Εσωτερική ∆ιοίκησι

Οικονοµικές και Κοινωνικές Συνθήκες
Γενικά, µπορεί να πη κανείς, ότι τόσον η εσωτερική κατάστασι
της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας όσον και το ∆ιοικητικό της
σύστηµα ήλλαξαν κατά τον δωδέκατο αιώνα.
Ενώ η Ιστορία της Εκκλησίας του Βυζαντίου, υπό τους Κοµνηνούς
και τους Αγγέλους , έχει λίγο ως πολύ ερευνηθή πλήρως, τα πράγµατα
είναι τελείως διαφορετικά όσον αφορά την εσωτερική κοινωνική και
οικονοµική ζωή. Εκτός δε του ότι η εσωτερική ιστορία του Βυζαντίου
έχει γενικά ανεπαρκώς ερευνηθή, υπάρχει έλλειψι προσεκτικής µελέτης
της περιόδου που αρχίζει µε την εποχή των Κοµνηνών. Ακόµη και τώρα
οι ιστορίες προσφέρουν συνήθως, σχετικά µε το θέµα αυτό, σύντοµα
κεφάλαια, που στηρίζονται, µερικές φορές, σε γενικές µελέτες, σε
τυχαίες παρατηρήσεις ή, το πολύ, σε µικρά άρθρα, αναφερόµενα σε
διάφορα προβλήµατα και έτσι, τουλάχιστον προς το παρόν, δεν υπάρχει
επαρκής κατανόησι της εσωτερικής ιστορίας αυτής της εποχής.
Ο πιο σίγουρος ερευνητής της εποχής ο Γάλλος ερευνητής Chalandon,
απέθανε πριν µπορέση να δηµοσιεύση την συνέχεια του βιβλίου του,
κατά την οποίαν θα συνεζητείτο πλήρως το πρόβληµα της κατά τον
δωδέκατο αιώνα εσωτερικής ζωής του Βυζαντίου.
Ένας εκπρόσωπος των µεγαλο – κτηµατιών ευγενών της Μικράς Ασίας,
ο Αλέξιος Κοµνηνός, έγινε Αυτοκράτωρ ενός Κράτους, του οποίου το
οικονοµικό σύστηµα ήτο τελείως αδιωργάνωτο λόγω τόσον των πολλών
στρατιωτικών επιχειρήσεων όσον και των εσωτερικών ανωµαλιών της

προγενέστερης περιόδου. Παρά την άσχηµη οικονοµική κατάστασι του
Κράτους, ο Αλέξιος, στις αρχές κυρίως της βασιλείας του, έπρεπε να
ανταµείψη τους οπαδούς του, που τον εβοήθησαν να ανέβη στο θρόνο,
καθώς και να προσφέρη στα µέλη της οικογενείας του πλούσια δώρα.
Οι τοµεροί πόλεµοι µε τους Τούρκους, τους Πατσινάκους και τους
Νορµανδούς και τα σχετικά µε την πρώτη Σταυροφορία γεγονότα,
απαιτούσαν επίσης τεράστια έξοδα. Τα κτήµατα των µεγαλογαιοκτηµόνων,
και των µοναστηριών, εχρησίµευσαν για τον πλουτισµό του θησαυροφυλακίου.
Όπως µπορεί κανείς να συµπεράνη από τις διάφορες πληροφορίες πηγών,
ο Αλέξιος, δεν εδίσταζε να κατάσχη την ιδιοκτησία των µεγαλό – κτηµατιών.
Ακόµα και σε περίπτωσι πολιτικών συνωµοσιών ως κύρια τιµωρία εφηρµόζετο
συχνά η κατάσχεσι της ιδιοκτησίας των συνωµοτών. Τα µοναστήρια που
ειχαν δοθεί ως ισόβια δωρεά στους χαριστικάριους, υπέκειντο στην ίδια
δήµευσι.
Το σύστηµα των χαριστικίων δεν αποτελεί εφεύρεση των Κοµνηνών΄
αλλά λόγω των οικονοµικών δυσκολιών, οι Αυτοκράτωρες αυτοί
κατέφευγαν σ’ αυτό πολύ πιο συχνά από οιονδήποτε άλλον.
Το σύστηµα αυτό έχει σχέσι µε την «κοσµικοποίησι» των µοναστηριακών
κτηµάτων, από τους Εικονοµάχους Αυτοκράτορας καθώς και µε µερικά
φαινόµενα της κοινωνικής ζωής µιάς ακόµη προγενέστερης εποχής.
Τον δέκατο και τον ενδέκατο αιώνα, το σύστηµα των χαριστικίων εφηρµόζετο
ήδη σε µεγάλην έκτασι. Τα µοναστήρια εδίδοντο τόσον στους κληρικούς όσον
και στους «λαϊκούς», ακόµη δε και στις γυναίκες΄ συνέβαινε δε, µερικές φορές,
να δίδωνται ανδρικά µοναστήρια σε γυναίκες και γυναικεία µοναστήρια σε
άνδρες. Ο Χαριστικάριος έπρεπε να υπερασπίζεται τα συµφέροντα του
µοναστηριού που του εδίδετο, να το προστατεύη από τις ιδιοτροπίες του
∆ιοικητού και των εφοριακών και από την παράνοµη φορολογία καθώς και
να ρυθµίζη µε ικανότητα την οικονοµία του µοναστηριού, κρατώντας για
λογαριασµό του το περίσσευµα που έµενε µετά την εκπλήρωσι όλων των
υποχρεώσεων. Στην πραγµατικότητα, φυσικά, ο Χαριστικάριος παραµελούσε
τα καθήκοντα του και οι µοναστηριακές δωρεές δεν ήταν τίποτε άλλο
από µια πηγή κέρδους και εκµεταλλεύσεως όλο και περισσότερο.
Τα χαριστίκια ήσαν πολύ επικερδή για εκείνους που τα εκλάµβαναν και γι’ αυτό
τον λόγον οι ανώτεροι υπάλληλοι του Βυζαντίου επεδίωκαν µε επιµονή
την απόκτησί τους. Η διαταγή του Αλεξίου που απέβλεπε στην µετατροπή
µερικών ιερών σκευών σε χρήµατα ακυρώθηκε αργότερα από τον ίδιο τον
Αυτοκράτορα.
Οι κατασχέσεις όµως των κτηµάτων δεν επαρκούσαν για την βελτίωσι των
οικονοµικών του Κράτους και ο Αλέξιος Κοµνηνός κατέφυγε στο χειρότερο,
ίσως, οικονοµικό του µέτρο, στην αλλοίωσι δηλαδή του νοµίσµατος΄ πράγµα
για το οποίον οι πηγές τον κατηγορούν πολύ. Παραλλήλως δηλαδή µε τα
παλαιά χρυσά «νοµίσµατα» έθεσε σε κυκλοφορία ένα µίγµα από χαλκό
και χρυσό ή αργυρό και χρυσό που εκυκλοφορούσε συγχρόνως µε το
υγιές νόµισµα. Το νέο «νόµισµα», συγκρινόµενο µε το παλαιό, που
συνίστατο από δώδεκα αργυρά «µιλιαρίσια», εξισούτο µε τέσσερα µόνον
αργυρά νοµίσµατα΄ µε το ένα τρίτο δηλαδή.
Ο Αλέξιος όµως απαιτούσε την πληρωµή των φόρων µε παλαιό υγιές νόµισµα
και, ως εκ τούτου, όλα αυτά τα µέτρα, προκαλούσαν µεγαλύτερες περιπλοκές
στα οικονοµικά του Κράτους, ενώ συγχρόνως ηρέθιζαν τον λαό.
Η κρίσιµη εξωτερική κατάστασι και η παρά τα µέτρα που ελήφθησαν πλήρης

σχεδόν, οικονοµική χρεωκοπία της χώρας, ηνάγκασαν την Κυβέρνησι να
εισπράξη τους φόρους µε εξαιρετικήν αυστηρότητα και, δεδοµένου ότι πολλές
ιδιοκτησίες, «κοσµικές» και εκκλησιαστικές, είχαν απαλλαγή από τους φόρους,
όλο το βάρος της φορολογίας έπεφτε στις κατώτερες τάξεις που είχαν τελείως
εξαντληθή κάτω από το αφόρητο βάρος των απαιτήσεων του Κράτους.
Οι εισπράκτορες των φόρων, οι οποίοι χαρακτηρίζονται από ένα συγγραφέα
του ενδέκατου και των αρχών του δωδέκατου αιώνος – τον Αρχιεπίσκοπο της
Βουλγαρίας Θεοφύλακτο – «κλέπτες µάλλον παρά εισπράκτορες» πραβλέποντες
Θείους και ανθρωπίνους Νόµους έτρεχαν άγριοι, εδώ κι εκεί, ανάµεσα
στον λαό.
Η προσεκτική διοίκησι του Ιωάννου Κοµνηνού ηύξησε, κατά κάποιον τρόπο,
τα οικονοµικά του Κράτους παρά τους συνεχείς, σχεδόν, πολέµους.
Η ∆ιοίκησι όως του διαδόχου του Μανουήλ επανέφερε το Κράτος σε
Κατάσταση χρεωκοπίας. Την εποχή αυτή, παρατηρήθηκε µια ελάττωσι
τόσον του πληθυσµού όσον και της δυνατότητας του λαού να πληρώση
τους φόρους. Παρόµοια κατάστασι επικρατούσε στη Βαλκανική Χερσόνησο
λόγω των επιθέσεων των Ούγγρων, των Σέρβων και των πέραν του ∆ουνάβεως
λαών.
Εν τω µεταξύ τα έξοδα επολλαπλασιάζοντο. Εκτός από τα έξοδα που διετίθεντο
για τις στρατιωτικές επιχειρήσεις, Μανουήλ διέθετε τεράστια ποσά για ξένους,
που συνέπεια των συµπαθειών του Αυτοκράτορος προς τους Λατίνους, ήρχοντο
στο Βυζάντιο, καθώς και για την πολυτελή εµφάνησι της αυλής του και την
ενίσχυσι των ευνοουµένων του ανδρών και γυναικών.
Ο ιστορικός Νικήτας Χωνιάτης δίδει µιάν εντυπωσιακή εικόνα της γενικής
δυσαρέσκειας που συνεπήγετο η οικονοµική πολιτική του Μανουήλ.
Οι Έλληνες των Ιονίων νήσων, µη µπορώντας να υφίστανται το βάρος
των φόρων, επροτίµησαν την εξουσία των Νορµανδών. Ακολουθώντας
το παράδειγµα του Αλεξίου Κοµνηνού ο Μανουήλ, προσεπάθησε
να βελτιώση τα οικονοµικά του µε την δήµευσι των «κοσµικών» και
εκκλησιαστικών κτηµάτων και αποκατέστησε την περίφηµη Νεαρά
του Νικηφόρου Φωκά (του 964), που ήτο σχετική µε την εις κτήµατα
ιδιοκτησίαν της εκκλησίας και των µοναστηριών.
Μόνον την εποχή του τελευτείου Κοµνηνού, Ανδρόνικου Α΄ του οποίου
η σύντοµη βασιλεία χαρακτηρίζεται από µιάν αντίδρασι κατά της τακτικής
του Μανουήλ, εβελτιώθη ή θέσι των φορολογουµένων. Ο Ανδρόνικος είναι
γνωστόν ότι ήλθε στην εξουσία ως προστάτης των εθνικών συµφερόντων και
των κατωτέρων τάξεων έναντι της Λατινόφιλης πολιτικής του Μανουήλ
και της υποστηρίξεως που ο τελευταίος έδιδε στους µεγαλο – γαιοκτήµονας.
Οι µεγαλο-κτηµατίες και οι εισπράκτορες των φόρων υπέκειντο σ’ αυστηρή
λογοδοσία, οι διοικηται των Επαρχιών ήρχισαν να παίρνουν µεγάλους µισθούς
από το κρατικό θησαυροφυλάκιο και το εµπόριο των δηµοσίων αξιωµάτων
έπαυσε να υφίσταται. Ένας σύγχρονος του Ανδρόνικου ιστορικός, ο Νικήτας
Χωνιάτης, δίδει µια πολύ ειδυλλιακή εικόνα, των συνεπειών της τακτικής
του νέου Αυτοκράτορος.
Οι Βυζαντινές πηγές δίδουν µια θλιβερή εικόνα της εσωτερικής ζωής της
χώρας – υπό τον Μανουήλ – και φυσικά οι συνθήκες δεν ήτο δυνατόν να
αλλάξουν πολύ κατά την διάρκεια της συντόµου και ταραχώδους βασιλείας
του Ανδρόνικου. Ο Ιουδαίος όµως ταξιδιώτης Βενιαµίν, ο οποίος προερχόµενος
από την Ισπανία, επεσκέφθη το Βυζάντιο την εποχή του Μανουήλ, δίδει στην
περιγραφή του ταξιδιού του µια λαµπρή εικόνα της Κωνσταντινουπόλεως,

που αποτελεί καρπό της προσωπικής του παρατηρήσεως και των επαφών που
είχε. Ο Βενιαµίν, αναφερόµενος στην Κωνσταντινούπολη, γράφει τα εξεις:
«Από κάθε µέρος της Αυτοκρατορίας της Ελλάδας µεταφέρονται εδώ, κάθε
χρόνο, φόροι εις ένδειξι υποτελείας και φρούρια ολόκληρα γεµίζουν από
µεταξωτά ενδήµατα, πορφύρες και χρυσάφι. Παρόµοιες αποθήκες και τέτοιος
πλούτος δεν είναι δυνατόν να βρεθούν σε κανένα άλλο µέρος του κόσµου.
Έχει λεχθεί ότι ο φόρος που εισρέει στην πόλι φθάνει κάθε χρόνο το ποσό
των 20.000 χρυσών νοµισµάτων που προέρχονται τόσον από καταστήµατα
και τις αγορές όσον και από τους εµπόρους που έρχονται από την ξηρά ή
την θάλασσα. Οι Έλληνες κάτοικοι είναι πολύ πλούσιοι σε χρυσό και πολύτιµους
λίθους και εµφανίζονται ντυµένοι µε µεταξωτά ενδύµατα και στολισµένοι
µε χρυσάφι΄ ιππεύουν τα άλογα τους δίδοντας την εντύπωσι ότι είναι πρίγκηπες.
Πράγµατι, η χώρα είναι πολύ πλούσια σε ρουχισµό, ψωµί, κρέας και κρασί.
Πλούτος σαν της Κωνσταντινουπόλεως, δεν µπορεί να βρεθή εύκολα σε
κανένα άλλο µέρος του κόσµου…».
Σ’ ένα άλλο σηµείον ο ίδιος ο ταξιδιώτης, λέει ότι όλα ήδη των εµπόρων έρχονται
στην Κωνσταντινούπολη από την Βαβυλώνα, την Μεσοποταµία, την Περσία,
από όλη την Αίγυπτο, την Κανά, την Αυτοκρατορία της Ρωσσίας, την Ουγγαρία,
από την χώρα των Πατσινάκων, την Χαζαρία, την χώρα των Λοµβαρδών και την
Ισπανία. Η Κωνσταντινούπολη είναι µια πόλη γεµάτη κίνηση, στην οποίαν οι
έµποροι έρχονται από κάθε χώρα, δια ξηράς ή θάλασσας΄ εκτός από την Βαγδάτη
δεν υπάρχει άλλη πόλη στον κόσµο σαν κι αυτή. Την εποχή του Μανουήλ, επίσης,
ένας Άραψ ταξιδιώτης, ο al – Harawy ( ή el – Herewy) επεσκέφθη την Κωνσταντινούπολη, όπου έγινε πολή καλά δεκτός από τον Αυτοκράτορα. Στο βιβλίο του
δίδει µια περιγραφή των πιο σπουδαίων µνηµείων της πρωτευούσης και παρατηρεί
ότι η «Κωνσταντινούπολη είναι µια πόλι µεγαλύτερη από όσο η φήµη της την
παρουσιάζει. Είθε ο Θεός, µε τη χάρι Του και την γενναιοδωρία Του, να καταδεχθή
να την κάµη πρωτεύουσα του Ισλάµ!».
Θα µπορούσε ίσως κανείς να συγκρίνη την περιγραφή του Βενιαµίν µε µερικούς
στίχους του Ιωάννου Τζέτζη, ποιητού της εποχής των Κοµνηνών, που αναφέρονται,
επίσης στην Κωνσταντινούπολη. Παρωδώντας δυο στίχους της Ιλιάδος του Οµήρου
(ΙV, 437 – 438) ο Τζέτζης λέει, όχι δίχως κάποια πικρία και θυµό, ότι οι «άνθρωποι
που κατοικούν στην πρωτεύουσα Κωνσταντίνου, είναι πολύ κλέφτες, δεν ανήκουν
σ’ έναν λαό ούτε έχουν κοινή γλώσσα, Κρήτες και Τούρκοι, Αλανοί, Ρόδιοι και
Χίοι… όλοι τους, αν και είναι κλέφτες και διεστραµµένοι θεωρούνται, στην
Κωνσταντινούπολη, ως Άγιοι.
Η λαµπρή και ταραχώδης ζωή της Κωνσταντινουπόλεως, ύπο τον Μανουήλ,
Θυµίζει στον Α. Ανδρεάδη την ζωή ορισµένων πρωτευουσών, όπως του Παρισιού,
των τελευταίων ετών της Αυτοκρατορίας, στις παραµονές δηλαδή της καταστροφής.
Είναι δύσκολο να καθορίσουµε µε ακρίβεια τον αριθµό του πληθυσµού της
πρωτευούσης αυτής της εποχής. Ίσως – κατά απλήν εικασίαν – ο πληθυσµός της
Κωνσταντινουπόλεως έφθασε, κατά τα τέλη του δωδέκατου αιώνος, στις 800.000
ή το 1.000.000.
Συνέπεια της αυξήσεως των µεγάλων ιδιοκτησιών, την εποχή των Κοµνηνών και
των Αγγέλων, οι γαιοκτήµονες εκέρδιζαν σταθερά δύναµι αποκτώντας περισσότερη
Ανεξαρτησία, ενώ ο φεουδαλισµός ανεπτύσσετο γρήγορα στην Αυτοκρατορία.
Αναφερόµενος στην εποχή των δύο τελευταίων Κοµνηνών και του Ισαακίου Β΄
Αγγέλου ο Cognasso γράφει ότι: «Έκτοτε ο Φεουδαλισµός καλύπτει όλη την
Αυτοκρατορία και ότι ο Αυτοκράτωρ πρέπει να αγωνισθή µε τους µεγάλους
γαιοκτήµονας των Επαρχιών που δεν δέχονται πάντοτε να προµηθεύουν στρατό

µε την ίδια γενναιοδωρία που έδειχναν π.χ. για τον εναντίον των Νορµανδών
αγώνα… Καθώς διεσπάσθη η ισορροπία των παραγόντων που αποτελούσαν το
κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο της Αυτοκρατορίας, η αριστοκρατία υπερέβη τις
άλλες τάξεις και, τελικά, η Αυτοκρατορία περιήλθε στην εξουσία της. Η Μοναρχία
απεξενώθη από την δύναµι και τον πλούτο της προς χάριν της «αριστοκρατίας».
Η Αυτοκρατορία έσπευδε προς την καταστροφή της.
Στην εποχή του Μανουήλ ανήκει πολύ ενδιαφέρον χρυσόβουλο, το οποίον απηγόρευε
την µεταβήβασι σε οιονδήποτε – πλην των αξιωµατούχων – της ακινήτου περιουσίας
που εδίδετο από τον Αυτοκράτορα. Σε περίπτωσι που εγίνετο µια µεταβίβασι, παρά
την ύπαρξι της απαγορευτικής διατάξεως, η ακίνητη περιουσία περιήρχετο στο
θησαυροφυλάκιο. Η απαγόρευσι αυτή του Μανουήλ, στερώντας τις κατώτερες τάξεις
της ευκαιρίας να αποκτήσουν χρήµατα προερχόµενα από Αυτοκρατορική δωρεά,
έκαµε την αριστοκρατία κυρίαρχο τεραστίων περιοχών.
Το χρυσόβουλο αυτό ακυρώθηκε τον ∆εκέµβριο του 1182 από τον Αλέξιο Β΄,
αλλά αναµφιβόλως εσχεδιάσθη υπό την πίεση του παντοδύναµου Ανδρονίκου.
Από το 1182 και έπειτα, τα εξ Αυτοκρατορικής δωρεάς προερχόµενα ακίνητα
ήτο δυνατόν να µεταβιβασθούν σε οιονδήποτε, ασχέτως της κοινωνικής τάξεως
στην οποία ανήκε.
Το χρυσόβουλο του 1182 πρέπει να ερµηνευθή εν σχέσει µε την νέα πολιτική
του Ανδρονίκου έναντι της αριστοκρατίας του Βυζαντίου και των µεγαλο –
γαιοκτηµόνων, εναντίον των οποίων ήτο ηναγκασµένος να διεξάγη σκληρόν
αγώνα. Ο Αλέξιος Β΄ Κοµνηνός που υπέγραψε τον Νόµο, υπήρξε απλούν
όργανον της θελήσεως του Ανδρονίκου. Εποµένως πρέπει να αµφιβάλουµε
για την ορθότητα της γνώµης µερικών επιστηµόνων που πιστεύουν ότι, εφ’ όσον
η απαγόρευσι του Μανουήλ κατηυθύνετο κατά των Φράγκων, η ανάκλησι της
υπήρξε µια φιλική έναντι των Φράγκων εκδήλωσι που ανταποκρίνεται τελείως
στην πολιτική του Αλεξίου Β΄ Κοµνηνού.
Η αλήθεια είναι ότι η Κυβέρνησι του µικρού Αλεξίου Β΄ και της µητέρας του
Υπήρξε φιλο – λατινική, µετά την είσοδο όµως του Ανδρονίκου στην Κωνσταντινούπολη, τα πράγµατα ήλαξαν. Η εξουσία περιήλθε στα χέρια του και, προς τα
τέλη του 1182, η έναντι των Λατίνων πολιτική του ήτο ήδη έκδηλα εχθρική.

Sign up to vote on this title
UsefulNot useful