ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ «ΚΕΙΜΕΝΑ ΣΥΓΧΡΟΝΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ» ΕΑΠ 2009

Σκωτικός Διαφωτισμός (David Hume, Adam Smith): Οικονομία και φιλοσοφία
Σπύρος Τέγος

Ο σκωτικός Διαφωτισμός, όπως και ο ευρωπαϊκός Διαφωτισμός του οποίου
αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι, είναι πολύπλευρο φαινόμενο στο εσωτερικό του
οποίου λαμβάνουν χώρα ποικίλες πολιτικές, κοινωνικές, οικονομικές, τεχνολογικές
και θεωρητικές εξελίξεις και γεγονότα. Αν και χρονολογικά είναι δύσκολο να
προσδιορίσει κανείς με ακρίβεια τη περίοδο που εξετάζουμε θα μπορούσε κανείς να
ορίσει ως θεωρητική αφετηρία το πρώτο θεμελιώδες έργο του Francis Hutcheson
(Φρανσις Χάτσεσον) Μια έρευνα για την καταγωγή των ιδεών μας περί κάλλους και
αρετής (Francis Hutcheson, An Inquiry into the Original of our Ideas of Beauty and
Virtue, 1725), πατριάρχη του σκωτικού Διαφωτισμού και δάσκαλο των δύο διάσημων
διαμορφωτών του, David Hume (Ντέιβιντ Χιουμ) και Adam Smith (Ανταμ Σμιθ)˙ ως
συμβολική θεωρητική ολοκλήρωση της υπό εξέταση περιόδου θα τοποθετούσε κανείς
ενδεχομένως την έκτη και τελευταία έκδοση του βασικού έργου του Ανταμ Σμιθ
Θεωρία των ηθικών συναισθημάτων (Theory of Moral Sentiments) που δημοσιεύτηκε
το 1790, λίγο πριν το θάνατο του συγγραφέα και συμπεριλάμβανε και ορισμένα
σχόλια για τον απόηχο των γεγονότων της πρόσφατης τότε Γαλλικής επανάστασης. Η
εν λόγω περίοδος μπορεί επίσης να εξεταστεί και ως το διάστημα που μεσολάβησε
από την πράξη ένωσης της Σκωτίας με την Βρετανική Αυτοκρατορία (1707) μέχρι τα
γεγονότα της Γαλλικής επανάστασης. Η πράξη ένωσης με την Βρετανία έθετε τέρμα
στην πολιτική ανεξαρτησία της Σκωτίας δίνοντάς της ταυτόχρονα την δυνατότητα να
συμμετάσχει ενεργά στο «παγκοσμιοποιημένο» τότε εμπόριο ως τμήμα της
παγκόσμιας υπερδύναμης και διευρυμένης αγοράς που αποτελούσε κατά τον 18ο
αιώνα η Bρετανική Aυτοκρατορία με τις πολυάριθμες αποικίες της.
Mέσα σε αυτό το ιστορικό συγκείμενο θα εστιάσουμε το ενδιαφέρον μας στον
τρόπο με τον οποίο οι οικονομικές δραστηριότητες των ανθρώπων έγιναν αντικείμενο
φιλοσοφικού, πιο συγκεκριμένα ηθικο-πολιτικού, στοχασμού καταλαμβάνοντας
περίοπτη θέση στη φιλοσοφία των David Hume και Αdam Smith. Στα ηθικά, πολιτικά
και αισθητικά του Δοκίμια... ο Ντειβιντ Χιουμ περιλαμβάνει με καινοτόμο πνεύμα
φιλοσοφικά δοκίμια για το εμπόριο, το χρήμα, τον τόκο ή ακόμη και τη φορολογία
ενώ ο Ανταμ Σμιθ θεωρείται ο ιδρυτής της επιστήμης της πολιτικής οικονομίας

καθώς το δεύτερο σημαντικό έργο του μαζί με την Θεωρία των ηθικών
συναισθημάτων είναι η Ερευνα για την φύση και τις αιτίες του πλούτου των εθνών . Οι
δύο σκώτοι φιλόσοφοι έχουν καταγραφεί στην ιστορία της φιλοσοφίας ως διάσημοι
εκπρόσωποι του ευρωπαικού εμπειρισμού αλλά η έμφαση σε αυτό το επίπεδο έχει
κυρίως δοθεί στην σχέση γνωσιοθεωρίας και ηθικής με άξονα τον σκεπτικισμό του
Ντέιβιντ Χιουμ. Έτσι έχουν μείνει σχετικά παραγνωρισμένες ορισμένες άλλες
διαστάσεις του σκωτικού διαφωτισμού. Δεν πρέπει να λησμονούμε την επιμονή των
δύο φιλοσόφων να αναφέρονται στον ‘συνήθη τρόπο σκέψης’ και στην ‘κοινή ζωή’
της πλειονότητας των ανθρώπων, της μάζας, όσων δηλαδή δεν έχουν κάποια
ιδιαίτερη παιδεία και που δεν αποτελούν πρότυπα ηθικής ή πολιτικής αρετής. Δεν
ενδιαφέρονται τόσο για τις ‘αριστοκρατικές’ όψεις της ανθρώπινης ζωής αλλά για τον
τρόπο ζωής και σκέψης της μεγάλης μάζας των ανθρώπων και τούτο τόσο από
ρεαλισμό όσο και διότι θεωρούν ότι στις σύγχρονές τους κοινωνίες η σημασία που
καταλαμβάνει σταδιακά το εμπόριο αναδεικνύει τη σημασία των ‘μεσαίων
καταστάσεων της ζωής’ (middle stations of life), αυτό που θα αποκαλούσαμε σήμερα
μεσαία στρώματα. Η ηθική και πολιτική τους συμπεριφορά και οι αρετές που της
προσιδιάζουν έρχονται λοιπόν στο προσκήνιο του φιλοσοφικού στοχασμού.
Σε αυτό το πλαίσιο θα μπορούσε κανείς να ξεχωρίσει δύο θεωρητικές καινοτομίες
που εξηγούν τον τρόπο σύνδεσης οικονομίας και φιλοσοφίας. Η πρώτη από αυτές
αφορά ένα νέο είδος λόγου που εισάγεται από τη συγκεκριμένη σχολή σκέψης και
που συνδέεται με το κεντρικό ζήτημα του ευρωπαικού διαφωτισμού, την ιδεά της
προόδου: πρόκειται για μια φιλοσοφία της ιστορίας, την φιλοσοφική ιστορία της «
πολιτικής κοινωνίας » (civil society). Η δεύτερη από αυτές παραπέμπει στη θέση την
οποία κατέλαβαν σε αυτή την παράδοση οι έννοιες της φιλαυτίας και της ιδιοτέλειας
στα πλαίσια του ηθικού στοχασμού όπως αυτός διαμορφώθηκε με την εισαγωγή μιας
νέας κεντρικής έννοιας, της συμπάθειας.
…………………………………………………………………………………………..
…………………………………………………………………………………………..
Β) Oι έννοιες της φιλαυτίας και του ατομικού συμφέροντος ( self-love, selfinterest) και ο ρόλος της συμπάθειας

Εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς ότι στα πλαίσια αυτής της αναβάθμισης της
οικονομικής συμπεριφοράς ως σημαντικού αντικειμένου ηθικού και πολιτικού
στοχασμού τίθεται το ερώτημα της θέσης της φιλαυτίας και της ιδιοτέλειας στην
πορεία της ηθικής προόδου των ανθρωπίνων κοινωνιών που μόλις περιγράψαμε.
Από αυτή την άποψη οι φιλόσοφοι του σκωτικού Διαφωτισμού μας
επιφυλάσσουν μιαν έκπληξη από αυτές που μας συνηθίζει η ιστορία των ηθικών
και πολιτικών ιδεών. Ενώ αναδεικνύουν το θετικό ρόλο του εμπορίου και των
συνακόλουθων ‘οικονομικών παθών’ (αναζήτηση του κέρδους, απληστία,
φιλαργυρία)

στο

πλαίσιο

της

φιλοσοφίας

της

ιστορίας,

στην

οποία

αναφερθήκαμε, εντούτοις δεν θεωρούν ότι η ηθική σκέψη θεμελιώνεται στην
φιλαυτία ή την ιδιοτέλεια όπως θα περίμενε κανείς. Στην πραγματικότητα, ο
σκωτικός Διαφωτισμός θεμελιώνει την ηθική του φιλοσοφία αντιπαρατιθέμενος
σε όλες τις σχολές ηθικής φιλοσοφίας που θεωρούν ότι πίσω από κάθε ενάρετη
πράξη ή συμπεριφορά κρύβονται ιδιοτελή κίνητρα.
Οι όροι «φιλαυτία» και «αγάπη του εαυτού» προϋποθέτουν μια φιλοσοφική
και θεολογική διαμάχη που διασχίζει την ηθική σκέψη του 18ο αιώνα και υπερβαίνει
την απλή διαφοροποίηση ορολογίας καθώς οι όροι έχουν ο καθένας το δικό του
ειδικό θεωρητικό βάρος. Ο La Rochefoucauld (Λα Ροσφουκώ, Αποφθέγματα,
[Maximes], 1665) που στο δεύτερο μισό του 17ου αιώνα αναδεικνύει

στα

Αποφθέγματά του την σπουδαιότητα για την ηθική του γαλλικού όρου «amourpropre» που αποδίδεται ως φιλαυτία και ο Mandeville (Μάντβιλ) που προκαλεί
αλυσιδωτές αντιδράσεις με τη δημοσίευση του έργου του ο Μύθος των μελισσών ή
Ιδιωτικές φαυλότητες, δημόσιες αρετές (H.Mandeville, The Fable of the Bees, or
Private Vices, Public Benefits), όπου αποδίδει κεντρική σημασία στις έννοιες της
φιλαυτίας και της ιδιοτέλειας. (self-love). Αμφότεροι οι παραπάνω φιλόσοφοι
θεματοποιούν κατά την περίοδο αυτή προβλήματα που έχουν την καταγωγή τους στη
θεολογική σκέψη του Αυγουστίνου σχετικά με την αρετή και τη φαυλότητα. Θα
μπορούσε κανείς να συνοψίσει τη στάση αυτή ως θετική απάντηση σε δύο
ερωτήματα: Η φιλαυτία είναι φαυλότητα; Η φιλαυτία είναι αιτία και κίνητρο όλων
των ανθωπίνων πράξεων; Η αυγουστίνεια καταγωγή αυτών των ερωτημάτων είναι
προφανής: ο άνθρωπος χωρίς την επέμβαση της θείας χάρης είναι καταδικασμένος να
έχει ως βαθύτερο κίνητρο των πράξεών του τη φιλαυτία. Έτσι όλες οι ενάρετες
πράξεις που φαίνεται να έχουν ευγενή κίνητρα, όπως η αγάπη προς τον πλησίον,
συγκαλύπτουν έναν εγγενή εγωισμό. Οι επιφανειακά κοινωνικές συμπεριφορές, τα

φαινόμενα αλτρουισμού έχουν να κάνουν σύμφωνα με τον Mandeville με την
ανάπτυξη της τέχνης της υποκρισίας στο εσωτερικό των κοινωνιών αφού οι άνθρωποι
προκειμένου να επωφεληθούν από τους συνανθρώπους τους, καθώς έχουν την
ανάγκη τους για την επίτευξη οποιουδήποτε υλικού ή συμβολικού κέρδους,
μαθαίνουν να φαίνονται κοινωνικοί, ευχάριστοι στους άλλους χωρίς στο βάθος να
είναι. Συνεπώς, όλες οι κοινωνικές σχέσεις συγκαλύπτουν έναν ανταγωνισμό όπου ο
καθένας έχει συμφέρον να φαίνεται αρεστός στους άλλους και να μην προκαλεί τα
αρνητικά τους πάθη (ζήλεια, μίσος, απέχθεια) ώστε να ικανοποιεί το συμφέρον του.
Τα δύο ερωτήματα που προαναφέραμε καταλάμβαναν τόσο κεντρική θέση στην
ηθική φιλοσοφία του 18ου αιώνα ώστε κάθε ηθικός φιλόσοφος αισθανόταν
υποχρεωμένος να απαντήσει στην πρόκληση του Mandeville. Οι σκώτοι Διαφωτιστές
απάντησαν εντάσσοντας αυτή τη σχολή ηθικής σκέψης στο πλαίσιο της χομπσιανής
προβληματικής υπό τον γενικό τίτλο « εγωιστικά συστήματα» (selfish systems) και
θεώρησαν επιτακτική ανάγκη να την ανασκευάσουν αναγορεύοντάς την κατ’ αυτόν
τρόπο σε προνομιούχο θεωρητικό αντίπαλο. Ως εκ τούτου, οι ιδρυτικές φυσιογνωμίες
της πολιτικής οικονομίας και οι υπέρμαχοι της εμπορικής κοινωνίας θεμελίωσαν την
ηθική τους σκέψη στην ανασκευή της πεποίθησης ότι ο εγωισμός και η ιδιοτέλεια
βρίσκονται πίσω από κάθε ανθρώπινη συμπεριφορά, πίσω από κάθε ηθική και
κοινωνική αρετή. Ο Ανταμ Σμιθ ξεκινάει το κεντρικό ηθικό του έργο Θεωρία των
ηθικών συναισθημάτων (1759) με την ακόλουθη φράση: « Όσο εγωιστής κι αν
θεωρηθεί ο άνθρωπος, υπάρχουν προφανώς κάποιες αρχές στη φύση του που τον
κάνουν να ενδιαφέρεται για την μοίρα των άλλων ανθρώπων και καθιστούν την
ευτυχία τους αναγκαία για τη δική του, χωρίς να αποκομίζει άλλο όφελος παρά την
ευχαρίστηση να τους βλέπει ευτυχείς»
Παρατηρήσαμε ήδη μία πρώτη εξήγηση του παράδοξου τούτου γεγονότος
αναφερόμενοι στον εξευγενισμό των ηθών που επιτυγχάνει η εμπορική κοινωνία
χάρη στην καλλιέργεια των παθών που συνδέονται με την κοινωνικότητα και την
αμοιβαία χρησιμότητα των διαφοροποιημένων ατόμων στο πλαίσιο της ανταλλαγής
και του καταμερισμού της εργασίας. Στο σημείο αυτό μπορούμε να αναδείξουμε μια
πιο λεπτή θεωρητική προσέγγιση του συγκεκριμένου προβλήματος από την σκοπιά
της ηθικής φιλοσοφίας. Αμφότεροι οι David Hume και Αdam Smith κληρονόμησαν
από τον δάσκαλο τους F. Hutcheson (Φράνσις Χάτσεσον) μια βασική αρχή, μέσω της
οποίας θα μπορούσε να δοθεί απάντηση στη χομπσιανή ένσταση σχετικά με την
εγωιστικότητα του ατόμου και τις συγκρούσεις που ανακύπτουν καθώς οι άνθρωποι

προσπαθούν να επιβάλλουν το τρόπο που οι ίδιοι βλέπουν τον εαυτό τους στους
υπόλοιπους. Η οπτική γωνία από την οποία οφείλει όμως κανείς να εξετάζει τα ηθικά
και κοινωνικά ζητήματα είναι, σύμφωνα με τον Hutcheson, εκείνη του θεατή. Μόνον
υιοθετώντας την σκοπιά του θεατή μπορεί κανείς να αποφύγει τον παραμορφωτικό
σκόπελο των εγωκεντρικών παθών που δημιουργούν συγκρούσεις, καθώς ο καθένας
κρίνει τους άλλους ανθρώπους από την δική του οπτική γωνία. Έτσι, η ηθική κρίση
επί πράξεων και χαρακτήρων ισοδυναμεί με την αντίδραση επιδοκιμασίας ή
αποδοκιμάσιας μπροστά στο θέαμα, ευχάριστο ή δυσάρεστο, μιας πράξης ή
συμπεριφοράς, ανεξάρτητα από την προσωπική εμπλοκή του θεατή, τα συμφέροντα ή
τις ορέξεις του, σαν να επρόκειτο να κριθεί το κάλλος ενός έργου τέχνης, π.χ. .ενός
πίνακα ή ενός τοπίου. Θα λέγαμε ότι ο θεατής υιοθετώντας την κατάλληλη απόσταση
αποφεύγει να πάρει μεροληπτική στάση και η ηθική κρίση θεμελιώνεται σε μια έκτη
αίσθηση, την ηθική αίσθηση που είναι κάτι σαν την όραση ή την ακοή αλλά σε
επίπεδο ηθικού εντσίκτου, εμφυτευμένη στον άνθρωπο από τον Θεό.
Οι David Hume και Αdam Smith υπερβαίνουν όμως τη θεολογική αυτή
αντίληψη της σκοπιάς του θεατή αναπτύσσοντας την έννοια της συμπάθειας,
σύμφωνα με την οποία οι άνθρωποι στις εμπορικές κοινωνίες της αγοράς ζουν πλέον
σε πόλεις ως ξένοι μεταξύ τους, και πρέπει να ικανοποιήσουν τις συναισθηματικές
και ψυχολογικές τους ανάγκες εκτός του προστατευτικού περιβάλλοντος που
δημιουργούσαν οι δομές της συγγένειας και οι θρησκευτικοί δεσμοί συμμετοχής στο
ίδιο θρησκευτικό δόγμα στο πλαίσιο της προ-αστικής ζωής. Εκείνο που συμβαίνει σε
αυτό το νέο ιστορικά περιβάλλον, υποστηρίζουν οι δύο σκώτοι Διαφωτιστές, δεν
είναι η ανάπτυξη αποκλειστικά συμφεροντολογικών συμπεριφορών όπου όλοι
υποκρίνονται μια κοινωνική συμπεριφορά υπολογίζοντας τα κέρδη που θα
αποκομίσουν από αυτήν. Και τούτο για δύο τουλάχιστον λόγους: καταρχάς διότι
τούτο θα προϋπέθετε υπερβολικά ορθολογικούς ανθρώπους που μπορούν να
παραμερίζουν όλα τα μη οικονομικά πάθη τους και να βρίσκονται σε μια διαρκή
κατάσταση υπολογισμού του συμφέροντός τους. Από ρεαλιστική σκοπιά όμως μια
τέτοια προσέγγιση δεν ανταποκρίνεται στην πιο σύνθετη πραγματικότητα. Οι
άνθρωποι των νέων τότε εμπορικών κοινωνιών, βρισκόμαστε στο δεύτερο μισό του
18ου αιώνα, ακριβώς επειδή δεν προέρχονται από την ίδια παραδοσιακή κοινότητα, το
ίδιο χωριό, την ίδια συντεχνία, την ίδια ενορία και ζουν πλέον σε κοινωνίες «ξένων»
είναι υποχρεωμένοι να επιστρατεύσουν την φαντασία τους για να «εισέλθουν» στον
τρόπο σκέψης των άλλων ανθρώπων, για να αντιληφθούν τις επιθυμίες τους και τα

συναισθήματά τους ώστε να μπορέσουν να επιβιώσουν ψυχολογικά αποσπώντας την
αναγνώριση των άλλων. Η συμπάθεια είναι ένας τεχνικός φιλοσοφικός όρος που
δηλώνει την δυνατότητα να υιοθετεί κανείς από απόσταση το συναίσθημα, ευχάριστο
ή δυσάρεστο, κάποιου άλλου ανθρώπου χωρίς αυτός ο άλλος άνθρωπος να συνδέεται
με τον θεατή με δεσμούς συμφέροντος, συγγένειας ή φιλίας. Πρόκειται για έναν
μηχανισμό «επικοινωνίας των συναισθημάτων» που οδηγεί στη συναισθηματική
θεμελίωση της ηθικότητας. Η ανάγκη ηθικής επιδοκιμασίας ικανοποιείται
αυθόρμητα, με πρό-λογικό, πρό-στοχαστικό, και άρα μη συμφεροντολογικό και
ανιδιοτελή τρόπο. Εκφράζει την φυσική κοινωνικότητα των ανθρώπων και καλύπτει
την ανάγκη τους για τη δημιουργία μιας ηθικής κοινότητας. Οι άνθρωποι
«αισθάνονται» τα συναισθήματα των άλλων μέσω της φαντασίας τους και
ταυτίζονται έτσι πρόσκαιρα με τις ζωές των άλλων υιοθετώντας την οπτική γωνία του
αμερόληπτου θεατή. Ο David Hume φάνηκε να κλίνει προς μια έννοια της
συμπάθειας σύμφωνα με την οποία η ηθική επιδοκιμασία ή αποδοκιμασία του
αμερόληπτου θεατή έχει ως κριτήριο την ωφελιμότητα, που σύμφωνα με τον Hume
συνδέεται άμεσα με τα ευεργετικά αποτελέσματα ενός χαρακτήρα ή μιας πράξης για
τους άλλους, και τούτο όταν ο θεατής δεν έχει κάποιο συμφέρον από την εμπλοκή
στην υπό κρίση κατάσταση. Εντούτοις, Ο Adam Smith κάνει ένα βήμα παραπέρα και
αντιλέγει ότι σύμφωνα με τον Hume υιοθετούμε τη σκοπιά ενός αντικειμενικού
τρίτου ενώ ο ίδιος προτείνει, όχι να σκεφτόμαστε πως θα αισθανόταν κάποιος τρίτος
θεατής, αν ήταν στη θέση του δρώντα, πως θα σκεπτόμαστε εμείς που βρισκόμαστε,
ψύχραιμοι, έξω από την ένταση μιας πραγματικής κατάστασης αλλά πως σκέπτεται ο
πραγματικός δρων με βάση τις ιδιαίτερες περιστάσεις, στις οποίες βρίσκεται και
καθώς αντιλαμβάνεται ότι τα άλλα μέλη της κοινωνίας τον παρατηρούν όπως και
αυτός σε διαφορετικές περιπτώσεις θα είναι θεατής των πράξεων των άλλων. Αυτή η
εναλλαγή όλων μας ως ατόμων που δρουν ηθικά και ως θεατών των πράξεων των
άλλων δημιουργεί τελικά ενός είδους ηθική συνείδηση, του διάσημου ‘αμερόληπτου
παρατηρητή’, του ‘έσω ανθρώπου’ που μας συνοδεύει σε όλες τις περιστάσεις της
ζωής, ακόμη και όταν δεν υπάρχουν πραγματικοί θεατές. Αντιλαμβάνεται κανείς σε
πιό βαθμό οι ιδρυτές της πολιτικής οικονομίας είχαν συνείδηση των νέων ηθικών
αναγκών της νεότευκτης τότε εμπορικής κοινωνίας που δεν θα μπορούσε ποτέ να
επιβιώσει βασιζόμενη σε μια απλή εξισορρόπηση των ατομικών συμφερόντων.