 5 παρ.2. O εύλογος χρόνος αρχίζει να τρέχει από τη στιγμή που ανακοινώνεται σ’ένα άτομο από τις αρχές (και τις αστυνομικές) ότι κατηγορείται για τη διάπραξη ενός αδικήματος (δηλ.χ.. αφού για όσο περισσότερο βρίσκεται ο κατηγορούμενος σε καθεστώς προσωρινής κράτησης τόσο μεγαλύτερο είναι το πλήγμα που υφίσταται το τεκμήριο της αθωότητας. αποτελεί εγγύηση για την αποτροπή αυθαιρεσιών. ακόμη κι αν έχει μόνο την ιδιότητα του υπόπτου).χ. ΕΔΔΑ Perlala κατά Ελλάδος 22. καθώς και όταν εξετάζεται η εξακολούθηση ή η παράταση της προσωρινής κράτησης. παραπομπή σε ψυχιατρικό ίδρυμα για ψυχικά ασθενείς) στηριζόμενη στην κρίση για επικινδυνότητα και όχι στην ενοχή.και προκύπτει άμεσα από τα άρθρα 6 § 1 εδ. α Συντάγματος και από το άρθρο 139 ΚΠΔ. α και 93 § 2 εδ. Ουδείς επιτρέπεται να στερηθή εις ελευθερίας του ειμή …. Υπέρτερης τυπικής ισχύος από τις διατάξεις του ΚΠΔ είναι η διάταξη του ά. α) Η κάμψη του τεκμηρίου εμφανίζεται κυρίως με την μη έκδοση της απόφασης σε εύλογο χρόνο (π.

όπως. 6 παρ. καθώς συνιστά παραβίαση του άρθ. Μια δίκη για παράδειγμα για κακούργημα που διαρκεί δέκα χρόνια πλήττει βάναυσα την αξιοπρέπεια και την προσωπικότητα του κατηγορουμένου. ο οποίος υφίσταται τεράστια ψυχική ταλαιπωρία και υλική ζημία και αδυνατεί αν αποτινάξει από πάνω του το στίγμα του «ενόχου» που του άφησε η μακρόχρονη και ατέρμονη εμπλοκή του στην ποινική διαδικασία. εμπλοκή περισσοτέρων ατόμων). της αποδόσεως διαπραχθέντος αδικήματος ποινικής φύσεως». ειδικότερα. αντίληψη η οποία αντιστοιχεί επίσης στην έννοια των «σημαντικών συνεπειών για την κατάσταση» του υπόπτου”. Πρόκειται για μια από τις βασικότερες αιτίες καταδικών της χώρας μας από το ΕΔΔΑ[14]. η ημερομηνία της συλλήψεως.χ. δυσκολία στη συγκέντρωση του αποδεικτικού υλικού. Η εκάστοτε ωστόσο κρίση του ΕΔΔΑ ως προς το εύλογο ή μη της διάρκειας της ποινικής δίκης σχηματίζεται ανάλογα με τις συνθήκες και τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης και με βάση τα κριτήρια που έχει καθιερώσει το ΕΔΔΑ με τη νομολογία του και τα οποία είναι η πολυπλοκότητα της υπόθεσης (π. Η σύνδεση της εύλογης διάρκειας της δίκης με το τεκμήριο της αθωότητας είναι απλή.χ. Με τον όρο «κατηγορία». η «εύλογη προθεσμία» του άρθρου 6 § 1 αρχίζει μόλις ένα πρόσωπο «κατηγορηθεί».υποχρεωμένες να απελευθερώσουν τον κρατούμενο (ΕΔΔΑ Eckle κατά Γερμανίας. εκ μέρους της αρμοδίας αρχής. Επιπλέον. της απαγγελίας κατηγορίας και της ενάρξεως των προκαταρκτικών ερευνών. αδράνεια κατά το στάδιο της προδικασίας.). το οποίο εκτός των άλλων ορίζει ότι “παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή … εντός λογικής προθεσμίας υπό … δικαστηρίου …” . απονοηματοδοτεί την τελευταία. καθώς ο χρόνος που έχει παρέλθει από τη δημιουργία της επίδικης διαφοράς μέχρι την επίλυσή της. Είναι δυνατόν να πρόκειται για ημερομηνία η οποία να προηγείται της ημερομηνίας κατά την οποία επιλαμβάνεται της υποθέσεως το δικαστήριο της κρίσεως. στην υπόθεση Χορομίδης κατά Ελλάδας (27-4-2006) το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι: “προκειμένου περί ποινικών υποθέσεων. συνεχείς αιτήσεις αναβολών. παρέλκυση της διαδικασίας) και η συμπεριφορά των αρμόδιων διωκτικών και δικαστικών αρχών (π.χ. 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ. Το ΕΔΔΑ μάλιστα επισημαίνει και την ύπαρξη υποχρέωσης των συμβαλλομένων κρατών να οργανώνουν το σύστημα απονομής δικαιοσύνης ώστε τα δικαστήρια τους να εκπληρώνουν την απαίτηση του ά. η συμπεριφορά του κατηγορουμένου (π. 15-7-1982). Όσον αφορά το χρονικό σημείο από το οποίο αφικνείται το ΕΔΔΑ για να αξιολογήσει εάν η διάρκεια μιας δίκης ήταν ή όχι εύλογη. όντας από μόνος του πολύ πιο ισχυρός. 1 της Σύμβασης για δίκαιη δίκη μεταξύ των οποίων και την ανάγκη να αποφαίνονται επί των υποθέσεων που άγονται ενώπιον τους σε εύλογο διάστημα[15]. κατά την έννοια του άρθρου 6 § 1. είναι δυνατόν να νοείται «η επίσημη κοινοποίηση. . Δύο από τις λύσεις πάντως που προτείνει το ΕΔΔΑ ώστε να αρθούν ή να αμβλυνθούν οι συνέπειες που έχει για τον κατηγορούμενο η διεξαγωγή μιας δίκης με υπερβολική διάρκεια είναι: η οριστική παύση της ποινικής δίωξης και η μείωση της ποινής. έχει παρατηρηθεί ότι η μη έγκαιρη απονομή του δικαίου ισοδυναμεί σε αρκετές περιπτώσεις με τη μη απονομή δικαίου. καθυστέρηση στον προσδιορισμό δικασίμου κλπ.

2928/2001 προστέθηκε στο κεφάλαιο «Έρευνες» του Κ. το άρθρο 253Α. Να υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι τελέστηκε κάποια από τις πράξεις του α. 2928/2001 εισάγοντας στο πλαίσιο εφαρμογής των ειδικών ανακριτικών πράξεων και τις τρομοκρατικές πράξεις του 187 Α του Π. άρση του απορρήτου. τα πρόσωπα στα οποία θα επιβληθεί και το (απολύτως αναγκαίο) χρονικό διάστημα που απαιτείται για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού.Κ. 3251/2004 τροποποιήθηκε ο Ν. 1 & 2 του άρθ. ελεγχόμενες μεταφορές. 1 και 2 ΠΚ και του α. Κατά τον ελληνικό ΚΠοινΔικ οι προϋποθέσεις προκειμένου να εκτελεστεί με νόμιμο τρόπο αυτή η ανακριτική πράξη είναι οι εξής: Να πρόκειται για εγκληματική οργάνωση σύμφωνα με τα όσα ορίζονται στα άρθρα 187 παρ.187 και 187Α ΠΚ) που προϋποθέτουν την ύπαρξη ενδείξεων ενοχής για τέλεση κακουργήματος. αλλά ωστόσο καθιστούν το τεκμήριο αδρανές. Η ανακριτική διείσδυση να περιορίζεται στις απολύτως αναγκαίες πράξεις για τη διακρίβωση εγκλημάτων την τέλεση των οποίων τα μέλη της οργάνωσης είχαν αποφασίσει σε χρόνο προγενέστερο της διενέργειάς της. το οποίο εισήγαγε ορισμένες ειδικές ανακριτικές πράξεις (ανακριτική διείσδυση. 6 του Ν.187Α ΠΚ Η εξάρθρωση της εγκληματικής οργάνωσης ή η εξιχνίαση των τρομοκρατικών πράξεων του άρθρου 187Α ΠΚ να είναι διαφορετικά αδύνατη ή ιδιαιτέρως δυσχερής. Η έκδοση ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένου βουλεύματος από το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών μετά από πρόταση του Εισαγγελέα. Να έχει δοθεί σχετική εντολή από τον επικεφαλή της Υπηρεσίας ο οποίος οφείλει σε κάθε περίπτωση να έχει ειδοποιήσει προηγουμένως τον αρμόδιο εισαγγελέα. καταγραφή δραστηριότητας και συσχέτιση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα). οι οποίες προσφέρονταν για την εξάρθρωση των εγκληματικών οργανώσεων. 187 παρ. Με το άρθ. δύναται ο εισαγγελέας ή ο ανακριτής να διατάξει την έρευνα αλλά είναι υποχρεωμένος να εισάγει το ζήτημα εντός τριών ημερών στο αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο διαφορετικά η ισχύς της σχετικής διάταξης παύει αυτοδικαίως. 1 και 2 ΠΚ και για τις αξιόποινες πράξεις του άρθρου 187Α ΠΚ.253Α ΚΠΔ εισάγει ειδικές ανακριτικές πράξεις επί εγκληματικών οργανώσεων (για εγκλήματα άρθ. 42 του Ν. .β) Το άρθ. Μόνον κατ’ εξαίρεση.Δ.Αστυνομική διείσδυση/παγίδευση (agents provocateurs): Με το θεσμό της ανακριτικής διείσδυσης. από το οποίο πρέπει να προκύπτει με απόλυτη σαφήνεια το είδος της ανακριτικής πράξης που θα λάβει χώρα. Με τις παρ. • • • • • • . γεννάται ζήτημα προσβολής του τεκμηρίου της αθωότητας όταν η ανακριτική αυτή πράξη συγχέεται με την πρακτική των «agents provocateurs». Η διάταξη αυτή ήταν συνέπεια της αποδεικτικής δυσχέρειας που παρουσιάζουν οι υποθέσεις τρομοκρατίας και οργανωμένου εγκλήματος.Π.

το οποίο σε περίπτωση αμφιβολίας ως προς τη συνδρομή ή μη των όρων που θέτει ο Νόμος για τη διενέργεια της πράξης. Προκειμένου μάλιστα να περιχαρακωθεί η κεκαλυμμένη δράση των ανακριτικών οργάνων έχει καθιερωθεί πλέον η άποψη ότι πρέπει να γίνεται πλήρης και λεπτομερής καταγραφή των πράξεων των ανακριτικών οργάνων. του Π. Επιπλέον. έτσι ώστε αφενός να καθίσταται εφικτός ο έλεγχος της δράσης τους και αφετέρου να μη δυσχεραίνεται το Δικαστήριο στην αξιολόγηση της πραγματικής ευθύνης του κατηγορουμένου. Ειδικότερα. ο . 510 παρ. ο οποίος επίσης οδηγήθηκε ενώπιον του δικαστηρίου.000 ευρώ για την εμπλοκή του σε υπόθεση εμπορίας ναρκωτικών. δ΄ ΚΠΔ και α. Η αστυνομία είχε πληροφορίες ότι ο Π. ενώ παραβιάζεται και το τεκμήριο της αθωότητας. που σημαίνει ότι το τεκμήριο της αθωότητας πρέπει να έχει υποστεί ένα αρκετά δυνατό πλήγμα υπό το βάρος της σοβαρής πιθανολόγησης της τέλεσης της πράξης. ο Νομοθέτης καθιέρωσε ως όρο την ύπαρξη «σοβαρών εγγυήσεων ενοχής». Στην υπόθεση Πυργιωτάκης κατά Ελλάδος (21-2-2008) ο προσφεύγων καταδικάστηκε από το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Χανίων σε ποινή κάθειρξης δέκα ετών και σε πρόστιμο 15. 1 ΕΣΔΑ και αρθ. χωρίς η τελευταία να βρίσκει έρεισμα σε βούλευμα ή σε χρονικό σημείο εκτός των ορίων που τέθηκαν από το βούλευμα. 171 παρ. καταδεικνύεται ότι οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο προκύψει κατά τη διενέργεια της πράξης της ανακριτικής διείσδυσης. Κατά το δικαστήριο.. ότι δεν επιτρέπεται σε καμία περίπτωση η συγκεκριμένη πράξη να λαμβάνει επιθετικό χαρακτήρα που εξωθεί τον πολίτη στην εγκληματική δράση και δημιουργεί το πρώτον την εγκληματική διάθεση. Το ΕΔΔΑ με σειρά αποφάσεών του[16] επιδιώκει να χαράξει τα όρια της επιτρεπτής και κατ’ επέκταση μη αντιβαίνουσας στην αρχή της δίκαιης δίκης αστυνομικής διείσδυσης. δεν πρέπει να λαμβάνεται υπόψη από τις δικαστικές αρχές αφού αποτελεί παράνομο αποδεικτικό μέσο και συνεπώς απαγορεύεται η αξιοποίησή του. 1 εδαφ. 6 παρ. Τέλος. κατηγορήθηκε ότι λειτούργησε ως μεσάζων μεταξύ ενός αστυνομικού που παρίστανε τον αγοραστή και ενός εμπόρου. Σε περίπτωση που ληφθεί υπόψη αποδεικτικό υλικό που αποκτήθηκε με τον ως άνω παράνομο τρόπο.510 παρ. 1 Α΄ ΚΠΔ) και υπέρβαση εξουσίας (αρθ.Από τις ανωτέρω προϋποθέσεις του νόμου προκύπτει. θεμελιώνεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας λόγω παραβίασης του δικαιώματος του κατηγορουμένου για δίκαιη δίκη (αρθ. Έτσι. 1 Α΄ ΚΠΔ). Δεν γνώριζε τον προσφεύγοντα εκ των προτέρων και δεν είχε ακούσει να μιλούν για εκείνον πριν την επιχείρηση. καθιερώνει ως βασικά κριτήρια το αν η Αστυνομική επιχείρηση ήταν διατεταγμένη και εποπτευόταν από δικαστικό λειτουργό ή από μόνη την Αστυνομία και το αν ο συλληφθείς είχε την προδιάθεση να τελέσει την αξιόποινη πράξη. επιβάλλει να μην αξιοποιηθεί σε βάρος του τεκμαιρόμενου ως αθώου οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο προέκυψε από μία αμφίβολης νομιμότητας διαδικασία. εμπλεκόταν σε εμπορία ναρκωτικών και γι’αυτό ο αστυνομικός εμφανίσθηκε ενώπιόν του ως υποτιθέμενος αγοραστής.

2496/2005). αλλά μείωσε το πρόστιμο σε 7. ισχυρισμοί τους οποίους επιβεβαίωσε ο Τ. επίσης. - Προληπτικοί έλεγχοι με επέμβαση στην ιδιωτική ζωή (πριν την διάπραξη οποιουδήποτε ποινικού αδικήματος) προβλέπονται από ειδικούς ποινικούς νόμους όπως π. Έκρινε ότι η προσβληθείσα απόφαση ήταν πλήρως αιτιολογημένη και ότι το επιχείρημα.χ.προσφεύγων είχε υποδείξει τηλεφωνικά στον εν λόγω αστυνομικό να τον περιμένει σε ένα συγκεκριμένο μέρος. Όταν έφθασε εκεί. μεταξύ Κοινότητας και ΗΠΑ για τη διαβίβαση και επεξεργασία δεδομένων επιβατών αεροπορικών μεταφορών από τους ευρωπαίους μεταφορείς προς την υπηρεσία τελωνείων και προστασίας συνόρων του Υπουργείου Εσωτερικής Ασφαλείας των ΗΠΑ (Bureau of Customs and Border Protection) με σκοπό κυρίως την αποτροπή και καταπολέμηση της τρομοκρατίας. Το ΕΔΔΑ έκρινε παραβίαση του άρθ. ερχόταν σε αντίφαση με τα πραγματικά περιστατικά που είχε στοιχειοθετήσει το εφετείο. .000 ευρώ.3691/2008 που ενσωμάτωσε την Τρίτη Οδηγία της ΕΕ για το ξέπλυμα.6 παρ. Ο προσφεύγων άσκησε αίτηση αναίρεσης. τη σχετική συμφωνία που σύναψε το 2004 το Συμβούλιο της Ε. για τους ίδιους λόγους. βάσει του οποίου ο αστυνομικός είχε ενεργήσει ως «agent provocateur». ενώπιον του δικαστηρίου. Ο Άρειος Πάγος απέρριψε την αίτηση αναίρεσης. ακόμα κι αν ο εν λόγω αστυνομικός είχε ενεργήσει ως «agent provocateur». μέσα σε ένα αυτοκίνητο.. ο οποίος είχε ενεργήσει ως «agent provocateur». ο αστυνομικός συνάντησε τον προσφεύγοντα και τον Π. Κατά την άποψή του. Ο προσφεύγων. πριν από την επιβίβασή τους σε αεροπλάνο. Αν ο εν λόγω αστυνομικός δεν είχε ζητήσει να έρθει σε επαφή με τον Π. παραπονέθηκε μεταξύ άλλων για παραβίαση της αρχής της δίκαιης δίκης. [Βλ. η παράβαση για την οποία κατηγορήθηκε ουδέποτε θα είχε διαπραχθεί.. δημιουργώντας ένα προφίλ με βάση τα στοιχεία που διαθέτει και καταλήγει στο ενδεχόμενο αυτοί να είναι ή όχι τρομοκράτες].Ε. άσκησε έφεση κατά της απόφασης αυτής. την ενοχή του προσφεύγοντος και την ποινή κάθειρξης που του είχε επιβληθεί σε πρώτο βαθμό. Το ανώτατο δικαστήριο πρόσθεσε ότι.. Το Εφετείο Κρήτης επικύρωσε. με τον Ν. η καταδίκη του οφειλόταν αποκλειστικά στη συμπεριφορά ενός εκ των αστυνομικών που εμπλέκονταν στην υπόθεση. ο οποίος καθ’όλη τη διάρκεια της δίκης υποστήριζε ότι αγνοούσε τη φύση της συναλλαγής και ότι ήθελε μόνο να εξυπηρετήσει τον Τ. Εκεί. To πρόγραμμα αυτό προβαίνει σε αξιολόγηση όλων των επιβατών. Η συμφωνία έχει ενδιαφέρον από την άποψη της ηλεκτρονικής διασύνδεσης αρχείων βάσει του εγκληματικού προφίλ που δημιούργησε ένα ειδικό πρόγραμμα (Computer Assisted Pre-Screening Program: CAPPS II). Επικαλούμενος το άρθρο 6 § 1 της Σύμβασης. και έφυγε. Τους ακολούθησε μέχρι τον τόπο συναλλαγής. έναν γνωστό του που του είχε ζητήσει να φέρει σε επαφή τον υποτιθέμενο αγοραστή με τον Π. ο προσφεύγων αντάλλαξε κάποιες λέξεις με τον Π.1 της ΕΣΔΑ. οι πράξεις του δεν είχαν υπερβεί εκείνες ενός μυστικού αστυνομικού (απόφαση αριθ.

ΠΧ 2001. http://cmiskp. ΕΕυρΔ 2006. σελ. [13] Βλ. [8] Nerattini κατά Ελλάδος (18-12-08). 572. [1] Στην υπόθεση αυτή οι προσφεύγοντες Κουρδικής καταγωγής παραπονέθηκαν ότι έγινε αλλαγή του κατηγορητηρίου στην τελευταία συνεδρίαση της δίκης και δεν μπόρεσαν να προετοιμάσουν εγκαίρως την υπεράσπισή τους.coe.Β. [15] Αρβελάκης κατά Ελλάδος (12-04-01).int [6] Μπέκος και Κουτρόπουλος κατά Ελλάδος (13-12-05). (09-06-98. όπου τονίζονται – πλην της αρχής της αναγκαιότητας – και οι ακόλουθες τρεις αρχές. κ.Ε. 445 [10] Το ΕΔΔΑ βέβαια αναφερεται στο βάρος απόδειξης που φέρει ο Εισαγγελέας επηρεασμένο όμως από άλλες έννομες τάξεις και όχι την ελληνική (Βλ. Το ΕΔΔΑ κατέληξε ότι υπήρξε παραβίαση του άρθ. Σαμίου και ΠοινΔικ 2000 σελ. http://cmiskp.gr [9] Englert κατά Γερμανίας (25-08-87). Βarberà. κατά της Τουρκίας (28-10-2004). σελ. Vanyan κατά Ρωσίας. Στεφάνου κατά Ελλάδας (22-04-2010). (15-12-05).coe.gr [7] Εννοεί «μαγνητοσκόπηση».6 παρ. Ζημιανίτη. κ.3 β της ΕΣΔΑ.int [3] Μαμιδάκης κατά Ελλάδος (11-01-07).λ. Portington κατά Ελλάδας (23-09-98). Τρεκλή [4] Διαμαντίδης κατά Ελλάδος (19-02-05). ενώ την ημέρα που θα έβγαινε η απόφαση προστέθηκε και συμμετοχή σε παράνομη ένοπλη οργάνωση.echr.nsk. Σταμουλακάτος ΙΙ κατά Ελλάδας (26-11-97). www. Αρβελάκης κατά Ελλάδας (12-04-01). σελ. σ. Φίλης ΙΙ κατά Ελλάδας (27-06-97). σελ. Βασιλείου (05-02-03). Μessegué and Jabardo v.coe.ά. V.π. [5] Minelli κατά της Ελβετίας (25-03-83). Καραγιάννης κατά Ελλάδας (16-01-03). με παρατηρήσεις Σ.coe. Σαραντίδης κατά Ελλάδας (22-04-2010). Αιτιολογική Έκθεση του Ν. ΠοινΔικ 2007.int.int). Τρίτσης κατά Ελλάδας (10-06-2010).echr. ΠΧ ΝΑ/2001. [11] ΑΠ (Συμβ) 1018/2000.- Τέλος. [14] Μαγγαφίνης κατά Ελλάδας (22-04-10).echr. κατά Ελλάδας (29-03-01). σελ. Daktaras κατά της Λιθουανίας (17-01-01).echr. Spain (06-1288). 112 [12] Η διατύπωση του άρθρου σχετικά με τον κίνδυνο τέλεσης νέων εγκλημάτων πριν την τελευταία νομοθετική μεταβολή (που αφορούσε όλα τα κακουργήματα) είχε ως εξής: «ή κρίνεται αιτιολογημένα ότι αν αφεθεί ελεύθερος είναι πολύ πιθανό. 1204 με παρατηρήσεις Δ. β) η αρχή της αναγκαίας αναλογίας και γ) η αρχή του προσήκοντος βαθμού υπονοιών ή ισχύος των ενδείξεων. Παπαγεωργίου κατά Ελλάδας (22-10-97). Αρχικά είχαν κατηγορηθεί για αποσχιστική δραστηριότητα και προσβολή του πολιτεύματος. 462 [16] Texeira de Castro κατά Πορτογαλίας. μια άλλη κάμψη του τεκμηρίου εισάγεται στο δίκαιο ανηλίκων δραστών με την επιβολή αναμορφωτικών μέτρων χωρίς απόφαση επί της υπαιτιότητας (υποτίθεται ότι είναι αθωωτικές αποφάσεις).gr http://cmiskp. (21-02-08). Υ.nsk. www. ΠοινΛογ 2001.nsk. [2] Allan κατά Ην. υπό το φως των οποίων έγιναν οι τροποποιήσεις του άρθρου 282 ΚΠΔ: α) η αρχή της απαγόρευσης του υπέρμετρου. www. Κοσμόπολις Α. http://cmiskp. να διαπράξει και άλλα εγκλήματα». 855. Πασχαλίδης κλπ κατά Ελλάδας (19-03-97). Πυργιωτάκης κατά Ελλάδας. ΕΕΕυρΔ 1990. κατά Φινλανδίας (24-04-07). 3811/2009. όπως προκύπτει από ειδικά μνημονευόμενα περιστατικά της προηγούμενης ζωής του ή από τα συγκεκριμένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της πράξης για την οποία κατηγορείται. . Ζαρμακούπης και Σακελλαρόπουλος κατά Ελλάδας (19-10-00). Την ίδια άποψη περί μη αναγκαιότητας του ειδικότερου καθορισμού της έλλειψης αιτιολογίας διατύπωσε ο ΑΠ και στην 87/2001. 248 με παρατηρήσεις Θ. Οικονομίτσιος κατά Ελλάδας (19-10-00).

Έτσι πολύ νωρίς κρίθηκε αναγκαίος ο χωρισμός της ανάκρισης του εγκλήματος από την κατ’ουσία εκδίκασή του και η τοποθέτησή της μαζί με την φάση τα κρίσης τρων πορισμάτων στην προδικασία (ανάκριση + κρίση πορισμάτων = προδικασία). Η ΜΟΡΦΗ ΤΗΣ ΑΝΑΚΡΙΣΗΣ Η μορφή της ανάκρισης εξετάζεται αναφορικά με τα όργανα στα οποία έχει ανατεθεί: εισαγγελέας. καθιερώθηκε η αρχή της άμεσης λήψης . Ενόψει του δικαστικού της χαρακτήρα ήταν εύλογο να ρυθμιστεί με κανόνες ποινικού δικονομικού δικαίου που καθορίζουν την μορφή της. τα όργανα που είναι αρμόδια για διεξαγωγή της και μέσα που επιτρέπεται να χρησιμοποιηθούν. • Αναγκαιότητα της ανάκρισης και η θέση της στην ποινική δίκη Για την προστασία του κύρους της δικαιοσύνης απαιτείται η διεξαγωγή της δίκης να γίνεται μόνο όταν προηγουμένως έχει εξασφαλιστεί ένας βαθμός πιθανότητας ότι το έγκλημα τελέστηκε και ότι το καταγγελλόμενο άτομο μπορεί να είναι ο δράστης. ανακριτής. Αλλά και από την πλευρά του αθώου κατηγορουμένου υπάρχει συμφέρον να ξεκαθαριστεί η υπόθεση από την προδικασία για να μην στιγματιστεί από τη δημόσια δίκη.H ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΗΣ ΑΝΑΚΡΙΣΗΣ Ανάκριση = κορμός της ποινικής δίκης αφού αρχίζει με την πρώτη πληροφορία για τέλεση του εγκλήματος και συνεχίζει μέχρι την έκδοση της απόφασης. Επειδή όμως κρίθηκε ότι θα προέκυπταν πολλά προβλήματα εάν στηριζόταν η ουσιαστική κρίση του δικαστή στα πορίσματα του οργάνου που διεξήγε την ανάκριση. αστυνομία.

2α ΕΣΔΑ) «εντός 24 ωρών» . Με αυτό το πνεύμα πρέπει να αντιμετωπίζεται η ύπαρξη αλλεπάλληλων προθεσμιών.97. Συγκεκριμένες αναφορές στον χρόνο ως στοιχείο της διενέργειας ή της διάρκειας των διαδικαστικών πράξεων γίνονται σε αυξημένης ισχύος δικονομικούς κανόνες οι οποίοι κατοχυρώνοντας ατομικά δικαιώματα προσδιορίζουν ταυτόχρονα την ουσία της ποινικής διαδικασίας. να λαμβάνει γνώση των εγγράφων της ανάκρισης πριν απολογηθεί (άρθ.5 παρ. 101.1 και 2 Συντ. άρθ. Κατηγορητικό σύστημα: ανάκριση = προφορική + δημόσια Εξεταστικό σύστημα: ανάκριση = έγγραφη + μυστική (αλλά απέναντι και στον κατηγορούμενο) Μεικτό σύστημα (:Ελλάδα) : Ανάκριση στην προδικασία = έγγραφη + μυστική/ στο Ακροατήριο = δημόσια + προφορική κατά τους κανόνες που ρυθμίζουν την κύρια διαδικασία. • Κύρια χαρακτηριστικά της ανάκρισης: έγγραφη διεξαγωγή και μυστικότητα. κλπ) η τήρηση των οποίων απαιτεί χρόνο. Με τον Ν.104ΚΠΔ). αφού ο Εισαγγελέας έχει δικαίωμα να παρίσταται σε κάθε ανακριτική πράξη και να λαμβάνει γνώση των εγγράφων οποτεδήποτε θελήσει. • Ουσιώδες στοιχείο της ανάκρισης : ο χρόνος Αν αφαιρεθεί η έννοια του χρόνου τότε θα πρόκειται για ένα σύνολο πράξεων που θα απέχει από το είδος της δίκης που κατοχυρώνεται στα γνωστά συντάγματα και διεθνή κείμενα.2928/2001 το άρθρ.6 παρ. Η περιορισμένη μυστικότητα έχει επικριθεί ως άνιση μεταχείριση του κατηγορουμένου. άρθ. Τέτοιες περιπτώσεις είναι: -Η προσαγωγή του ατόμου ενώπιον δικαστή/ανακριτή και η πληροφόρησή του σε εξαιρετικά σύντομα χρονικά περιθώρια (άρθ..2 και 3.6 παρ. Βελτιωμένο μεικτό σύστημα (Ελλάδα) = μυστικότητα της ανάκρισης υποχωρεί αφού κατηγορούμενος δικαιούται να παρίσταται κατά την ενέργεια των ανακριτικών πράξεων (εκτός από την εξέταση των μαρτύρων αλλά και πάλι δύναται εάν η εμφάνιση του μάρτυρα στο ακροατήριο δεν είναι δυνατή 219 παρ. χρονικών ορίων και τύπων (εκθέσεις κοινοποιήσεις.253Α ΚΠΔ προβλέπει ειδικές ανακριτικές μεθόδους που διακρίνονται από μυστικότητα και έναντι του κατηγορουμένου. Αν παρακαμφθεί κάποια προθεσμία ή τύπος κατά 171 ΚΠΔ επέρχεται απόλυτη ακυρότητα.2 ΚΠΔ).των αποδείξεων = ο δικαστής της ουσίας επανεξετάζει ο ίδιος τα αποδεικτικά στοιχεία που συγκεντρώθηκαν στην προδικασία κατά τρόπο ώστε η ουσιαστική ανάκριση του εγκλήματος επαναλαμβάνεται στο ακροατήριο.

3 β ΚΠΔ). Η οικονομία της δίκης απαιτεί η ανάκριση να διεξάγεται μόνο όταν αυτό κρίνεται αναγκαίο.246 παρ.244 ΚΠΔ από τον Ν.-Eάν ο δικαστής ενώπιον του οποίου προσάγεται το άτομο αποφασίσει την προφυλάκιση του. «μερικής» αρμοδιότητος μονομελούς -αρθ.4 ΕΣΔΑ). Στις λιγότερο σημαντικές υποθέσεις μπορεί να γίνει προανάκριση χωρίς να αποκλείεται να γίνει και κυρία ανάκριση αν απαιτείται να συμπληρωθεί (άρθ.43ΚΠΔ δίδεται μόνο για πλημμελήματα που υπάγονται στην αρμοδιότητα του τριμελούς πλημμελειοδικείου ή έχουν τελεστεί από πρόσωπο ιδιάζουσας δωσιδικίας.3 ΚΠΔ) και μόνο αυτός είναι αρμόδιος για έκδοση εντάλματος σύλληψης. αστυνομική ανάκριση ή προκαταρκτική εξέταση.282ΚΠΔ και 2) πλημμελήματα στα οποία η προανάκριση που ήδη έγινε χρειάζεται συμπλήρωση (άρθ. όταν έχει προηγηθεί ένορκη διοικητική εξέταση ή συντρέχουν ειδικά μνημονευόμενοι στην παραγγελία του εισαγγελέα εξαιρετικοί λόγοι. Ο σύντομος χαρακτήρας των προθεσμιών συντάσσεται με το επαχθές του μέτρου.246 παρ. Στις περιπτώσεις που προβλέπεται υποχρεωτική κύρια ανάκριση ανατίθεται σε τακτικό ανακριτή (δικαστή πρωτοδίκη) (άρθ.5 παρ.246 παρ. το άτομο έχει δικαίωμα προσφυγής εντός 5 ημερών (άρθ. Τα είδη της ανάκρισης: προανάκριση. Τελειώνει αφού κληθεί ο κατηγορούμενος να απολογηθεί προ τουλάχιστον 48 ωρών με : (αρθ.3 ΚΠΔ).114 ΚΠΔ): 1) Όλα τα κακουργήματα και πλημμελήματα για τα οποία μπορούν να επιβληθούν περιοριστικοί όροι (τιμωρούμενα με φυλάκιση τουλάχιστον 3 μηνών) –άρθ. Κριτήριο για την διενέργεια τακτικής ανάκρισης : Τυπικό (κατά τον Έλληνα νομοθέτη) σύμφωνα με την βαρύτητα των υποθέσεων (πάνω από 3 μήνες ποινή φυλάκισης δηλ. Δύο είδη ανάκρισης που προϋποθέτουν την άσκηση ποινικής δίωξης: • Προεισαγωγική ανάκριση (προανάκριση) [που είναι σύντομη] άρθ. κυρία ανάκριση.245 ΚΠΔ) -Απ’ευθείας κλήση στο ακροατήριο .3904/2010: «Παραγγελία για προανάκριση σύμφωνα με το άρ.245ΚΠΔ: Σύμφωνα με την τροποποίηση του άρθ. προσωρινής κράτησης και περιοριστικών όρων. που επιβάλλουν τη διεξαγωγή συγκεκριμένων ανακριτικών πράξεων».285ΚΠΔ) ενώπιον δικαστηρίου που πρέπει να αποφασίσει «εντός βραχείας προθεσμίας» (άρθ.

αναλυτικά άρθρο 245ΚΠΔ) -Επίσης.2). [από τους .3904/2010 και προσθήκη άρθρ. --------------------------Προ της ασκήσεως ποινικής διώξεως: • Αστυνομική ανάκριση: αποτελεί αστυνομικές προανακριτικές πράξεις και όχι ανάκριση με τη στενή έννοια.245 παρ.310ΚΠΔ) ή • για περαιτέρω ανάκριση • παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο.308ΚΠΔ) με βούλευμα του Συμβουλίου πλημμελειοδικών (βλ. εκτός εάν η φύση της υπόθεσης ή η διενέργεια της πράξης το επιβάλλει.246ΚΠΔ). τροποποίηση του άρθρου 308 από Ν. για μη απαγγελία της κατηγορίας (αν δεν υπάρχουν ενδείξεις ή οι υπάρχουσες δεν είναι αποχρώσες ή όταν το γεγονός δεν συνιστά αδίκημα ή υπάρχει λόγος που αποκλείει τον άδικο χαρακτήρα της πράξης ή τον καταλογισμό – άρθ.309ΚΠΔ) διαβιβάζονται στον Εισαγγελέα ο οποίος υποβάλλει πρόταση στο Συμβούλιο για: • • παύση (οριστικά ή προσωρινά) της δίωξης.3). Περάτωση της κύριας ανάκρισης (άρθ. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις ο χρόνος αυτός μπορεί να παραταθεί έως 3 το πολύ μήνες. Το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί από τη διενέργεια της προανάκρισης μέχρι την περάτωσή της δεν μπορεί να υπερβεί τους 3 μήνες (άρθ. για εύλογο χρονικό διάστημα με ειδικά αιτιολογημένη πράξη του Εισαγγελέα Εφετών. • Τακτική ή κυρία ανάκριση: Διενεργείται πάντοτε στα κακουργήματα. Διενεργείται προ ασκήσεως της ποινικής διώξεως για να βεβαιωθεί η πράξη και να εξακριβωθούν τα στοιχεία του δράστη και χωρίς παραγγελία του αρμόδιου Εισαγγελέα (άρθ.243 παρ.3904/2010). Πάντα από ανακριτές δικαστές (άρθ.4. αρχειοθέτηση αν δεν προκύψει η ταυτότητα του δράστη (άρθ.-Παραγγελία του Εισαγγελέα για τακτική ανάκριση αν προκύπτει τέλεση κακουργήματος ή -Πρόταση του Εισαγγελέα στο δικαστικό Συμβούλιο αν δεν προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για παραπομπή (βλ.243 παρ.308 Α για την κατ’εξαίρεση περάτωση της κύριας ανάκρισης σε ορισμένα κακουργήματα και 308 Β για πρόβλεψη ποινικής συνδιαλλαγής). Μετά το τέλος της ανάκρισης τα έγγραφα (άρθ. τροπ.

Εισαγγελέας και Αστυνομία 1) Ανακριτής: Από το επιτυχημένο έργο του εξαρτάται η ορθή απονομή της Δικαιοσύνης. • Προκαταρκτική εξέταση (άρθ. ασκηθεί ποινική δίωξη.245 παρ. τιμιότητα και αφοσίωση στο λειτούργημά του .240 – 241). Προσόντα: α) ειδίκευση (πρόβλημα μη διαχωρισμού ποινικών και πολιτικούς δικαστές) και β) πνευματικά. υπομονή και επιμονή 3.δεν προκύψει η ταυτότητα του δράστη η υπόθεση τίθεται στο αρχείο (άρθ. ακρίβεια στις λεπτομέρειες και σαφήνεια στην απόδοσή τους 4.31 ΚΠΔ) = Ανατίθεται στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών (μπορεί να διεξαχθεί και από τους γενικούς ανακριτικούς υπαλλήλους –αρθ.33) και αποτελεί προεισαγωγική διερεύνηση προς διαπίστωση του αν οι υπόνοιες είναι βάσιμες ώστε να κινηθεί η ποινική δίωξη. Τακτικός ανακριτής = παντοδύναμος.273 παρ. Η ειδίκευση δύσκολο να αποκτηθεί. η έγγραφη (+ ένορκη) κατάθεσή του δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί και πρέπει να τεθεί στο αρχείο της Εισαγγελίας. Χρειάζονται και άλλα προσόντα όπως: 1. έρευνα κατοικίας.υπαλλήλους του άρθ. Αν το αποτέλεσμα είναι θετικό.ενεργητικότητα και πρωτοβουλία. μέχρι τηλεπικοινωνίες… Κατά τον Hans Gross (θεμελιωτή της Ανακριτικής) οι γνώσεις δεν είναι το παν. ΦΟΡΕΙΣ ΤΗΣ ΑΝΑΚΡΙΣΗΣ Ανακριτής. προσωρινή κράτηση. Η προκαταρκτική εξέταση διεξάγεται κατά τον ίδιο τρόπο που διεξάγεται και η ανάκριση (άρθ. επιβάλλεται να διαταχθεί προανάκριση ή κύρια ανάκριση (αναλόγως) και ακολουθεί νέα εξέταση των μαρτύρων.33 ΚΠΔ] προς αποφυγή διαφυγής του δράστη ή εξάλειψης των αποδεικτικών στοιχείων. συλλήψεις. αφού έχει το δικαίωμα να αρνηθεί να απαντήσει (άρθ. εξυπνάδα και προσεκτικότητα 5. δεδομένου ότι ο κατηγορούμενος δεν μπορεί να εξεταστεί ενόρκως.2). Αν μεταξύ των μαρτύρων εξετάστηκε στην προκαταρκτική εξέταση και ο ύποπτος (που κατόπιν έγινε κατηγορούμενος). Αν –όπως και στην προανάκριση. Αποτυχία στο έργο του σημαίνει ενδεχόμενη διαφυγή δραστών και έκθεση αθώων σε κίνδυνο άδικης καταδίκης τους. «ηθικά και άλλα χαρίσματα». εμπειρία 7. αφού δύναται: σωματικές έρευνες. διακριτικότητα και θάρρος 6. 2.3). Σχεδόν πάντα η έρευνα ολοκληρώνεται στην αστυνομική εξέταση πριν δηλ. γιατί μια υπόθεση μπορεί να απαιτεί ειδικές γνώσεις: από μαθηματικά.

να μην επηρεάζεται από κοινωνικά ή άλλα προφανή στοιχεία που μπορεί να προκαλέσουν συμπάθεια ή αντιπάθεια (να είναι ανεπηρέαστος) 12. Το έργο της συνίσταται σε ανίχνευση και διακρίβωση των εγκλημάτων και της ταυτότητας των εγκληματιών.8.α. Γενικά δεν πρέπει να σχηματίζει κάποια γνώμη για την υπόθεση πριν το πέρας της ανάκρισης ή να έχει κάποια θεωρία και να προσκολλάται σ’αυτήν. Γι’αυτό αρμοδιότητα προκαταρκτικής εξέτασης και προανάκρισης (αν η μήνυση/έγκληση υποβληθεί κατευθείαν στην Εισαγγελία δίδουν αμέσως κατάθεση στον Εισαγγελέα βεβαιώνοντας στην ουσία το περιεχόμενο αυτής.43ΚΠΔ). να μη κάνει δυσμενείς διακρίσεις (φύλου.δικαστική (ή «Αστυνομία καταδίωξης» κατά Γαρδίκα): με κατασταλτικό χαρακτήρα. Ουσιαστική έννοια: Πολιτειακή ενέργεια που αποβλέπει στην αποτροπή παντός κινδύνου και διαταράξεως της δημόσιας τάξεως. Τυπική έννοια: Δημόσια υπηρεσία στην οποία είναι ανατεθειμένη η άσκηση της πολιτειακής ενέργειας της αστυνομίας. χωρίς να χρειάζεται να κληθούν και δεύτερη φορά (βλ. εθνικότητας. 2. να μην επιζητά τη δόξα /προβολή μέσω της υπόθεσης. 2) Εισαγγελέας: Λειτουργικά αρμόδιο όργανο για κίνηση ποινικής δίωξης (άρθ. πρέπει να υπάρχει ελάχιστος βαθμός πιθανολόγησης της καταγγελίας που υποβάλλεται (ότι δεν είναι προφανώς ουσία αβάσιμη ή ψευδής). αρχή νομιμότητας με στοιχεία σκοπιμότητας δηλ. 3) Αστυνομία: 1. Αναγκαίο σε υποθέσεις με πολλές μαρτυρικές καταθέσεις η σύνταξη ενός συγκριτικού πίνακα. στην συγκέντρωση των αποδεικτικών στοιχείων και γενικά στην υποβοήθηση του ανακριτικού έργου. απόφαση 26 που υιοθέτησε στο 8ο Συνέδριο του ΟΗΕ στην Αβάνα ένα σύνολο «Κατευθυντήριων γραμμών για τον ρόλο των Εισαγγελέων» τονίζοντας την ανάθεση ανακριτικών καθηκόντων).β. Κατά το ελληνικό δίκαιο. θρησκείας. αλλά υλοποιείται με την παραγγελία του Εισαγγελέα για διεξαγωγή ανάκρισης ή προανάκρισης ή με απευθείας κλήση στο ακροατήριο. αποστασιοποίηση από προσωπικά προβλήματα 9. πολιτικών πεποιθήσεων. κλπ) 10. διοικητική: έχει ως σκοπό την τήρηση της δημοσίας τάξης (κυρίως προληπτικός χαρακτήρας) 2. Αρχή νομιμότητας ή σκοπιμότητας της ποινικής δίωξης. Η κίνηση της ποινικής δίωξης δεν αποτελεί αυτοτελή τυπική πράξη. . 2. να μην επηρεάζεται από τον τύπο και την κοινή γνώμη 11.

η οποία θα βρίσκεται σε παράλληλη δραστηριότητα με τη Διοικητική Αστυνομία. κυρίως δε το πνεύμα άμιλλας μεταξύ των δύο αστυνομικών Σωμάτων. του Εισαγγελέα στη διενέργεια των καθηκόντων του από τα αρμόδια αστυνομικά όργανα. Επίσης.Στην Ελλάδα διαχωρισμό μεταξύ της διοικητική και δικαστικής αστυνομίας είχαμε με το β. Δικαιοσύνης που υπογράμμιζε την αδυναμία δράσης των δικαστικών λειτουργών προς εξιχνίαση σοβαρών εγκλημάτων λόγω παραγγελιών σε υπηρεσίες που υπάγονται στην εκτελεστική εξουσία. Νομοσχέδιο περί σύστασης δικαστικής αστυνομίας κατετέθη το 2010. 1918: Η αγγλική οργανωτική αποστολή για την Αστυνομία πόλεων ιδρύει στην Αθήνα κεντρικό γραφείο εγκληματολογικής σήμανσης (στη δικαιοδοσία της Χωροφυλακής μέχρι το 1921 και μετά στην . Κίνηση υπέρ του διαχωρισμού παρατηρήθηκε ξανά από τη δεκαετία του 1990 (Διάσκεψη Μαδρίτης 1990 εκπροσώπων Κρατών μελών ΕΕ με θέμα τη δικαστική αστυνομία. Λίγα χρόνια αργότερα η Εταιρεία Δικαστικών Μελετών πρότεινε τη δημιουργία στις μεγάλες πόλεις δικαστικής αστυνομίας στελεχωμένης από αστυνομικούς ειδικευμένους στη δίωξη του εγκλήματος). 1914: Η ιταλική οργανωτική αποστολή για την οργάνωση της Χωροφυλακής ιδρύει στη Θεσσαλονίκη γραφείο δακτυλοσκοπικής σήμανσης. όπως επίσης και η ασφαλής μεταγωγή των κρατουμένων. το 1987 υποβλήθηκε υπόμνημα στο Υπ. Η ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΗΣ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΛΟΓΙΚΗΣ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ Η Εγκληματολογική Αστυνομία ιδρύθηκε στην Ελλάδα το 1900 μετά την εγκατάλειψη της δικαστικής αστυνομίας ως ξεχωριστού σώματος. πολλά οργανωτικά πλεονεκτήματα. οι θέσεις θα καλυφθούν από το νέο Σώμα καθεαυτό.ΑΣ. αλλά γρήγορα η λύση της δικαστικής αστυνομίας εγκαταλείφθηκε ως άστοχη. 31-12-1836 περί δημοτικής αστυνομίας.δ. η υποβοήθηση δηλ. θα πάψει να υπάρχει από τη σύσταση της Δικαστικής Αστυνομίας. από ορισμένο βαθμό και πάνω μπορούσε να αναλάβει ανακριτικά καθήκοντα. Κύριο μέλημά της προβλέπεται να είναι η συμπλήρωση της προανάκρισης ή της προκαταρκτικής εξέτασης. Στην αρχή της λειτουργίας της Δικαστικής Αστυνομίας προβλέπεται η απόσπαση του αναγκαίου εκείνου αριθμού αστυνομικών από τη Διοικητική Αστυνομία. Αυτό. εφόσον υπάρχει ιεραρχικό κενό στο νέο Σώμα. Μέχρι σήμερα οποιοδήποτε αστυνομικό όργανο. γεγονός που θα επιφέρει μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα. γιατί η αστυνομία είναι οργανισμός ενιαίος. Η σύσταση και η λειτουργία της Δικαστικής Αστυνομίας προβλέπεται ότι θα προσφέρουν αποτελεσματικότητα και υπηρεσιακή επάρκεια στην εισαγγελική Αρχή. Συν τω χρόνω. Η προτεινόμενη νέα αστυνομία θα υπάγεται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και σε καμία περίπτωση δεν θα λειτουργεί ανταγωνιστικά προς την ΕΛ.

Ν. διαβατηρίων και χειρισμού κρίσεων). Στο Κεντρικό Γραφείο Εγκληματολογικών Αναζητήσεων προβλέφθηκε ίδρυση Εγκληματολογικών Εργαστηρίων και Συνεργείων Σήμανσης. 2. 52/03. Π. ΣΥΣΤΑΣΗ ΑΡΧΗΓΕΙΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ».33ΚΠΔ). 1. Π. Δημιουργία Κλάδου Αστυνομίας ασφάλειας με τον Ν. Ας σημειωθεί ότι κανένας νεότερος νόμος δεν ξαναπροέβλεψε διεύθυνση από Καθηγητή Εγκληματολογίας ή δικαστικό λειτουργό). κρατικής ασφάλειας. όπου ονομάζεται: Κεντρικό Γραφείο Εγκληματολογικών Αναζητήσεων).582/1984 ιδρύονται οι κεντρικές και περιφερειακές υπηρεσίες του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης.2800/2000. Στη Διεύθυνση Δημόσιας Ασφάλειας υπάγονται 4 τμήματα: - αντιμετώπισης του εγκλήματος οικονομικών εγκλημάτων ναρκωτικών και παραβατικότητας ανηλίκων και ανάλυσης εγκληματικότητας . όπου υπάγεται η Διεύθυνση Δημόσιας Ασφαλείας. Γαρδίκα από το 1929-1969) και το 1972 γίνεται συγχώνευση σε ενιαία υπηρεσία της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Υπηρεσιών. Ν.Δ. 229/03.gr/index.Δ.2800/2000 -ΦΕΚ. αναδιάρθρωση Αστυνομίας με: Ν. στην οποία ανατίθεται η πρόληψη και καταστολή του κοινού εγκλήματος. αλλοδαπών.Δ. (βλ. Π. με χρησιμοποίηση επιστημονικών μεθόδων διαλεύκανσης των εγκλημάτων κλπ. Π. Υπάρχει ένα ενδιάμεσο σύστημα.Δ. 20/02. Στην Ελλάδα σήμερα δεν υπάρχει αυτοτελής και ανεξάρτητη από το λοιπό αστυνομικό σώμα δικαστική αστυνομία. 110/02.Τ.02.Αστυνομία πόλεων.41/29.Δ.262/02. μεταξύ των οποίων και Υποδιεύθυνση Εγκληματολογικών Υπηρεσιών. Π.Δ. Π. Σήμερα στο Αρχηγείο Ελληνικής Αστυνομίας στον Κλάδο Ασφάλειας και Τάξης υπάγονται 8 διευθύνσεις μεταξύ των οποίων η Διεύθυνση Δημόσιας Ασφάλειας (οι υπόλοιπες είναι: Γενικής αστυνόμευσης. δηλ.2910/2001. 339/02. με χαρακτήρα δικαστικού προσώπου. 14/01.astynomia. διεθνούς αστυνομικής συνεργασίας. 205/2004. [βλ.1481/1984 οι αρμοδιότητες της ΔΕΥ ανατίθενται στον Κλάδο Δημόσιας Ασφάλειας της ΕΛΑΣ και με το π. Χωροφυλακής και Αστυνομίας πόλεων στη Διεύθυνση Εγκληματολογικών Υπηρεσιών (όπου διευθυντής ορίζεται Εισαγγελέας από βαθμό Αντεισαγγελέα Εφετών και πάνω για να προσδώσει δικαστικό χαρακτήρα. Ν. Π. Ν.261/02. Τροχαίας.Δ. Το 1929 ιδρύεται η Διεύθυνση Εγκληματολογικών Υπηρεσιών (με διευθυντή τον Κων.δ. 3686/2008).ως περιφερειακή υπηρεσία της ΕΛΑΣ. ιστοσελίδα του Αρχηγείου ΕΛΑΣ: http://www.Δ.2000 «ΑΝΑΔΙΑΡΘΡΩΣΗ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ Υ. Π. 2838/2000. Με τον Ν.3585/2007. Καθήκοντα ανακριτικών υπαλλήλων ανατίθενται σε ορισμένα όργανα της αστυνομίας (αστυνομικό προσωπικό του άρθ.Δ. Ν.php? option=ozo_content&perform=view&id=45&Itemid=35&lang=). 3169/03.

Αντιμετώπισης ειδικών εγκλημάτων βίας (:Αντιτρομοκρατική.Δ. Επίσης εκτός Κλάδου Ασφαλείας & Τάξης (υπάγονται απ’ευθείας στον Αρχηγό ΕΛΑΣ) λειτουργούν οι Διευθύνσεις: 1.Στατιστικής • Τμήμα Αρχείων • Τμήμα Εσωτερικών Λειτουργιών. 14/2001). 4. Περιλαμβάνει τα ακόλουθα τμήματα: • Τμήμα Αντιμετώπισης Εσωτερικής Τρομοκρατίας • Τμήμα Αντιμετώπισης Διεθνούς Τρομοκρατίας • Τμήμα Αντιμετώπισης Λοιπών Εγκλημάτων Βίας • Τμήμα Επιχειρήσεων και Ειδικών Ελέγχων • Τμήμα Διοικητικής Υποστήριξης • Τμήμα Τεχνικής Υποστήριξης 2. • • • • Εσωτερικών υποθέσεων και Εγκληματολογικών Ερευνών.Φωτογραφικό • Τμήμα Καταδιωκτικών . που ιδρύθηκε με το Π.αξιών • Τμήμα Χημικών και Φυσικών Εξετάσεων • Τμήμα Ανάλυσης Βιολογικών Υλικών • Τμήμα Μεθοδικοτήτων . 3. Στη Διεύθυνση Ασφαλείας Αττικής υπήχθησαν: α) Υποδιεύθυνση Κρατικής Ασφαλείας και .Στη Διεύθυνση κρατικής ασφάλειας υπάγονται επίσης 4 τμήματα: - Κοινωνικών & πολιτιστικών ζητημάτων Προστασίας του πολιτεύματος Όπλων & εκρηκτικών και Ταυτοτήτων & αρχείων. Η Διεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών διαρθρώνεται στα εξής τμήματα: Τμήμα Δακτυλοσκοπίας Τμήμα Εξερευνήσεων Τμήμα Εργαστηρίων Πυροβόλων Όπλων και Ιχνών Εργαλείων Τμήμα Εργαστηρίων Δικαστικής Γραφολογίας και Πλαστότητας εντύπων .

σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις. εκβιαστών και Αναζητήσεων) γ) Υποδ/νση Δίωξης Οικονομικών Εγκλημάτων. Παιγνίων και Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος) δ) Υποδ/νση Δίωξης Ναρκωτικών ε) Υποδ/νση Προστασίας Ανηλίκων Αττικής Αρχές Δεκεμβρίου 2010 υπεγράφη σχέδιο Προεδρικού Διατάγματος από τον Υπουργό Προστασίας του Πολίτη που προβλέπει τη «σύσταση. Θα έχει πανελλαδική εμβέλεια για την καταπολέμηση. • Η μη έκδοση αποδείξεων από ιατρούς. τόσο του οικονομικού όσο και του ηλεκτρονικού εγκλήματος. άλλων υπηρεσιών. Στο στόχαστρο της νέας υπηρεσίας είναι: • Η παράνομη νομιμοποίηση εσόδων • Οι παράνομες συναλλαγές στο πλαίσιο των πιστωτικών και χρηματοδοτικών Ιδρυμάτων • Η παράνομη διαχείριση κοινοτικών κονδυλίων ή χρηματοδοτήσεων και ενισχύσεων από το κράτος • Η παράνομη μεταφορά κεφαλαίων και διακίνηση χρήματος • Η απόκρυψη φορολογικών στοιχείων • Το λαθρεμπόριο • Η κατάχρηση δημόσιας περιουσίας • Οι παραβάσεις που αφορούν στα Πρακτορεία . Ηθών. • Η μη καταβολή των προβλεπόμενων εισφορών από φυσικά και νομικά πρόσωπα • Οι υπερτιμολογήσεις φαρμάκων και ιατρικού εξοπλισμού. εγκλημάτων κατά ιδιοκτησίας. Η νέα Υπηρεσία Οικονομικής Αστυνομίας και Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος υπάγεται στο Αρχηγείο της Ελληνικής Αστυνομίας και εποπτεύεται και ελέγχεται από τον Αρχηγό. Αρχαιοκαπηλίας. οργάνωση και λειτουργία Υπηρεσίας Οικονομικής Αστυνομίας και Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος – Τροποποίηση Διατάξεων». οργανισμών και φορέων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και άλλων χωρών. Αρχαιοκαπηλίας & Ηθών με 5 τμήματα (Οικονομικών εγκλημάτων. διεθνείς συμβάσεις και συμφωνίες. Οι αξιωματικοί που θα υπηρετούν στις συγκεκριμένες υπηρεσίες θα έχουν τη δυνατότητα πρόσβασης στα αρχεία των αστυνομικών υπηρεσιών.β) Υποδιεύθυνση Εγκλημάτων κατά ζωής με 4 τμήματα (εγκλημάτων κατά ζωής. σε τυχερά παιχνίδια και καζίνο. το οποίο προωθείται για υπογραφή στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΤΩΝ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΩΝ ΟΡΓΑΝΩΝ ΩΣ ΑΝΑΚΡΙΤΙΚΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ . όπως και σε περιπτώσεις παροχής νοσηλευτικών υπηρεσιών • Οι παράνομες συνταγογραφήσεις και η έκδοση αναληθών γνωματεύσεων ιατρών σε βάρος των ασφαλιστικών φορέων.

9. βλ.eu) της οποίας η Γραμματεία εδρεύει στο Bramshill του Η.Απαιτείται συνεχής μετεκπαίδευση και επιμόρφωση πέραν της βασικής.δ. Προβλέπεται από Ν. Εθνικής Ασφάλειας και Μετεκπαίδευσης & Επιμόρφωσης.12. 1916/1990 για την προστασία της κοινωνίας από το οργανωμένο έγκλημα. ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΩΝ ΦΟΡΕΩΝ ΤΗΣ ΑΝΑΚΡΙΣΗΣ Ν. Με το π. 2928/2001 για την προστασία του πολίτη από αξιόποινες πράξεις επανέλαβε την παλαιότερη ρύθμιση.. Αστυνομικά μέτρα (φύλαξης -που δεν προσδιορίζονται ρητώς. Με απόφαση του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 20-92005 (Απόφαση 2005/681/ΔΕΥ).2008): Πειθαρχικό Δίκαιο Αστυνομικού Προσωπικού. Αξιωματικών.7..δ. Ως αυτοτελής κεντρική υπηρεσία λειτουργεί η Αστυνομική Ακαδημία στην οποία υπάγονται οι Σχολές Αστυφυλάκων.ά.Β. Τα προβλεπόμενα μέτρα είναι: 1.cepol. εκπαίδευσή τους σε αυτά κ.europa.120/2008 (ΦΕΚ.182/ 2.2226/1994. προέβλεψε διάταξη για την προστασία δικαστικών λειτουργών και μαρτύρων (ο νόμος όπως τροποποιήθηκε με τον Ν.45/2000 ιδρύθηκε στη Θεσ/κη Παράρτημα Σχολής Μετεκπαίδευσης και Επιμόρφωσης της ΕΛΑΣ.μετά από διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών) 2. καταργήθηκε με τον Ν.2145/1993.δ. 2172/1993).254/2004 (ΦΕΚ-238/ 3.2004): Κώδικας δεοντολογίας του Αστυνομικού Ο Ν. Διοικητικά μέτρα (αλλαγή ταυτότητας και μετάθεση αλλά μόνο για δημόσιους υπαλλήλους) Η ΔΙΕΘΝΗΣ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ .2003): Οπλοφορία. με σκοπό την εκπαίδευση των ανώτερων αστυνομικών υπαλλήλων (οργάνωση υπό μορφή δικτύου αποτελούμενο από εθνικά ιδρύματα εκπαίδευσης). Σημαντικά νομοθετήματα που οφείλουν να γνωρίζουν τα αστυνομικά όργανα αποτελούν: • • • Το π. χρήση όπλων από αστυνομικούς. Ο Ν. 3169/2003 (ΦΕΚ-189/ 24. καθώς και Το π.190/1996 για τον Οργανισμό Σχολής Μετεκπαίδευσης και Επιμόρφωσης της ΕΛΑΣ. ιδρύθηκε και Ευρωπαϊκή Αστυνομική Ακαδημία (European Police College – CEPOL. χωρίς προστασία όταν η απόφαση είναι ομόφωνη) 3. Δικονομικά μέτρα (αφορούν τους δικάζοντες δικαστές και περιορίζονται στην τήρηση μυστικών των ονομάτων των μειοψηφούντων δικαστών τόσο στην προφορική απαγγελία στο ακροατήριο όσο και κατά την κατάρτιση των αποφάσεων των ποινικών δικαστηρίων. http://www. π.δ.

1.

Ανάγκη διεθνούς συνεργασία και προσπάθειες για
πραγματοποίησή της
Η ανάγκη προέκυψε λόγω της εξάπλωσης του διακρατικού
οργανωμένου εγκλήματος και των δυσκολιών τόσο στον τομέα της
δίωξης, της εκτέλεσης αλλοδαπών αποφάσεων, της έκδοσης και
άλλων περιπτώσεων δικαστικής συνδρομής. Αστυνομική συνδρομή
δεν εκτείνεται σε εγκλήματα που έχουν χαρακτήρα πολιτικό,
θρησκευτικό, στρατιωτικό ή φυλετικό. Οι προσπάθειες για διεθνή
συνεργασία άρχισαν μετά το τέλος του Α’ παγκοσμίου πολέμου με
την ίδρυση της Διεθνούς Οργάνωσης Εγκληματολογικής
Αστυνομίας. Προσπάθεια Κοινωνίας των Εθνών, ΟΗΕ, Συμβουλίου
της Ευρώπης και άλλων διεθνών οργανισμών για σύναψη διεθνών
συμβάσεων για πρόβλεψη διεθνούς συνεργασίας και αμοιβαίας
δικαστικής συνδρομής, όπως π.χ.:
Κύριοι φορείς της διεθνούς συνεργασίας στο χώρο της δίωξης και
ανάκρισης των εγκλημάτων παραμένουν οι διεθνείς αστυνομίες:
INTERPOL και στο χώρο της ΕΕ η Europol και Eurojust.

2.

Ιδρυση της INTERPOL (http://www.interpol.int)
Μονακό, 1914: Α’ Συνέδριο διεθνούς δικαστικής αστυνομίας,
συζητήθηκε η ίδρυση διεθνούς υπηρεσίας επισήμανσης των διεθνών
εγκληματιών. Ναυάγησε λόγω πολέμου.
Βιέννη, 1923: Διεθνές αστυνομικό συνέδριο. Απόφαση ίδρυσης
μόνιμης Επιτροπής Εγκληματολογικής Αστυνομίας. Με την β’
τροποποίηση του καταστατικού της το 1956 μετονομάστηκε σε
Διεθνή Οργάνωση Εγκληματολογικής Αστυνομίας (International
Criminal Police Organisation = InterPol). Απόφαση ίδρυσης Διεθνούς
Εγκληματολογικού Γραφείου στη Βιέννη (από το 1987 η έδρα είναι
στη Λυών) και υποχρέωση των κρατών μελών να ιδρύσουν Κεντρικά
Εγκληματολογικά Γραφεία. Επίσημες γλώσσες της ΙNTERPOL είναι:
Αγγλική, Γαλλική, Ισπανική και Αραβική.
Χαρακτηριστικά:
-

δεν στηρίζεται σε διεθνή σύμβαση,

-

δεν έχει χαρακτήρα διεθνούς οργάνωσης

-

δεν είναι κυβερνητική οργάνωση
Παρ’όλα αυτά φέρει όλα τα χαρακτηριστικά διεθνούς οργάνωσης
δεδομένου ότι:

-

σε όλες τις χώρες η πράξη προσχώρησης στηρίζεται σε
κυβερνητική απόφαση

-

δαπάνες συντήρησης + λειτουργίας καταβάλλονται από
εισφορές κρατών μελών

-

εκπρόσωποι κρατών μελών στις γενικές συνελεύσεις διορίζονται
από κυβερνήσεις τους
αναγνωρίζεται από άλλους διεθνείς οργανισμούς
Γι’αυτούς τους λόγους => χαρακτηρίζεται ως μορφή διεθνούς
δημόσιας υπηρεσίας διακρατικού οργανισμού de facto ή
διεθνής οργανισμός sui generis (:Γαρδίκας).
Άλλα χαρακτηριστικά:
- Δεν διατηρεί δική της αστυνομική δύναμη και υπαλλήλους,

-

Ο ΓΓ εκλέγεται από τη ΓΣ για 5 χρόνια (= αξιωματικός της
αστυνομίας ενός των κρατών μελών),

-

Το λοιπό προσωπικό της είναι υπάλληλοι της γαλλικής
αστυνομίας (= δεν μισθοδοτούνται από την ΙNTERPOL, ούτε έχουν
διπλωματική ασυλία).

-

Δεν επεμβαίνει η ίδια στην καταδίωξη των εγκλημάτων
Διατηρεί αρχείο σήμανσης (δακτυλοσκοπικό, φωτογραφικό,
modus operandi), αρχείο εξαφανισθέντων ατόμων και αρχείο
κλαπέντων αντικειμένων (αρχαιοκαπηλία)
INTERPOL = αποτελεί το όργανο συγκέντρωσης και
διαβίβασης αστυνομικών ειδήσεων πληροφοριών προς τα
κατά τόπους Κεντρικά Εγκληματολογικά Γραφεία των
κρατών μελών, εναρμονίζοντας δράση + αμοιβαία βοήθεια
των αστυνομικών μελών της. Από το 1946 εκδίδει δικό της
περιοδικό: Revue Internationale de Police Criminelle.
Η Ελλάδα συνδέθηκε με την INTERPOL το 1956.
Europol (Ευρωπαϊκή Αστυνομική Υπηρεσία) http://www.europol.europa.eu
Συνθήκη του Μάαστριχτ 7-2-1992 θέτει στόχο την ανάπτυξη της
στενής συνεργασίας στον τομέα της δικαιοσύνης και εσωτερικών
υποθέσεων. Ειδικότερα στα θέματα κοινού ενδιαφέροντος της ΕΕ
περιλαμβάνονται :

-

δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις

-

τελωνειακή συνεργασία

-

αστυνομική συνεργασία για πρόληψη + καταπολέμηση
τρομοκρατίας, λαθρεμπορίου ναρκωτικών + άλλων σοβαρών
μορφών διεθνούς εγκληματικότητας, σε συνδυασμό με οργάνωση σε
επίπεδο ΕΕ συστήματος ανταλλαγής πληροφοριών στα πλαίσια της
Ευρωπαϊκής Αστυνομικής Υπηρεσίας (Europol). Θεμελίωση με πράξη
του Συμβουλίου της ΕΕ του 1995 (Σύμβαση Europol, κύρωση
Ν.2605/1998, σε λειτουργία την 1/7/1999).

Στόχος της Europol[1] είναι η ενίσχυση της συνεργασίας «μεταξύ
των αρμοδίων αρχών συμπεριλαμβανομένων των αστυνομικών,
τελωνειακών και άλλων ειδικών υπηρεσιών επιβολής του νόμου των
Κρατών μελών σε σχέση με τη πρόληψη, εξακρίβωση και
διερεύνηση αξιόποινων πράξεων» (άρθρ.30 παρ.1 ΣυνθΕΕ) σε
πολλούς τομείς μεταξύ των οποίων και το οργανωμένο έγκλημα.
Από τη στιγμή που η Europol έχει σοβαρές ενδείξεις για την δράση
οργανωμένου εγκλήματος σε ένα από τα Κράτη μέλη η Europol
αναλαμβάνει τη συλλογή, επεξεργασία, ανάλυση και ανταλλαγή
σχετικών πληροφοριών και την «κοινή αξιολόγηση ιδιαίτερων
τεχνικών έρευνας σε σχέση με την εξακρίβωση σοβαρών μορφών
οργανωμένης εγκληματικότητας» (άρθρ.30 παρ.1 στοιχείο δ,
ΣυνθΕΕ).
Η εντολή της περιλαμβάνει την πρόληψη και την καταστολή
εγκλημάτων, όπως του εμπορίου ναρκωτικών, της παράνομης
μετανάστευσης, της εμπορίας ανθρώπων, της πορνογραφίας
ανηλίκων, της παραχάραξης, της τρομοκρατίας, του ξεπλύματος
βρώμικου χρήματος, του εμπορίου κλεμμένων αυτοκινήτων, κλπ.
Μετά την τροποποίηση του Άμστερνταμ το 1996, η Συνθήκη για την
Ευρωπαϊκή Ένωση, προβλέπει και την από κοινού δράση στον τομέα
της αστυνομικής συνεργασίας της Europol στο άρθρο 30. Το ίδιο
άρθρο προβλέπει και την ανταλλαγή αξιωματικών-συνδέσμων όπως
την απόσπαση υπαλλήλων για τον σκοπό αυτό[2].
3.

Ευρωπαϊκή Δικαστική Συνεργασία
Πρώτη συνεργασία: Δημιουργία της Ομάδας TREVI το 1975 ενάντια
στην τρομοκρατία, ριζοσπαστισμό, διεθνή βία (από τα αρχικά των
γαλλικών λέξεων: Terrorisme, Radicalisme, Extremisme, Violence
Internationale).
Η δικαστική συνεργασία ξεκίνησε κυρίως από το 1991 για την
πάταξη των εγκλημάτων κατά των οικονομικών συμφερόντων της
ΕΕ, (απάτες, φοροδιαφυγές, δασμοδιαφυγές), τρομοκρατίας και
διακίνησης ναρκωτικών (στο αντικείμενο αυτό η συνεργασία
υπήρχε ήδη από το 1971 με την ομάδα Πομπιντού) και επεκτάθηκε
και στα θέματα ασύλου και μετανάστευσης μετά τα κύματα
αλλοδαπών που εισέρευσαν στην ΕΕ. Συμφωνία Σένγκεν 1985
(Ελλάδα 1992) και περαιτέρω συμφωνίες Σένγκεν για κατάργηση
ελέγχων στα εσωτερικά σύνορα + ίδρυση κοινού συστήματος
πληροφόρησης Σένγκεν (SIS, ήδη SIS III από το 2009) με σκοπό τη
διαφύλαξη της ασφάλειας του κράτους με συγκέντρωση στοιχείων
για άτομα + πράγματα (: προσωπικά στοιχεία για φυσικά
χαρακτηριστικά, ενδείξεις για ύπαρξη βίας ή χρήση όπλου και
επιβαλλόμενη αντιμετώπιση). Αρχικά είχε προβλεφθεί να οργανωθεί
ως αστυνομική υπηρεσία ανταλλαγής πληροφοριών, όπως η
INTERPOL, αλλά σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Κίνδυνος για παραβιάσεις ατομικών ελευθεριών (οι αστυνομίες
χρησιμοποιούν την διεθνοποίηση της τήρησης της τάξης ως

Η Eurojust (με έδρα τη Χάγη) συγκροτήθηκε με την απόφαση του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης 2002/187/ΔΕΥ της 28.επιχείρημα για τη διεύρυνση των αρμοδιοτήτων τους ή απόκτηση νέων αρμοδιοτήτων οι οποίες δεν θα τους παρέχονταν από τα εθνικά κοινοβούλια + τάση νομιμοποίησης αστυνομικών πρακτικών.2002) από εθνικούς εκπροσώπους δικαστές. αλλά και: εγκλήματα στον τομέα της πληροφορικής απάτη και δωροδοκία + άλλα οικονομικά εγκλήματα κατά των συμφερόντων της ΕΕ ξέπλυμα προϊόντων εγκλήματος εγκλήματα κατά του περιβάλλοντος συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση που αναπτύσσει εγκλημ.3251/2004 ενσωματώθηκαν οι δύο Αποφάσεις-πλαίσια για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και καταπολέμησης της τρομοκρατίας καταργώντας ουσιαστικά τη διαδικασία της δικαστικής συνδρομής που ήταν χρονοβόρα. Ν. 2000. Δουβλίνο.5. Οι μυστικές συνομιλίες Γαλλίας + Γερμανίας για την ελεύθερη κυκλοφορία προσώπων και ασφάλεια διεξήχθησαν υπό έλλειψη δημοκρατικού ελέγχου = αποτελούν παραβίαση δημοκρατικών αρχών. αξιωματικούς της αστυνομίας (βλ.3. Με τον Ν. γι’αυτό αποφασίστηκε η ίδρυση μιας Μονάδας Ευρωπαϊκής Δικαστικής Συνεργασίας (Eurojust) που θα λειτουργεί παράλληλα με την Europol.europa. εισαγγελείς. 1516/10/1999.eu - - Μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 2000 η συνεργασία για την καταπολέμηση σοβαρών μορφών διεθνούς εγκληματικότητας γινόταν με ακόλουθες συμβάσεις: Ευρωπαϊκή Σύμβαση Αμοιβαίας Δικαστικής Συνδρομής του ΣτΕ. 2787/2000) Σύμβαση για την Αμοιβαία Δικαστική Συνδρομή επί Ποινικών υποθέσεων μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ.2. 1990 Σύμβαση για Έκδοση μεταξύ των κρατών μελών ΕΕ. του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου. Κοινοβουλίου). δραστηριότητα σε έδαφος άλλου κράτους μέλους και συναφή με τα παραπάνω . Βρυξέλλες 1995 (Ν.2008) με στόχο την πάταξη όλων των μορφών εγκληματικότητας που εμπίπτουν στο πεδίο της Europol. 3663/2008 ΦΕΚ 99/Α'/28. διαπιστώθηκε η ανάγκη περαιτέρω βελτίωσης δικαστικής συνεργασίας για την καταπολέμηση του διεθνούς οργανωμένου εγκλήματος. 1959 Σύμβαση Εφαρμογής της Συμφωνίας Σένγκεν. πράγμα που έχει καταγγελθεί επανειλημμένα σε ψηφίσματα του Ευρ.2718/1999) Σύμβαση για την Απλουστευμένη Διαδικασία Έκδοσης μεταξύ των κρατών μελών ΕΕ.2002 (ΕΕ L 63/1 της 6. Φινλανδία. Eurojust (: Ευρωπαϊκή Μονάδα Δικαστικής Συνεργασίας) http://www. Ωστόσο στη Διάσκεψη κορυφής του Τάμπερε.eurojust. 1996 (Ν.

- Αξιοπιστία (με την έννοια της βαρύνουσας σημασίας) των αποδεικτικών μέσων ποικίλει ανάλογα με την κατηγορία και είδος αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες + ομολογία = μικρή. Ευρύτερη συνεργασία σε τομείς όπως η διαρκής επικοινωνία μεταξύ διωκτικών αρχών. όχι ψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη για πατρότητα κυοφορούμενου). ΑΠΟΔΕΙΚΤΙΚΑ ΜΕΣΑ Η αναζήτηση + εξασφάλιση των αποδεικτικών μέσων = στόχος της ανάκρισης.χ. κλπ. έγγραφα = μεγαλύτερη). Β. Μεταβίβαση διαδικασιών της δίωξης συναφών εγκλημάτων αν προς το συμφέρον της ορθής απονομής ποινικής δικαιοσύνης Γ.1990/1991) που αναφέρεται στις ακόλουθες μορφές διεθνούς συνεργασίας: Α. καταθέσεων. Ν.χ.- σε άλλες πέραν των αναφερομένων μπορεί να συνδράμει συμπληρωματικά σε ανακριτικές πράξεις κατόπιν αιτήσεως. • Φυσικά/ νομικά χαρακτηριστικά από τα οποία εξαρτώνται η αποδοχή και αξιοπιστία των αποδεικτικών μέσων: - Σοβαρότητα αποδεικτικού μέσου (π. κλπ. Αμοιβαία δικαστική συνδρομή με αντικείμενο λήψη αποδεικτικών στοιχείων. - Νομικά αποδεκτά αποδεικτικά μέσα είναι τα νόμιμα (π. ανταλλαγή προσωπικού. όχι καφετζού ή χαρτορίχτρα ως εμπειρογνώμων) που να μπορεί να εξηγηθεί με επιστημονικές γνώσεις της κάθε εποχής (το DΝΑ μέχρι να γίνει αποδεκτό ως σοβαρό αποδεικτικό μέσο ταλαιπώρησε αρκετά) και να είναι ικανό να αποδείξει το συγκεκριμένο γεγονός (π.χ. όχι τυφλός αυτόπτης μάρτυς) και κατάλληλο για την απόδειξη (π. όχι ομολογία κατόπιν βασάνων) και διαταγή πραγματογνωμοσύνης μόνο αν απαιτούνται ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης που δεν μπορεί να διαθέτει ο δικαστής. -Σύμβαση ΟΗΕ για τα ναρκωτικά (Βιέννη 1988. Για τον έλεγχο αξιοπιστίας πρέπει να εξετάζονται: .χ.

Κατά το άρθ. ενώ δεν αναφέρει ούτε λέξη για τα άλλα τρία. Fry test: ανιχνευτής ψεύδους.2 Συντ. είτε συνάγονται έμμεσα δια της ερμηνείας του. όπου υπάρχει ρητή απαγόρευση στο άρθ. 2.179ΚΠΔ στην ποινική δίκη επιτρέπεται κάθε είδος αποδεικτικού μέσου (αρκεί να είναι βέβαια νόμιμο). 3..212ΚΠΔ). Ενδείξεις Ομολογία Πραγματογνωμοσύνη Αυτοψία Μάρτυρες Εγγραφα και οποιοδήποτε άλλο αποδεικτικό μέσο που έχει τα χαρακτηριστικά που προαναφέρθηκαν ή οποιαδήποτε διαδικασία παρ’όλο που ενδέχεται να μην απαριθμούνται στο άρθ. κατάθεσης κατά παράβαση επαγγελματικού απορρήτου άρθ. πραγματογνωμοσύνη και αυτοψία.2 ΚΠΔ (που προσέθεσε ο Ν..3αΠΚ) - απαγόρευση βασανιστηρίων (άρθ.7 παρ. το επιστημονικό κύρος των μεθόδων (π.3 του Συντ. με Ν. η έρευνα (δεδομένου ότι συντάσσεται έκθεση που έχει αποδεικτική δύναμη).χ.19 παρ. - Κατά το άρθ. αποδίδονται πραγματικά στο πρόσωπο) 4. Καταθέσεις μαρτύρων 3. 5.2 ΚΠΔ. άρθ. 6.3674/2008) δεν λαμβάνονται υπόψη αποδεικτικά μέσα που .177 παρ.178ΚΠΔ πχ.31 παρ. Η γνησιότητα των αποδεικτικών μέσων (ότι δεν έχει γίνει παραποίηση) 2.1.) - κατά το άρθ.2408/1996. Η αυθεντικότητα (αντίθετη από την «γνησιότητα» στο ότι παραπέμπει στην ύπαρξη ή μη παραποίησης) των μέσων (αν δηλ. δηλ. - απαγόρευση αποδεικτικών μέσων που έχουν αποκτηθεί με αντισυνταγματικό τρόπο (Κατά ερμηνεία του άρθ. Ωστόσο ο ΚΠΔ δεν αφιερώνει ανάπτυξη παρά σε τρία μόνο από τα έξι αποδεικτικά μέσα που απαριθμεί (αντίστοιχα κεφάλαια για τους μάρτυρες. Ωστόσο υπάρχουν αποδεικτικές απαγορεύσεις: - απαγόρευση χρήσης ανιχνευτή αλήθειας (άρθ.3 ΕΣΔΑ) - απαγόρευση αξιοποίησης ορισμένου αποδεικτικού μέσου σε συγκεκριμένες περιπτώσεις (χρησιμοποίησης ένορκης εξέταση μάρτυρα που του αποδόθηκε κατηγορία κατά το άρθ. 4.178ΚΠΔ ενδεικτικά αναφέρονται τα κάτωθι αποδεικτικά μέσα: 1. ούτε και κανόνες για παραδοχή αποδεικτικών μέσων ως νομίμων.137Α ΠΚ). τροπ.137 Α παρ. Οι απαγορεύσεις είτε διατυπώνονται ρητά. Η ειλικρίνεια (αν πρόκειται για προσωπικά αποδεικτικά μέσα.

Προϋποθέτει την εξακρίβωση της φυσικής ταυτότητας.).75ΚΠΔ. ιθαγένεια) αντίκειται στο ν.άρθ.2472/1997 και έκτοτε οι νέες ταυτότητες δεν περιλαμβάνουν αυτά τα στοιχεία. είτε είναι εγκληματίες είτε θύματα). κλπ). ιθαγένεια.λήφθηκαν με αξιόποινες πράξεις (όχι απλά παράνομες) για την κήρυξη ενοχής του κατηγορουμένου. (πρβλ. Μετά τον Ν. κλπ). παρ’όλο που υπάρχει βεβαιότητα ότι αυτός διέπραξε το αδίκημα μπορεί να ασκηθεί ποινική δίωξη .77 + 79) Ταυτότητα = σύνολο χαρακτηριστικών γνωρισμάτων του ανθρώπου που προσδιορίζουν την προσωπικότητά του και του προσδίδουν ατομικότητα δηλ. η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα έκρινε ότι η αναγραφή στην αστυνομική ταυτότητα ορισμένων στοιχείων όπως (θρήσκευμα. Ωστόσο δεν σημαίνει πώς επιτρέπεται η χρήση των παρανόμων. όπως π. κατοικία. Απάντηση: άρθ. οι συνταγματικές και δικονομικές απαγορεύσεις που δεν απειλούν με ποινικές κυρώσεις. του άρθ. ποινική κατάσταση.χ. τον διακρίνουν από τους άλλους ανθρώπους. όπλα.9 και 9Α Συντ. Πρόβλημα εξακρίβωσης κατά την ανάκριση μπορεί να παρουσιαστεί: • για ανθρώπους (ζωντανούς ή νεκρούς. αλλά όχι αξιόποινων (π. • Φυσική = προσδιορισμός με βάση ανθρωπολογικούς/ βιολογικούς χαρακτήρες • Νομική = προσδιορισμός με βάση νομικές ιδιότητες / καταστάσεις (όνομα.2472/1997 για την προστασία του ατόμου από επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. • για αντικείμενα (γραφής. Η ΕΞΑΚΡΙΒΩΣΗ ΤΗΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑΣ ΤΟΥ ΔΡΑΣΤΗ Το πρόβλημα προσδιορισμού της ταυτότητας Ερώτημα: Αν συλληφθεί ως δράστης άτομο του οποίου δεν μπορούμε να βεβαιώσουμε την ταυτότητα. .χ.

Τ.) ή φυσικής (μεταμφίεση. O βιολογικός στιγματισμός του εγκληματία έδωσε μια πρόχειρη μέθοδο για εξακρίβωση της ταυτότητας του εγκληματία μέχρι να καταργηθεί τον 19ο αι. 1. Προστίθεται και η βοήθεια της ιατροδικαστικής με τη νεκροψία. 2. 3. παρακάτω) 1. πλαστή Α. όσο και της φυσικής ταυτότητας του ατόμου. Παράλληλα.Ίσης σημασίας είναι τόσο η εξακρίβωση της ταυτότητας των προσώπων όσο και των αντικειμένων. Διαδικασία εξακρίβωσης ταυτότητας ζωντανού: Προβλήματα εξακρίβωσης διαφέρουν ανάλογα αν το άτομο είναι παρόν και δεν μπορεί ή δεν θέλει να αποκαλύψει την νομική του ταυτότητα ή απόν και αναζητείται. κλπ. πλαστική χειρουργική επέμβαση). . Εξακρίβωση ταυτότητας εγκληματιών: προβλήματα από προσπάθειες αποτροπής της εξακρίβωσης με μεταβολή νομικής ταυτότητας (όνομα.χ. κοπή μύτης για ληστεία στη Γερμανία. ο στιγματισμός του υποκειμένου προσέδιδε σ’αυτό την μορφή της ατιμίας. οπότε γεννάται θέμα προσδιορισμού τόσο της νομικής. Διαδικασία εξακρίβωσης ταυτότητας νεκρού: κατ’αρχάς ίδια με ζωντανού. λείπουν τμήματα. Στιγματισμός των εγκληματιών: Κατά το παρελθόν οι σωματικές ποινές χρησίμευαν και για την αναγνώριση της υποτροπής του εγκληματία όπως: ρινότμητοι στο Βυζάντιο για σεξουαλικά εγκλήματα. πολέμου) ή άγνωστες τόσο η νομική όσο και η φυσική ταυτότητά του. αλλά και δραπετών. δούλων. αιχμαλώτων και αυτόμολων. Πολλές φορές η διακρίβωση της νομικής ταυτότητας (βλ. Ενδέχεται να είναι γνωστή η νομική του ταυτότητα (καταζητούμενος γνωστός εγκληματίας π. ΜΕΘΟΔΟΙ ΕΞΑΚΡΙΒΩΣΗΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑΣ ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΩΝ Ιστορικά υιοθετήθηκαν οι εξής μέθοδοι: • • • • • • Στιγματισμός των εγκληματιών (κοινωνικό κριτήριο) Ανθρωπομετρική μέθοδος (κριτήριο: βιολογικό) Δακτυλοσκοπική μέθοδος (κριτήριο: βιολογικό) Φωτογραφική μέθοδος (κριτήριο: καθαρά τεχνική μέθοδος) Τρόπος δράσης εγκληματιών (modus operandi) κριτήριο: ψυχολογικό Ανάλυση DNA (βλ. Πρόβλημα όταν υπάρχουν αλλοιώσεις του πτώματος. παρακάτω) είναι σχεδόν αδύνατη όταν υπάρχουν μόνο τμήματα του σκελετού. Οι έμπειροι εγκληματίες μεταμφιέζονται κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης ώστε οι περιγραφές να βασίζονται σε λαθεμένες πληροφορίες για την πραγματική τους ταυτότητα. κλπ. Στιγματισμός όχι μόνο εγκληματία..

Ωστόσο. ύψος κορμού 3. Αποδίδεται στον Alphonse Bertillon: ανακάλυψη τρόπου σταθερής φωτογράφησης (πάντα από την ίδια απόσταση και ίδια στάση και ίδιο φωτισμό). μήκος αριστερού αντιβραχίου μέχρι την άκρη του αριστερού μέσου δακτύλου μήκος μέσου δακτύλου του αριστερού χεριού . κρανίο) από το 20ο έτος –που διαμορφώνονται οριστικά. που απαιτεί η φωτογράφηση να έχει γίνει κάτω από τις ίδιες συνθήκες. οποιαδήποτε προσπάθεια μεταμφίεσης δεν μπορεί να μεταβάλει την οστική μάζα και τις διαστάσεις των οστών Κατά το σύστημα Bertillon (: ανθρωπομετρική σήμανση) μετρούνται: 1.2. Η σύγκριση φωτογραφιών πρέπει να στηρίζεται σε μετρήσεις κατά την περιγραφική μέθοδο.μέχρι το 60ο περίπου παραμένουν αμετάβλητα 2. Η ανθρωπομετρική μέθοδος στηρίζεται στις ακόλουθες παρδοχές: 1. ορισμένα οστά του ανθρώπου κυρίως τα μακρά (άκρων. ανάστημα 2. μήκος βραχιόνων μέχρι την άκρη των μέσων δακτύλων 4. β) φυσιολογικής μεταβολής χαρακτηριστικών λόγω παρόδου του χρόνου γ) σκόπιμης αλλαγής της εμφάνισης. οι διαστάσεις των οστών διαφέρουν σε κάθε άτομο 3. περιορισμένης πρακτικής αξίας λόγω προβλημάτων σε περιπτώσεις : α) ομοιότητας φυσιογνωμίας. Το σύστημα Bertillon άρχισε να εφαρμόζεται εκτεταμένα από το 1893. Λήψη 3 φωτογραφιών: κατά μέτωπο (enface).Alphonse Bertillon Η πατρότητα της ανθρωπομετρίας ανήκει στον Βέλγο Adolphe Quétélet (1871) αλλά δεν σκέφθηκε να τη χρησιμοποιήσει για τη δίωξη εγκλημάτων. η μέτρηση είναι ευχερής 4. Φωτογραφική μέθοδος Aρχισε να χρησιμοποιείται από την Αστυνομία των Παρισίων το 1841 και των Βρυξελλών το 1843. κατά κατατομή (profil) και κατά τα 2/3. Ανθρωπομετρική μέθοδος (δικαστική ανθρωπομετρία) Adolphe Quétélet . 5. Η παρισινή αστυνομία πήρε τη μέθοδο αυτή και την εφάρμοσε όπως την επινόησε ο Bertillon (bertillonage) και o ίδιος χαρακτηρίστηκε θεμελιωτής της επιστημονικής αστυνομίας. 3.

την περιγραφή των ιδιαιτέρων χαρακτηριστικών του ατόμου 4. κατατομή μύτης ανάλογα με κυρτότητα ή καμπυλότητα) + συμπληρώνονται από τις στίξεις. Η ανθρωπομετρική μέθοδος όπως διαμορφώθηκε στον ειδικό κλάδο της δικαστικής ανθρωπομετρίας περιλαμβάνει: 1. Βελτίωση της ανθρωπομετρικής μεθόδου με την περιγραφική = σήμανση της φυσιογνωμίας του ατόμου βάσει των μορφικών του χαρακτηριστικών. διάμετροι κρανίου Η προτίμηση για την αριστερή πλευρά είναι γιατί θεωρούσαν ότι είναι λιγότερο εκτεθειμένη σε εργατικά και άλλα ατυχήματα. σχήμα προσώπου.6. μήκος μικρού δακτύλου αριστερού χεριού 7. χρώμα μαλλιών. Υπήρξε η 1η εφαρμογή καθαρά επιστημονικής μεθόδου Προϋποθέτει πλήρη σωματική ανάπτυξη του ατόμου=> όχι σε ανηλίκους 2. Απαιτεί σημαντικό αριθμό προσωπικού και απώλεια χρόνου . Οι διάφοροι σχηματισμοί κατατάσσονται σε κατηγορίες + υποδηλώνονται με συντομεύσεις (π. Περιλαμβάνει λεπτομερή περιγραφή όλων των φυσικών χαρακτηριστικών της φυσιογνωμίας του ατόμου (χρώμα ίριδος αριστερού οφθαλμού. Στηρίζεται σε τεχνικά μέσα των οποίων η βελτίωση αχρηστεύει τα παλιότερα 4. τη χρήση της φωτογραφίας Πλεονεκτήματα 1. την περιγραφική μέθοδο 3. στιγματισμού 2.χ. τρόπο βαδίσματος κλπ). Αντικατέστησε τη βάρβαρη μέθοδο του Μειονεκτήματα 1. την ανθρωπομετρική μέθοδο 2. σπίλους και αναπηρίες του σώματος στην κάρτα αρχείου ελαττωμάτων (Album DKV). Προϋποθέτει υποτροπή=> όχι σε πρωτόπειρους εγκληματίες 3. μήκος αριστερού ποδιού 8.

Γ. Δέρμα = Από έξω προς τα μέσα αποτελείται από τις ακόλουθες στιβάδες : επιδερμίδα. Θηλώδης στιβάδα = χαρακτηρίζεται από την ύπαρξη θηλών (θηλαίες ακρολοφίες) που εισέρχονται σε αντίστοιχες εισδοχές της επιδερμίδας και βρίσκονται αφθονότερα και υψηλότερα στο δέρμα της παλάμης. αντικαταστάθηκε από την Δακτυλοσκοπική μέθοδο (μερικά στοιχεία της ανθρωπομετρικής σήμανσης συνεχίζουν να εφαρμόζονται προς συμπλήρωση της δακτυλοσκοπικής). Στα δάκτυλα και παλάμη (που συγκεντρώνεται το ενδιαφέρον της ανακριτικής) παρατηρούνται πτυχές που οφείλονται στις κινήσεις των μυών και αρθρώσεων = κινητικές πτυχές ή αυλάκια = δακτυλικές γραμμές (δακτύλων) + κινητικές γραμμές παλάμης (: χειρομαντικές γραμμές). Στην επιφάνεια της επιδερμίδας παρατηρούνται οι δερματικές ακρολοφίες που εμφανίζουν καμπυλοειδείς σχηματισμούς και διαγράμματα (σ’αυτές οφείλονται τα αποτυπώματα όταν ακουμπήσει το δάκτυλο σε κάποια λεία και σκληρή επιφάνεια).Δακτυλοσκοπική μέθοδος Θεωρείται ακόμη και σήμερα τέλεια +αλάνθαστη παρά την ανάπτυξη της πληροφορικής + μοριακής βιολογίας που παρέχουν νέες δυνατότητες στην αποκάλυψη της ταυτότητας των δραστών λόγω των βασικών ιδιοτήτων των δακτυλικών ακρολοφιών (βάσει των οποίων σχηματίζονται τα αποτυπώματα (βλ. . Τα δακτυλικά αποτυπώματα ανήκουν στις πραγματικές ενδείξεις (βλ. πελμάτων και δακτύλων και την ταξινόμησή τους με σκοπό την εξαγωγή φυλετικών συμπερασμάτων. πέλματος + δακτύλων. Β. 4. κατωτέρω). χόριο (θηλώδης στιβάδα και δικτυωτή στιβάδα) και βλαστική στιβάδα. Προς κατανόηση της δακτυλοσκοπικής μεθόδου είναι απαραίτητη η γνώση των ακόλουθων ανθρωπολογικών και ανατομικών στοιχείων: - Ανθρωπολογικά και ανατομικά στοιχεία Α. β) Δακτυλοσκοπία = μέθοδος βάσει της οποίας καθορίζεται η φυσική ταυτότητα ενός ατόμου βάσει των δακτυλικών ή παλαμικών αποτυπωμάτων. κατωτέρω) Στηρίζεται στις: α) Παλαμοδακτυλοσκοπία = μελέτη της μορφολογίας των σχηματισμών που παρατηρούνται στο δέρμα των παλαμών.

717. 2. 3. Για να υπάρξουν 2 όμοιοι σχηματισμοί κατά τον Ramos (Rio De Janeiro. αλλά και μετά τον θάνατό του ατόμου (μέχρι να καταστραφεί το δέρμα).660.Ιδιότητες και χαρακτηριστικά των δακτυλικών ακρολοφιών: Όταν το άτομο αγγίξει μια επιφάνεια οι δερματικές ακρολοφίες αφήνουν το αντίστοιχο αποτύπωμα αφού σ’αυτές καταλήγουν οι πόροι ιδρωτοποιών αδένων από τους οποίους βγαίνουν σε ελάχιστη ποσότητα σταγονίδια ιδρώτα (άλατα και λιπαρές ουσίες) που κολλούν στην επιφάνεια που αγγίζεται με αποτέλεσμα να διαγράφουν το σχέδιο των δερματικών ακρολοφιών. Ανόμοιες: i. Δυνατότητα αρχειοθέτησης: Παρά την μεγάλη τους ποικιλία οι σχηματισμοί των δερματικών ακρολοφιών μπορούν να ταξινομηθούν σε τύπους Τύποι δερματικών ακρολοφιών δακτύλων: 1.918 άτομα. Μεγάλη ποικιλία σχηματισμών διαφορετική για κάθε άτομο. Ακόμη και σε περίπτωση καταστροφής τους αναπλάθονται ακριβώς όπως ήταν πριν. iii. Κολποειδής = οι ακρολοφίες στον τύπο αυτό σχηματίζουν κόλπο ή θηλειά. 1.986. Τοξοειδής = ο πιο απλός 2. Ανάλογα με την κατεύθυνση του ανοίγματος του κόλπου . Μόνο σε έγκαυμα 3ου βαθμού καταστρέφονται αλλά και πάλι παραμένει χαρακτηριστικό σημάδι. Σκηνοειδής = παραλλαγή του προηγούμενου με περισσότερο βαθειά τόξα 3. 1905) υπολογίστηκε ότι πρέπει να περάσουν 4. Αναλλοίωτες: Εμφανίζονται σε σχηματισμούς που παραμένουν αναλλοίωτοι σε όλη τη διάρκεια της ζωής.337 αιώνες ή έστω για να βρεθούν δύο αποτυπώματα με 17 ομόλογα χαρακτηριστικά σημεία πρέπει να εξετασθούν 1. 4. Αν και η διαμόρφωση επηρεάζεται από γενετικούς παράγοντες δεν αποδείχθηκε ότι υπόκειται στους νόμους της κληρονομικότητας αφού δεν απαντώνται όμοιες ούτε στους μονοζυγωτικούς διδύμους. Διαφέρουν ανάλογα με ηλικία. φύλο και φυλή ii. Αμετάβλητες: Διαμορφώνονται στον 4ο μήνα της κύησης και παραμένουν μετά την τελική διαμόρφωσή τους (στον 5ο–6ο μήνα) σταθερά + αμετάβλητα σε όλη τη ζωή του ατόμου.

παιδιά μέχρι 10 ετών: 0. Σύνθετος = η μορφή του δεν είναι σταθερά όμοια.18-0. Πρώτη εφαρμογή αναφέρεται στην Κίνα κατά την δυναστεία των T’Ang (618-906 μ. φύλο (οι άνδρες έχουν 20.χ. του δεξιού χεριού = πλατύτερες από του αριστερού. Κατά τον Αριστοτέλη και Αναξαγόρα η καθαρότητα των γραμμών της παλάμης ήταν δείγμα καλής υγείας. Εκτός από τις δερματικές ακρολοφίες σημαντικά είναι και τα τριακτινωτά (ή τρίγωνα διατομής ή δέλτα του Galton) στα οποία απαντούν στα σημεία συνάντησης περισσότερων σχηματισμών τόσο στη παλάμη όσο και στα δάκτυλα. Ο Vucetich θεωρείται ο πατέρας της δακτυλοσκοπίας. Ακόμη. Παν/μιου Purkinje ασχολήθηκε με τη μορφολογία των δερματικών ακρολοφιών και έκανε κατάταξη σε 9 κατηγορίες. Ο Μωάμεθ βεβαίωνε τα φιρμάνια του με το αποτύπωμα της δεξιάς παλάμης αντί υπογραφής. αλλά εμφανίζεται ως διπλό κολποειδές ή ως σπείρα και κατατάσσεται από ορισμένους στον κυκλοτερή τύπο.40-0.30mm. του αντίχειρα > από δείκτη >μέσου> μικρού. Κυκλοτερή = οι δακτυλικές ακρολοφίες εμφανίζονται σε ομόκεντρους κύκλους 5. Ιδιαίτερη σημασία για τη διάκριση των αποτυπωμάτων που ανήκουν στον ίδιο τύπο (θηλοειδών γραμμών) έχει ο αριθμός των ακρολοφιών που συμβάλλουν στον σχηματισμό που είναι διαφορετικός σε κάθε άνθρωπο. ή ηλικία (νεογνά: 0. 150 χρόνια αργότερα (1823) ο Τσέχος καθ.) στα συμβόλαια διαζυγίων κοινή συναινέσει με εναπόθεση των δακτυλικών αποτυπωμάτων για πιστοποίηση της ταυτότητας του πραγματικού συζύγου.προς τα οστά της ωλένης ή κερκίδας = ωλενοτρεπή και κερκιδοτρεπή 4. γεγονός που δεν οφείλεται μόνο στον σχηματισμό αλλά και σε παράγοντες ατομικούς στους οποίους εξαρτάται το πλάτος των ακρολοφιών π. ο Malpighi με την μικροσκοπία εξέτασε με λεπτομέρεια τις θηλές του δέρματος (μαλπιγγειανή στιβάδα).7 ακρολοφίες ανά εκατοστό.50mm).4). Ο αριθμός που προκύπτει είναι κάθε φορά διαφορετικός.25-0. Πρόοδος ιατρικής προκάλεσε σημασία ιδιοτήτων δερματικών ακρολοφιών με εξακρίβωση ταυτότητας. στις γυναίκες: 0.Χ. κατόπιν Galton κατάρτισε ολόκληρο σύστημα προσδιορισμού της ταυτότητας των εγκληματιών από τα δακτυλικά αποτυπώματα). ενώ οι γυναίκες 23.50mm και στους άνδρες 0. Η ΔΑΚΤΥΛΟΣΚΟΠΙΚΗ ΩΣ ΑΝΑΚΡΙΤΙΚΗ ΜΕΘΟΔΟΣ Μητέρα της παλαμοδακτυλοσκοπίας είναι η χειρομαντεία! (Κατά τον Heindl η επιστήμη της παλαμοδακτυλοσκοπίας είναι αρχαιότερη από το γηραιότερο ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο. Στο τέλος του 17ου αι.22mm. Πρώτο τμήμα δακτυλοσκοπίας το 1902 στη . Πρώτοι οι Άγγλοι τα συνέδεσαν (:Herschel – 1858.

τυρί) • Ορατά = αν το δάκτυλο ή παλάμη ήταν χρωματισμένο (αίμα. ΑΡΧΕΙΟ ΔΑΚΤΥΛΙΚΩΝ ΑΠΟΤΥΠΩΜΑΤΩΝ - Όσα άτομα καταδικάστηκαν στο παρελθόν έστω και μια φορά : πλήρη αποτυπώματα και των δύο χεριών (δεκαδακτυλικό σύστημα) - Τμήμα αποτυπωμάτων του δείκτη μόνο ή χωριστά δελτία για κάθε δάκτυλο (μονοδακτυλικό σύστημα) για τους καθ’έξη και κατ’επάγγελμα εγκληματιών. Λήψη αποτυπωμάτων κατά την ανάκριση αποτελεί ανακριτική πράξη για την οποία συντάσσεται σχετική έκθεση γιατί το άτομο πρέπει να γνωρίζει ότι του παίρνουν τα δακτυλικά αποτυπώματα. μελάνι) • Αόρατα ή λανθάνοντα = που δεν τα διακρίνει μάτι αλλά υπάρχουν. - Τμήμα αποτυπωμάτων παλάμης (παλαμοσκοπικό σύστημα) για ορισμένες κατηγορίες εγκληματιών (διαρρήκτες) - Αρχειοθήκη με αποτυπώματα που δεν εξακριβώθηκε η ταυτότητα του δράστη. Είναι τα πιο χρήσιμα γιατί τα άλλα ή γίνονται εμφανή και σφουγγίζονται ή δεν είναι καθαρά. Με γοργό ρυθμό καθιερώθηκε στις αστυνομικές υπηρεσίες. γραφίτη. Στην Ελλάδα τηρείται δακτυλοσκοπικό δελτίο όπου στη μια όψη φέρει αποτυπώματα κάθε δακτύλου και όλων μαζί ενωμένων και . και φωτογραφίζονται ή αποκολλώνται με χρήση κυτταρινοειδούς (celluloid) δηλ. μπογιά. ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΚΑΙ ΕΞΑΣΦΑΛΙΣΗ ΤΩΝ ΔΑΚΤΥΛΙΚΩΝ ΑΠΟΤΥΠΩΜΑΤΩΝ Τα αποτυπώματα αναζητούνται σε οποιοδήποτε αντικείμενο σταθερό (τοίχους. Μετά εμφανίζονται με τη βοήθεια ατμών ιωδίου πάνω σε χαρτί. κλπ) ή κινητό (όπλο. Δεν καταλείπονται αποτυπώματα σε: • • Ανθρώπινο δέρμα Υφάσματα ή άλλες πολύ πορώδεις επιφάνειες που δεν είναι λείες (εκτός αν είναι χρωματισμένο το δάκτυλο ή η παλάμη). σκεύη διάφορα) που θα μπορούσε να αγγίξει ο δράστης και μπορούν να είναι: • Έκτυπα = ανάγλυφα όταν αφήνονται σε μαλακές ύλες (κερί. κλπ.Scotland Yard από τον Edward Henry. Στην Ελλάδα καθιερώθηκε το 1919 με την ίδρυση του κεντρικού γραφείου εγκληματολογικής σήμανσης. μαστίχα σαπούνι. πόρτες. Διαπιστώνονται με πλάγιο φως ή σε σκοτεινό μέρος με φακό. σκόνη αιθάλης. Τελευταία πιο σίγουρη μέθοδος = ακτίνες λέιζερ. κολλητικής ζελατίνης.

Vucetich. Hoover. Gasti. που μπορεί να γίνει βεβαιότητα αν εκτός από αυτά: -το τμήμα που βρέθηκε είναι πολύ ευκρινές -πρόκειται για το κέντρο του αποτυπώματος . κ. σύντομη ανθρωπομετρική περιγραφή και παρατηρήσεις για τυχόν ιδιαίτερα χαρακτηριστικά + προηγούμενες καταδίκες. Στη περίπτωση αυτή μετρούνται τα ομόλογα σημεία (=ίδια χαρακτηριστικά σημεία του τμήματος και του αποτυπώματος της καρτέλας αρχείου). Διάφορα συστήματα ταξινόμησης διαμόρφωσαν οι : Galton. Δύσκολη η σύγκριση όταν: υπάρχει τμήμα μόνο δακτ. μέχρι το 1946 εφαρμοζόταν η μέθοδος GaltonHenry και από το 1946 ακολουθείται η μέθοδος Hoover).ά.στην άλλη δίνονται τα στοιχεία της νομικής ταυτότητας. (στην Ελλάδα μεταξύ 1914-1918 εφαρμόστηκε η μέθοδος του Gasti. Δεν νοείται ταυτότης αποτυπωμάτων όταν αυτά διαφέρουν έστω και σε ένα σημείο 2. Η ταξινόμηση των αποτυπωμάτων γίνεται: με τον τύπο σχηματισμού δερματικών ακρολοφιών και με τον αριθμό των ακρολοφιών της εσωτερικής ζώνης του αποτυπώματος (= η περιοχή που περικλείεται μέσα στις κατευθυντήριες γραμμές = προεκτάσεις των δύο βασικών γραμμών του τριακτινωτού που αγκαλιάζουν το μέσο του σχηματισμού). Για την πιστοποίηση των δακτυλικών αποτυπωμάτων πρέπει να λαμβάνονται υπ’όψη τα εξής: 1. αποτυπώματος για εξέταση ή δεν είναι καθαρό. Henry. Σύγκριση + πιστοποίηση της ταυτότητας δύο αποτυπωμάτων γίνεται με βάση τα χαρακτηριστικά σημεία = - γενέσεις γραμμών - δακτυλιοειδείς διχασμοί γραμμών - διχαλώσεις γραμμών - εμβόλιμα σημεία Συστήματα αυτόματης ταξινόμησης πλέον μέσω η/υ. Βάσει των μαθηματικών υπολογισμών που έχουν γίνει θεωρείται ότι πρόκειται για το ίδιο αποτύπωμα αν: o αυτό είναι ευκρινές και έχει τουλάχιστον 13 ομόλογα χαρακτηριστικά σημεία (βεβαιότητα για την ταυτότητα αν βρεθούν 17 ομόλογα σημεία) για τον υπάρχοντα πληθυσμό της γης τα 13 κρίνονται ικανοποιητικά o Μεγάλη πιθανότητα να είναι το ίδιο αν από 8-12 ομόλογα σημεία.

από την εξέταση της υποκείμενης ουσίας πάνω στην οποία αποτυπώθηκε] 5. τρόπος δράσης.-πρόκειται για σπάνιο είδος αποτυπώματος. όργανο εγκλήματος. Στη χώρα μας το αρχείο κατατάσσεται ως εξής: απατεώνες. κατεύθυνση γραμμών. που οργάνωσε ειδικό τμήμα στη Scotland Yard το 1912. ηλικία. την ανθεκτικότητα σε τριβή. Η προσαγωγή του μέσου αυτού γίνεται: Με αυτοψία στον τόπο του εγκλήματος (άρθ. Το μέσο αυτό συνεκτιμάται ελεύθερα από τον δικαστή. Τα δελτία ταξινομούνται σε μεγάλες κατηγορίες: θύμα (φύλο. Η επινόηση της μεθόδου δράσης των εγκληματιών αποδίδεται στον Άγγλο L.253 επ). συμμετοχή άλλων και χαρακτηριστικές ενέργειες του δράστη στον τόπο του εγκλήματος. κλπ) + ενδεχόμενα σημάδια στο δέρμα. μήκος και θέση των εμβόλιμων σημείων. διεθνείς λωποδύτες. παρά μόνο αν αυτό είναι πρόσφατο ή παλιό. Για να βεβαιωθεί η ταυτότητα αποτυπωμάτων δεν αρκεί ο αριθμός ομολόγων σημείων. χαρακτηριστικά σημεία του σώματος και η μέθοδος δράσης του συγκεκριμένου άτομου. [από το έντονο της μορφής. αλλά πρέπει να συμφωνούν και τα επιμέρους στοιχεία. Η λειτουργία της στηρίζεται στην άποψη ότι το άτομο ανάλογα με τις ατομικές ικανότητές του είναι περισσότερο ή λιγώτερο επιδέξιο σε ορισμένους τρόπους ενέργειας. όπως άνοιγμα γωνίας στα διχαλωτά σημεία. είδος εγκλήματος. αν είναι ανάγλυφο ή χρωματισμένο. Modus operandi Μέθοδος αποτελεσματική για την ανακάλυψη των άγνωστων δραστών. Atcherly.183).178ΚΠΔ). . Για την εξακρίβωση της ταυτότητας του αποτυπώματος -> πραγματογνωμοσύνη (αρθ.180) Με έρευνα στον τόπο του εγκλήματος (άρθ. τρόπο προσέγγισης του θύματος και διαφυγής από τον τόπο. Άλλωστε από το αποτύπωμα δεν μπορεί να συναχθεί και ο ακριβής χρόνος της αποτύπωσής του. Σύστημα Eurodac για την έκδοση βελτίωσε την αυτόματη ανίχνευση δακτυλικών αποτυπωμάτων. χρόνος δράσης. Αν σε κινητό => κατάσχεται. ανθρωπολογικά στοιχεία. Αν πάνω σε ακίνητο αποκολλάται ή φωτογραφίζεται. ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΩΝ ΔΑΚΤΥΛΙΚΩΝ ΑΠΟΤΥΠΩΜΑΤΩΝ Ανήκουν στις πραγματικές ενδείξεις (άρθ. Δημιουργείται αρχείο στο οποίο τοποθετούνται εκτός των άλλων. επάγγελμα).

Τόπος = όχι με εδαφική έννοια. Ο ΤΟΠΟΣ ΤΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ Κατά το άρθ. αλλά οποιοσδήποτε χώρος μέσα στον οποίο μπορεί να βρεθούν ενδείξεις σχετικά με τέλεση εγκλήματος ή ταυτότητα του δράστη. Ο ΚΠΔ καθιστά τον τόπο τέλεσης του εγκλήματος πρωταρχικό κριτήριο για τον προσδιορισμό της τοπικής αρμοδιότητας (122).5 ΠΚ). εκβιαστές. η αποκάλυψη ή σύλληψη του δράστη κλπ. αντικείμενο αυτοψίας. Οι κυριότερες από τις κατηγορίες αυτές χωρίζονται σε π. Ο τόπος έχει ιδιαίτερη σημασία κατά τον ποινικό νόμο για τα όρια ισχύος των ελληνικών νόμων (άρθ.χ. 438ΠΚ).16ΠΚ = τόπος όπου ο υπαίτιος διέπραξε ολικά ή μερικά την αξιόποινη πράξη ή παράλειψη καθώς και τόπος που επήλθε. κλπ. ΕΡΕΥΝΑ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΤΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ Αποτελεί ανακριτική πράξη. απατεώνες που δρουν με συγκεκριμένο τρόπο. κλπ. λαθρέμποροι. ή σε περίπτωση απόπειρας. Έρευνα τόπου = πρωταρχικής σημασίας για: - Συλλογή ενδείξεων - Κατανόηση τρόπου δράσης - Κατανόηση ιστορικού υπόθεσης Μπορεί να δώσει απαντήσεις στα 7 σημαντικά ερωτήματα της ανάκρισης: - Ποιος (ταυτότητα δράστη. αλλά και θύματος) Πού (τόπος τέλεσης) . έπρεπε σύμφωνα με την πρόθεση του υπαίτιου να επέλθει το αξιόποινο αποτέλεσμα. για την αυστηρότερη αντιμετώπιση ορισμένων εγκληματιών (374ΠΚ). Η ανακριτική ενδιαφέρεται για τον τόπο του εγκλήματος από ευρύτερη άποψη: λαμβάνεται κάθε τόπος που θα μπορούσε να διευκολύνει την ανάκριση και στον οποίο θα μπορούσαν να βρεθούν ενδείξεις σχετικά με το έγκλημα. κλπ. την στοιχειοθέτηση του αξιοποίνου (437.πλαστογράφοι. Κατά τη διάρκεια της ανάκρισης έρευνα διεξάγεται μόνο όταν μπορεί βάσιμα να υποτεθεί ότι η βεβαίωση του εγκλήματος. είναι δυνατό να πραγματοποιηθεί ή να διευκολυνθεί μόνο με αυτήν (253ΚΠΔ).

1 περ.243παρ.187ΠΚ(= διακριτική παρακολούθηση αναφέρεται + στη Συμφωνία Σένγκεν). Το άρθ. 256 ΚΠΔ.άρθ.2713/1999 για τη διερεύνηση εγκλημάτων αστυνομικών που ήδη επεκτείνονται και στα εγκλήματα των παρ.9Α Συντ.3674/2008 για την ενίσχυση του θεσμικού πλαισίου διασφάλισης απορρήτου τηλεφωνικών επικοινωνιών (τροποπ. + 254. σχετική ανάπτυξη παραπάνω σε σχέση με το τεκμήριο αθωότητας) Ελεγχόμενες μεταφορές = όταν επιτρέπεται στα όργανα ελέγχου να μην κινήσουν αμέσως δίωξη αλλά να παρακολουθήσουν τις μεταφορές για να γίνει δυνατή η εξάρθρωση της εγκληματικής οργάνωσης. 255.4 Ν.9 Συντ.6 παρ. Για πρώτη φορά προβλέφθηκαν από το άρθ.253Α ΚΠΔ: Ανακριτική διείσδυση (παγίδευση) (βλ.370Α ΠΚ είχε ήδη εξαιρέσει τον άδικο χαρακτήρα της αθέμιτης παγίδευσης εάν η χρήση έγινε ενώπιον δικαστηρίου ή για προστασία δικαιολογημένου συμφέροντος ή υπεράσπιση κατηγορουμένου (προστασία τέτοιων δεδομένων πλέον και από το άρθ.370Α που καθιστά κακούργημα την παρέμβαση σε τηλεφ. Καταγραφή της δραστηριότητας ατόμων ή γεγονότων που συμβαίνουν σε δημόσιο χώρο. δίκτυο ή λογισμικό και χρήση πληροφορίας ή υλικού στο οποίο έχει αποτυπωθεί (βλ. σωματική έρευνα: 257ΚΠΔ) - - - Ειδικές ανακριτικές πράξεις (η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για το ξέπλυμα. και Ν.253Α παρ. Το άρθ. Βλ.- Πότε (χρόνος τέλεσης) Πώς (τρόπος τέλεσης) Τι (ακριβείς συνθήκες) με τι (όπλο) γιατί (κίνητρο) ΚΑΝΟΝΕΣ ΔΙΕΝΕΡΓΕΙΑΣ ΤΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ - απόλυτη ηρεμία ιδιαίτερη προσοχή και μέθοδος για κάθε έρευνα μη μετακίνηση των αντικειμένων προ της λήψης φωτογραφιών + λεπτομερούς περιγραφής σε έκθεση μέτρα προστασίας ανευρισκομένων ιχνών + μη δημιουργία νέων απομόνωση χώρου για διασφάλισή του ΚΠΔ + Σύνταγμα καθορίζουν τους όρους διεξαγωγής έρευνας (άρθ.).2 ΚΠΔ. Άρση του απόρρητου των επικοινωνιών = υλοποίηση της εξαίρεσης του άρθ.γ ΚΠΔ περιλαμβάνει την άρση του απορρήτου. έρευνα σε κατοικία: άρθ.β Συντ.1 εδ.19 παρ.251. υιοθέτηση μετά από το σκάνδαλο Ζαχόπουλου) Συσχέτιση ή συνδυασμός δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα: γενική και αόριστη αναφορά του άρθ.1 εδ.1 +2 άρθ. προέβλεπε την λήψη ειδικών ανακριτικών τεχνικών για διευκόλυνση αναγνώρισης και αναζήτησης του προϊόντος του εγκλήματος) που εισήχθησαν στο άρθ.253 Α παρ. 1991.ε . Στρασβούργο.

2 ΚΠΔ): [Πρέπει να συρρέουν σωρευτικώς και όχι διαζευκτικώς] -Ύπαρξη σοβαρών ενδείξεων περί τελέσεως της πράξης Ύπαρξη σοβαρών ενδείξεων ότι η πράξη έχει τελεσθεί από εγκληματική οργάνωση του 187. 3.171 παρ.ΚΠΔ που παραπέμπει για τις εγγυήσεις στον Ν. 2472/1997 για την προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.1 εδ.+ 25Β Ν.1. αστυνομικά όργανα μετά από παραγγελία (ειδικά αιτιολογημένο βούλευμα δικαστικού συμβουλίου). o Περιοριστικοί όροι (άρθ.253Α παρ.253A δεν προσδιορίζει το όργανο: είναι αναγκαστικά ο έχων τεχνικές γνώσεις για τη διενέργεια τέτοιων πράξεων δηλ.307 εδ.253Α γιατί: .χ. με την πράξη της αστυνομικής διείσδυσης σε εγκληματική οργάνωση το αστυνομικό όργανο δεν επιτρέπεται να τοποθετεί βόμβες για να κερδίσει την εμπιστοσύνη των μελών της οργάνωσης) καθορισμός χρονικού διαστήματος για την επιδίωξη του σκοπού αξιοποίηση των στοιχείων ή γνώσεων που αποκτήθηκαν αποκλειστικά για τους λόγους που καθόρισε το δικαστικό συμβούλιο. 4 ΚΠΔ): περιορισμός των ανακριτικών ενεργειών στις απολύτως αναγκαίες για την διακρίβωση των εγκλημάτων (π.253Α παρ. χωρίς ν’αναφέρει σε τι συνίσταται αυτή η συσχέτιση. 187Α ΠΚ.253Α παρ.3 ΚΠΔ): -κίνηση ποινικής δίωξης με παραγγελία διενέργειας κύριας ανάκρισης (αίτημα ανακριτή προς αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο για να κριθεί η νομιμότητα της διενέργειας) ύπαρξη κατηγορούμενου στο πρόσωπο του οποίου διαπιστώνεται η συνδρομή των ουσιαστικών προϋποθέσεων (αν δεν υπάρχει κατηγορούμενος με την αίτηση του ανακριτή οι ύποπτοι καθίστανται κατηγορούμενοι –άρθ.στ’ ΚΠΔ) στη σύνθεση του οποίου δεν μπορεί να μετάσχει ο ανακριτής.1729/87 Δηλωμένη αδυναμία ή δυσχέρεια εξάρθρωσης της εγκληματικής οργάνωσης με άλλα μέσα o Δικονομικές προϋποθέσεις (άρθ. σε συνδυασμό όσα έχουν αναφερθεί στη σχετική ενότητα του τεκμηρίου αθωότητας): o Ουσιαστικές προϋποθέσεις (άρθ. Σημείωση: Προβληματικό το άρθ.72ΚΠΔ) ειδικά αιτιολογημένο βούλευμα δικαστικού συμβουλίου (άρθ.δ’ ΚΠΔ) το άρθ. Ουσιαστικές + δικονομικές προϋποθέσεις για διενέργεια ειδικών ανακριτικών πράξεων (βλ. Σε εξαιρετικά επείγουσες περιπτώσεις την έρευνα μπορεί να διατάξει ο εισαγγελέας ή ο ανακριτής με την προϋπόθεση ότι μέσα σε τρεις μέρες θα πρέπει να την εισάγει προς έγκριση στο δικαστικό συμβούλιο διαφορετικά είναι άκυρη και η χρησιμοποίηση των στοιχείων συνιστά απόλυτη ακυρότητα (άρθ.

ΑΥΤΟΨΙΑ ΚΑΙ ΑΠΟΤΥΠΩΣΗ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΤΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ Αυτοψία = μπορεί να διενεργηθεί σε τόπους. Πρόχειρη λύση αποτελεί η μετρική . Συμπληρώνεται με την ειδική φωτογράφηση των ενδείξεων του τόπου του εγκλήματος. Οι τρόποι απεικόνισης αλληλοσυμπληρώνονται. Πρέπει να σημειώνεται ο προσανατολισμός και η θέση που βρέθηκαν οι ενδείξεις. η φωτογράφηση του τόπου του εγκλήματος και η αναπαράσταση επί τόπου του τρόπου τέλεσης. τα προπλάσματα. Η μυστικότητα αποκλείει την αρχή της δημοσιότητας των μερών ή εσωτερικής δημοσιότητας που δίνει δυνατότητα ν’αναπτύξουν την υπεράσπισή τους => στέρηση τεκμηρίου αθωότητας. Σ΄αυτή την περίπτωση. Κατασκευή ιχνογραφημάτων και προπλασμάτων : γίνεται αφού τελειώσει η αυτοπρόσωπη σπουδή του τόπου που θα απεικονιστεί. Σιγή για την τύχη των στοιχείων που συγκεντρώθηκαν μετά την αθώωση ή την καταδίκη (σε σχέση με τους τρίτους) => επικίνδυνη παράλειψη για το συνταγματικά οργανωμένο ποινικό σύστημα (αντίθετα.χ. η δίκη διακόπτεται κει είτε το δικαστήριο μεταβαίνει στον τόπο αυτοψίας.200Α ΚΠΔ). Στάδιο διενέργειας αυτοψίας : μέχρι και διαδικασία στο ακροατήριο (363ΚΠΔ).- - αν και αναφέρει διενέργεια ειδικών ανακριτικών πράξεων δεν τις περιγράφει και δεν εξειδικεύει τις εγγυήσεις στις οποίες αόριστα αναφέρεται δικονομικοποιεί διατάξεις που αποκλείουν τον άδικο χαρακτήρα -διαφορετικά αξιόποινων. Φωτογράφηση: Μειονέκτημα : Δεν μπορούν να καθοριστούν στη φωτογραφία οι διαστάσεις του χώρου και οι αποστάσεις των αντικειμένων μεταξύ τους.180 ΚΠΔ). η πορεία του δράστη. κλπ) που τίθενται υπό παρακολούθηση για λόγους άσχετους με δική τους εγκληματική δραστηριότητα. αλλά η αναπαράσταση είναι σχεδόν πάντα αναγκαία. για το γενετικό υλικό και DNA προβλέπεται άμεση καταστροφή τους – άρθ. είτε αναθέτει την αυτοψία σε μέλος του. Το άρθ. φίλων. π. κλπ. αντικείμενα και ανθρώπους προς βεβαίωση τελέσεως εγκλήματος και των περιστάσεων υπό των οποίων τελέστηκε (άρθ. Σύνταξη εκθέσεως μετά την αυτοψία (148ΚΠΔ): αναφέρει όλα τα ίχνη – συντάσσεται ακόμη και αν δεν βρέθηκαν στοιχεία. όπως η ιχνογράφηση. τα σημεία λήψεως φωτογραφιών. Απαιτεί εξάσκηση και εμπειρία.αστυνομικών ενεργειών καμία από τις χαρακτηριζόμενες ως ανακριτικές πράξεις δεν συνιστά διενέργεια έρευνας => πρόκειται για μέσα αστυνομικής παρέμβασης που στοχεύουν στη κατασκευή αποδεικτικών μέσων εκτός από την άμεση σύγκρουση ορισμένων μεθόδων με το Σύνταγμα προσβάλλονται + δικαιώματα τρίτων (συγγενών.181ΚΠΔ προτρέπει τον ανακριτή να συμπληρώνει την έκθεσή του με απεικονίσεις και πειράματα. Ιχνογράφηση κατόψεων με μέθοδο Kenyers για να ξεδιπλωθούν οι 6 έδρες του κύβου όταν πρόκειται για τοίχους.

Εικονική αναπαράσταση μέσω η/υ με μαγνητοσκόπηση. 253Α ΚΠΔ) Διεξαγωγή Στάδιο δίκης Τρόπος ΑΥΤΟΨΙΑ (180 ΚΠΔ) Μόνο προς βεβαίωση εγκλήματος. Κατά την ανάκριση (για συλλογή ενδείξεων. Προς βεβαίωση τέλεσης και περιστάσεων του εγκλήματος.φωτογράφηση κατά Bertillon (στο δάπεδο ταινίες μήκους 1 μέτρου στις ποίες σημειώνονται οι υποδιαιρέσεις του μέτρου). κατά νόηση modus operandi. βεβαίωση ή αποκατάσταση ζημίας και μόνο όταν τα παραπάνω μπορούν να πραγματοποιηθούν ή να διευκολυνθούν μόνο με αυτήν (253ΚΠΔ). Μπορεί να διενεργηθεί και με πραγματογνωμοσύνη όταν απαιτούνται ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης. ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΕΡΕΥΝΑΣ – ΑΥΤΟΨΙΑΣ ΕΡΕΥΝΑ (253. η ανακριτική διείσδυση καθώς και η συσχέτιση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα) -Τόπους ΣΥΛΛΟΓΗ ΕΝΔΕΙΞΕΩΝ Έννοια και διακρίσεις των ενδείξεων . (Είναι μορφή έρευνας αλλά ανάγεται σε αποδεικτικό μέσο). επιτήρηση του τόπου για πιθανή σύλληψη δράστη ή μη καταστροφή ιχνών) Σε όλα (και στην κύρια διαδικασία) -Σωματική -Σε ανθρώπους -Σε κατοικία -Αντικείμενα και (στις έρευνες περιλαμβάνονται και η καταγραφή γεγονότων εκτός κατοικίας με ήχο ή εικόνα. αποκάλυψη ή σύλληψη του δράστη.

καταστάσεις ή αντικείμενα. αποτυπώματα τροχών. βλ. πολυδακτυλία). κλπ). όπως και το ανάστημα του υποκειμένου από το . Διακρίνονται σε: Α.1.χ. Προσωπικές ενδείξεις: γεγονότα. Ενδείξεις = γεγονότα. σπέρμα) ή φυσικές (: χρώμα. Αποτυπώματα ποδών. Β. τροχών. Πραγματικές ενδείξεις (περιλαμβάνονται και οι τεχνικές ενδείξεις. πράξεις ή παραλείψεις ή ακόμη συναισθήματα.Ο ΚΠΔ παρ’όλο που συγκαταλέγει τις ενδείξεις ανάμεσα στα αποδεικτικά μέσα δεν αφιερώνει ειδικά άρθρα (μόνο επ’ευκαιρία άλλων αποδεικτικών μέσων) => η έννοια και οι διακρίσεις των ενδείξεων καθώς και η δικονομική αξιολόγησή τους αφέθηκαν στην επιστήμη + νομολογία. δέρμα. ίνες ξύλου. τον είδαν τα απομακρύνεται από τόπο του εγκλήματος) - ανυπαρξία άλλοθι (αδυναμία να αποδείξει ότι ήταν αλλού κατά τον χρόνο τέλεσης) = ασθενής ένδειξη. δεδομένου ότι ανατρέπει το βάρος απόδειξης και τεκμήριο αθωότητας.ά. είτε από θύμα πριν. κηλίδες αίματος. Ύλες που χρησιμεύουν ως ίχνη: ζωικές (: τρίχες. Δυνατή βέβαια η παραβολή αν υπάρχει υποψία. παρακάτω): μπορούν να βρεθούν είτε πάνω στο θύμα. είτε αλλού. Μπορεί ακόμη να διαγνωσθεί αν υπάρχει πάθηση (πλατυποδία. κατά ή μετά την τέλεση του εγκλήματος (δακτυλικά αποτυπώματα. Κατατάσσονται συστηματικά στα πραγματικά αποδεικτικά μέσα γιατί αποκαλύπτονται από επισκόπηση πραγματικής κατάστασης.: Όπως και τα αποτυπώματα των χεριών τα αποτυπώματα δακτύλων ποδών και πέλματος μπορούν να δώσουν τα ίδια αποτελέσματα για την ταυτότητα του δράστη. Επειδή όμως σπάνιο ο δράστης να ενήργησε με γυμνά πόδια. διαμορφώθηκαν ή βρέθηκαν αποκτούν ιδιαίτερη σημασία για την ανάκριση του εγκλήματος. που αποκαλύπτονται στον ανακριτή μέσω άλλων προσωπικών αποδεικτικών μέσων. ποδών. είτε πάνω στο δράστη. δεν τηρείται σχετικό αρχείο. όπως η μαρτυρία ή απολογία κατηγορουμένου και αναφέρονται σε 3 θέματα: - ύπαρξη κινήτρου - συσχέτιση κατηγορουμένου προς την τέλεση του εγκλήματος (π.Ίχνη: οποιασδήποτε φύσης σημάδια ή οι ύλες που προκλήθηκαν ή καταλήφθηκαν αντίστοιχα είτε από τον δράστη. ιατροδικαστικά ευρήματα. είτε στον τόπο του εγκλήματος. 1. Διακρίνονται σε: 1. που πρέπει να εκτιμάται με μεγάλη προσοχή. ύφασμα). κ. τα οποία εξαιτίας των ειδικών συνθηκών κάτω από τις οποίες συνέβησαν.

σε σκονισμένο ή βρεγμένο έδαφος. Διαστάσεις. ιδιορρυθμίες και αποστάσεις των οδόντων => ταυτότητα του δράστη. Από πιο μέρος του σώματος προέρχονται: Μήκος. μπορούν να εξαχθούν τα εξής συμπεράσματα: 1) Για τον βηματισμό: Μέσος όρος βήματος ατόμου μετρίου αναστήματος = 70εκ. Αποτυπώματα οδόντων Συνήθως όταν έχει προηγηθεί πάλη ή έχει αφήσει ο δράστης πάνω σε φαγητά ή γλυκά που δοκίμασε. τροχών.μήκος του πέλματος. διάμετρος και μορφή στελέχους και κορυφής τρίχας διαφορετικά.2. Ανάλογα από τη φύση του αντικειμένου πάνω στο οποίο αφέθηκαν το αποτύπωμα μπορεί να διατηρηθεί με φωτογράφηση ή εκμαγείο. 1. Μόνο το χνούδι δεν παρουσιάζει διαφορές από οποιοδήποτε μέρος του σώματος. Επίσης. (άνδρας). κλπ. Τρίχες Βρίσκονται συνήθως πάνω στο θύμα. σύσταση και χρώμα διαφορετικό στα ζώα. Εξασφάλιση των αποτυπωμάτων με φωτογράφηση και κατασκευή εκμαγείου από γύψο ή παραφίνη αν το στοιχείο άνω στο οποίο έγινε το αποτύπωμα είναι ευπαθές (χιόνι. (γυναίκα) >από 50-100 εκ. 40-50εκ. 1. αν υπάρχει βιασύνη και >100 εκ. = όταν το άτομο τρέχει 2) Για τη νηφαλιότητά του (νοητή ευθεία και στις δύο πλευρές) 3) Για την ηλικία του (με την ηλικία μειώνεται το μήκος βήματος) 4) Το βάρος του (από πίεση πέλματος σε μαλακό έδαφος) Ανάλογη χρησιμότητα και τα αποτυπώματα στο έδαφος υποδημάτων. Πέρα από τη δυνατότητα εξαγωγής συμπερασμάτων για την ταυτότητα του δράστη μέσω ανάλυσης DNA πολλά άλλα συμπεράσματα χρήσιμα για την ανάκριση μπορεί να δώσει η εξέταση των τριχών: 1) 2) Αν είναι ανθρώπου ή ζώου. αν υπάρχουν ίχνη πέλματος σε βηματισμό. . Μεγάλη η σημασία τους (όση και τα δακτυλικά αποτυπώματα + υπερέχουν στη διατήρησή τους δεδομένου ότι έχουν μεγάλη ανθεκτικότητα στην αποσύνθεσή τους. όπλο ή άλλα αντικείμενα. άμμος). Πάχος.3. Θα πρέπει να διαπιστωθεί αν πρόκειται για δόντια ανθρώπου ή ζώου (κυνόδοντες πιο μυτεροί).

Β. ανώμαλη με σχισμή = μετά από κτύπημα) 7) Χρόνος επέλευσης θανάτου.4. Στέλεχος: αποτελείται από κύτταρα διατεταγμένα σε τρεις στιβάδες. Αν είναι ανθρώπου ή ζώου με βιολογική εξέταση. 6) Έχουν αποσπαστεί βίαια ή έπεσαν. . Μέσα στον βολβό εισέρχεται κωνικό έπαρμα του χορίου γεμάτο αγγεία. έχουν αποσπαστεί. Η κοιλότητα του δέρματος στην οποία βρίσκεται η τρίχα καλείται θύλακας. π. Εξέταση και ανατομικά γνωρίσματα τριχών: Κάθε τρίχα αποτελείται από 2 τμήματα: α) στέλεχος (έξω από το δέρμα). Η σύμπτωση των ευρημάτων δίνει μόνο πιθανότητα και όχι βεβαιότητα. ΑΒ). κλπ). Ρίζα: καταλήγει στο βολβό. β) ρίζα (μέσα στο χόριο -δέρμα). Η εξέταση κηλίδων αίματος μπορεί να δώσει στοιχεία για: - - Το αν πρόκειται για αίμα ή χρωστική ανιχνεύεται με ειδικές μεθόδους για αναζήτηση αιμοσφαιρίων (διενέργεια χρωματικής αντίδρασης. Για να εξακριβωθεί χρειάζεται δείγμα τριχών του ιδίου ατόμου (τουλάχιστον 12 τρίχες) για τη μικροσκοπική εξέταση. φασματοσκοπικής εξέτασης. Αν είναι γνωστό πότε ξυρίστηκε το θύμα (οι τρίχες και τα γένια αυξάνουν κατά 0. Η κατάληξη = κορυφή της τρίχας.χ. Το αίμα O τύπος του αίματος καθορίζεται αποκλειστικά από τους κανόνες κληρονομικής μεταβίβασης των χαρακτήρων του Mendel./ώρα). Από έξω προς τα μέσα: περιτρίχιο (επιδερμίδα). αλλά αρκεί και μια για ανάλυση του DNA. φλοιώδης ουσία και μυελώδης ουσία της τρίχας. Δυνατότητα διαπίστωσης καταγωγής του τέκνου από ορισμένο γεννήτορα (αν αυτός δεν κατέχει τους γενετικούς χαρακτήρες που υποχρεωτικά κληροδοτούνται στο τέκνο. Αν δεν διατηρείται η ρίζα: εξετάζεται η τομή (ανώμαλη = με κοφτερό όργανο.3) 4) Αν είναι άνδρα ή γυναίκας. μητέρα Ο = τέκνο Ο και όχι Α. αν δεν έχει αυτά τα σημάδια έπεσε μόνη της. (αυξάνουν με την ηλικία) 5) Εξακρίβωση της ταυτότητας του υποκειμένου. 1. του χιλ. που αποκαλείται θηλή της τρίχας.021χιλ. 360 ποικιλίες αίματος. βλέφαρα και τρίχες γεννητικών οργάνων διαφέρουν σε διάμετρο ανάλογα το φύλο) Ποια η ηλικία του υποκειμένου. Εξέταση αν διατηρείται η ρίζα: ο βολβός είναι σχισμένος και φέρει υπολείμματα του θύλακα. (φρύδια.

ποδών. ή να είναι συμπτωματικά. ενότητα για εξακρίβωση ταυτότητας του δράστη). π. Τα σημεία δεν βοηθούν όπως τα ίχνη στην εξακρίβωση της ταυτότητας του δράστη.260. πλαστά χαρτονομίσματα). που δεν συνιστούν ίχνη. τρίχες. κλπ. Τα πειστήρια αναφέρονται στον ΚΠΔ ως «αντικείμενα που καταλαμβάνονται κατά τη διενέργεια έρευνας (251). είτε αποτελούν προϊόντα ή το σώμα του εγκλήματος (κλοπιμαία. Πειστήρια: όλα τα αντικείμενα τα οποία είτε απετέλεσαν το όπλο του εγκλήματος. Η όψη των κηλίδων εξαρτάται από την επιφάνεια πάνω στην οποία πέφτουν (κηλίδα με πήγμα = σκληρή επιφάνεια. μακρόστενη: από λοξή επιφάνεια. 2.280). όπλα.χ. ΤΑ ΓΡΑΠΤΑ ΠΕΙΣΤΗΡΙΑ: Η ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΓΡΑΦΟΛΟΓΙΑ Μεταξύ πειστηρίων είναι και γραπτά κείμενα που ανάλογα με το είδος του εγκλήματος μπορεί να αποτελούν το σώμα του εγκλήματος (πλαστογραφία). κλπ). εφόσον σχετίζονται με το έγκλημα. ανώμαλη κηλίδα με διασκορπισμένες γύρω της μικρότερες: >από 1/5 μέτρο). αντικλείδι. Οι πραγματικές ενδείξεις υπερισχύουν έναντι των προσωπικών. επιθήλια βλεννογόνου μύτης παλαιότητα από το χρώμα (ζωηρό ή όχι) σχήμα κηλίδων δείχνει το ύψος και τη γωνία απ’όπου έπεσαν (κυκλική: κατακόρυφα. είτε χρησιμοποιήθηκαν ως εργαλεία για την διευκόλυνσή του (σκάλα. Ερωτήματα: . χωρίς πήγμα = μαλακή επιφάνεια).χ. αλλά δείχνουν τη σωστή κατεύθυνση που πρέπει ν’ακολουθήσει η ανάκριση και βοηθούν στον έλεγχο της αλήθειας των μαρτύρων. κατάσχονται (258.- - από ποιο μέρος προέρχεται αν υπάρχουν π. παραβίαση πόρτας με διαρρηκτικά εργαλεία. Προσοχή! Τα έγγραφα ως πειστήρια διαφέρουν από τα έγγραφα ως αποδεικτικά μέσα = τα πειστήρια δεν αναγιγνώσκονται (ενδιαφέρει η πλαστότητα και όχι το περιεχόμενο). Ροή δείχνει αν το υποκείμενο ήταν όρθιο ή ξαπλωμένο. κλπ. γιατί μπορεί να ελεγχθεί η επιστημονική αλήθεια των πρώτων. Διαγνωστικά σημεία: οποιεσδήποτε μεταβολές ή επενέργειες πάνω στη φυσική κατάσταση ή θέση των πραγμάτων στο χώρο. 3. κηλίδες αίματος. είτε φέρουν πάνω τους άλλα ίχνη (ποτήρι + δακτυλικά αποτυπώματα). ή παραδίδονται στον ανακριτή (259). ελαφρά οδοντωτή: <από 1/5 μέτρο. αποτυπώματα τροχών. μέσο με το οποίο τελέστηκε (εξυβριστική επιστολή). έγγραφα ως πειστήρια. Από τις πραγματικές ενδείξεις οι σπουδαιότερες θεωρούνται τα δακτυλικά αποτυπώματα[1] (βλ.

Αρχές της γραφολογίας: Η γραφή μαθαίνεται και εξελίσσεται με την ηλικία. Οι παράγοντες διακρίνονται σε : - σταθερούς = φυσιολογικοί ή εγγενείς (μήκος οστών. δύναμη νεύρων) ή επίκτητοι (εκπαίδευση. ενώ όταν έχει σκοπό την εξακρίβωση της ταυτότητας του συντάκτη καταφεύγει στην γραφολογία. όργανα γραφής. Βασικές αρχές της γραφολογίας: Γραφή = σπουδαιότερο μετά την ομιλία μέσο έκφρασης που διαμορφώνεται υπό την επήρεια σωματικών και ψυχικών παραγόντων. ίρις οφθαλμού). DNA. Η απάντηση δίδεται με πραγματογνωμοσύνη αν απαιτούνται ειδικές γνώσεις. Διαφέρει από την γραφολογία = ειδικός κλάδος της ψυχολογίας (ή φυσιολογίας) που έχει ως αντικείμενο την μελέτη του χαρακτήρα (=χαρακτηρολογική γραφολογία) στηριζόμενη στην εξέταση της γραφής του ατόμου. Δικαστική γραφολογία καλείται να επινοήσει τις κατάλληλες μεθόδους με τις οποίες η σύγκριση θα καταστεί δυνατή. συνθήκες κάτω από τις οποίες γράφτηκε. Ατομικότητα της γραφής. κλπ. τοποθέτηση χεριών) - μεταβλητούς = ψυχική κατάσταση του γράφοντος. Μπορεί να παρατηρηθεί διαφορά γραμμάτων και υπογραφής του ίδιου ατόμου. Είναι το μόνο επίκτητο από τα στοιχεία που προσδίδουν ατομικότητα στον άνθρωπο (τα υπόλοιπα είναι: δακτυλικά αποτυπώματα. θερμοκρασία σώματος. φωνή. συνήθεια. Δικαστική γραφολογία χαρακτηρίζεται ως τεχνική γιατί καταφεύγει σε εργαστηριακές μεθόδους για την εξακρίβωση της γνησιότητας ενός εγγράφου. Εγκληματολογική γραφολογία (Zbinden) υπάγονται όλα τα θέματα της δικαστικής γραφολογίας προς συνδρομή της ανακριτικής. Διαπιστώσεις: . παγιώνεται με την ωρίμανση. χωρίς να παύει να διαφοροποιείται.- Αν επώνυμο: είναι γνήσιο ή πλαστό - Αν ανώνυμο ποιος το συνέταξε - Δευτερευόντως: παλαιότητα εγγράφου. Πατέρας της γραφολογίας: Abbaye Jean Hippolyte Michon (1873) σειρά συστηματικών έργων. Η πραγματογνωμοσύνη διεξάγεται σύμφωνα με κανόνες = δικαστική γραφολογία. κλπ.

συνήθη. ε) ανάλογα με το χρησιμοποιούμενο αλφάβητο: ελληνική. πολυγραφική. αραβική. τυπογραφική β) ανάλογα με προσπάθεια υποκειμένου: ελεύθερη. ψύχος. μικροσκοπική. δ ή κάτω μεσαία: ρ.Γραφή: πραγματοποιείται με σωματικές κινήσεις επηρεαζόμενες από ψυχολογικές λειτουργίες => πρόκειται για λειτουργία που εξαρτάται άμεσα από τον εγκέφαλο. φ) και μακρά (= όταν οι γραμμές προεξέχουν και πάνω και κάτω: ξ. Γράμματα: διακρίνονται σε -> - κεφαλαία και μικρά - βραχέα (=όταν περιορίζονται σε 2 νοητές ευθείες της γραφής: α. κλπ. μούδιασμα. παθήσεις νεύρων.[ είναι χαρακτηριστικό ότι η αλλαγή του αλφαβήτου δεν αλλάζει τους χαρακτήρες γραφής του ατόμου] • μη φυσιολογική = τραυματισμοί. μεγάλη. κυριλλική. καλλιγραφική γ) ανάλογα με κλίση των γραμμάτων: συνήθως δεξιά. κλπ. Για χάραξη μιας και μόνης γραμμής συμβάλλουν 5 διαφορετικά νευρομυικά συστήματα: - πίεση: κινητικό σε βάθος - χάραξη : κινητικό σε επίπεδο - σταμάτημα: ανταγωνιστικό σύστημα - κατεύθυνση: κατευθυντήριο - ορθή χάραξη: ευπραξίας Η γραφή διακρίνεται σε: • Φυσιολογική = συνήθης υπό ομαλές φυσιοψυχικές συνθήκες: α) ανάλογα με το μέσο παραγωγής της: χειρόγραφη. ε) μεσαία (= όταν η μια γραμμή προεξέχει -> πάνω μεσαία: λ. συνήθως αριστερά δ) ανάλογα με το μέγεθος των γραμμάτων: υπερμεγέθη. μικρή. ζ) - απλά (όταν αποτελούνται από μία γραμμή) και σύνθετα (όταν αποτελούνται από 2 ή περισσότερες γραμμές) . δακτυλογραφική. όρθια. πολύ δεξιά. γοτθική. ο.

ως αποτύπωση διανοημάτων και αφ’ετέρου τους παράγοντες με τους οποίους αυτή η αποτύπωση πραγματοποιείται. Αντικείμενα γραφολογικής εξέτασης: Αφ’ενός τη γραφή καθ’αυτή. καθώς και τα αντικείμενα πάνω στα οποία πραγματοποιείται. απομάκρυνση γραφίδας από το χαρτί) οι μορφές των γραφών (δηλ. Μέθοδοι: - α) απλή παραβολική μέθοδος = εμπειρική μέθοδος που συνίσταται στην παραβολή (παρατήρηση) των μορφών των γραμμάτων των 2 εξεταζομένων κειμένων. Μειονεκτήματα: στερείται επιστημονικής βάσης. - β) Γραφομετρική ανάλυση (Locard βασιζόμενος στον υπολογισμό αριθμητικών και γεωμετρικών υπολογισμών των Humbert και Langenbruch) = ανάλυση της γραφής σε στοιχεία που μπορούν να μετρηθούν και σε παραβολή των αριθμών που θα προκύψουν από την μέτρηση αυτή. είναι ανεφάρμοστη σε περίπτωση σκόπιμης παραποίησης ή απομίμησης της γραφής. κλπ) Με βάση τη μέτρηση των παραπάνω κατηγοριών γίνεται: - Σύγκριση της σχέσης μετάπτωσης των γραμμών των γραμμάτων = οι άνθρωποι έχουν την τάση να αυξομειώνουν τις γραμμές των γραμμάτων στην αρχή. - γ) Αναλυτική συγκριτική μέθοδος (H. Schneickert) = κρατούσα σήμερα στην Ευρώπη = στηρίζεται στην ανάλυση και σύγκριση .- τόξα ή συνδέσεις γραμμάτων δεν αποτελούν στοιχεία των γραμμάτων αλλά επιπρόσθετες γραμμές όχι αναγκαίες που γράφονται είτε χωρίς πρόθεση είτε για λόγους καλλιγραφίας. Μετρούνται: - τα μήκη των γραμμών ή το πάχος τους και οι καμπύλες - οι διευθύνσεις των γραμμών που μετρούνται με τις γωνίες που σχηματίζουν ή με τη βάση του γράμματος - οι διακοπές (δηλ. δεν αποκλείει τον κίνδυνο από συμπτώσεις. Ο Locard θεωρεί ότι είναι η πιο ικανή να δώσει τα πιο επιτυχή αποτελέσματα. βασίζεται στην υποκειμενική κρίση του ερευνητή. - Σύγκριση του καμπυλομετρικού δείκτη - Γραμμικός παραλληλισμός. Η γραφομετρική μέθοδος επικρίθηκε λόγω της εξέλιξης της γραφής στη ζωή ενός ατόμου και του αστάθμητου ψυχολογικού παράγοντα (ψυχικής διάθεσης του γράφοντα). στη μέση ή στο τέλος των λέξεων. καταλήξεων. μορφές γραφής των σημείων στίξης.

έγκαιρη λήψη προς αποφυγή αλλοιώσεως. Πρέπει να εξασφαλίζονται παλαιά και σύγχρονα δείγματα γραφής.χ. β) τομέα εξέτασης ψηφιακών πειστηρίων και γ) τομέα εξέτασης φωνής και ήχου. νηφάλια. Μετά την ωριμότητα του ατόμου η επίδραση της εξέλιξης πάνω τους είναι ασήμαντη. ευανάγνωστη. μελάνι. προσποιητή. κ.ά. κλπ). Σπουδαιότεροι γραφολογικοί χαρακτήρες θεωρούνται: o η διάταξη (π. τυπογραφική. ακανόνιστη) και διάσταση της γραφής (π. γραφίδες.. υπέρμετρη) o η μορφή (π. τακτική. Για την ορθότητα της γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης απαιτείται ο ανακριτής να γνωρίζει με ποιο τρόπο θα πρέπει να συλλέξει το υλικό (κατάλληλο δείγμα.των γραφολογικών χαρακτήρων (ή γνωρισμάτων). σχηματισμένες εξαιτίας φυσιοψυχικών και κοινωνικών παραγόντων και προσδίδουν στην γραφή την ατομικότητά της.χ. στριμωγμένη. κλπ). Γραφολογικοί χαρακτήρες = παρεκκλίσεις από τα βασικά σχολικά πρότυπα που διαμορφώνονται από φυσικές συνήθειες. σφιγμένη) o η κλίση των γραμμάτων (κατεύθυνση ανερχόμενη/ κατερχόμενη) o η επιδεξιότητα γραφής και η ωριμότητά της o το μέγεθος της γραφής o η ροπή της γραφής σε σχέση με πραγματική ή νοητή οριζόντια γραμμή o η ορθογραφία. διαφορετικά η εξέταση περιορίζεται σε πρόσφατο δείγμα με υπαγόρευση κειμένων (πρέπει να υπάρχουν περισσότερα από ένα). Για την πλαστογραφία οι γραφικές ανωμαλίες και ασυνέπειες στην πλαστή γραφή και υπογραφή διέπονται από τις εξής αρχές: - διάσπασης της προσοχής - δυσκολίας αναπαραγωγής ξένων στοιχείων . Εξέταση σημαντική γιατί από τους παράγοντες αυτούς επηρεάζονται σημαντικά το είδος και η μορφή της γραφής.χ. απλή) o η πίεση o η σύνδεση των γραμμάτων και τα διαστήματα μεταξύ των γραμμάτων και των λέξεων o η ταχύτητα (π. Η έρευνα των παραγόντων της γραφής Ως παράγοντες της γραφής θεωρούνται όλα τα μέσα με τα οποία πραγματοποιείται η γραφική παράσταση αλλά και κάθε αντικείμενο πάνω στο οποίο πραγματοποιείται (χαρτί. Η σημασία στις μέρες μας έχει ελαττωθεί σημαντικά λόγω της χρήσης τυποποιημένων προϊόντων γραφής.χ. βιαστική. μολύβια. Η Διεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών της ΕΛΑΣ έχει οργανώσει το εργαστήριο γραφολογίας σε 3 τομείς: α) τομέα εξέτασης εγγράφων και γραφής.

- των γραφικών παρενεργειών (δηλ. φόβος. κακή τοποθέτηση χαρτιού) o Γραφικός τρόμος αγραμμάτων (παιδαριώδης γραφικός χαρακτήρας με συμπαγή πίεση) o Προσποιητός γραφικός τρόμος (επιχείρηση καλλιγραφίας) 2. στον αλκοολισμό είναι κάθετος. φως. . θυμός.χ. ψύχος. Από φυσιολογικής απόψεως μπορεί να οφείλεται: o Κόπωση. ιδίως η επιχείρηση αναπαραγωγής υπογραφής) Ενδείξεις πλαστότητας εμφανίζονται με: - διστακτική και ανακοπτόμενη ταχύτητα μη φυσιολογικές αυξομειώσεις της έντασης της πίεσης και με γραφικό τρόμο (τρεμούλιασμα) Ο γραφικός τρόμος μπορεί να αποδοθεί: 1. ασθένεια (π. Από αιτιολογικής απόψεως: o Περιστασιακός τρόμος (ασθένεια. Στην πλαστογραφία: o Ζωγραφική απομίμηση (ελαφρύς τρόμος στα άκρα της γράμμωσης) o Δουλική απομίμηση (με καρμπόν αδρανής πορεία της κίνησης) o Ελεύθερη απομίμηση κατόπιν σπουδής της γραφής (δισταγμός στην έναρξη ή τέλος) • Στη χάραξη υπογραφής με κατευθυνόμενο χέρι η γραφή έχει χαλαρό και αραιό γραφικό τρόμο (κυματοειδής) και η σχεδίαση ακολουθεί τον γραφικό χαρακτήρα του κατευθύνοντος. ότι δεν ελέγχεται απόλυτα. ενώ στη Parkinson οριζόντιος) o Μηχανικός τρόμος (στιγμιαίο ερέθισμα) o Ουσιώδης τρόμος (ιδιοσυγκρασία) 3.

Η ποροσκοπική εξέταση του τμήματος του αποτυπώματος στηρίζεται στην ύπαρξη των πόρων (που επίσης διαφέρουν από άτομο σε άτομο). ελάχιστη είναι η χρησιμότητα της ποροσκοπικής εξέτασης γιατί: σπάνια καταλείπεται τμήμα αποτυπώματος τόσο καθαρό ώστε να διακρίνονται οι πόροι (ακόμη και σε αποτύπωμα με μελάνι). χειροβομβίδα και νάρκη κάθε τύπου. και Συμπληρωματικό Πρωτόκολλο του ΟΗΕ στη Σύμβαση για το διακρατικό οργανωμένο έγκλημα 2000 + Σύσταση R(84)23 του Συμβουλίου της Ευρώπης για την εναρμόνιση των εθνικών νομοθεσιών αναφορικά με τα πυροβόλα όπλα). εκτοξεύει βλήμα ή χημικές ουσίες ή ακτίνες ή φλόγες ή αέρια και μπορεί να προκαλέσει κάκωση της υγείας σε πρόσωπα ή βλάβη σε πράγματα ή να προκαλέσει πυρκαγιά και ιδίως κάθε πυροβόλο όπλο. Ο ν. Μεγάλη σημασία για την ανάκριση γιατί η εξέταση τους μπορεί να δώσει στοιχεία για τον τρόπο τέλεσης του εγκλήματος. διακρίσεις + χαρακτηριστικά: (βλ. . ΤΑ ΜΕΣΑ ΤΕΛΕΣΗΣ ΤΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ Τα μέσα τέλεσης του εγκλήματος (εργαλεία. μέσω των οποίων διαχέεται ο ιδρώτας + οι οποίοι παραμένουν αμετάβλητοι ως προς θέση και σχήμα και αναλλοίωτοι σε τραυματισμούς και εγκαύματα μέχρι 2ου βαθμού. Η μέθοδος συνίσταται στη σύγκριση των πόρων που καταλήγουν στις δερματικές ακρολοφίες μόνο (όχι + στα μεταξύ τους αυλάκια). κλπ) ανήκουν στα πειστήρια. Διακρίνονται: - όργανα ή εργαλεία - όπλα 2. Κάθε όπλο έχει χαρακτηριστικά γνωρίσματα που οφείλονται στο είδος του ή είναι ατομικά χαρακτηριστικά του. όπλα. Κυριότερα χαρακτηριστικά του είδους του όπλου: - διαμέτρημα κάνης. διακρίσεις και σημασία των μέσων τέλεσης Μέσα τέλεσης = λαμβάνονται υπόψη για την επιμέτρηση της ποινής. δεν τηρείται καν αρχείο και είναι εφικτή μόνο σε ειδικό εργαστήριο. εκρηκτικές ύλες κλπ.[1] Εκτός από τη δακτυλοσκοπία ενδιαφέρον παρουσιάζει και η ποροσκοπία που χρησιμοποιείται όταν το δείγμα δακτυλικού αποτυπώματος δεν είναι καθαρό. Απαιτείται μεγέθυνση του αποτυπώματος για την σωστή εξέταση. δίνει ορισμούς: Όπλο = «κάθε μηχάνημα το οποίο με ωστική δύναμη που παράγεται με οποιονδήποτε τρόπο. την ταυτότητα του δράστη (άμεσα ή έμμεσα) και φέρουν ίχνη που μπορούν ν’αποδείξουν την τέλεση του εγκλήματος. Βέβαια.2168/1993 (τροπ. όπως και κάθε συσκευή που μπορεί να προκαλέσει με οποιονδήποτε τρόπο τα παραπάνω αποτελέσματα». 1. Έννοια. Τα πυροβόλα όπλα Α. ορισμοί.2452/1996) σχετικά με ρύθμιση θεμάτων που αφορούν όπλα και πυρομαχικά.

εκρηκτικές ύλες και μηχανισμοί εκτόξευσης χημικών ουσιών ή εκκένωσης ηλεκτρικής ενέργειας. τέχνης. μαχαίρια (πλην εκείνων που η κατοχή τους δικαιολογείται για λόγους οικιακής.- ύπαρξη ραβδώσεων στη κάνη + αριθμός τους - βεληνεκές του όπλου (δραστικό. o Μεγάλα (σφαίρες) = στις περισσότερες περιπτώσεις φέρουν σε ολόκληρη ή μισή επιφάνειά τους περίβλημα από άλλο μέταλλο ή κράμα μετάλλων. - κανονικά βλήματα (βολίδες) = ομαλή επιφάνεια. o Μικρά = χρησιμοποιούνται συνήθως στο κυνήγι (σκάγια. αεροβόλα. ψήφοι και μονόβολα) - ακανόνιστα βλήματα = το αντίθετο από τα παραπάνω + όσα μεταβάλλονται (από κατασκευή ή μετά από επέμβαση) είτε κατά . Ως όπλα σκοποβολής θεωρούνται αυτά που καθορίζονται με απόφαση Υπουργού Πολιτισμού και Δημόσιας Τάξης. Τα πυροβόλα διακρίνονται σε αυτόματα. Βλήματα και κάλυκες: Βλήματα πολλών ειδών ανάλογα με το είδος και το σύστημα του όπλου για το οποίο προορίζονται και ανάλογα με το αποτέλεσμα που επιδιώκεται να επιτευχθεί με αυτά. Β. μέγιστο) - ταχυβολία Ατομικά χαρακτηριστικά (σχετίζονται με φθορά + προσδιορίζουν ποιο από το συγκεκριμένο είδος είναι το συγκεκριμένο όπλο μετά από μικροσκοπική εξέταση): - καλή ή όχι συντήρηση - συχνή ή όχι χρήση Κυνηγετικά. μη ραβδωτά (ανάλογα αν στο εσωτερικό τους υπάρχουν ελικοειδείς ραβδώσεις όπως συμβαίνει στα πολεμικά όπλα ή είναι λείο όπως στα κυνηγετικά). ημιαυτόματα. σχήμα σφαιρικό ή κυλινδροκωνικό ή παραπλήσιο και δεν παθαίνουν μεταβολή του σχήματός τους μετά από την είσοδό τους στο ανθρώπινο σώμα. θήρας. βραχύκαννα Ραβδωτά. - Μακρύκαννα. επαγγελματικής ή εκπαιδευτικής χρήσης. τα ραβδωτά διακρίνονται σε δεξιόστροφα και αριστερόστροφα (ανάλογα με την κατεύθυνση των γραμμώσεων της κάννης τους). επαναληπτικά. Προτιμάται το μολύβι στην κατασκευή τους για το μεγάλο ειδικό βάρος του + την μη μεγάλη φθορά της κάννης. αλιείας ή άλλη συναφή χρήση). ωφέλιμο.

που επέτρεψαν την διάδοση οπισθογεμών και αυτόματων όπλων) = μικρή σωληνωτή θαλάμη που αποτελείται από μεταλλική βάση + κυλινδρικό σώμα μεταλλικό ή χάρτινο ή πλαστικό. κλπ. . Κάλυκες: (Στην αρχή τα όπλα ήταν εμπροσθογεμή με πυρίτιδα –> μετά χάρτινα φυσίγγια -> κατόπιν φυσίγγια με μεταλλικούς κάλυκες. Στη μεταλλική βάση υπάρχει καψύλλιο με το οποίο πυροδοτείται η εκρηκτική ύλη εντός του κυλινδρικού σώματος. Τραύματα από κανονικά βλήματα: o θλάσεις = κτύπημα σώματος μετά το ωφέλιμο βεληνεκές o εκδορές = ψηλαφίζει μόνο το δέρμα o αυλακοειδή τραύματα = το βλήμα διασχίζει μόνο το δέρμα λοξά χωρίς εισαγωγή στο σώμα o σωληνοειδή τραύματα = εισαγωγή στο ανθρώπινο σώμα ->τυφλά: όταν υπάρχει μόνο στόμιο + διαμπερή: όταν βγει δημιουργώντας και δεύτερη οπή. είτε μετά την πρόσκρουση και είσοδό τους στο ανθρώπινο σώμα. με ή χωρίς παρεμβολή βύσματος. Μέρος του σώματος. Τα τραύματα από ακανόνιστα βλήματα διαφέρουν από τα παραπάνω στο ότι είναι τυφλά + με ακανόνιστο το στόμιο εισόδου. Η εξέταση των τραυμάτων ανήκει στην ιατροδικαστική πραγματογνωμοσύνη. Η εκρηκτική ύλη είναι μαύρη ή λευκή πυρίτιδα (άκαπνη) [μαύρη -> παλαιού τύπου εμπροσθογεμή + κυνηγετικά].τον πυροβολισμό. - τραύματα από διάρρηξη της κάννης του όπλου =συχνότερα στα κυνηγετικά που έχουν λεπτότερο τοίχωμα. Τα τραύματα από πυροβόλα όπλα - τραύματα από έκρηξη της πυρίτιδας (συχνά στα εμπροσθογεμή με χρήση μαύρης πυρίτιδας τραυματισμός του ίδιου του χειριστή) = δημιουργούνται από υπερθέρμανση της κάννης ή σε υπολείμματα πυρίτιδας μέσα σ’αυτά. - τραύματα από το βύσμα = προκαλούνται από πυροβολισμούς με άσφαιρα φυσίγγια - τραύματα από θραύσμα καψυλλίου = συνηθισμένα στους κυνηγούς = επικίνδυνα όταν κοντά στο μάτι που βρίσκεται κοντά στην θαλάμη του όπλου. - τραύματα από το βλήμα = ανάλογα το είδος βλήματος. Πάνω από την εκρηκτική ύλη τοποθετείται το βλήμα 1 ή περισσότερα. απόσταση.

Από επαφή = σημάδια άκαυστης πυρίτιδας και κάπνας + ελαφρύ κάψιμο στο δέρμα ή ρούχα. Προβλήματα στη χρήση των πυροβόλων όπλων Εξακρίβωση της ταυτότητας του όπλου. από το βάρος. . Λόγω ελαχίστου βάρους και μεγάλης επιφάνειας ανακόπτουν την ορμή του. Στον πυροβολισμό εξ επαφής (ή σχεδόν) το στόμιο εισόδου του βλήματος είναι αρκετά μεγάλο με ανώμαλα χείλη σχισμένα αστεροειδώς. η θέση από την οποία ρίχτηκε ο πυροβολισμός. κλπ. τους κάλυκες και το όπλο αν έχει εγκαταλειφθεί στον τόπο του εγκλήματος. Όσο βραχύτερη η κάννη τόσο μεγαλύτερη η διασπορά + αντίστροφα. Για τη λύση των παραπάνω. α) Η δυσκολία για την εξακρίβωση της ταυτότητας του όπλου ελαττώνονται αν βρεθεί το βλήμα αναλλοίωτο. ο ανακριτής μπορεί να βασιστεί στα τραύματα. η απόσταση. Στα οργανωμένα εργαστήρια σήμερα αντιπαραβάλλουν τους κάλυκες και τα βλήματα με συγκριτικό μικροσκόπιο. μεσαία (από <15εκ. πάχος. εξωτερική ζώνη (από 15 μέχρι 50 εκ. Μέθοδος Γεωργιάδη (καθ. γιατί από αν είναι επενδυμένο. Κάπνα =απλώνεται σε σχήμα κώνου που φτάνει στο δέρμα ως κυκλικό σημάδι και όσο μεγαλώνει η απόσταση τόσο ξεθωριάζει γιατί αραιώνει η πυκνότητά της. - Πολεμικά = πρέπει να γίνει διαχωρισμός στα βραχύκαννα και μακρύκαννα λόγω της διαφοράς δυναμικότητας του καθενός που εκδηλώνεται στη μορφή τραυμάτων που προκαλούνται. ο χρόνος. β) Ο προσδιορισμός της απόστασης από την οποία ρίχτηκε ο πυροβολισμός: - Κυνηγετικά = γίνεται με βάση την διασπορά της πυρίτιδας και κάπνας. τα αέρια από ανάφλεξη + ο κόκκοι από άκαυστη από πυρίτιδα δεν εισέρχονται στο τραύμα σχηματίζουν όμως ακτινωτά ζώνες γύρω από αυτό: εσωτερική (από οποιαδήποτε απόσταση). Όσο μεγαλώνει η απόσταση. Σε απόσταση >5 εκ. Το βύσμα που –για μικρή απόσταση.ιατροδικαστικής) = ανάπτυγμα της επιφάνειας του βλήματος πάνω σε χαρτί με καρμπόν. τα βλήματα. η στάση του θύματος.4. Κατά τον ίδιο τρόπο με πυρίτιδα και κάπνα και οι βολίδες. μορφή τραύματος από τις βολίδες + βύσμα. τόσο το σχήμα του στομίου γίνεται περισσότερο στρογγυλό. Όταν η απόσταση >10 εκ.).ακολουθεί την βολίδα είναι δυνατό στα εξ επαφής + λίγα εκατοστόμετρα να τρυπήσει το δέρμα + ν’ακολουθήσει τις βολίδες μέσα στο σώμα. το στόμιο του τραύματος = <από τη διάμετρο του βλήματος λόγω της ικανότητας του δέρματος να τεντώνει υποχωρώντας στην πίεση του βλήματος + να επανέρχεται μετά στην αρχική του θέση.). Από το 1 μέτρο +> αρχίζει η διασπορά και εμφανίζεται με δαντελωτά χείλη. ύψος του + εντυπώματα των ογκωμάτων της κάννης. η ύπαρξη περισσοτέρων δραστών. Στον εξ επαφής πυροβολισμό σημάδι κυκλικό γιατί οι βολίδες φεύγουν από το στόμιο ως ένα βλήμα.

τριχών. ανθρώπινη αξιοπρέπεια. προς χάριν άλλων. μαγνητοφώνηση. Η ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΩΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΩΝ ΕΝΔΕΙΞΕΩΝ Ανακριτικές ενέργειες ποτ μπορούν να φέρουν τις ενδείξεις υπόψη του δικαστή είναι για τα ίχνη + τα διαγνωστικά σημεία: Διενέργεια έρευνας (253επ. κλπ. δεδομένου ότι η λήψη αυτή αποτελεί προσβολή της προσωπικότητας και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. όπως της απονομής . κλπ. ή του απορρήτου των επικοινωνιών αποτελεί η επιτρεπτή παρακολούθηση. Δυσχέρειες όσο μεγαλώνει η απόσταση. Η απάντηση εξαρτάται από τη στάση του θύματος. κατοικία). ιδιωτική ζωή..γ) Ο καθορισμός της διεύθυνσης βολής εξαρτάται από την κατεύθυνση του άξονα που περνά από τα στόμια εισόδου + εξόδου ή από τη φορά του πόρου του τραύματος (αν αυτό είναι τυφλό) και συνεκτιμάται με άλλα στοιχεία. κλπ. από τον κατηγορούμενο για σύγκριση. ποια προηγήθηκε. 280 ΚΠΔ) Στις περιπτώσεις που η εκτίμηση προϋποθέτει ειδικές γνώσεις: Διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης (183 επ. αν το θύμα κτυπήθηκε από εμπρός ή από πίσω. το ύψος και τη θέση των τραυμάτων. όπως αν το βλήμα πέρασε μέσα από τζάμι (=> στόμιο εισόδου της οπής στο τζάμι < στόμιο εξόδου) + στάση του θύματος. 362ΚΠΔ) Κατόπιν η εκτίμηση γίνεται ελεύθερα από τον δικαστή σύμφωνα με την αρχή της ηθικής απόδειξης (177ΚΠΔ). κλπ. κλπ. με 1 ή περισσότερα όπλα. στ) προβλήματα σε περίπτωση εποστρακισμού του βλήματος: Απάντηση ενδεχομένως εξαρτάται από εύρεση ξένων σωμάτων με πιθανή πρόσκρουση αλλού πριν καταλήξει στο σώμα του θύματος. ΚΠΔ) Διεξαγωγή αυτοψίας (180 επ. δ) Ο προσδιορισμός του στομίου εισόδου + εξόδου του βλήματος βοηθά στην απάντηση του καθορισμού κατεύθυνσης βολής. σπέρματος. Στοιχείο που βοηθά = η ζώνη διάρρηξης (παρατηρείται όταν το θύμα κτυπήθηκε μέσα στο δραστικό βεληνεκές του όπλου) = στόμιο εξόδου > στόμιο εισόδου. με συνέπεια να προσβάλλονται αγαθά προστατευόμενα τόσο από το Σύνταγμα όσο και από Διεθνή κείμενα (προσωπικότητα.. ΚΠΔ) Για τα πειστήρια: Κατάσχεση 260επ. Προσβολή η λήψη δείγματος αίματος.+363επ. Παραβίαση επίσης του ασύλου της κατοικίας. ε) Προβλήματα όταν τα τραύματα είναι περισσότερα από 2: με πόσες βολές.

κλπ) ανήκουν στα πειστήρια.52.γ’ Συντ. 1.25 παρ. ΤΑ ΜΕΣΑ ΤΕΛΕΣΗΣ ΤΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ Τα μέσα τέλεσης του εγκλήματος (εργαλεία. Μεγάλη σημασία για την ανάκριση γιατί η εξέταση τους μπορεί να δώσει στοιχεία για τον τρόπο τέλεσης του εγκλήματος.1 εδ. σύμφωνα με το Σύνταγμα (2001) που θέτει ως βασικό κριτήριο την αρχή της αναλογικότητας στο παραπάνω άρθρο (άρθ.(2001): «οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από τον νόμο. εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού» (βλ. της προσωπικής ελευθερίας. Έννοια.25 παρ. διακρίσεις και σημασία των μέσων τέλεσης Μέσα τέλεσης = λαμβάνονται υπόψη για την επιμέτρηση της ποινής. διακρίσεις + χαρακτηριστικά: (βλ.τελ. και Συμπληρωματικό Πρωτόκολλο του ΟΗΕ στη Σύμβαση για το διακρατικό οργανωμένο έγκλημα 2000 + Σύσταση R(84)23 του Συμβουλίου της Ευρώπης για την εναρμόνιση των εθνικών νομοθεσιών αναφορικά με τα .1 εδ. κλπ. Τα πυροβόλα όπλα Α. την ταυτότητα του δράστη (άμεσα ή έμμεσα) και φέρουν ίχνη που μπορούν ν’αποδείξουν την τέλεση του εγκλήματος. ορισμοί. της προστασίας της ζωής. Διακρίνονται: - όργανα ή εργαλεία - όπλα 2. ενώ η προσβολή είναι ασήμαντη. και άρθ.τελ. 2000). Κατά το άρθ. του Χάρτη θεμελιωδών δικαιωμάτων Νίκαιας.).1 εδ. του ατόμου θύματος του εγκλήματος. Εξαιρέσεις πρέπει να επιτρέπονται μόνο όταν το συμφέρον είναι πολύ σημαντικό.δικαιοσύνης (δικαίωμα στη δικαιοσύνη). όπλα.

Ο ν.2452/1996) σχετικά με ρύθμιση θεμάτων που αφορούν όπλα και πυρομαχικά. εκρηκτικές ύλες και μηχανισμοί εκτόξευσης χημικών ουσιών ή εκκένωσης ηλεκτρικής ενέργειας. Β.2168/1993 (τροπ. Κάθε όπλο έχει χαρακτηριστικά γνωρίσματα που οφείλονται στο είδος του ή είναι ατομικά χαρακτηριστικά του. μη ραβδωτά (ανάλογα αν στο εσωτερικό τους υπάρχουν ελικοειδείς ραβδώσεις όπως συμβαίνει στα πολεμικά όπλα ή είναι λείο όπως στα κυνηγετικά). χειροβομβίδα και νάρκη κάθε τύπου. - ύπαρξη ραβδώσεων στη κάνη + αριθμός τους - βεληνεκές του όπλου (δραστικό. επαγγελματικής ή εκπαιδευτικής χρήσης. Κυριότερα χαρακτηριστικά του είδους του όπλου: - διαμέτρημα κάνης. εκρηκτικές ύλες κλπ. - Μακρύκαννα. επαναληπτικά. μέγιστο) - ταχυβολία Ατομικά χαρακτηριστικά (σχετίζονται με φθορά + προσδιορίζουν ποιο από το συγκεκριμένο είδος είναι το συγκεκριμένο όπλο μετά από μικροσκοπική εξέταση): - καλή ή όχι συντήρηση - συχνή ή όχι χρήση Κυνηγετικά. θήρας. μαχαίρια (πλην εκείνων που η κατοχή τους δικαιολογείται για λόγους οικιακής. Τα πυροβόλα διακρίνονται σε αυτόματα. αεροβόλα. ωφέλιμο. τέχνης. Βλήματα και κάλυκες: . βραχύκαννα Ραβδωτά.πυροβόλα όπλα). δίνει ορισμούς: Όπλο = «κάθε μηχάνημα το οποίο με ωστική δύναμη που παράγεται με οποιονδήποτε τρόπο. τα ραβδωτά διακρίνονται σε δεξιόστροφα και αριστερόστροφα (ανάλογα με την κατεύθυνση των γραμμώσεων της κάννης τους). εκτοξεύει βλήμα ή χημικές ουσίες ή ακτίνες ή φλόγες ή αέρια και μπορεί να προκαλέσει κάκωση της υγείας σε πρόσωπα ή βλάβη σε πράγματα ή να προκαλέσει πυρκαγιά και ιδίως κάθε πυροβόλο όπλο. ημιαυτόματα. Ως όπλα σκοποβολής θεωρούνται αυτά που καθορίζονται με απόφαση Υπουργού Πολιτισμού και Δημόσιας Τάξης. όπως και κάθε συσκευή που μπορεί να προκαλέσει με οποιονδήποτε τρόπο τα παραπάνω αποτελέσματα». αλιείας ή άλλη συναφή χρήση).

o Μικρά = χρησιμοποιούνται συνήθως στο κυνήγι (σκάγια. Κάλυκες: (Στην αρχή τα όπλα ήταν εμπροσθογεμή με πυρίτιδα –> μετά χάρτινα φυσίγγια -> κατόπιν φυσίγγια με μεταλλικούς κάλυκες. σχήμα σφαιρικό ή κυλινδροκωνικό ή παραπλήσιο και δεν παθαίνουν μεταβολή του σχήματός τους μετά από την είσοδό τους στο ανθρώπινο σώμα. - τραύματα από διάρρηξη της κάννης του όπλου =συχνότερα στα κυνηγετικά που έχουν λεπτότερο τοίχωμα. Τα τραύματα από πυροβόλα όπλα - τραύματα από έκρηξη της πυρίτιδας (συχνά στα εμπροσθογεμή με χρήση μαύρης πυρίτιδας τραυματισμός του ίδιου του χειριστή) = δημιουργούνται από υπερθέρμανση της κάννης ή σε υπολείμματα πυρίτιδας μέσα σ’αυτά. Η εκρηκτική ύλη είναι μαύρη ή λευκή πυρίτιδα (άκαπνη) [μαύρη -> παλαιού τύπου εμπροσθογεμή + κυνηγετικά]. Πάνω από την εκρηκτική ύλη τοποθετείται το βλήμα 1 ή περισσότερα. . Προτιμάται το μολύβι στην κατασκευή τους για το μεγάλο ειδικό βάρος του + την μη μεγάλη φθορά της κάννης. είτε μετά την πρόσκρουση και είσοδό τους στο ανθρώπινο σώμα. o Μεγάλα (σφαίρες) = στις περισσότερες περιπτώσεις φέρουν σε ολόκληρη ή μισή επιφάνειά τους περίβλημα από άλλο μέταλλο ή κράμα μετάλλων. - κανονικά βλήματα (βολίδες) = ομαλή επιφάνεια. Στη μεταλλική βάση υπάρχει καψύλλιο με το οποίο πυροδοτείται η εκρηκτική ύλη εντός του κυλινδρικού σώματος.Βλήματα πολλών ειδών ανάλογα με το είδος και το σύστημα του όπλου για το οποίο προορίζονται και ανάλογα με το αποτέλεσμα που επιδιώκεται να επιτευχθεί με αυτά. που επέτρεψαν την διάδοση οπισθογεμών και αυτόματων όπλων) = μικρή σωληνωτή θαλάμη που αποτελείται από μεταλλική βάση + κυλινδρικό σώμα μεταλλικό ή χάρτινο ή πλαστικό. με ή χωρίς παρεμβολή βύσματος. - τραύματα από το βύσμα = προκαλούνται από πυροβολισμούς με άσφαιρα φυσίγγια - τραύματα από θραύσμα καψυλλίου = συνηθισμένα στους κυνηγούς = επικίνδυνα όταν κοντά στο μάτι που βρίσκεται κοντά στην θαλάμη του όπλου. ψήφοι και μονόβολα) - ακανόνιστα βλήματα = το αντίθετο από τα παραπάνω + όσα μεταβάλλονται (από κατασκευή ή μετά από επέμβαση) είτε κατά τον πυροβολισμό.

Στον εξ επαφής πυροβολισμό σημάδι κυκλικό γιατί οι βολίδες φεύγουν από το στόμιο ως ένα βλήμα. κλπ. Μέρος του σώματος. Στα οργανωμένα εργαστήρια σήμερα αντιπαραβάλλουν τους κάλυκες και τα βλήματα με συγκριτικό μικροσκόπιο.ιατροδικαστικής) = ανάπτυγμα της επιφάνειας του βλήματος πάνω σε χαρτί με καρμπόν. Όσο βραχύτερη η κάννη τόσο μεγαλύτερη η διασπορά + αντίστροφα. η απόσταση. από το βάρος. Κάπνα =απλώνεται σε σχήμα κώνου που φτάνει στο δέρμα ως κυκλικό σημάδι και όσο μεγαλώνει η απόσταση τόσο ξεθωριάζει γιατί αραιώνει η πυκνότητά της. η στάση του θύματος. ύψος του + εντυπώματα των ογκωμάτων της κάννης. Μέθοδος Γεωργιάδη (καθ. ο χρόνος. η ύπαρξη περισσοτέρων δραστών. Η εξέταση των τραυμάτων ανήκει στην ιατροδικαστική πραγματογνωμοσύνη. α) Η δυσκολία για την εξακρίβωση της ταυτότητας του όπλου ελαττώνονται αν βρεθεί το βλήμα αναλλοίωτο. μορφή τραύματος από τις βολίδες + βύσμα. Για τη λύση των παραπάνω.- τραύματα από το βλήμα = ανάλογα το είδος βλήματος. Τραύματα από κανονικά βλήματα: o θλάσεις = κτύπημα σώματος μετά το ωφέλιμο βεληνεκές o εκδορές = ψηλαφίζει μόνο το δέρμα o αυλακοειδή τραύματα = το βλήμα διασχίζει μόνο το δέρμα λοξά χωρίς εισαγωγή στο σώμα o σωληνοειδή τραύματα = εισαγωγή στο ανθρώπινο σώμα ->τυφλά: όταν υπάρχει μόνο στόμιο + διαμπερή: όταν βγει δημιουργώντας και δεύτερη οπή. ο ανακριτής μπορεί να βασιστεί στα τραύματα. απόσταση. Τα τραύματα από ακανόνιστα βλήματα διαφέρουν από τα παραπάνω στο ότι είναι τυφλά + με ακανόνιστο το στόμιο εισόδου. Κατά τον ίδιο τρόπο με πυρίτιδα και κάπνα και οι βολίδες. η θέση από την οποία ρίχτηκε ο πυροβολισμός. τα βλήματα. τους κάλυκες και το όπλο αν έχει εγκαταλειφθεί στον τόπο του εγκλήματος. 4. β) Ο προσδιορισμός της απόστασης από την οποία ρίχτηκε ο πυροβολισμός: - Κυνηγετικά = γίνεται με βάση την διασπορά της πυρίτιδας και κάπνας. Προβλήματα στη χρήση των πυροβόλων όπλων Εξακρίβωση της ταυτότητας του όπλου. Από το 1 μέτρο +> αρχίζει η διασπορά και εμφανίζεται με . Από επαφή = σημάδια άκαυστης πυρίτιδας και κάπνας + ελαφρύ κάψιμο στο δέρμα ή ρούχα. κλπ. πάχος. γιατί από αν είναι επενδυμένο.

δ) Ο προσδιορισμός του στομίου εισόδου + εξόδου του βλήματος βοηθά στην απάντηση του καθορισμού κατεύθυνσης βολής. Όσο μεγαλώνει η απόσταση. όπως αν το βλήμα πέρασε μέσα από τζάμι (=> στόμιο εισόδου της οπής στο τζάμι < στόμιο εξόδου) + στάση του θύματος. Η απάντηση εξαρτάται από τη στάση του θύματος. τόσο το σχήμα του στομίου γίνεται περισσότερο στρογγυλό. Στοιχείο που βοηθά = η ζώνη διάρρηξης (παρατηρείται όταν το θύμα κτυπήθηκε μέσα στο δραστικό βεληνεκές του όπλου) = στόμιο εξόδου > στόμιο εισόδου. κλπ. μεσαία (από <15εκ. κλπ.).). Δυσχέρειες όσο μεγαλώνει η απόσταση.δαντελωτά χείλη. Σε απόσταση >5 εκ. τα αέρια από ανάφλεξη + ο κόκκοι από άκαυστη από πυρίτιδα δεν εισέρχονται στο τραύμα σχηματίζουν όμως ακτινωτά ζώνες γύρω από αυτό: εσωτερική (από οποιαδήποτε απόσταση). με 1 ή περισσότερα όπλα. - Πολεμικά = πρέπει να γίνει διαχωρισμός στα βραχύκαννα και μακρύκαννα λόγω της διαφοράς δυναμικότητας του καθενός που εκδηλώνεται στη μορφή τραυμάτων που προκαλούνται. ποια προηγήθηκε. ΚΠΔ) . στ) προβλήματα σε περίπτωση εποστρακισμού του βλήματος: Απάντηση ενδεχομένως εξαρτάται από εύρεση ξένων σωμάτων με πιθανή πρόσκρουση αλλού πριν καταλήξει στο σώμα του θύματος. ε) Προβλήματα όταν τα τραύματα είναι περισσότερα από 2: με πόσες βολές. το στόμιο του τραύματος = <από τη διάμετρο του βλήματος λόγω της ικανότητας του δέρματος να τεντώνει υποχωρώντας στην πίεση του βλήματος + να επανέρχεται μετά στην αρχική του θέση. Η ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΩΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΩΝ ΕΝΔΕΙΞΕΩΝ Ανακριτικές ενέργειες ποτ μπορούν να φέρουν τις ενδείξεις υπόψη του δικαστή είναι για τα ίχνη + τα διαγνωστικά σημεία: Διενέργεια έρευνας (253επ. κλπ. αν το θύμα κτυπήθηκε από εμπρός ή από πίσω. γ) Ο καθορισμός της διεύθυνσης βολής εξαρτάται από την κατεύθυνση του άξονα που περνά από τα στόμια εισόδου + εξόδου ή από τη φορά του πόρου του τραύματος (αν αυτό είναι τυφλό) και συνεκτιμάται με άλλα στοιχεία. Όταν η απόσταση >10 εκ. Λόγω ελαχίστου βάρους και μεγάλης επιφάνειας ανακόπτουν την ορμή του. Στον πυροβολισμό εξ επαφής (ή σχεδόν) το στόμιο εισόδου του βλήματος είναι αρκετά μεγάλο με ανώμαλα χείλη σχισμένα αστεροειδώς. το ύψος και τη θέση των τραυμάτων.ακολουθεί την βολίδα είναι δυνατό στα εξ επαφής + λίγα εκατοστόμετρα να τρυπήσει το δέρμα + ν’ακολουθήσει τις βολίδες μέσα στο σώμα. εξωτερική ζώνη (από 15 μέχρι 50 εκ. Το βύσμα που –για μικρή απόσταση.

γ’ Συντ.25 παρ. ανθρώπινη αξιοπρέπεια. της προστασίας της ζωής. σπέρματος. κλπ.τελ. και άρθ. με συνέπεια να προσβάλλονται αγαθά προστατευόμενα τόσο από το Σύνταγμα όσο και από Διεθνή κείμενα (προσωπικότητα. κλπ. ιδιωτική ζωή. 362ΚΠΔ) Κατόπιν η εκτίμηση γίνεται ελεύθερα από τον δικαστή σύμφωνα με την αρχή της ηθικής απόδειξης (177ΚΠΔ).). δεδομένου ότι η λήψη αυτή αποτελεί προσβολή της προσωπικότητας και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.+363επ. όπως της απονομής δικαιοσύνης (δικαίωμα στη δικαιοσύνη).1 εδ.. Παραβίαση επίσης του ασύλου της κατοικίας. προς χάριν άλλων. Κατά το άρθ.1 εδ. κατοικία). του ατόμου θύματος του εγκλήματος. ενώ η προσβολή είναι ασήμαντη. σύμφωνα με το Σύνταγμα (2001) που θέτει ως βασικό κριτήριο την αρχή της αναλογικότητας στο παραπάνω άρθρο (άρθ. της προσωπικής ελευθερίας.1 εδ. ΠΡΑΓΜΑΤΟΓΝΩΜΟΣΥΝΗ ..25 παρ. ή του απορρήτου των επικοινωνιών αποτελεί η επιτρεπτή παρακολούθηση. μαγνητοφώνηση.(2001): «οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από τον νόμο.Διεξαγωγή αυτοψίας (180 επ.τελ. τριχών.52. από τον κατηγορούμενο για σύγκριση. Προσβολή η λήψη δείγματος αίματος. 2000). 280 ΚΠΔ) Στις περιπτώσεις που η εκτίμηση προϋποθέτει ειδικές γνώσεις: Διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης (183 επ. κλπ. εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού» (βλ. Εξαιρέσεις πρέπει να επιτρέπονται μόνο όταν το συμφέρον είναι πολύ σημαντικό. του Χάρτη θεμελιωδών δικαιωμάτων Νίκαιας. ΚΠΔ) Για τα πειστήρια: Κατάσχεση 260επ.

204-209ΚΠΔ) ίδια προσόντα -δεν ορκίζονται -διορίζονται ελεύθερα από τον κατηγορούμενο.τι αντιλήφθηκαν με τις αισθήσεις τους. αλλά μπορεί να διεξαχθεί και προφορικά κατά την κύρια διαδικασία με καταχώρηση στα πρακτικά των κύριων σημείων (αρθ.183ΚΠΔ. αλλά συνάγεται από το άρθ. Αντίθετα: γεγονότα και καταστάσεις που μπορούν να αποδειχθούν με μάρτυρες. αλλά από ιδιώτες (ή δημόσιους λειτουργούς άσχετους με την απονομή της δικαιοσύνης).γ’ ΚΠΔ. οι πραγματογνώμονες καταθέτουν με τις ειδικές τους γνώσεις. Δεν δίνεται πουθενά ο ορισμός στον ΚΠΔ. μπορούν ν’αποδειχθούν και με άλλα μέσα => η πραγματογνωμοσύνη είναι μοναδικό αποδεικτικό μέσο. Δεν αποτελεί ανακριτική πράξη αλλά αποδεικτικό μέσο. πολιτικώς ενάγοντα και αστικώς υπεύθυνο με δαπάνες των ανωτέρω -αν θέλουν αποδέχονται -δεν έχουν υποχρέωση αληθείας ή αμεροληψίας αφού τονίζουν μόνο τα συμφέροντα εκείνου που τους προσέλαβε => δεν τιμωρείται αν εν γνώσει του αποκρύψει την αλήθεια .226ΠΚ Τεχνικοί σύμβουλοι (άρθ. Γεγονότα και καταστάσεις που μπορούν να αποδειχθούν με πραγματογνωμοσύνη δεν μπορούν να αποδειχθούν με κανένα άλλο αποδεικτικό μέσο. Ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δίδεται στη διαφορά τους από τους τεχνικούς συμβούλους: Πραγματογνώμονες (άρθ.Αποτελεί αποδεικτικό μέσο μεταξύ των αναφερομένων στο άρθ.198ΚΠΔ).183203ΚΠΔ) Ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης -ορκίζονται -διορίζονται με ειδική διαδικασία από ειδικό πίνακα με δαπάνες του δημοσίου -μπορούν να εξαιρεθούν όπως οι δικαστές -έχουν υποχρέωση αποδοχής διορισμού + διενέργειας της πραγματογνωμοσύνης . Αποτελεί ιδιόρρυθμη διαδικασία γιατί δεν διενεργείται από δικαστικούς λειτουργούς ή ανακριτικά όργανα. Κανονικά η πραγματογνωμοσύνη είναι γραπτή και αιτιολογημένη. Πραγματογνώμονας = άτομο με ειδικές γνώσεις ορισμένης επιστήμης ή τέχνης που είναι αναγκαίες για να γίνει η ακριβής διάγνωση και κρίση.ψευδορκία τιμωρείται από το άρθ. Διαφέρουν από τους μάρτυρες γιατί ενώ οι μάρτυρες καταθέτουν ό.178 εδ.

). κλπ. από την ανάλυση του οποίου (έστω ελάχιστη ποσότητα αρκεί) μπορεί να εξακριβωθεί η ταυτότητα. Οφείλεται σε συστατικό των χρωμοσωμάτων (δεοξυριβονουκλεϊκό οξύ). δακτυλοσκοπική. - Ουσιαστικές προϋποθέσεις: Κακούργημα τελεσθέν με χρήση βίας ή - κακούργημα κατά της γενετήσιας ελευθερίας (και γενετήσιας εκμετάλλευσης και κακοποίησης ανηλίκων – άρθ.3727/2008) - πράξεις συγκρότησης ή συμμετοχής στο άρθ.200 Α ΚΠΔ): Σχετικά πρόσφατη ανακάλυψη (Watson – Crick.187 παρ. Στην πράξη όμως στις περισσότερες περιπτώσεις ανάλογα με το αντικείμενο δίδεται και το όνομα (βαλλιστική πραγματογνωμοσύνη. Ο ΚΠΔ αναφέρει συγκεκριμένα είδη: • Ψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη (άρθ.γ ΚΠΔ).178 εδ. η εξέταση ενδέχεται να προσβάλει προσωπικά δεδομένα γι’αυτό διέπεται από ειδικούς κανόνες (άρθ. γραφολογική. Ωστόσο. 1953) = το γενετικό υλικό κάθε ανθρώπου είναι μοναδικό και μπορεί να προσδιορίσει την ταυτότητά του.Είδη πραγματογνωμοσύνης: Το αποδεικτικό μέσο της πραγματογνωμοσύνης στην ανάκριση είναι ένα και ενιαίο και συνίσταται στην προσφορά ειδικών γνώσεων επιστήμης ή τέχνης. με Ν. Η εξέταση αποτελεί ειδική μορφή πραγματογνωμοσύνης. Προϋποθέσεις για τη διενέργεια ανάλυσης (άρθ.200Α παρ.200Α παρ. Δικονομικές προϋποθέσεις: Διατάσσεται από το δικαστικό συμβούλιο - εκκρεμής ποινική δίωξη για συγκεκριμένο έγκλημα .1 ή 187ΑΠΚ - να έχουν βρεθεί στον τόπο του εγκλήματος ή πάνω στο θύμα ίχνη από ανθρώπινους ιστούς - να προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ότι ο κατηγορούμενος είναι ο δράστης (δεν απαιτείται η συναίνεση του εξεταζομένου) 2.200ΚΠΔ) • Ανάλυση DNA (άρθ.5 όπως προστ.1 ΚΠΔ): 1.

200Α παρ.253Α) Ίδιες αντιρρήσεις για την έρευνα και προσβολή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. • Πραγματογνωμοσύνη σε γυναίκα (άρθ. Τα στοιχεία σχετικά με την ταυτότητα του γενετικού υλικού και γενετικά χαρακτηριστικά των προσώπων που καταδικάζονται αμετάκλητα φυλάσσονται στη Διεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών της ΕΛΑΣ (άρθ.4).200Α παρ.200Α παρ. ως κατηγορουμένου. Η καταστροφή διατάσσεται με βούλευμα του συμβουλίου που διέταξε την ανάλυση (άρθ. • Ιατροδικαστική πραγματογνωμοσύνη (ονομάστηκε έτσι με την ίδρυση της ιατροδικαστικής υπηρεσίας το 1910). Περιοριστικοί όροι: (ίδιοι με άρθ.200Α παρ. το δε αποτύπωμα παραμένει μόνο για τις ανάγκες της ποινικής δίκης στη δικογραφία (άρθ.199 ΚΠΔ) κυρίως σε εγκλήματα κατά της γενετήσιας ελευθερίας. σε βάρος του οποίου να υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι είναι δράστης αίτημα του ανακριτή ή του κατηγορουμένου - ειδικά αιτιολογημένο βούλευμα του δικαστικού συμβουλίου (πλημμελειοδικών) - περιορισμός αποκλειστικά στα δεδομένα που είναι απολύτως αναγκαία για διαπίστωση του συγκεκριμένου εγκλήματος - διεξαγωγή από κρατικό ή πανεπιστημιακό εργαστήριο Καταστροφή: Σε περίπτωση αρνητικής ανάλυσης το γενετικό υλικό και αποτύπωμα καταστρέφονται αμέσως. Στην καταστροφή δικαιούται να παραστεί ο κατηγορούμενος με συνήγορο και τεχνικό σύμβουλο.200Α παρ. Ειδικά την καταστροφή των αποτυπωμάτων που παρέμειναν στη δικογραφία διατάσσει το Συμβούλιο Εφετών με βούλευμα μετά την αμετάκλητη περάτωση της ποινικής δίκης.1). Σε εξαιρετικές περιπτώσεις η καταστροφή του γενετικού υλικού ή των αποτυπωμάτων αναβάλλεται για τον απολύτως απαραίτητο χρόνο αν το Συμβούλιο με ειδικά αιτιολογημένο βούλευμα κρίνει ότι η διατήρηση είναι αναγκαία για διαλεύκανση και άλλων εγκλημάτων (όπως προβλέπονται στο άρθ.2).- - προσδιορισμός συγκεκριμένου προσώπου.3). ενώ σε διαφορετική περίπτωση το μεν γενετικό υλικό καταστρέφεται αμέσως.5). Διαδικασία εγγραφής στον πίνακα πραγματογνωμόνων: . Η καταστροφή γίνεται με επιμέλεια του Εισαγγελέα αμέσως μετά την κοινοποίηση του βουλεύματος σ’αυτόν και πάντως στις 10 επόμενες εργάσιμες μέρες (άρθ.

Αν η ζητούμενη ειδικότητα δεν υπάρχει στον πίνακα διορίζεται πραγματογνώμων εκτός πίνακα. Καταρτίζεται κάθε χρόνο το 3ο δεκαήμερο του Σεπτεμβρίου και υποβάλλεται στον Εισαγγελέα Εφετών που τον υποβάλλει στο Συμβούλιο Εφετών προς έγκριση -> Νοέμβριο -> ανακοίνωση τον Δεκέμβριο. Σε ορισμένες περιπτώσεις λόγω της σοβαρότητας της υπόθεσης κατά τη προδικασία διατάσσεται από το δικαστικό συμβούλιο (ανάλυση DNA). μετά από πρόταση του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών καταρτίζεται ο πίνακας πραγματογνωμόνων.ά.Σε κάθε περιφέρεια πρωτοδικείου.93 παρ. Η πραγματογνωμοσύνη διατάσσεται αυτεπάγγελτα μετά από αίτηση του ενός των διαδίκων ή του Εισαγγελέα. Για την εγγραφή στον πίνακα προτιμώνται οι δημόσιοι υπάλληλοι. αλλά δεν αποκλείονται και ελεύθεροι επαγγελματίες. Εκείνος που τη διατάσσει καθορίζει και τα ζητήματα για τα οποία διατάσσεται (ερωτήματα προς διερεύνηση). είναι αντιφατικό να δίνεται ελευθερία στον δικαστή να αποδέχεται ή μη την πραγματογνωμοσύνη. Κατά την προδικασία αρμόδιος να τη διατάξει είναι το ανακριτικό όργανο και κατά την κύρια διαδικασία το δικαστήριο.4 του Συντ. Το άρθ.184ΚΠΔ). Έντονη κριτική για το σύστημα ελεύθερης εκτίμησης της πραγματογνωμοσύνης από τον δικαστή: εφόσον η πραγματογνωμοσύνη διατάσσεται για ζητήματα. η διάγνωση των οποίων απαιτεί ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης που εξ ορισμού δεν διαθέτει ο δικαστής. Ο αριθμός των πραγματογνωμόνων δεν είναι ορισμένος (κανόνας αποτελεί ο διορισμός δύο – άρθ. κ. .188ΚΠΔ θέτει περιορισμούς => άκυρη η πραγματογνωμοσύνη αν υπάρχει νόμιμη απαγόρευση στο πρόσωπο του πραγματογνώμονα.). Ο δικαστής εκτιμά ελευθέρως: - αν απαιτούνται ιδιαίτερες γνώσεις για να διατάξει πραγματογνωμοσύνη (ενδέχεται να τις έχει και ο ίδιος) - αν μετά την διενέργεια θα αποδεχθεί ή όχι το πόρισμα (: σύστημα ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων) Περιορισμοί στον δικαστή: - δεν δύναται να διατάξει αναστολή διαδικασίας για διατάραξη πνευματικών λειτουργιών (80ΚΠΔ) αν δεν έχει προηγηθεί ψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη - υποχρεωτική σε περίπτωση ισχυρισμού κατηγορουμένου ότι είναι τοξικομανής - πρέπει να αιτιολογεί εμπεριστατωμένα την αποδοχή ή απόρριψη της αίτησης περί πραγματογνωμοσύνης προς αποφυγή αυθαιρεσιών (άρθ.

Η απόδοση της αλήθειας από τον μάρτυρα εξαρτάται από υποκειμενικούς παράγοντες (καλή κατάσταση των αισθητηρίων οργάνων του και των ψυχολογικών του λειτουργιών. αλλά και από αντικειμενικούς παράγοντες. όπως ο φωτισμός. Κατά κανόνα πρώτος μάρτυρας κάθε ποινικής υπόθεσης = το θύμα. κλπ. όπως της αντίληψης. καθώς και ορισμένους κοινωνικής φύσεως παράγοντες. κλπ. όπως και από εσφαλμένη εκτίμηση πραγματικών ενδείξεων. το επάγγελμά του. Ωστόσο αυτό που έχει σημασία δεν είναι το είδος και το περιεχόμενο του μέσου απόδειξης. η κίνηση του υποκειμένου. -> Διακήρυξη Βασικών Αρχών Δικαιοσύνης για τα Θύματα του Εγκλήματος και Κατάχρησης Εξουσίας (7ο Συνέδριο ΟΗΕ για την Πρόληψη του Εγκλήματος . φαντασίας. συγκέντρωσης. Μαρτυρική κατάθεση = >ταλαιπωρία και από το ίδιο το έγκλημα => ιδιαίτερη προστασία + κατ’έγκληση δίωξη ορισμένων εγκλημάτων. Οι μάρτυρες διακρίνονται σε : Α) κατά κανόνα οι μάρτυρες καταθέτουν για όσα επέπεσαν στην αντίληψή τους μέσω των δικών τους αισθητηρίων οργάνων και διακρίνονται σε: αυτόπτες και αυτήκοους Β) σ’αυτούς που καταθέτουν για πληροφορίες που απέκτησαν από τη διήγησή σε αυτούς από τρίτα άτομα : εξ ακοής (μάρτυρες .Η ΑΝΑΚΡΙΣΗ ΤΩΝ ΜΑΡΤΥΡΩΝ Πολλές δικαστικές πλάνες προκλήθηκαν από αναληθείς μαρτυρικές καταθέσεις. αλλά ο τρόπος και η ικανότητα με την οποία αξιολογείται αυτό. όπως η μόρφωση. μνήμης. προσοχής. η κοινωνική του κατάσταση. βαθμός υποβολιμότητας).. Μόνο όπλο του ανακριτή η καλή γνώση της ψυχολογίας των μαρτύρων (δεν αφορά την ανακριτική αλλά την δικαστική ψυχολογία).1985) + Σύσταση Συμβουλίου Ευρώπης Νο R(85) 11 «Η θέση του θύματος στο πλαίσιο του ποινικού δικαίου και της ποινικής διαδικασίας».

ΚΠΔ). Η αστυνομία δεν αποκαλύπτει τα ονόματα επικαλούμενη «απόρρητο της υπηρεσίας». ενδέχεται οι πληροφορίες να μην είναι αληθείς. Στην περίπτωση αυτή στη δίκη που θα ακολουθήσει η Αστυνομία δεν είναι υποχρεωμένη να αποκαλύψει τις πηγές της [κανονικά υπάρχει υποχρέωση αποκάλυψης της πηγής των πληροφοριών σύμφωνα με το άρθ. Ο Lyman κατατάσσει τους πληροφοριοδότες ανάλογα με τα κίνητρά τους στις ακόλουθες κατηγορίες: από φόβο. Συστηματικός πληροφοριοδότης =συνήθως επιδιώκει οικονομικά ανταλλάγματα (μισθωτοί της Αστυνομίας). υπό εγγυήσεις (άρθ. αρθ.) - κάθε μάρτυρας χωριστά (εκτός αν κριθεί αναγκαία η κατ’αντιπαράσταση εξέταση) - απαγόρευση επικοινωνίας με εκείνους που έχουν συμφέρον από την έκβαση της δίκης και ν’ακούσουν όσα λέγονται στη διαδικασία - απαγόρευση διακοπής της αφήγησης του μάρτυρα . Αν ευνοϊκό=> δεν μπορεί να θεμελιωθεί πουθενά κύρωση]. αλλά και ούτε ότι ένα ανισόρροπο χάνει εντελώς την ικανότητά του (στη διακριτική ευχέρεια του ανακριτή. κλπ. με διαφορετικά κίνητρα (να μάθουν τι στοιχεία έχει η Αστυνομία. μικροεγκληματίες.ΚΠΔ): .224 παρ.προφορικά ενώπιον του δικαστή (αρχή δημοσιότητας της δίκης.από δεύτερο χέρι) = δικονομικά ανεκτή μαρτυρία. αλλά δεν επιθυμεί για κάποιο λόγο να γίνει γνωστή η ταυτότητά του. κλπ).2 ΚΠΔ. να βγάλουν από τη μέση κάποιο αστυνομικό. από εγωισμό. 93 Συντ.210 ΚΠΔ). διαφορετικά δεν είναι δυνατός ο έλεγχος της αξιοπιστίας. αλλά γίνεται δεκτό ότι αν μεν το περιεχόμενο της μαρτυρίας είναι δυσμενές για τον κατηγορούμενο=> απόλυτη ακυρότητα της απόφασης που την έλαβε υπόψη.224 παρ. Έλεγχος της ικανότητας των μαρτύρων: ψυχιατρική & ψυχολογική εξέταση [αν ο μάρτυρας αρνείται να υποβληθεί σ’αυτήν δεν υπάρχει τρόπος εξαναγκασμού]. όταν δεν υπάρχει άλλη. από συμφέρον. Αν ληφθεί υπόψη τέτοια μαρτυρία ο ΚΠΔ δεν προβλέπει κυρώσεις. Πρόκειται για άτομα που κινούνται στον υπόκοσμο. περιθωριακούς. Πληροφοριοδότες = παλαιά τακτική της Αστυνομίας. Συμπτωματικός πληροφοριοδότης = μπορεί να γίνει κάποιος αν πέσει κάποιο έγκλημα στην αντίληψή του. μετανοήσαντες (υπό το βάρος της ενοχής τους για δικής τους εγκληματική δραστηριότητα). Επειδή υπάρχει κάποιο κίνητρο που δεν είναι ανιδιοτελές. άρθ. Δικονομικοί κανόνες εξέτασης των μαρτύρων (223 + 350 επ. Ωστόσο δεν σημαίνει ότι ένα ισορροπημένο άτομο θα δώσει αντικειμενική μαρτυρία. από εκδίκηση.1 τελ.

χρόνος. Τρόπος υποβολής ερωτήσεων: .355 ΚΠΔ). Διορίζονται κατά κανόνα από τον πίνακα πραγματογνωμόνων. αποστάσεις και αριθμοί. Πρόβλημα και οι περιγραφές προσώπων: συνήθως δεν περιγράφονται σωστά το σχήμα και το χρώμα μαλλιών. Μάρτυρες με ειδικές γνώσεις (άρθ. ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΜΑΡΤΥΡΩΝ . -Πρέπει να είναι καταληπτές -Πρέπει να αποφεύγεται η ψυχολογική πίεση και υποβολή του μάρτυρα. για την διεξαγωγή της οποίας οφείλεται να διαφυλαχθούν τα πράγματα.Πρέπει να αποφεύγονται ερωτήσεις που οδηγούν αναγκαστικά σε αποδοχή δύο μόνο εκδοχών.203 ΚΠΔ) διαφέρουν από τους πραγματογνώμονες (183) και τους τεχνικούς συμβούλους (204 επ. γιατί καλούνται να διαγνώσουν κατάσταση πραγμάτων που δεν υπάρχει πια αντίθετα από την πραγματογνωμοσύνη. υπερεκτιμάται το ανάστημα (κατά 12 εκατοστά) και η ηλικία διαφέρει (περίπου κατά 8 χρόνια). Ιδιαίτερες δυσκολίες στον υπολογισμό ορισμένων μεγεθών από τους μάρτυρες: Ταχύτητα.- απαγόρευση παραπειστικών ερωτήσεων και προσωπικών κρίσεων - μη υποχρέωση κατάθεσης περιστατικών που τον ενοχοποιούν (223 εδ.4) - υποχρέωση εξήγησης πώς περιήλθαν σε γνώση του τα περιστατικά - δικαίωμα διαδίκων και εισαγγελέα σε αποκάλυψη γεγονότων που κλονίζουν αξιοπιστία του μάρτυρα (358) - δικαίωμα στην ανάκριση υπαγόρευσης της κατάθεσης από τον μάρτυρα Κλήτευση απρόθυμων μαρτύρων: - υποχρεωτική για τον εισαγγελέα η κλήτευση όλων των ουσιωδών μαρτύρων=> ο εισαγγελέας μπορεί να αποκλείσει κάποιους - δικαίωμα κατηγορούμενου κλήτευσης ακόμη ενός (σε πλημμέλημα) και δύο (σε κακούργημα) -327ΚΠΔ - αν γίνει διακοπή της δίκης το δικαστήριο οφείλει να κλητεύσει και τους μάρτυρες που δεν είχαν προταθεί από τον κατηγορούμενο και δεν είχαν κλητευθεί σύμφωνα με 327 (άρθ.).

2172/1993 (άρθ. Το Συμβούλιο της Ευρώπης ήδη από το 1985 με την Σύσταση Νο R(85) 11 (η θέση του θύματος στο πλαίσιο του ποινικού δικαίου και της ποινικής διαδικασίας) περιέλαβε ειδικές διατάξεις για την προστασία του θύματος και των μελών της οικογένειάς του. 1971): μετεγκατάσταση μαρτύρων. Με βάση τον νόμο Organized Crime Control Act.34). Μετά από σειρά ετών ο ΟΗΕ υιοθέτησε Σύμβαση κατά του διακρατικού οργανωμένου εγκλήματος (Παλέρμο. για δίκες που αφορούσαν κατηγορούμενους μέλη εγκληματικών οργανώσεων οργανώθηκε στις ΗΠΑ το Πρόγραμμα Προστασίας Μαρτύρων (Witness Security Program – WITSEC. ούτε πόση μπορεί να είναι η διάρκεια της προστασίας]. Με βάση το πρόγραμμα αυτό που αποδείχθηκε αποτελεσματικό διεθνείς οργανισμοί όπως ο ΟΗΕ + το Συμβούλιο της Ευρώπης υιοθέτησαν την φιλοσοφία του. που προβλέπει μέτρα προστασίας μαρτύρων (άρθ.5 προβλέπει προστασία στους αστυνομικούς-ανακριτές. αλλαγή τόπου κατοικίας. που ασχολήθηκε με το οργανωμένο έγκλημα και τα ναρκωτικά διαπιστώνοντας την δυσκολία ανεύρεσης μαρτύρων λόγω φόβου αντεκδίκησης από εγκληματικές οργανώσεις και εισηγούμενη μέτρα προστασίας και νόμους για αυστηρότερες ποινές). διοικητικά (μεταβολή στοιχείων ταυτότητας) και δικονομικά (κατάθεση χωρίς φυσική παρουσία του μάρτυρα). χωρίς όμως να προσδιορίζει ποια μέτρα συνιστούν την αναγκαία προστασία. 1916/1990 προστασία κοινωνίας από το οργανωμένο έγκλημα: (άρθ. εφοδιασμός με ταυτότητα κοινωνικής ασφάλισης. αλλαγή ονόματος. 2713/1999 Υπηρεσία εσωτερικών υποθέσεων της ΕΛΑΣ: [αρθ. κλπ. Προϋποθέσεις για τη λήψη των μέτρων: η σύμφωνη γνώμη του μάρτυρα + η συνεργασία του. Καταργήθηκε με Ν. .35) χωρίς αντικατάσταση από άλλο νόμο. Ν. 1965. 8) προστασία δικαστικών λειτουργών και μαρτύρων.9 θέτει εγγυήσεις υπέρ μαρτύρων και κατηγορουμένου. Ελληνικό δίκαιο: Ν. Ν. Επιτροπή Προέδρου για την Εφαρμογή του νόμου και τη Διαχείριση της δικαιοσύνης. 2000). στους συμμετόχους αστυνομικούς ή πρόσωπα που δίνουν πληροφορίες και μάρτυρες. 1970. Το άρθ. 2928/2001 κατά του οργανωμένου εγκλήματος προβλέπει μέτρα προστασίας αστυνομικά (φύλαξη του μάρτυρα). Το 1997 προχώρησε στην υιοθέτηση της Σύστασης Νο R (97) 13 για τον «εκφοβισμό των μαρτύρων και τα δικαιώματα της υπεράσπισης».Διεθνείς τάσεις Ξεκίνησε για την προστασία από εγκληματικές οργανώσεις (Έκθεση Katzenbach.

187ΠΚ.2) προβλέπει κατάθεση μάρτυρα χωρίς αποκάλυψη ταυτότητας.2928/01 δεν προβλέπει πώς θα ασκήσει ο κατηγορούμενος τα δικαιώματα υπεράσπισης όταν ο μάρτυρας μετά την αλλαγή της ταυτότητάς του εξετάζεται π.57 παρ.3 του Ν.72 ΚΠΔ) = εκείνος κατά του οποίου ο εισαγγελέας έχει ασκήσει ποινική δίωξη ή στον οποίο σε οποιοδήποτε στάδιο της ανάκρισης αποδίδεται αξιόποινη πράξη ή εκείνος που αναφέρεται στην μήνυση. 2928/01 (άρθ. Τα δικονομικά μέτρα μπορούν να διαταχθούν μόνο αν διεξάγονται αστυνομικές ανακριτικές πράξεις αφού διατάσσονται από τον εισαγγελέα Πλημμελειοδικών κατά το άρθ.1 ΚΠΔ. έγκληση. αναφορά. Το άρθ.243 παρ. Προσδιορισμός του έχει σημασία για την αναγνώριση των δικαιωμάτων υπεράσπισης. έκθεση.2.Κριτήριο = το ελάχιστο κόστος=> δεν υπάρχει πρόβλεψη για αλλαγή κατοικίας ή μετεγκατάσταση παρά μόνο για δημόσιους υπαλλήλους.2ΚΠΔ. . 525. Ο Ν. αλλά όχι μυστικότητα για τον πολίτη που καταγγέλλει (θύμα ή τρίτος) διάπραξη εγκλήματος από τα του άρθ. η παραβίαση των οποίων επιφέρει απόλυτη ακυρότητα. Κατηγορούμενος = διάδικος στην ποινική δίκη. εκτός ακροατηρίου σε μυστικό τόπο από μέλος μόνο του δικαστηρίου.58. N. δικαιώματα στην εισαγωγή). Ποιος την αποκτά την ιδιότητα αυτή και μέχρι πότε. (άρθ. Την ιδιότητα αυτή διατηρεί μέχρι την αμετάκλητη απόφαση για καταδίκη ή αθώωση ή απαλλακτικό βούλευμα και την αποκτά εκ νέου με τις διατυπώσεις του άρθ. 81 παρ. Η απόκτηση της ιδιότητας του κατηγορουμένου συνιστά κατά το δικονομικό μας σύστημα προϋπόθεση όλων των εγγυήσεων προστασίας του ατόμου στην ποινική διαδικασία (βλ.2928/01 εξαρτά την κατάθεση του μάρτυρα με απόκρυψη των στοιχείων του από την διάθεση των διαδίκων που μπορεί να ζητήσουν την αποκάλύψη της ταυτότητας τους. Κανονικά η μη άσκηση δικαιωμάτων υπεράσπισης επιφέρει απόλυτη ακυρότητα κατά το 171 παρ. 526ΚΠΔ).2 ΚΠΔ (μπορεί να ασκηθεί δίωξη στις περιπτώσεις των άρθ.9 παρ.χ. Η ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΟΥ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΥ Η εξέτασή του κατηγορουμένου αποτελεί ένα από τα ουσιώδη μέρη της ανάκρισης.9 παρ.

Το δικαίωμα αυτό θεμελιώνεται στο τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου κατοχυρωμένο στο άρθ.2 ΕΣΔΑ (βλ. Η σιωπή και άρνηση να απαντήσει δεν πρέπει σε καμιά περίπτωση να ερμηνεύεται ως τεκμήριο ενοχής του κατηγορουμένου. Τα περισσότερα δικαιώματα του κατηγορουμένου αναφέρονται στα άρθ.171 +αναίρεση 484.Κ.6 παρ. Αυτεπάγγελτος διορισμός αν δεν υπάρχει συνήγορος.103. ΤΟ 177 παρ. Δικαίωμα σιγής του κατηγορουμένου δεν περιλαμβάνεται στα υποχρεωτικώς γνωστοποιούμενα στον κατηγορούμενο κατά το άρθ.96 επ. Απολογία= αναγκαία για να περατωθεί η κύρια ανάκριση (270ΚΠΔ). 137Α Π.2 ΚΠΔ επιτρέπει την λήψη αποδεικτικού μέσου και με αξιόποινες πράξεις όταν πρόκειται για κακούργημα για το οποίο απειλείται ισόβια κάθειρξη (με την προϋπόθεση έκδοσης ειδικά αιτιολογημένης απόφασης του δικαστηρίου). 366 παρ. ΚΠΔ του αφαιρούνται σε ορισμένες περιπτώσεις χάριν της ταχύτερης και ευχερέστερης απονομής της δικαιοσύνης.Οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς την έννοια κάποιας διάταξης ερμηνεύεται υπέρ του κατηγορουμένου ή υπέρ της ευμενέστερης γι’αυτόν λύσης (in dubio pro mitiore). Προθεσμία για απολογία μέχρι 48 ώρες ή και περισσότερο κατόπιν αιτήσεως του κατηγορουμένου (102ΚΠΔ). σε προηγούμενη ενότητα).6 της ΕΣΔΑ έχει αυξημένη τυπική ισχύ έναντι του ΚΠΔ.96 επ. Το άρθ.97ΚΠΔ) και μέχρι 3 στο ακροατήριο. ΚΠΔ: Διορισμός + αριθμός συνηγόρων των διαδίκων: μέχρι 2 στην προδικασία (όπου δεν παρίστανται στην εξέταση των μαρτύρων ή άλλων κατηγορουμένων. 510) και ουσιαστικές (239ΚΠΔ.3 αναφέρει ότι στο ακροατήριο ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να μην απαντήσει αλλά αυτό αναγράφεται στα πρακτικά.1 εδ. χορηγεί στον κατηγορούμενο δικαιώματα χωρίς να επιτρέπει σε καμία περίπτωση την στέρησή τους => στέρηση δικαιώματος στον κατηγορούμενο =>απόλυτη ακυρότητα κατά το 171 παρ. Τα δικαιώματα του κατηγορουμένου που του αναγνωρίζονται στα άρθ.δ’. Δικαίωμα ερωτήσεων + παρατηρήσεων στην προδικασία (99ΚΠΔ) και δικαίωμα να παίρνει τον λόγο τελευταίος ο κατηγορούμενος (369ΚΠΔ). Παραβίαση δικαιωμάτων και εγγυήσεων κατηγορουμένου => Κυρώσεις δικονομικές (170. Παρουσία συνηγόρου στην απολογία και δεν επιτρέπεται να απαγορεύεται η επικοινωνία με συνήγορο (100ΚΠΔ). .άρθ.) ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΗΣ ΟΜΟΛΟΓΙΑΣ Ο ΚΠΔ δεν δίνει καν ορισμό της ομολογίας (το σχέδιο ΚΠΔ του 1934 έδιδε κάποιο ορισμό). Πάντως δεδομένου ότι το άρθ.

με την έννοια ότι δεν έχει υποχρέωση αληθείας.239 ΠΚ(κατάχρηση εξουσίας) ή είναι στα όρια. Το ζήτημα των αναληθών ομολογιών αποτελεί αντικείμενο της δικαστικής ψυχολογίας. Αυτό για τους εξής λόγους: . Με συμπαράσταση συνηγόρου.Ομολογία = περισσότερο μέσο υπεράσπισης και όχι αποδεικτικό μέσο παρ’όλο που αναφέρεται στο 178ΚΠΔ. Επίσης είναι ανεπίτρεπτη η κατά την απολογία κατάθεση γεγονότων που ενοχοποιούν άλλα πρόσωπα. Απολογία κατηγορουμένου δίδεται χωρίς όρκο.137 Α ΠΚ)-.171 παρ. εμπίπτουν στις προβλέψεις του άρθ.1 ΚΠΔ). βλ.137Α ΠΚ). Κατά την ελληνική επιστήμη δεν μπορεί να υπάρχει ταυτότητα μάρτυρα και κατηγορούμενου. - Εξαντλητική εξέταση (: τότε ισχύει το άρθ. Σε κάθε περίπτωση αποτελούν παραβίαση των διατάξεων που καθορίζουν τα της υπεράσπισης και => απόλυτη ακυρότητα (άρθ. Επίδειξη προσποιητής εύνοιας Παραπλανητική στάση του ανακριτή ότι π. Δεν είναι αναγκαία για την πρόοδο της δίκης (άλλωστε οι περισσότεροι κατηγορούμενοι αρνούνται ενοχή) + γεννά αμφιβολίες για τον τρόπο απόσπασης. οι αναφερόμενες σε μέρος μόνο των γεγονότων. ότι βρέθηκαν στοιχεία που τον ενοχοποιούν.χ. ήδη γνωρίζει την αλήθεια. Πάντως οι χώροι που κρατούνται προσωρινά μέχρι την προσαγωγή στον ανακριτή πρέπει να επιβλέπονται από την δικαστική αρχή σύμφωνα με τους «Κανόνες για την Πρόληψη των βιαιοτήτων» που υπέβαλε η Διεθνής Εταιρεία Ποινικού Δικαίου στην Κοινωνία των Εθνών. Περιπτώσεις απαράδεκτης τακτικής κατά την εξέταση του κατηγορουμένου από τον ανακριτή: - Εκφοβισμός (που μπορεί να εμπίπτει και στο πλαίσιο της ψυχολογικής βίας. οι παραπειστικές Οι περισσότερες -αν δεν συνιστούν προσβολή ανθρώπινης αξιοπρέπειας (άρθ. προηγούμενη γνώση του φακέλλου. δικαίωμα να αρνείται να απαντά => η εξέταση του κατηγορουμένου οπλίζεται με όλα τα εχέγγυα της προστασίας της ατομικής ελευθερίας και αποκλεισμού των καταχρήσεων.137Α ΠΚ) - Καθοδηγητικές ή παραπειστικές ερωτήσεις - Ελαττωματικές ερωτήσεις: οι σκοτεινές προς το νόημα που προκαλούν σύγχυση. οι σύνθετες που δεν επιδέχονται ενιαία απάντηση.

Ουσιαστικοί λόγοι: Κατά το άρθ. γιατί όπως είναι εύλογο ο ένας θα ρίξει την ευθύνη στον άλλο.34. Έρευνα της προσωπικότητας του κατηγορουμένου: Η ανάγκη διερεύνησης της προσωπικότητας ανακύπτει μόλις διαπιστωθεί εάν είναι αυτός ο δράστης του εγκλήματος. Ερευνάται η προσωπικότητα για να διαπιστωθεί : - εάν δύναται να παρακολουθήσει τη δίκη για να μπορέσει να υπερασπίσει τον εαυτό του (άρθ.80ΚΠΔ) - για να κριθεί η ικανότητα για καταλογισμό (άρθ. . 36 ΠΚ) - για να εκτιμηθεί η προσωπικότητά του για την δικαστική επιμέτρηση της ποινής (79ΠΚ).211Α ΚΠΔ μόνη η μαρτυρική κατάθεση ή απολογία συγκατηγορούμενου για την ίδια πράξη δεν είναι αρκετή για την καταδίκη του κατηγορούμενου.Δικονομικοί λόγοι που δεν επιτρέπουν την σύμπτωση στο ίδιο πρόσωπο μάρτυρα + κατηγορούμενου: - ο κατηγορούμενος δικαιούται ν’αρνηθεί ν’απαντήσει - ο κατηγορούμενος δεν ορκίζεται - ο κατηγορούμενος δεν έχει υποχρέωση ειλικρίνειας Δικονομικοί λόγοι που δεν επιτρέπουν στο δικαστήριο να λαμβάνει υπόψη στοιχεία που αναφέρονται στην απολογία του κατηγορουμένου και ενοχοποιούν συγκατηγορούμενο για το ίδιο έγκλημα = αυτοί που εμποδίζουν τα υπερασπιστικά δικαιώματα του ενός έναντι του άλλου.