ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑ ΙΙ

Δίκαιο απόδειξης: α) Γενικό μέρος που καθορίζει το σύνολο της
αποδεικτικής διαδικασίας και β) Ειδικό μέρος που αφορά τα κατιδίαν
αποδεικτικά μέσα

Άρθρο 335
Αντικείμενο της αποδείξεως
Αντικείμενο απόδειξης είναι μόνο τα πραγματικά γεγονότα που έχουν
ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Δικαίωμα που αναγνωρίζονται από το ουσιαστικό δίκαιο και πως
μπορούμε να τα αποδείξουμε αυτά. Συνήθως δεν μπορούμε να
αποδείξουμε κάποιο δικαίωμα που έχουμε.
Πρέπει να αποδείξουμε τα δικαιώματα που έχουμε.
Δεν λαμβάνεται τίποτα αυτεπαγγέλτως υπόψη στη πολιτική δίκη.
Ο δικαστής δεν λαμβάνει τίποτα αυτεπάγγελτα υπόψη σε σχέση με
τη δίκη.

Άρθρο 106
Αρχή διάθεσης και συζήτησης
Το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με
βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι
διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει
διαφορετικά.

Άρθρο 338
Ποιος φέρει το βάρος της αποδείξεως
1. Κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι
αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του.
2. Όταν ο νόμος ορίζει κάποιο τεκμήριο για την ύπαρξη ενός πραγματικού
γεγονότος, επιτρέπει αντίθετη απόδειξη, αν δεν ορίζεται διαφορετικά.
Ο κάθε διάδικος πρέπει να δείξει τα επωφελή γεγονότα για αυτόν. Αν
δεν τα αποδείξεις δεν μπορεί κάποιος άλλος τρίτος στην θέση σου να
τα αποδείξει.
Κατά κανόνα το δικαστήριο δεν ζητά αποδείξεις, αλλά οι διάδικοι
είναι υποχρεωμένοι για παροχή αποδείξεων.

Αρχή της διάθεσης (συμβαίνει συνήθως στην πολιτική δίκη) # Αρχή
της αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστηρίου (συμβαίνει συνήθως
στην ποινική δίκη).
Η αγωγή τίθεται σε κίνηση ύστερα από το αίτημα των ιδιωτών για
την απονομή της δικαιοσύνης.
Το δικαστήριο αποφασίζει με βάση τις αιτήσεις που προβάλλουν οι
διάδικοι.
Αρχή της συζητήσεως # Αρχή της ανάκρισης
Το δικαστήριο δεν λαμβάνει / θεωρεί τα γεγονότα ως πραγματικά
γεγονότα πριν αποδειχθούν από τους διαδίκους. Το δικαστήριο δεν
ενεργεί μόνο του.
Κάθε διάδικος που επικαλείται/ ισχυρίζεται κάτι είναι υποχρεωμένος
να αποδείξει τα πραγματικά περιστατικά επωφελή για αυτόν. Στην
περίπτωση που δεν γίνει απόδειξη υπάρχουν δυσμενής συνέπειες για
τον διάδικο που ήταν υποχρεωμένος για απόδειξη.
Συνέπειες:
Ενάγον -> απόρριψη της αγωγής του εφόσον αδυνατεί να αποδείξει
τους ισχυρισμούς και τα αιτήματα του.
Εναγόμενος -> εφόσον αδυνατεί να αποδείξει κάτι αντίθετο από τον
ενάγοντα, έχει αυτός δυσμενής συνέπειες που οδηγούν ακόμα και
στην ήττα του στην υπόθεση.
Χωρίς αποδείξεις ο δικαστής δεν μπορεί να σχηματίζει δικανική
πεποίθηση (να οδηγηθεί σε κάποιο αποτέλεσμα – απόφαση).
Απαγορεύεται η αρνησιδικία.
Προσοχή!!!!
Όταν ο εναγόμενος αρνείται απλά ή αιτιολογημένα ακόμα και τότε ο
ενάγον έχει την υποχρέωση και το βάρος της απόδειξης.
Αυτό αλλάζει στην περίπτωση των ενστάσεων στις οποίες όποιος
ασκεί την ένσταση (εναγόμενος ή και αντένσταση του ενάγοντος)
έχει και το βάρος της απόδειξης.
Η ομολογία του διαδίκου μπορεί να θεωρηθεί αποδεικτικό μέσο.
Το δικαστήριο και οι αποφάσεις του ελέγχονται από τον Άρειο Πάγο
αναιρετικά.
Π.χ. αν παραβεί το ίδιο το δικαστήριο τους κανόνες της απόδειξης.
Αν θεωρήσει το δικαστήριο γεγονότα ψευδή ως αληθινά ή το
αντίστροφο ενώ δεν αποδείχθηκαν
Αν υπάρχει λανθασμένη αξιολόγηση κάποιου αποδεικτικού
μέσου.

Δηλαδή π.χ. όταν ομολογώ το δικαστήριο δεν μπορεί να πάρει
διαφορετική απόφαση. Στον Άρειο Πάγο ελέγχονται οι δικαστικές
αποφάσεις αναιρετικά.

Άρθρο 559
Λόγοι αναιρέσεως
Αναίρεση επιτρέπεται μόνο
1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο
περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο
αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς
δικαίου. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο
αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων
δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς,
2) αν το δικαστήριο δεν είχε τη νόμιμη σύνθεση ή έλαβε μέρος στη σύνθεσή
του δικαστής του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση ή κατά του οποίου είχε
ασκηθεί αγωγή κακοδικίας,
3) αν το δικαστήριο απέρριψε την αίτηση για εξαίρεση δικαστή, αν και ο
δικαστής αυτός, σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε η
απόφαση, έπρεπε κατά το νόμο να εξαιρεθεί,
4) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων,
5) αν το δικαστήριο σε περίπτωση καθ' ύλην αρμοδιότητας εσφαλμένα
δέχτηκε ότι είναι αρμόδιο ή αναρμόδιο, με την επιφύλαξη των διατάξεων του
άρθρου 47 ή αν το δικαστήριο στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση
παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 46,
6) αν παρά το νόμο και ιδίως παρά τις σχετικές με την επίδοση διατάξεις ο
διάδικος δικάστηκε ερήμην,
7) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας,
8) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν
προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης,
9) αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα
από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη,
10) αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη
επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη
(Όπως οι λέξεις <<ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά>> διαγράφηκαν με το άρθρο 17
παρ.2 του ν 2915/2001. Ισχύει από 1.1.2002 - άρθρο 15 2943/2001.)

18) αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση. αλλά και για το μέλλον των δικαστών αφού εγγράφονται στο προσωπικό φάκελο των δικαστών. έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. 17) αν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. 20) αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Π. 12) αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. αυτοψία .> από δικαστή Ομολογία -> από διάδικο Μαρτυρική κατάθεση -> από τους τρίτους . 16) αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίστηκε ύστερα από ένδικο μέσο ή αναγνωρίστηκε ως ανύπαρκτη.11) αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. 15) αν παρά το νόμο ανακλήθηκε οριστική απόφαση. 13) αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης. 14) αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα. Η αναίρεση αφορά νομικά σφάλματα των δικαστών που έχουν συνέπεια και για το πραγματικό της υπόθεσης. Απόδειξη και Αποδεικτική διαδικασία: ένα σύνολο διαδικαστικών ενεργειών είτε από δικαστή είτε από τους διαδίκους είτε και από τους τρίτους που αποβλέπουν στην διαπίστωση της αλήθειας των αναγκαίων για την κρίση της υπόθεσης στοιχείων. Δίκαιο απόδειξης (αποδεικτικών μέσων) : σύνολο κανόνων δικαίου που ρυθμίζουν την απόδειξη και την αποδεικτική διαδικασία.χ. 19) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

2.Σκοπός αυτών είναι η διαπίστωση της αλήθειας των ισχυρισμών που προβλήθηκαν. Διάδικος -> Μας οδηγεί στο έννομο συμφέρον και στην νομιμοποίηση οι οποίες είναι διαδικαστικές προϋποθέσεις. Το δικαστήριο αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προβάλλουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι. Τα πραγματικά περιστατικά είναι οι ενέργειες από ανθρώπους και συμβάντα της φύσης. Αντικείμενο απόδειξης: είναι μόνο τα πραγματικά περιστατικά και όχι οι αόριστες νομικές έννοιες και οι αξιολογικές κρίσεις (όπως είναι π. Συζητητικό σύστημα -> Άρθρο 106 του ΚπολΔ. Η αγωγή εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117 πρέπει να περιέχει α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου. β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς. Αντικείμενο απόδειξης είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί που αποτελούν απαιτούμενο του δικογράφου ώστε αυτό να είναι ορισμένο (δηλαδή το δικόγραφο). Στην αγωγή αναφέρεται α) προκειμένου για δίκες περιουσιακών σχέσεων η χρηματική αξία του επίδικου αντικειμένου και β) τα στοιχεία που θεμελιώνουν την αρμοδιότητα του δικαστηρίου Το περιεχόμενο της αγωγής πρέπει να περιλαμβάνει και τις αποδείξεις των πραγματικών ισχυρισμών. ο όρος υπαιτιότητα κτλπ). Άρθρο 216 Ποια στοιχεία πρέπει να περιέχει 1.χ. γ) ορισμένο αίτημα. .

πραγματικά περιστατικά .Πραγματικοί ισχυρισμοί: Είναι κρίσεις των διαδίκων που είναι ισχυρισμοί περί της αλήθειας των γεγονότων που αποτελούν την πραγματική βάση της αγωγής. αλλά ρυθμίζει και το νομικό ζήτημα. Αντιλαμβανόμαστε: . Αναγάγουμε τα γεγονότα που αντιλαμβανόμαστε σε πραγματικά περιστατικά – γεγονότα. Οι διάδικοι και το δικαστήριο πρέπει να κατανοούν τα πραγματικά γεγονότα. δηλαδή έννοιες της εμπειρίας οι οποίες δεν αποτελούν έννοιες νομοτυπικής υπόστασης κανόνα δικαίου.χ. Στην αποδεικτική διαδικασία έχουμε να κάνουμε με τις κρίσεις. ασθένεια – διαπίστωση από γιατρό (επιστήμονα) – παλιά οδηγούσε σε διαζύγιο. Π. Αντιληπτά γίνονται τα γεγονότα όταν τα κατανοήσουμε με την βοήθεια των λογικών διεργασιών π. Λάθη όσον αφορά τους πραγματικούς ισχυρισμούς δεν αποτελούν λόγο αναιρέσεως αλλά κρίνονται από το δικαστήρια. οτιδήποτε αντιλαμβανόμαστε με τα μάτια το επεξεργαζόμαστε στο μυαλό μας. . Υπάρχουν και άμεσες παρατηρήσεις όμως με νομική σημασία. Ισχυρισμοί: α) πραγματικοί και β) νομικοί Αντικείμενο απόδειξης είναι τα πραγματικά περιστατικά.τον εφαρμοστέο νομικό κανόνα με βάση την ερμηνεία κανόνων δικαίου με βάση τις λογικές / νοητικές διεργασίες. Κρίσιμα πραγματικά γεγονότα: Σημαίνει ότι ο δικαστής αντιμετώπισε πριν το νομικό ζήτημα της υπόθεσης και τώρα εξετάζει τα πραγματικά γεγονότα που απόκτησαν κρίσιμο χαρακτήρα. Σκέτα τα γεγονότα δεν γίνονται αντιληπτά.χ. Τα πραγματικά γεγονότα μόνα τους δεν αποτελούν αντικείμενο απόδειξης. Το δικαστήριο δεν κρίνει μόνο την αλήθεια των πραγματικών περιστατικών. Λάθη όσον αφορά την ερμηνεία και την εύρεση του κανόνα δικαίου εξετάζονται σε Άρειο Πάγο αναιρετικά. Αυτές οι κρίσεις πρέπει να διακρίνονται σε πραγματικές κρίσεις και σε νομικές κρίσεις που χρησιμοποιούνται κυρίως από το δικαστήριο για την ερμηνεία του κανόνα δικαίου.

χ. 2. Π. ισχυρισμός κλονισμός του γάμου. τι αποτελεί ισχυρό κλονισμό του γάμου. # Αόριστες και Αφηρημένες νομικές έννοιες : Μη περιγραφικά ορισμένο περιεχόμενο. Η διαπίστωση της μοιχείας είναι πραγματικός ισχυρισμός και γεγονός. Η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε νομικούς κανόνες δικαίου ελέγχεται αναιρετικά από τον Άρειο Πάγο. Ο δικαστής πρέπει να τα ερμηνεύσει σύμφωνα με άλλους κανόνες δικαίου.χ. Ο δικαστής πρέπει να κρίνει κατά πόσον η μοιχεία αποτελεί ισχυρό κλονισμό του γάμου. π. Π. Δηλαδή ο χαρακτηρισμός της υγείας του.χ. Διαπίστωση πραγματικών περιστατικών. πειθαρχικά και για κακοδικία εφόσον δεν συνδέονται με την απόδειξη. Έννομη συνέπεια . Μείζονα πρόταση 3. η λέπρα οδηγεί σε διαζύγιο. Έννομη συνέπεια 3. Κατάστρωση του συλλογισμού (απαιτεί 3 έννοιες) : 1. Ορισμένες νομικές έννοιες: περιγραφικά ορισμένο περιεχόμενο. Στις αόριστες νομικές έννοιες ο δικαστής με βάση μια λογική διεργασία να ερμηνεύσει και να εξειδικεύσει το περιεχόμενο της νόμιμης έννοιας. Αν αποδειχθεί η μοιχεία ο δικαστής με την λογική πρέπει να ελέγξει μετά αν η μοιχεία είναι ισχυρό κλονιστικό γεγονός του γάμου που οδηγεί σε διαζύγιο. Δικαστική απόφαση Αυτόματη ή μη υπαγωγή με λογική ή μη διαδικασία από δικαστή των πραγματικών περιστατικών σε κανόνες δικαίου. Εφόσον ερμηνεύεται αόριστη νομική έννοια την λογική διαδικασία απόδειξης μπορεί να την ελέγξει αναιρετικά και ο Άρειος Πάγος. Ελάσσονα πρόταση 2. Αποδεικτέα είναι η μοιχεία που είναι πραγματικό γεγονός.Στάδια απόδειξης: 1. Με λογική διεργασία γίνονται αντιληπτά τα πραγματικά γεγονότα και οι νομικές έννοιες. Ο χαρακτηρισμός αυτός ως πραγματικού γεγονότος δεν χρειάζεται καθόλου λογική διενέργεια / διαδικασία από δικαστή. Οι δικαστικές αποφάσεις ελέγχονται αναιρετικά. Αποτελεί ταυτόχρονα και πραγματικό ζήτημα – γεγονός αυτό.

Είναι συνήθειες στην αγορά. αλλά το ένα είναι πνευστό και το άλλο έγχορδο. Αυτά τα συναλλακτικά ήθη είναι νομικές έννοιες και η εξειδίκευση τους αφορά και τον αναιρετικό δικαστήριο. άρα υπάρχει απάτη που γεννά αξίωση. Συναλλακτικά ήθη: Οι συμβάσεις ερμηνεύονται με βάση αυτές. Αντικείμενο απόδειξης είναι αν υπάρχει η συγκεκριμένη συνήθεια μεταξύ των μερών στις αγορές τους. Οι κανόνες δικαίου δεν αποτελούν αντικείμενο απόδειξης.χ. γένος γενικότερων – Αριστοτέλης. Τι είναι τα παραρτήματα. Κατά την εκτέλεση του έργου αν παρουσιάζονται ελαττώματα και δεν υπάρχει έγκυρη ιδιοποίηση τότε γεννάται υποχρέωση από αμέλεια επειδή υπάρχει αδυναμία εκπλήρωσης ή πλημμελής εκπλήρωση. Για παράδειγμα: 1. Είδος ειδικότερων. Υποθηκεύονται μαζί με το ακίνητο και τα αυτοκίνητα αφού εξυπηρετούν στην επίτευξη κέρδους. Πρέπει να το εξειδικεύσουμε εφόσον από πριν δεν ήταν συμφωνημένο και αποτελεί πραγματικό περιστατικό ενώ αν είχε συμφωνηθεί από πριν είναι νομική έννοια. Υποθήκη ΑΚ 1282. χωροφύλακας – όργανο/ μπουζούκι – όργανο/ άρα χωροφύλακας – μπουζούκι. ΑΚ 956 -> Παράρτημα είναι το κινητό πράγμα το οποίο έχει προοριστεί στην εξυπηρέτηση του οικονομικού σκοπού του ακινήτου.Σημασία δεν έχουν οι λέξεις αλλά οι έννοιες. (ΜΕΣΟΣ ΟΡΟΣ ΤΟΥ ΣΥΛΛΟΓΙΣΜΟΥ). Παραρτήματα : αυτοκίνητα σε μια εταιρία ενοικίασης αυτοκινήτων. Το όργανο χρησιμοποιείται 2 φορές με διαφορετική έννοια. Άρα πάλι 4 έννοιες και όχι 3 έννοιες. ΑΚ 685 -> σύμβαση έργου. 2. ασφάλιση προϊόντων κατά την μεταφορά αποτελεί συναλλακτικό ήθος . Η έννοια όργανο είναι ΜΕΣΟΣ ΟΡΟΣ. Άρα δεν υπάρχει σωστή κατάστρωση συλλογισμού. ΑΚ – αδυναμία για εκπλήρωση : ευθύνη ΑΚ 330 -> υποχρέωση από δόλο ή αμέλεια (νομική έννοια ο δόλος ή η αμέλεια).χ. . Π. Π. Η υποθήκη εκτείνεται και στο παράρτημα του ακινήτου. Μπουζούκι – όργανο Φλογέρα – όργανο Μπουζούκι – φλογέρα Ίδιες έννοιες.

η εξέταση των διαδίκων.χ. και τα δικαστικά τεκμήρια.Τα συναλλακτικά ήθη λόγω μεταβλητού χαρακτήρα τους μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο απόδειξης. Μανιώτης => Δεν αποδέχεται τα συναλλακτικά ήθη ως αντικείμενο απόδειξης αλλά ως αντικείμενο εξειδίκευσης. αλλά μόνο με συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα που μας προσφέρει ο ΚπολΔ. Προσοχή: Οι αόριστες νομικές έννοιες γίνονται κατανοητές κατά χρόνο και κατά τόπο. ΔΕΝ ΑΠΟΤΕΛΟΥΝ αντικείμενο απόδειξης αλλά χρησιμεύουν ως έμμεση απόδειξη τα διδάγματα κοινής πείρας. Συνήθως οι συνήθειες και αντιλήψεις των ανθρώπων αλλάζουν από εποχή σε εποχή και από τόπο σε τόπο. οι μάρτυρες.χ. Διδάγματα κοινής πείρας => Είναι οι γνώσεις της μέσης μορφώσεως ανθρώπου από την εγκύκλια μόρφωση και την πείρα του αντλημένες. ΔΕΝ μπορούμε να αποδεικνύουμε τους ισχυρισμούς μας με κάθε τρόπο. ιδιωτική ζωή και απόρρητο. Π. η αυτοψία. Η έμμεση απόδειξη είναι καλύτερη από την άμεση απόδειξη. Άρθρο 339 Ποια είναι τα αποδεικτικά μέσα Αποδεικτικά μέσα είναι η ομολογία. άρα έχει υπαιτιότητα για ατύχημα. αν πίνει κάποιος 2 μπουκάλια αλκοόλ. αντιλήψεις κοινωνικής ηθικής. θα μεθύσει. η πραγματογνωμοσύνη. . Π. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. τα έγγραφα. Αντικείμενο απόδειξης -> υπάρχει βάρος απόδειξης Αντικείμενο εξειδικεύσεως -> δεν υπάρχει κανένα βάρος απόδειξης Η συλλογή αποδεικτικού υλικού είναι πάρα πολύ δύσκολη σήμερα μιας και υπάρχουν προσωπικά δεδομένα.

Με την επιφύλαξη του άρθρου 260. Ενώπιον των πρωτοβαθμίων δικαστηρίων η συζήτηση είναι προφορική. 4. αν τούτο κριθεί απαραίτητο λόγω διαφορετικών συμφερόντων. αν είναι αναγκαίο. Οι διάδικοι ή οι νόμιμοι αντιπρόσωποί τους οφείλουν κατά την συζήτηση στο ακροατήριο να εμφανιστούν αυτοπροσώπως. 3. δηλαδή υποστατά αποδεικτικά μέσα. Το δικαστήριο ζητεί τις αναγκαίες πληροφορίες και διασαφήσεις από τους διαδίκους ή τους εκπροσώπους τους και τους εξετάζει κατά την κρίση του. η διαδικασία προχωρεί σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι. και αν πρόκειται να δοθούν στην αλλοδαπή.Τα δικαστική τεκμήρια είναι ανώνυμα αποδεικτικά μέσα. Σε περίπτωση ομοδικίας μπορεί να εξετασθεί ένας μάρτυρας για κάθε ομόδικο. Επιτρέπουν ευρεία ένταξη πράξεων στα αποδεικτικά μέσα. Το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που πληρούν τους όρους του νόμου. Συμπληρωματικά μπορεί να λαμβάνει υπόψη και να εκτιμά ελεύθερα και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου. 2. μολονότι έχει κληθεί νομίμως και εμπροθέσμως. οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από αυτή. εκτιμάται από το δικαστήριο ελεύθερα. πρόσθετων βεβαιώσεων. Ο δικαστής οφείλει πριν από τη συζήτηση να έχει ενημερωθεί επί της αγωγής και επί των εκατέρωθεν ισχυρισμών και αποδεικτικών μέσων και ιδίως ως προ τα θέματα και το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών. αν είναι αδικαιολόγητη. με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394. το θέμα της πραγματογνωμοσύνης. Ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου λαμβάνονται υπόψη το πολύ τρεις για κάθε πλευρά και μόνο αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση. Στην ανακοίνωση αυτή προσδιορίζεται ο τόπος. σύμφωνα με την προβλεπόμενη αποδεικτική δύναμη του καθενός. το πολύ ίσου αριθμού προς τις αντικρουόμενες. διατάσσει αυτοψία ή πραγματογνωμοσύνη με προφορική ανακοίνωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά. Οφείλει να εξετάσει ένα τουλάχιστον από τους προτεινόμενους και παριστάμενους μάρτυρες για κάθε πλευρά. Εκτός από τα αποδεικτικά μέσα του άρθρου 339 του ΚπολΔ υπάρχουν και οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη. Άρθρο 270 Προφορικότητα διαδικασίας. τα ονόματα των πραγματογνωμόνων. αν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης δεν εμφανισθεί η εμφανισθεί και δεν λάβει νόμιμα μέρος κάποιος από τους διαδίκους. ο χρόνος. Αποδεικτικά μέσα 1.3 του άρθρου 237. συμβολαιογράφου και προξενικής αρχής που αποτελούν επίσης αποδεικτικά μέσα. η . Για την αντίκρουση ένορκων βεβαιώσεων επιτρέπεται η προσκομιδή. έστω και αν δεν συντρέχουν οι όροι του άρθρου 415. Το δικαστήριο. Η μη εμφάνιση του διαδίκου ή του νόμιμου αντιπροσώπου του στο ακροατήριο. μέσα στην προθεσμία της παρ.

οπότε συντάσσεται πρακτικό.προθεσμία για την κατάθεση της γνωμοδότησης των πραγματογνωμόνων.2. Άρθρο 650 Αποδεικτικά μέσα και διαδικασία 1. Οι πραγματογνώμονες μπορούν να εκθέσουν το πόρισμά του και προφορικά στη γραμματεία του δικαστηρίου. Οι μάρτυρες εξετάζονται κατά τη δικάσιμο. το θέμα. τον τόπο και τον χρόνο της διεξαγωγής της. οι διάδικοι μπορούν να καταθέσουν προσθήκη στις προτάσεις τους. 3. με προφορική ανακοίνωσή του που καταχωρίζεται στα πρακτικά. 7. ορίζοντας κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο. Το δικαστήριο μπορεί να ορίσει κατά τη δικάσιμο. Αν υπάρχει ανάγκη να γίνει πραγματογνωμοσύνη. με προφορική ανακοίνωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά. Το πόρισμα της αυτοψίας καταχωρίζεται στην απόφαση. με προφορική ανακοίνωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά και επέχει θέση κλήτευσης όλων των διαδίκων και εκείνων που δεν παρίστανται. το δικαστήριο ενεργεί την αυτοψία. αν το κρίνει αναγκαίο. τον τόπο και τον χρόνο της διεξαγωγής της. Έως τη δωδεκάτη ώρα της όγδοης εργάσιμης ημέρας από τη συζήτηση ή από την αυτοψία ή από τη λήξη της προθεσμίας για την κατάθεση της γνωμοδότησης των πραγματογνωμόνων. με προφορική ανακοίνωσή του. υποχρεούται να χορηγεί στους διαδίκους αντίγραφα των πρακτικών της δίκης. επιτρέπεται διακοπή για άλλη ημέρα και ώρα ενώπιον των ίδιων δικαστών. 5. Αν υπάρχει ανάγκη να γίνε αυτοψία. Ο γραμματέας το αργότερο τη τέταρτη εργάσιμη ημέρα από τη συζήτηση. 2. τους πραγματογνώμονες. Η συζήτηση και η διεξαγωγή της απόδειξης ολοκληρώνεται σε μία δικάσιμο. που καταχωρίζεται στα πρακτικά. χωρίς να απαιτείται και πρόσκληση των διαδίκων να παραστούν. Ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου λαμβάνονται υπόψη μόνο αν έγιναν ύστερα από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου. Ο χρόνος της διεξαγωγής δεν είναι ποτέ δυνατό να είναι μεγαλύτερος από οκτώ ημέρες. Η οριστική απόφαση εκδίδεται με βάση τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι έχουν προσκομίσει και τις αποδείξεις που έχουν διεξαχθεί στο ακροατήριο. χωρίς να απαιτείται κλήση των διαδίκων και των μαρτύρων να εμφανιστούν κατά την εξέταση. το δικαστήριο ορίζει κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο. 6. Το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου. άλλη ημέρα και ώρα για την εξέταση των μαρτύρων ενώπιόν του. πριν από είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες. χωρίς να απαιτείται και . Αν ο χρόνος δεν επαρκεί. η οποία περιορίζεται στην αξιολόγηση των αποδείξεων και την αντίκρουση των ισχυρισμών που προβλήθηκαν οψίμως κατά το άρθρο 269 παρ. που δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερη από εξήντα ημέρες καθώς και κάθε άλλο χρήσιμο στοιχείο.

Αν υπάρχει ανάγκη να γίνει πραγματογνωμοσύνη. τους πραγματογνώμονες. Το πόρισμα της αυτοψίας καταχωρίζεται στην απόφαση. 2915/ 2001 . Είδη απόδειξης: α) ελεύθερη β) αυστηρή και γ) εν μέρει ελεύθερη - Αυστηρή απόδειξη: Διέπεται στο σύνολο της από τους κανόνες που καθιερώνονται στα άρθρα 335 και επόμενα του . αν παρίστανται. Παλιά υπήρχε ο όρκος αλλά δεν υπήρχαν οι διάδικοι κατά τον ΚπολΔ του Maurer. χωρίς να απαιτείται και πρόσκληση των διαδίκων να εμφανιστούν κατά την αυτοψία. το δικαστήριο ορίζει. με προφορική ανακοίνωσή του. αν το κρίνει αναγκαίο. Ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου λαμβάνονται υπόψη μόνο αν έγιναν ύστερα από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου πριν από είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες. Αν υπάρχει ανάγκη να γίνει αυτοψία. Ένορκες βεβαιώσεις. με προφορική ανακοίνωσή του που καταχωρίζεται στα πρακτικά. που καταχωρίζεται στα πρακτικά. το θέμα. τον τόπο και το χρόνο της διεξαγωγής της. χωρίς να απαιτείται και κλήση των διαδίκων και των μαρτύρων να εμφανιστούν κατά την εξέταση. άλλη ημέρα και ώρα για την εξέταση των μαρτύρων ενώπιόν του.πρόσκληση των διαδίκων να παραστούν κατά τη σύνταξή του ούτε ανάγνωση του πρακτικού στους διαδίκους. οπότε συντάσσεται πρακτικό. Η διαδικασία (τακτική / ειδική) και η δικαιοδοσία (εκούσια ή αμφισβητήσιμη) καθορίζουν τα αποδεικτικά μέσα που θα χρησιμοποιηθούν σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. αν παρίστανται. το δικαστήριο ενεργεί την αυτοψία. Κατά καιρούς ο νομοθέτης τροποποιεί τα αποδεικτικά μέσα. ορίζοντας κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο. το χρόνο. Όρκος 1. 3. Το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου. με προφορική ανακοίνωσή του που καταχωρίζεται στα πρακτικά.> Αφαιρέθηκε ο όρκος από τα αποδεικτικά μέσα. Ο χρόνος της διεξαγωγής δεν είναι ποτέ δυνατό να είναι μεγαλύτερος από οκτώ ημέρες. καθώς και τον τρόπο της διεξαγωγής της. Οι πραγματογνώμονες μπορούν να εκθέσουν το πόρισμά τους και προφορικά στη γραμματεία του δικαστηρίου. Οι μάρτυρες εξετάζονται κατά τη δικάσιμο. Ν. Το δικαστήριο μπορεί να ορίσει κατά τη δικάσιμο. 2. κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο. 958/71 -> Τα αποδεικτικά μέσα έγιναν 8 Ν. Δεν απαιτείται πρόσκληση των διαδίκων να παραστούν κατά τη σύνταξη του πρακτικού ούτε ανάγνωσή του στους διαδίκους. Άρθρο 671 Αποδεικτικά μέσα.

. Στην εν μέρει ελεύθερη απόδειξη αυτό επιτρέπεται. # Ήσσονος (Χαμηλότερου βαθμού δικανική πεποίθηση) είναι η πιθανολόγηση. δηλαδή το έγγραφο και χωρίς χαρτόσημο θεωρείται αποδεικτικό μέσο. Ελεύθερη απόδειξη: Ο δικαστής κρίνει όπως θέλει. Ο δικαστής είναι υποχρεωμένος να ακολουθήσει συγκεκριμένη διαδικασία με συγκεκριμένα μέσα και βάρος. Πλήρης δικανική πεποίθηση -> Πεποίθηση για ορθότητα πέραν πάσης νομικής αμφιβολίας.χ. μέσα και το βάρος.χ. 50 % κτλπ. Πιθανολόγηση: κρίση με πιθανότητες. Η πλήρη δικανική πεποίθηση αντιδιαστέλλεται από την πιθανολόγηση. π. Στην αυστηρή απόδειξη αν έλειπα χαρτόσημο υπήρχε ακυρότητα του εγγράφου. Επιτρέπονται εδώ και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις του νόμου.- ΚπολΔ και μόνο. Και στην ελεύθερη και στην αυστηρή απόδειξη ο δικαστής είναι υποχρεωμένος να σχηματίσει πλήρη δικανική πεποίθηση (δηλαδή να σχηματίσει γνώμη χωρίς αμφιβολίες). - Εν μέρει ελεύθερη απόδειξη: Ενδιάμεσο της ελεύθερης και αυστηρής απόδειξης. π. Π. έγγραφα παλιά πρέπει να είχαν χαρτόσημο. προσδιορισμός αξίας αντικειμένου διαφοράς άρθρο 7 του ΚπολΔ είναι ελεύθερη απόδειξη. Δεν δεσμεύεται από συγκεκριμένη διαδικασία. Δεν μας ενδιαφέρει ο βαθμός της πιθανότητας.χ. Ναι μεν ο δικαστής υπακούει στους κανόνες της αυστηρής απόδειξης αλλά με κάποιες παρεκκλίσεις.

έστω και αν η αξία του αντικειμένου της δικαιοπραξίας είναι μικρότερη από τα πέντε χιλιάδες εννιακόσια (5.2002 . Ισχύει από 1.άρθρο 15 ν 2943/2001. 2915/ 2001-> Εν μέρει ελεύθερη απόδειξη επεκτάθηκε πλέον και σε όλα τα δικαστήρια. Προϋποθέσεις επιτρεπτού αποδεικτικού μέσου # προϋποθέσεις για βάρος απόδειξης Συμπληρωματική αποδεικτικά μέσα: εφόσον δεν επαρκούν τα αποδεικτικά μέσα που υπάρχουν μπορούν συμπληρωματικά να χρησιμοποιηθούν και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις του νόμου ή μπορούν να χρησιμοποιηθούν και οι αποδείξεις αποκλειστικά της τελευταίας κατηγορίας που δεν τηρούν τις προϋποθέσεις του νόμου. Μονομελές δικαστήρια (ειρηνοδικείο και πρωτοδικείο) => υπάρχει εν μέρει ελεύθερη απόδειξη.1.Άρθρο 393 Πότε δεν επιτρέπεται απόδειξη με μάρτυρες λόγω ποσού 1. (Όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 14 παρ.2002 . Πολυμελές δικαστήρια => ισχύει η αυστηρή απόδειξη Ν.900) ευρώ (Όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 14 παρ. προγενέστερα. Συμβάσεις και συλλογικές πράξεις δεν μπορούν να αποδειχθούν με μάρτυρες εφόσον η αξία του αντικειμένου τους υπερβαίνει τα πέντε χιλιάδες εννιακόσια (5. σύγχρονα ή μεταγενέστερα δικαιοπραξίας που έχει συνταχθεί εγγράφως έστω και αν δεν είναι αντίθετα προς το περιεχόμενο του εγγράφου. . Δεν επιτρέπεται να αποδειχθούν με μάρτυρες πρόσθετα σύμφωνα. Ισχύει από 1. Ένορκη βεβαίωση: Είναι μια μαρτυρία που δεν έχει υποστεί την βάσανο της αντεξέτασης και τον έλεγχο του δικαστή όταν γίνεται η μαρτυρία.5 του ν 2915/2001.άρθρο 15 ν 2943/2001. Πρέπει να έχουν δοθεί δύο μέρες πριν την βεβαίωση και αυτό γίνεται με κλήτευση του διαδίκου.5 του ν 2915/2001.) 3.) 2. Δεν επιτρέπεται η απόδειξη με μάρτυρες κατά του περιεχομένου εγγράφου.900) ευρώ.1.

Η ομολογία του διαδίκου. Η γραπτή ή η προφορική ομολογία αποτελεί πλήρη απόδειξη απέναντι σε εκείνον που ομολόγησε.Άρθρο 352 Αποδεικτική δύναμη της ομολογίας 1. Έχει μεγάλη σημασία ο χαρακτηρισμός νομικής φύσεως της ομολογίας ως αποδεικτικού μέσου ή διαδικαστικής πράξης γιατί με βάση αυτό γίνεται και ο αναιρετικός έλεγχος. Η ομολογία κατά τον Ελληνικό ΚπολΔ είναι αποδεικτικό μέσο. Ομολογία: Είναι η έκθεση ή η αποδοχή κρίσιμων για την εκκρεμούσα υπόθεση γεγονότων επιζήμιων για αυτόν που προβαίνει στην ομολογία. Στην περίπτωση που έχουμε αποδεικτικό μέσο επιτρέπεται αναιρετικός έλεγχος ενώ σε περίπτωση διαδικαστικής πράξης όχι. ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει τη δίκη ή του εντεταλμένου δικαστή.όποιος ομολογεί γεγονός για αυτόν δεν μπορεί να ψεύδεται . Η ομολογία είναι δεσμευτική για το δικαστήριο επειδή: . Η ομολογία μπορεί να είναι δικαστική ή ακόμα και εξώδικη. Θεωρείται ως ομολογία όταν είναι επιζήμιο κατά τον χρόνο της έκθεσης. Έκθεση έχουμε όταν τα εκθέτει ο ενάγον και η αποδοχή κρίσιμων γεγονότων έχουμε όταν ο ενάγον τα εκθέτει και τα αποδέχεται ο εναγόμενος ( ο αντίδικος). Αυτό δεν μπορεί να ληφθεί ως αποδεικτικό μέσο της ομολογίας σε κάποια άλλη δίκη. Ο Γερμανικός ΚπολΔ τα δέχεται ως απλή διαδικαστική πράξη και ειδικότερα ως παράλειψη αμφισβήτησης του αποδεικτέου γεγονότος. προφορική ή γραπτή. Το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα την εξώδικη ομολογία. Υπάρχει πιθανότητα κάποιο γεγονός όταν εκθέτηκε να ήταν επωφελές. Επιζήμιο γεγονός: Γεγονός που κατά τον χρόνο που εκθέτηκε ή έγινε η αποδοχή του να ήταν επιζήμιο για αυτόν που το έκθεσε ή το αποδέχτηκε. Η ομολογία και τα έγγραφα δεσμεύουν μόνο το δικαστήριο. Δεν νοούνται επωφελή αλλά μόνο επιζήμια γεγονότα για τον ενάγοντα (αυτόν δηλαδή που ομολογεί). αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε. Η ομολογία πρέπει να γίνεται μόνο ενώπιον του δικαστηρίου που χρειάζεται την κύρια δίκη αλλιώς δεν έχουμε δικαστική αλλά εξώδικη ομολογία. 2.

αν συνάγεται ομολογία ή άρνηση. που περιέχεται στο ταμείο νομικών. με την οριστική απόφασή του. ανταγωγή ή παρέμβαση ή προφανώς ένδικο μέσο ή . . οι νόμιμοι αντιπρόσωποι και οι πληρεξούσιοί τους οφείλουν να τηρούν τους κανόνες των χρηστών ηθών και της καλής πίστης. έτσι ακριβώς όπως τα γνωρίζουν με πληρότητα και σύμφωνα με την αλήθεια. Οπότε πρέπει να έχει υψηλή αποδεικτική αξία. αν και το γνώριζαν 1) άσκησαν προφανώς αβάσιμη αγωγή. Άρθρο 261 Απάντηση στους ισχυρισμούς Κάθε διάδικος οφείλει να απαντά με σαφήνεια γενικά ή ειδικά για την αλήθεια ή όχι των πραγματικών ισχυρισμών του αντιδίκου του. αν προκύψει από τη δίκη που έγινε ότι. αποφεύγοντας διφορούμενες και ασαφείς εκφράσεις. απόκειται στο δικαστή να κρίνει σε συνδυασμό με την τυχόν γενική άρνηση και το σύνολο των ισχυρισμών των διαδίκων. Άρθρο 205 Χρηματικές ποινές σε στρεψοδίκους Το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως. να εκθέτουν τα πραγματικά γεγονότα που αναφέρονται στην υπόθεση. χρηματική ποινή από εκατόν πενήντα (150) ευρώ έως οκτακόσια ογδόντα (880) ευρώ. επιβάλλει στο διάδικο ή στο νόμιμο αντιπρόσωπό του ή στο δικαστικό το πληρεξούσιο.. άρα απαιτείται σεβασμός στην ομολογία του διαδίκου. Άρθρο 116 Καλοπιστία και ειλικρίνεια Οι διάδικοι.αίρεται η διαφωνία διαδίκων με την ομολογία του ενός. Εφόσον δεν αμφισβητήθηκε η αλήθεια κάποιου πραγματικού ισχυρισμού. να αποφεύγουν ενέργειες που φανερά οδηγούν στην παρέλκυση της δίκης.αρχή απολλοτροιωτού δικαιωμάτων. ανάλογα με την ευθύνη καθενός. Υπάρχει υποχρέωση απάντησης είτε γενικά είτε ειδικά για την αλήθεια ή όχι των πραγματικών ισχυρισμών του αντιδίκου. Πρέπει τους ισχυρισμούς του αντιδίκου να τους αποκρούουμε έναένα (η γενική άρνηση μπορεί να θεωρηθεί και ως ομολογία εφόσον το παραλείψουμε). Ομολογία υπάρχει μόνο εφόσον το αντικείμενο της δίκης είναι ελεύθερα διαθέσιμο (αρχή της διαθέσεως δηλαδή).

Μπορεί να είναι και προφορική και γραπτή. το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα την ομολογία. Η ομολογία αποτελεί πραγματική απόδειξη ενώπιον του δικαστηρίου. με ανταγωγή.2) διεξήγαγαν τη δίκη παρελκυστικά ή δεν τήρησαν τους κανόνες των χρηστών ηθών ή της καλής πίστης ή το καθήκον της αλήθειας Η ομολογία διακρίνεται σε : δικαστική και σε εξώδικη ομολογία. Η δικαστική ομολογία έχει μεγάλη αποδεικτική αξία. απλή ομολογία -> χρωστάω σε κάποιον. με προτάσεις αλλά και με δήλωση ενώπιον του δικαστηρίου. Ελεύθερα το δικαστήριο εκτιμά την εξώδικη ομολογία. Μπορεί να γίνει με αγωγή. το ωφέλιμο για εκείνον που ομολογεί. Άρθρο 353 Αποδεικτική δύναμη σύνθετης ομολογίας Η αποδεικτική δύναμη της ομολογίας δεν επηρεάζεται από το ότι. Η δικαστική ομολογία είναι αυτή που γίνεται ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει και την στιγμή που δικάζει την κύρια δίκη. ενώ στην σύνθετη ομολογία προσθέτουμε στην έκθεση ή αποδοχή μας και επωφελές γεγονός. Οποιαδήποτε άλλη ομολογία που γίνεται ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου αλλά σε πλαίσια άλλης δίκης ή ενώπιον άλλου διαφορετικού δικαστηρίου αποτελεί εξώδικη ομολογία.χ. αλλά μου χρωστάει και αυτός. Στην απλή ομολογία χρησιμοποιούμε απλά επιζήμιο γεγονός. Π. Σύνθετη ομολογία -> χρωστάω σε κάποιον. δεν είναι αυτοτελές. Το δικαστήριο ενώπιον του οποίου γίνεται η ομολογία μπορεί να είναι και αναρμόδιο δικαστήριο και αυτή μπορεί να χρησιμοποιηθεί στο αρμόδιο δικαστήριο ως δικαστική ομολογία αρκεί να αφορά την ίδια υπόθεση. . εκτός από το επιζήμιο πραγματικό γεγονός για εκείνον που ομολογεί. περιέχει και άλλο πραγματικό γεγονός που τον ωφελεί και αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό. Μαζί δηλαδή με το επιζήμιο γεγονός μπορούμε να εκθέτουμε και ένα επωφελές γεγονός προς εμάς. Αν το πραγματικό γεγονός. Δικαστική ομολογία -> δεσμεύει τον δικαστή Εξώδικη ομολογία -> εκτιμάται ελεύθερα από τον δικαστή Η ομολογία διακρίνεται επίσης σε απλή και σύνθετη ομολογία.

δικαιογόνοι κανόνες (κανόνας θεμελίωσης δικαιώματος) . Όταν όμως υπάρχουν επωφελή γεγονότα που είναι αυτοτελής αυτά θεμελιώνουν και ενστάσεις. Η δικαστική ομολογία γίνεται στα πλαίσια συγκεκριμένης υπόθεσης.χ.Αν το επωφελές γεγονός είναι αυτοτελές ισχυρισμός τότε ξεχωρίζουμε τα πράγματα. ένσταση συμψηφισμού -> αυτοτελές και επωφελές γεγονός / ισχυρισμός (διαφορετική αντιμετώπιση μεταξύ επιζήμιου και επωφελούς γεγονότος από τον δικαστή). Τα επωφελή τότε δεν επηρεάζουν τα επιβλαβή γεγονότα και την αποδεικτική αξία/ δύναμη αυτών. Στην παραπάνω περίπτωση της ενστάσεως υπάρχει διαχωρισμός της σύνθετης ομολογίας και το καθένα εκτιμάται διαφορετικά από τον δικαστή. η ομολογία ερμηνεύεται ελεύθερα. Η σύνθετη ομολογία εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο. Έχει αυξημένη τυπική ισχύ και δεσμεύει. Π. Απλή ομολογία -> επιβλαβή γεγονότα Σύνθετη ομολογία -> χρήση επωφελών αλλά και επιβλαβών γεγονότων.δικαιοκατασταλτικοί κανόνες Οι τρεις τελευταίες κατηγορίες χρησιμοποιούνται στην αντίκρουση των ισχυρισμών του αντιδίκου. Εφόσον αναφερόμαστε για επωφελή γεγονότα δεν κάνουμε λόγο για ομολογία. Επίσης υπάρχει διάκριση σε ρητή και σε σιωπηρή ομολογία. ενώ ο αυτοτελής ισχυρισμός (που μπορεί να έχει και την μορφή της ενστάσεως) δεν συνιστά ομολογία αφού είναι αυτοτελής επωφελής ισχυρισμός. Η ρητή ομολογία εκφράζεται γραπτά ή και προφορικά. Αποτελούν τις λεγόμενες ενστάσεις. Ρητή = κ # προφορική ομολογία Η σιωπηρή ομολογία είναι αυτή που συμπεραίνεται.δικαιοφθόροι κανόνες .δικαιοπαραγωγικοί κανόνες (κανόνας θεμελίωσης δικαιώματος) . Γερμανικός ΚπολΔ. . Υπάρχει τότε ξεχωριστή μεταχείριση..χ. Διαφορετικά στην σύνθετη ομολογία. Π. Η έκθεση επιζήμιου γεγονός συνιστά ομολογία και δεσμεύει τον δικαστή. Δεν υπάρχει καμία έννομη συνέπεια και διαφορά μεταξύ τους. Υπάρχουν : .δικαιοανασταλτικοί κανόνες .

) Μπορεί κάποιος να ομολογεί και απλά όταν είναι νόμιμος εκπρόσωπος ή δικαστικός αντιπρόσωπος / πληρεξούσιος. Στην εξώδικη ομολογία η πρόθεση αν αμφισβητηθεί θα πρέπει να αποδεικνύεται. Η έννομη σχέση στην οποία αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που είναι αντικείμενα ομολογίας να υπόκεινται στην ιδιωτική αυτονομία (ελευθερία συμβάσεως και διαθέσεως του ομολογούντος). Ικανότητα ομολογίας απαιτεί την ικανότητα διαδίκου και ικανότητα δικαστικής παράστασης (αποδεικτικό μέσο).χ. . Π. Αν θεωρηθεί ότι είναι δήλωση βουλήσεως τότε απαιτείται επίσης και εξουσία διαθέσεως της ομολογίας αυτής (εννοείται του ουσιαστικού δικαιώματος με το οποίο σχετίζεται η ομολογία που δίνεται. 2. Η δικαστική ομολογία έχει το τεκμήριο της σοβαρότητας (πρόθεση ομολογίας). Σήμερα πλέον αυτό αναφέρεται στην αποδεικτική σχέση της ομολογίας. Πρέπει να υπάρχει ικανότητα προς ομολογία (δηλαδή ικανότητα διαδίκου και δικαιοπραξίας δηλαδή παράστασης στο δικαστήριο) Η ομολογία είναι και διαδικαστική πράξη (απαιτεί ικανότητα) εκτός από το ότι είναι και αποδεικτικό μέσο. Μπορεί να ομολογήσει δηλαδή και ο δικηγόρος για λογαριασμό του πελάτη του. Με την ομολογία δεν επέρχονται έννομες συνέπειες στην έννομη σχέση. Μπορεί αυτό να έχει και την μορφή δηλώσεως βούλησης εφόσον δεν αποδέχεται αλλά εκθέτει επιζήμια γεγονότα για αυτόν. Η προϋπόθεση αυτή ήταν προϋπόθεση παραδεκτού της ομολογίας στο προισχύσαν δίκαιο. Σήμερα δεν είναι πλέον λόγω της τροποποίησης με Ν 958/1971. αλλά πρέπει να επιθυμώ την έκθεση ή αποδοχή αυτών και να υπάρχει σοβαρότητα στην δήλωση. Η πρόθεση για ομολογία Δεν πρέπει η έκθεση ή η αποδοχή γεγονότων να γίνεται χάρη αστεϊσμού ή εικονικά. 3. Δεν είναι νοητό ότι εκθέτουμε / αποδεχόμαστε γεγονότα ενώπιον δικαστηρίου για αστεϊσμό ή χωρίς σοβαρότητα. Η βούληση δηλώνεται για την διάθεση της αποδεικτικής διαδικασίας. γαμικές διαφορές ή σχέσεις γονέων και τέκνων είναι έννομες σχέσεις που ΔΕΝ διαθείτενται ανάλογα με την βούληση των μερών. Δεν μπορεί ο εναγόμενος να ομολογήσει την εγκυρότητα ή ακυρότητα του γάμου. Ανακοίνωση γνώσεων -> ο διάδικος αποδεχόμενος γεγονότα εκθέτει στο δικαστήριο πράγματα που γνωρίζει.Προϋποθέσεις ομολογίας: 1.

2. γ) για να αποτραπεί επικείμενος κίνδυνος. η παράλειψη ή η άρνηση διαδίκου να καταθέσει ή να απαντήσει στις ερωτήσεις που του υποβάλλονται ή να δηλώσει για την αλήθεια πραγματικών περιστατικών ή για τη γνησιότητα εγγράφου. Στις διαφορές που αναφέρονται στο άρθρο 592 παρ. ακόμα και αν είναι δικαστική ομολογία. Άρθρο 600 Ελεύθερη εκτίμηση ομολογίας κ.1 η μη προσέλευση. Στις περιπτώσεις της παρ. Άρθρο 95 Δικαιώματα περισσοτέρων πληρεξουσίων . 1. Καταρχήν η πληρεξουσιότητα είναι γενική με διάρκεια 5 ετών.Η ομολογία σε τέτοιες περιπτώσεις εκτιμάται ελεύθερα. Δεν επηρεάζει το κύρος ή την υπόσταση της σχέσης ή του αποδεικτικού μέσου αυτό. λαμβάνονται υπόψη σε συνδυασμό με τις άλλες αποδείξεις και εκτιμώνται ελεύθερα. Υπάρχει και η ειδική πληρεξουσιότητα που περιλαμβάνει δικαιώματα όπως παραίτηση από το δικαίωμα του δικογράφου ή σε περιπτώσεις διαζυγίου ή και συμβιβασμού ή διαιτησίας. αλλά μόνο την ισχύ του αποδεικτικού μέσου της ομολογίας. εκτιμώντας τις ιδιαίτερες περιστάσεις. 2 ο δικαστής έχει δικαίωμα. 3.λπ. Στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. Τα δικόγραφα γράφονται σε πρώτο πρόσωπο από τον δικηγόρο. να υποχρεώσει το διάδικο να προσλάβει δικηγόρο. Άρθρο 94 Παράσταση με δικηγόρο ή χωρίς δικηγόρο 1. Για την ομολογία του δικηγόρου δεν χρειάζεται ειδική πληρεξουσιότητα του πελάτη του. όπως και η ομολογία. Επιτρέπεται η δικαστική παράσταση διαδίκου χωρίς πληρεξούσιο δικηγόρο: α) στο ειρηνοδικείο β) στα ασφαλιστικά μέτρα.

Η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση. ανταγωγών. Έκταση. Περιορισμός της πληρεξουσιότητας ισχύει μόνο αν δηλώθηκε ρητά. 2. Η πληρεξουσιότητα μιας αρχής μπορεί να δοθεί σε δικηγόρο και με έγγραφό της που περιέχει τα στοιχεία που αναφέρονται στην παράγραφο 1. εκτός αν το πληροφορήθηκε με κοινοποίηση. . Άρθρο 97 Γενική πληρεξουσιότητα. Άρθρο 98 Πότε απαιτείται ειδική πληρεξουσιότητα Η πληρεξουσιότητα που δίνεται κατά το άρθρο 96 δεν περιλαμβάνει. Κατά τη διαδικασία ενώπιον του ειρηνοδικείου η πληρεξουσιότητα δίνεται και με ιδιωτικό έγγραφο που περιέχεται στοιχεία της παραγράφου 1. α) το δικαίωμα να ασκηθεί αγωγή κακοδικίας. μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και πρέπει να αναγράφει τα ονόματα των πληρεξουσίων. παρεμβάσεων. Αντίθετος όρος του πληρεξούσιου εγγράφου δεν ισχύει απέναντι στον αντίδικο. έχουν δικαίωμα να ενεργούν είτε από κοινού είτε ο καθένας χωριστά. Διάρκεια 1. όταν χορηγήθηκε. προσεπικλήσεων και ένδικων μέσων. στις οποίες περιλαμβάνεται η άσκηση αγωγών. η υπογραφή εκείνου που παρέχει την πληρεξουσιότητα βεβαιώνεται από το δήμαρχο ή τον πρόεδρο της κοινότητας ή τον αστυνόμο. να ενεργεί όλες τις κύριες ή παρεπόμενες πράξεις που αφορούν τη διεξαγωγή της δίκης. Άρθρο 96 Τύπος πληρεξουσιότητας 1. Η πληρεξουσιότητα παρέχει στον πληρεξούσιο το δικαίωμα να παριστά στο δικαστήριο εκείνον που έδωσε την πληρεξουσιότητα. να λαμβάνει ασφαλιστικά μέτρα και να επιδιώκει την εκτέλεση καθώς και να παρίσταται στις αντίστοιχες δίκες που δημιουργούνται από τις πράξεις αυτές. 2. 3. καθώς και να διεξαχθεί δίκη που αφορά γαμικές διαφορές ή σχέσεις των τέκνων με τους γονείς τους.Αν στην ίδια δίκη εκπροσωπούν το διάδικο περισσότεροι πληρεξούσιο δικηγόροι. εκτός αν το αναφέρει ειδικά. Η πληρεξουσιότητα για όλες τις δίκες παύει να ισχύει μετά πέντε χρόνια από τη χορήγησή της. 3.

β) το δικαίωμα να συμφωνηθεί συμβιβασμός και διαιτησία, να γίνει
αναγνώριση, παραίτηση από το δικαίωμα της αγωγής ή των ένδικων μέσων,
καθώς και την προσβολή εγγράφου ως πλαστού.

Άρθρο 99
Ανάκληση ομολογιών από το διάδικο
Ο διάδικος, όταν εμφανίζεται μαζί με πληρεξούσιο, έχει δικαίωμα να ανακαλεί
αμέσως τις ομολογίες εκείνου.

Άρθρο 99
Πότε παύση η πληρεξουσιότητα
Η πληρεξουσιότητα παύει:
1) όταν πεθάνει ο πληρεξούσιος ή μεταβληθεί η ικανότητά του για δικαστική
παράσταση,
2) όταν περατωθεί η δίκη ή η πράξη, για την οποία είχε δοθεί η
πληρεξουσιότητα,
3) όταν ο πληρεξούσιος δικηγόρος παραιτηθεί ή παυθεί περισσότερο από
τρεις μήνες ή εκπέσει από το λειτούργημά του,
4) όταν ανακληθεί η πληρεξουσιότητα,
5) όταν ο πληρεξούσιος παραιτηθεί από την πληρεξουσιότητα.

Άρθρο 101
Συνέχιση πληρεξουσιότητας σε περίπτωση θανάτου ή ανικανότητας
Σε περίπτωση θανάτου εκείνου που έδωσε την πληρεξουσιότητα ή μεταβολής
της ικανότητας για δικαστική παράσταση του ίδιου ή του νόμιμου
αντιπροσώπου του, η πληρεξουσιότητα εξακολουθεί και παύει μόνο όταν
διακοπεί η δίκη για έναν από τους λόγους αυτούς.
Μπορεί να υπάρξει όμως ρήτρα στη γενική πληρεξουσιότητα ότι
απαγορεύεται ομολογία του δικηγόρου για λογαριασμό (και εις
βάρος) του πελάτη του.
Ομολογία διαδίκου ή δικηγόρου έχει σημασία για την ανάκληση
αυτής της ομολογίας.
Έχει σημασία αν η ομολογία του δικηγόρου γίνεται με παρουσία του
πελάτη του.

Άρθρο 352
Αποδεικτική δύναμη της ομολογίας
1. Η ομολογία του διαδίκου, προφορική ή γραπτή, ενώπιον του δικαστηρίου
που δικάζει τη δίκη ή του εντεταλμένου δικαστή, αποτελεί πλήρη απόδειξη
εναντίον εκείνου που ομολόγησε.
2. Το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα την εξώδικη ομολογία.

Άρθρο 353
Αποδεικτική δύναμη σύνθετης ομολογίας
Η αποδεικτική δύναμη της ομολογίας δεν επηρεάζεται από το ότι, εκτός από
το επιζήμιο πραγματικό γεγονός για εκείνον που ομολογεί, περιέχει και άλλο
πραγματικό γεγονός που τον ωφελεί και αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό. Αν το
πραγματικό γεγονός, το ωφέλιμο για εκείνον που ομολογεί, δεν είναι
αυτοτελές, το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα την ομολογία.

Άρθρο 354
Προϋποθέσεις ανακλήσεως ομολογίας
Όποιος ομολόγησε μπορεί να ανακαλέσει την ομολογία του μόνο αν αυτός
αποδείξει ότι δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια.
Ο διάδικος μπορεί να εμφανιστεί μαζί με τον δικηγόρο του στην
πολιτική δίκη.
Εξαίρεση: ειρηνοδικείο, ασφαλιστικά μέτρα, εργατικές διαφορές,
προς αποτροπή επικείμενου κινδύνου (απεργία δικηγορικού
συλλόγου αλλά γίνεται με άδεια δικηγορικού συλλόγου).
Η παράσταση διαδίκου ενώπιον πολιτικών δικαστηρίων είναι
προαιρετική, δεν είναι υποχρεωτική. Συνήθως χρησιμοποιείται η
φράση : παρίσταται δια εμού (ο διάδικος) δηλαδή παρίσταται μέσω
δικού μου προσώπου (του δικηγόρου).
Μπορεί να γίνει και παράσταση μετά ( ο διάδικος εμφανίζεται μετά
τον δικηγόρο του ενώπιον του δικαστηρίου).
Αυτό βέβαια γίνεται κατά την προφορική διαδικασία κυρίως.
Η ομολογία έχει ως συνέπεια την αναστροφή θέματος και την
αντιστροφή του βάρους της απόδειξης. Χωρεί ανάκληση της
ομολογίας εφόσον αποδείξει ο ομολογήσας το αντίθετο.
Η ομολογία διακρίνεται από παρεμφερείς θεσμούς.

Ομολογία # αποδοχή της αγωγής
Η ομολογία βασίζεται σε πραγματικά περιστατικά. Η αναγνώριση ή
αποδοχή της αγωγής αναφέρεται στην έννομη συνέπεια και στο
αίτημα της αγωγής και όχι στα πραγματικά περιστατικά αυτής.
Η ομολογία εφόσον είναι δικαστική δεσμεύει το δικαστήριο και έχει
πλήρη αποδεικτική δύναμη.

Άρθρο 298
Αποδοχή της αγωγής από τον εναγόμενο
Ο εναγόμενος μπορεί να αποδεχτεί την αγωγή αναγνωρίζοντας ολικά ή εν
μέρει το δικαίωμα που έχει ασκηθεί με αυτήν, εφόσον συντρέχουν οι
προϋποθέσεις κατά το ουσιαστικό δίκαιο. Η αποδοχή γίνεται είτε κατά το
άρθρο 297 είτε σιωπηρά με πράξεις από τις οποίες συνάγεται σαφώς. Αν γίνει
αποδοχή, εκδίδεται απόφαση σύμφωνα με αυτήν.

Άρθρο 340
Ελεύθερη εκτίμηση και κατά συνείδηση κρίση
Εκτός από τις περιπτώσεις που ορίζει ρητά ο νόμος, το δικαστήριο κρίνει
ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα και αποφασίζει κατά συνείδηση αν οι
ισχυρισμοί είναι αληθινοί. Στην απόφαση πρέπει να αναφέρονται οι λόγοι που
οδήγησαν το δικαστή να σχηματίσει την πεποίθησή του.
Η δικαστική ομολογία και τα έγγραφα έχουν πλήρη αποδεικτική ισχύ.
Ο διάδικος πλέον δεν έχει το βάρος απόδειξης. Ο δικαστής παίρνει
ως βάση τα γεγονότα που εκθέτηκαν ως αληθινά για την λήψη της
απόφασης. Ο δικαστής ελέγχει το παραδεκτό και το νόμο βάσιμο της
αγωγής ή των ενστάσεων.
Νόμο αβάσιμη αγωγή + δεκτή ομολογία -> απόρριψη νόμου
αβάσιμης αγωγής
Αποδοχή της αγωγής (δεσμευτικό για τον δικαστή ακόμα και αν η
αγωγή είναι νόμο αβάσιμη) + δεκτή ομολογία -> τρόπος περάτωσης
της δίκης και γίνεται δεκτό το αίτημα της αγωγής.
Δηλαδή:
Στοίχημα
1. πραγματικά περιστατικά -> αποδοχή -> ομολογία -> εξέταση
νόμου βάσιμου -> απορρίπτεται για νόμο αβάσιμο αφού σύμφωνα με
ΑΚ οι ενοχές από στοίχημα είναι ατελής και δεν υπάρχει υποχρέωση
εκπλήρωσης αυτών.
2. αποδοχή της αγωγής για στοίχημα (θα πληρώσω αυτά που
χρωστάω στον αντίδικο από στοίχημα – αναγνώριση έννομης

Οι διάδικοι είναι αυτοί που εκθέτουν ισχυρισμούς στο δικόγραφο. είτε ο νόμιμος αντιπρόσωπός του είτε και οι δύο. η αυτοψία. Αν ο διάδικος είναι πρόσωπο ανίκανο να παρίστανται στο δικαστήριο. Οι διάδικοι μιλούν ως διάδικοι αλλά αντιμετωπίζονται σαν αυτοτελές αποδεικτικό μέσο. ενώ πλέον με νόμο του 2115/ 2001 είναι κύριο αποδεικτικό μέσο και όχι επικουρικό. 4. Ομολογία # Εξέταση των διαδίκων (άρθρο 339 του ΚπολΔ). Αν διεξάγει τη δίκη ο σύνδικος πτώχευσης. 2. μπορεί κατά την κρίση του δικαστηρίου να εξεταστεί είτε εκείνος που τελεί υπό επιμέλεια. το δικαστήριο μπορεί να εξετάσει ένα ή και περισσότερους διαδίκους για την αλήθεια των πραγματικών γεγονότων. Η αιτιολογημένη άρνηση αποτελεί μέσο επίθεσης / άμυνας και παράλληλα θεωρείται και σύνθετη ομολογία χωρίς ο επωφελής ισχυρισμός να είναι αυτοτελής. Ομολογία # Αιτιολογημένη άρνηση Η ομολογία είναι αποδεικτικό μέσο. η πραγματογνωμοσύνη. Παλιά ήταν επικουρικό αποδεικτικό μέσο. και τα δικαστικά τεκμήρια. Μοναδικό αποδεικτικό μέσο δηλαδή εδώ θεωρούνται οι διάδικοι. Ο δικαστής μπορεί να καλέσει τους διαδίκους ενώπιον του ώστε να επαναλάβουν τους ισχυρισμούς τους. Άρθρο 415 Προϋποθέσεις εξετάσεως των διαδίκων 1. Αν ο διάδικος είναι νομικό πρόσωπο. η εξέταση των διαδίκων. μπορεί να εξεταστεί όποιος το εκπροσωπεί στο δικαστήριο ή κάποιο άλλο μέλος της διοίκησής του. . 3. Εκτιμάται ελεύθερα στο σύνολο της. εκτός αν δεν έχει συνείδηση των πράξεών του ή αν δεν συμπλήρωσε το δέκατο τέταρτο έτος της ηλικίας του. οι μάρτυρες. μπορούν να εξεταστούν είτε ο σύνδικος είτε ο πτωχός είτε και οι δύο. Αν τα πραγματικά γεγονότα δεν αποδείχθηκαν καθόλου ή αν δεν αποδείχθηκαν εντελώς από τα άλλα αποδεικτικά μέσα. τα έγγραφα.συνέπειας και αιτήματος) -> γίνεται δεκτό ως νόμο βάσιμο (άρθρο 298 του ΚπολΔ). διαφορετικά έχει άλλες συνέπειες. Άρθρο 339 Ποια είναι τα αποδεικτικά μέσα Αποδεικτικά μέσα είναι η ομολογία.

έτσι ώστε να γεννιέται ενοχή ανεξάρτητα από την αιτία του χρέους. Η εξέταση διαδίκων παλιά ήταν επικουρικό αποδεικτικό μέσο. είναι έγκυρη αν η υπόσχεση ή η δήλωση για την αναγνώριση γίνει εγγράφως. Κατά την εξέταση διαδίκων επιτρέπεται ομολογία εφόσον οι διάδικοι προβάλλουν επιζήμια γεγονότα για αυτούς. Άρθρο 873 Έννοια και κύρος Η σύμβαση με την οποία γίνεται υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους. αφού εκεί υπάρχουν μόνο επιζήμια γεγονότα) και λαμβάνονται υπόψη από δικαστή. . Όλα όσα λένε οι διάδικοι στα πλαίσια αυτά εκτιμώνται ελεύθερα.Άρθρο 416 Πώς γίνεται Η εξέταση των διαδίκων διατάσσεται ύστερα από αίτηση κάποιου από τους διαδίκους ή αυτεπαγγέλτως και διεξάγεται κατά τις διατάξεις για την εξέταση μαρτύρων. Δεν είναι υποχρεωτικά. διότι αυτός που εκθέτει ή αποδέχεται επιζήμια γεγονότα δεν ενεργεί ως διάδικος αλλά ως φορέας αποδεικτικού μέσου (όπως και ο μάρτυρας) Γνώμη Β -> πρόκειται για δικαστική ομολογία διότι ο διάδικος εξακολουθεί να είναι διάδικος (είναι η κρατούσα άποψη) Ομολογία # σύμβαση αναγνώρισης του αστικού κώδικα (ΑΚ 873) Η ομολογία είναι αποδοχή ή έκθεση πραγματικών περιστατικών. Συνιστά αναγνώριση ουσιαστικού δικαιώματος και όχι πραγματικών περιστατικών. Γνώμη Α -> πρόκειται τότε για εξώδικη ομολογία. Η σύμβαση αναγνώρισης χρέους ή υπόσχεσης χρέους γεννά την ενοχή που θα είναι έγκυρη. Όταν εξετάζονται ως διάδικοι καλούνται και επωφελή γεγονότα για αυτούς (κάτι που δεν επιτρέπεται στην περίπτωση της ομολογίας. Έγγραφη υπόσχεση ή δήλωση αναγνώρισης. που δεν αναφέρει την αιτία του χρέους. Άρθρο 874 Το έγγραφο που αναφέρει το προηγούμενο άρθρο δεν απαιτείται αν η υπόσχεση ή η αναγνώριση αφορά υπόλοιπο αλληλόχρεου λογαριασμού που έχει κλείσει. λογίζεται σε περίπτωση αμφιβολίας ότι έγινε με τέτοιο σκοπό.

Η αυτοψία υπόκειται στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου και συνεπώς η διαταγή ή μη της διενέργειας της αυτοψίας δεν ελέγχεται (ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου). Αυτοψία : το δικαστήριο κρίνει αναγκαίο να εξετάσει το ίδιο το ζήτημα. Σήμερα ενώπιον των δικαστηρίων ισχύει η προαπόδειξη. Αυτοψία: Η ομολογία έχει ως επίκεντρο τους διαδίκους. κάποιος δεν μπορεί να είναι παράλληλα σε δύο μέρη όταν αυτά έχουν μεγάλη απόσταση μεταξύ τους. Διδάγματα κοινής πείρας είναι αρχές – γενικές θέσεις που αφορούν την εξέλιξη βιοτικών σχέσεων ή φυσικών φαινομένων. αλλά και οι υπόλοιπες αισθήσεις με την βοήθεια των διδαγμάτων της κοινής πείρας. Άρθρο 270 Προφορικότητα διαδικασίας. Αλλά αν διαταχθεί πρέπει να λάβει υπόψη όλα όσα απαιτούνται. Αυτοψία -> αυτό που βλέπει ο δικαστής από μόνος του. Δεν χρησιμοποιείται μόνο η όραση. Δηλαδή τα έγγραφα που είναι αποδεικτικά μέσα τα δίνουμε στο δικαστήριο μαζί με την αγωγή ή τους μάρτυρες τους παίρνουμε μαζί μας κατά την διάρκεια της συζήτησης του δικαστηρίου. Η αυτοψία μπορεί να συνδυαστεί και με άλλα αποδεικτικά μέσα. Αποδεικτικά μέσα . Διατάσσεται αυτοψία αν θεωρείται αναγκαία από τον δικαστή η κρίση του θέματος με τις δικές του αισθήσεις διαμορφώνει δικανική πεποίθηση ως προς τα πραγματικά περιστατικά.Άρθρο 875 Αν η υπόσχεση ή η αναγνώριση αφορά αιτία για την οποία ο νόμος απαιτεί ιδιαίτερο τύπο.χ. Η αυτοψία έχει ως επίκεντρο το δικαστήριο. Π. Η ιδιωτική γνώση του δικαστή δεν λαμβάνεται υπόψη στο δικαστήριο. είναι άκυρη αν δεν γίνει μ' αυτόν τον τύπο. Συνάγονται αυτές οι αρχές και οι συνέπειες από τις γνώσεις της μέσης μορφώσεως ανθρώπου ή από την εμπειρία γενική ή από συμμετοχή σε συναλλαγές με τρόπο συμπερασματικό. Μπορεί εκτός από αυτοψία να διαταχθεί πραγματογνωμοσύνη ή προσαγωγή μαρτύρων.

6. 2. μέσα στην προθεσμία της παρ. μολονότι έχει κληθεί νομίμως και εμπροθέσμως. Στην ανακοίνωση αυτή προσδιορίζεται ο τόπος. επιτρέπεται διακοπή για άλλη ημέρα και ώρα ενώπιον των ίδιων δικαστών. οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από αυτή. Ο δικαστής οφείλει πριν από τη συζήτηση να έχει ενημερωθεί επί της αγωγής και επί των εκατέρωθεν ισχυρισμών και αποδεικτικών μέσων και ιδίως ως προ τα θέματα και το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών. τα ονόματα των πραγματογνωμόνων. σύμφωνα με την προβλεπόμενη αποδεικτική δύναμη του καθενός. η οποία περιορίζεται στην αξιολόγηση των . 3. Το δικαστήριο ζητεί τις αναγκαίες πληροφορίες και διασαφήσεις από τους διαδίκους ή τους εκπροσώπους τους και τους εξετάζει κατά την κρίση του. με προφορική ανακοίνωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά και επέχει θέση κλήτευσης όλων των διαδίκων και εκείνων που δεν παρίστανται. Το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που πληρούν τους όρους του νόμου. οι διάδικοι μπορούν να καταθέσουν προσθήκη στις προτάσεις τους. Η συζήτηση και η διεξαγωγή της απόδειξης ολοκληρώνεται σε μία δικάσιμο. Αν ο χρόνος δεν επαρκεί. η προθεσμία για την κατάθεση της γνωμοδότησης των πραγματογνωμόνων. Το δικαστήριο. Έως τη δωδεκάτη ώρα της όγδοης εργάσιμης ημέρας από τη συζήτηση ή από την αυτοψία ή από τη λήξη της προθεσμίας για την κατάθεση της γνωμοδότησης των πραγματογνωμόνων. Η μη εμφάνιση του διαδίκου ή του νόμιμου αντιπροσώπου του στο ακροατήριο. αν είναι αδικαιολόγητη. εκτιμάται από το δικαστήριο ελεύθερα. Ενώπιον των πρωτοβαθμίων δικαστηρίων η συζήτηση είναι προφορική.1. 5. 4. το θέμα της πραγματογνωμοσύνης. Οι διάδικοι ή οι νόμιμοι αντιπρόσωποί τους οφείλουν κατά την συζήτηση στο ακροατήριο να εμφανιστούν αυτοπροσώπως. το πολύ ίσου αριθμού προς τις αντικρουόμενες. διατάσσει αυτοψία ή πραγματογνωμοσύνη με προφορική ανακοίνωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά. και αν πρόκειται να δοθούν στην αλλοδαπή. έστω και αν δεν συντρέχουν οι όροι του άρθρου 415. Για την αντίκρουση ένορκων βεβαιώσεων επιτρέπεται η προσκομιδή.3 του άρθρου 237. που δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερη από εξήντα ημέρες καθώς και κάθε άλλο χρήσιμο στοιχείο. Συμπληρωματικά μπορεί να λαμβάνει υπόψη και να εκτιμά ελεύθερα και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου. με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394. Με την επιφύλαξη του άρθρου 260. ο χρόνος. αν τούτο κριθεί απαραίτητο λόγω διαφορετικών συμφερόντων. η διαδικασία προχωρεί σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι. αν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης δεν εμφανισθεί η εμφανισθεί και δεν λάβει νόμιμα μέρος κάποιος από τους διαδίκους. Σε περίπτωση ομοδικίας μπορεί να εξετασθεί ένας μάρτυρας για κάθε ομόδικο. αν είναι αναγκαίο. Ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου λαμβάνονται υπόψη το πολύ τρεις για κάθε πλευρά και μόνο αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση. πρόσθετων βεβαιώσεων. Οφείλει να εξετάσει ένα τουλάχιστον από τους προτεινόμενους και παριστάμενους μάρτυρες για κάθε πλευρά.

ο διορισμός και η όρκιση των πραγματογνωμόνων μπορούν να γίνουν και κατά την αυτοψία από εκείνον που την ενεργεί.αποδείξεων και την αντίκρουση των ισχυρισμών που προβλήθηκαν οψίμως κατά το άρθρο 269 παρ. Αν μαζί με την αυτοψία διατάχθηκε και πραγματογνωσύνη. Με τον ίδιο τρόπο μπορεί να κάνει και αναπαράσταση του αποδεικτέου γεγονότος και ενδεχομένως φωτογράφιση ή άλλη απεικόνιση της αναπαράστασης. αν πρόκειται για πολυμελές δικαστήριο. είτε ο ίδιος είτε διαμέσου ενός υπαλλήλου της γραμματείας του δικαστηρίου ή του πραγματογνώμονα που είναι ήδη διορισμένος ή που διορίζεται γι' αυτό το σκοπό. Η οριστική απόφαση εκδίδεται με βάση τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι έχουν προσκομίσει και τις αποδείξεις που έχουν διεξαχθεί στο ακροατήριο. ο πρόεδρός του. κρίνει πως είναι αδύνατο ή δύσκολο να μεταφερθεί το αντικείμενο της αυτοψίας στον τόπο των συνεδριάσεων. Το δικαστήριο που αποφασίζει να ενεργήσει αυτοψία μπορεί να διατάξει να γίνει ταυτόχρονα και πραγματογνωμοσύνη ή και εξέταση μαρτύρων. . υποχρεούται να χορηγεί στους διαδίκους αντίγραφα των πρακτικών της δίκης. 7. την ημέρα και την ώρα της διεξαγωγή της. αν το κρίνει σκόπιμο. να πάρει φωτογραφίες ή άλλες απεικονίσεις ή να εφαρμόσει επιτόπου τίτλους ή να προβεί σε τεχνικές ενέργειες. Άρθρο 358 Μέσα αυτοψίας Όποιος ενεργεί την αυτοψία μπορεί. 2. Άρθρο 357 Τόπος και χρόνος ενέργειας της αυτοψίας Ο δικαστής που θα ενεργήσει την αυτοψία ορίζει τον τόπο. ορίζει τόπο κατάλληλο για τη διεξαγωγή της. Άρθρο 355 Πότε διατάσσεται Το δικαστήριο διατάζει αυτοψία αν θεωρεί αναγκαία την αντίληψη του αντικειμένου της απόδειξης με τις δικές του αισθήσεις. Άρθρο 356 Συνδυασμός αυτοψίας με πραγματογνωμοσύνη και εξέταση μαρτύρων 1. Ο γραμματέας το αργότερο τη τέταρτη εργάσιμη ημέρα από τη συζήτηση.2. Αν ο δικαστής που ενεργεί την αυτοψία ή. κατά την ενέργειά της να καταρτίσει σχέδια ή ιχνογραφήματα. όπου πηγαίνει εκείνος που την ενεργεί.

ό. και ιδίως αν θίγεται η υγεία ή η αξιοπρέπειά του.τι είναι αναγκαίο για τη διεξαγωγή της. Η γραπτή γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων. Η αυτοψία. η έκθεση που συντάσσεται για την αυτοψία κατατίθεται ή αποστέλλεται μαζί με τα συνημμένα της στη γραμματεία του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση. . Άρθρο 361 Συνδρομή των διαδίκων Οι διάδικοι οφείλουν να βοηθούν για την ενέργεια της αυτοψίας και να κάνουν. καθώς και αν αυτοί ενήργησαν την πραγματογνωμοσύνη. 2. καθώς και τα τυχόν σχέδια. Στα πρακτικά ή την έκθεση πρέπει να αναφέρεται το αντικείμενο της αυτοψίας. αυτός οφείλει να ανεχθεί την αυτοψία. οι καταθέσεις τους πρέπει να περιλαμβάνονται στα πρακτικά ή την έκθεση. αναφέρεται στα πρακτικά. Άρθρο 362 Ανοχή διαδίκου ή τρίτου Αν αντικείμενο της αυτοψίας είναι διάδικος ή τρίτος. δεν μπορούν όμως να ληφθούν εναντίον του εξαναγκαστικά μέτρα. 4. οπότε αρκεί να γίνει αναφορά σ' αυτήν. Άρθρο 360 Κατάθεση της εκθέσεως αυτοψίας Αν η αυτοψία γίνεται στο ακροατήριο. καθώς και η αντίληψη που σχημάτισε από την αυτοψία το δικαστήριο ή ο δικαστής. πρέπει στα πρακτικά ή στην έκθεση να αναγράφονται τα ονόματά τους.Άρθρο 359 Περιεχόμενο της εκθέσεως αυτοψίας 1. Αν διορίστηκαν πραγματογνώμονες. εφόσον δεν την υπέβαλαν εγγράφως. συντάσσεται σχετική έκθεση. η υπόθεση συζητείται αμέσως κατόπιν. φωτογραφίες. αναπαραστάσεις και γενικά τα βοηθήματα που το δικαστήριο ή ο δικαστής είχε υπόψη ενεργώντας την αυτοψία. αν γίνεται στο ακροατήριο. εκτός να συντρέχει σπουδαίος λόγος. Αν εξετάστηκαν μάρτυρες. Επίσης πρέπει να αναφέρεται η γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων. ιχνογραφήματα. 3. Αν γίνεται έξω από το ακροατήριο. αν γίνεται έξω από το ακροατήριο. ενώ. επισυνάπτονται στα πρακτικά ή την έκθεση. Εκείνος που ενεργεί την αυτοψία πρέπει να λάβει όλα τα μέτρα για να εξασφαλιστεί εντελώς η υγεία και η αξιοπρέπεια του προσώπου όσο γίνεται η αυτοψία.

Το βίαιο άνοιγμα των θυρών του ακινήτου γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αναγκαστική εκτέλεση. 4.Άρθρο 363 Υποχρέωση διευκολύνσεως της αυτοψίας 1. Η βίαιη αφαίρεση κινητού και η παρουσίασή του σ' αυτόν που ενεργεί την αυτοψία γίνεται κατά τις διατάξεις που ισχύουν για την αναγκαστική εκτέλεση από δικαστικό επιμελητή. Επίσης ο διάδικος ή ο τρίτος που κατέχει ακίνητο οφείλει να επιτρέψει την επίσκεψή του αν μέσα στο ακίνητο βρίσκεται κινητό που είναι αντικείμενο αυτοψίας εφόσον η μεταφορά του είναι αδύνατη ή δύσκολη. 3. Αν αντικείμενο της αυτοψίας είναι ακίνητο που κατέχει διάδικος ή τρίτος. Αν το αντικείμενο της αυτοψίας είναι κινητό που το κατέχει διάδικος ή τρίτος. αυτός οφείλει να το παρουσιάσει και να το επιδείξει σε εκείνον που ενεργεί την αυτοψία. . Αν δεν είναι δυνατό να γίνει αμέσως η αφαίρεση του κινητού ή να ανοιχθούν οι θύρες. Άρθρο 365 Εξαναγκασμός για την ενέργεια της αυτοψίας 1. μπορεί με απόφαση που εκδίδει αμέσως να διατάξει να αφαιρεθεί βίαια το κινητό και να του προσκομιστεί ή να ανοιχθούν βίαια οι θύρες του ακινήτου για να γίνει η αυτοψία. που αμέσως μετά την αυτοψία επιστρέφει το κινητό στον κάτοχο. 2. Αν ο διάδικος ή ο τρίτος αρνείται για λόγο σπουδαίο κατά την κρίση εκείνου που ενεργεί την αυτοψία να παρουσιάσει και να επιδείξει ένα κινητό ή να επιτρέψει την επίσκεψη ενός ακινήτου ή να υποβάλει τον εαυτό του σε αυτοψία. από τον οποίο το αφαίρεσε. η αυτοψία ματαιώνεται. αυτός έχει υποχρέωση να επιτρέψει την επίσκεψη του ακινήτου για να γίνει η αυτοψία. εκείνος που κάνει την αυτοψία μπορεί με απόφασή του που την εκδίδει αμέσως να αναλάβει την αυτοψία για ορισμένη ημέρα και ώρα στην οποία οι διάδικοι ή ο τρίτος οφείλουν να παραστούν χωρίς κλήτευση. 2. Αν ο διάδικος ή ο τρίτος που κατέχει το κινητό ή το ακίνητο δεν παρίσταται την ημέρα και ώρα που ορίστηκε για την αυτοψία ή αν εκείνος που την ενεργεί κρίνει πως αρνείται αδικαιολόγητα να παρουσιάσει και να επιδείξει το κινητό ή να επιτρέψει την επίσκεψη του ακινήτου. Άρθρο 364 Κλήτευση διαδίκου ή τρίτου Ο διάδικος ή ο τρίτος που κατέχει το αντικείμενο της αυτοψίας ή που είναι ο ίδιος αντικείμενο της αυτοψίας πρέπει τρεις ημέρες πριν ενεργηθεί η αυτοψία να κληθεί να παραστεί σ' αυτήν.

Άρθρο 367 Παρακώλυση αυτοψίας. Τα πρόσωπα όταν είναι αντικείμενο αυτοψίας μπορούν να είναι είτε οι ίδιοι οι διάδικοι ή και τρίτα πρόσωπα δηλαδή μη διάδικοι. Η αυτοψία διατάσσεται με προφορική ανακοίνωση. στα δικαστικά έξοδα. Οι διάδικοι οφείλουν να βοηθούν στην διενέργεια της αυτοψίας. ο χρόνος και το θέμα της αυτοψίας στα πρακτικά σχετικά με την αυτοψία. Ποινές Διάδικοι ή τρίτοι που εμποδίζουν αδικαιολόγητα την αυτοψία με την απουσία τους την ημέρα και ώρα που ορίστηκε για την ενέργειά της ή με την άρνησή τους να φέρουν και να επιδείξουν ένα κινητό ή να επιτρέψουν την επίσκεψη ενός ακινήτου ή να υποβάλουν τον εαυτό τους σε αυτοψία καταδικάζονται σε αποζημίωση. Ο τρίτος κλητεύετε από τον διάδικο πριν από 3 ημέρες από την αυτοψία. καθώς και σε χρηματική ποινή κατά τις διατάξεις του άρθρου 205. Κατά κανόνα τα κινητά αντικείμενα της αυτοψίας προσκομίζονται στο δικαστήριο. Σε τρίτα πρόσωπα μη δικαιούχους οι διάδικοι και ο τρίτος είναι υποχρεωμένοι να συνδράμουν το δικαστήριο.Άρθρο 366 Ματαίωση αυτοψίας. Δεν εκδίδεται ξεχωριστή γραπτή απόφαση. Αντικείμενο αυτοψία είναι πρόσωπα και πράγματα. . Παλιά γινόταν η κλήτευση με επίδοση της δικαστικής απόφασης. Κρίση του δικαστηρίου Αν η αυτοψία δεν μπόρεσε να γίνει επειδή κάποιος διάδικος απουσίασε ή αρνήθηκε να φέρει και να επιδείξει το κινητό που κατέχει ή να επιτρέψει την επίσκεψη ακινήτου που βρίσκεται στην κατοχή του ή να υποβληθεί ο ίδιος σε αυτοψία. Προσδιορίζεται ο τόπος. Πράγμα μπορεί να είναι αντικείμενο αυτοψίας ανεξαρτήτως από το αν είναι κινητό ή ακίνητο. Αν πράγμα είναι ακίνητο τότε γίνεται επίσκεψη από δικαστή για την αυτοψία. Στους διαδίκους ανακοινώνεται προφορικά η αυτοψία. Το ίδιο γίνεται και με κινητά που η μεταφορά τους είναι αδύνατη ή δύσκολη. το δικαστήριο που αποφάσισε την αυτοψία κρίνει ελεύθερα αν το αντικείμενο της απόδειξης για το οποίο διατάχθηκε η αυτοψία πρέπει να θεωρηθεί αποδεδειγμένο. Την ίδια υποχρέωση την έχουν και τρίτα πρόσωπα που αποτελούν πρόσωπα ή πράγματα της αυτοψίας. Καταχωρείται στα πρακτικά της δίκης η προφορική διαταγή για αυτοψία. ενώ σήμερα πλέον η κλήτευση γίνεται με την επίδοση αντιγράφου των πρακτικών της δίκης.

Αν η αυτοψία έγινε ενώπιον του δικαστηρίου. Γίνεται με δικαστική απόφαση. (βίαιη αφαίρεση του πράγματος – αντικειμένου της αυτοψίας). Ομολογία + έγγραφα = πλήρη αποδεικτικά μέσα Ωστόσο και η αυτοψία εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο ως αποδεικτικό μέσο. Πραγματογνωμοσύνη # μάρτυρες . Πραγματογνωμοσύνη Το δικαστήριο νιώθει την ανάγκη να βοηθηθεί από τρίτους ειδικούς (επιστήμονες). Η ομολογία που είναι δεσμευτικό υπερισχύει της αυτοψίας. η αυτοψία ματαιώνεται. Απλά η διαδικασία καταχωρίζεται στα προφορικά της δίκης και εν συνεχεία συνεχίζεται η συζήτηση την επόμενη μέρα. Η αυτοψία είναι το ασφαλέστερο αποδεικτικό μέσο διότι αποτελεί άμεση αντίληψη για το δικαστήριο. η συζήτηση συνεχίζεται ενώπιον του ίδιου δικαστηίου. Ισχύουν οι διατάξεις σχετικά με την αναγκαστική εκτέλεση από δικαστικό επιμελητή σχετικά με την παραπάνω διαδικασία. Δεν δεσμεύει συνεπώς η αυτοψία και μπορεί το δικαστήριο να αποφασίσει και διαφορετικά. Η ιδιωτική γνώση είναι ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο. Το ίδιο γίνεται και όταν η διαδικασία ΔΕΝ έγινε ενώπιον του δικαστηρίου. Ακόμα όμως και από πριν ο δικαστής που διατάσσει την αυτοψία είναι υποχρεωμένος να δώσει εντολή ώστε να φυλάττεται η υγεία και η αξιοπρέπεια. Αν απομένουν δηλαδή άλλα αποδεικτικά μέσα εξετάζονται αυτά ή αλλιώς περατώνεται η συζήτηση και ακολουθεί απόφαση. Μόνο σε αυτήν την περίπτωση χωρίς συνέπειες μπορεί να αντιδράει στην περίπτωση αυτοψίας που διατάσσεται. Απαιτείται και σύμφωνη κρίση του δικαστηρίου. Η αυτοψία δεν αποτελεί ιδιωτική γνώση του δικαστή (που απαγορεύεται να χρησιμοποιηθεί) αλλά γνώση από την διαδικασία της δίκης και αποτελεί αυτοψία. Η δικαιολογημένη άρνηση πρέπει να αφορά σπουδαίο λόγο κυρίως την υγεία και την αξιοπρέπεια των προσώπων όσο γίνεται η αυτοψία.Αν αρνήθηκε ο τρίτος στην αυτοψία για σπουδαίο λόγο. Αν όμως υπάρχει αδικαιολόγητη άρνηση του τρίτου σχετικά με την διενέργεια της αυτοψίας διατάσσεται η βίαιη αφαίρεση του πράγματος αυτοψίας από τον τόπο του τρίτου.

Είναι απλά μάρτυρες και αυτοί. αλλά εμπεριέχουν και κρίση για αυτά που αντιλήφθηκαν. Χρησιμοποιούνται για γεγονότα και ζητήματα παρελθόντος και αποδεικτικών μέσων. γιατροί μηχανικοί κτλπ. Το δικαστήριο μπορεί να διορίσει έναν ή περισσότερους πραγματογνώμονες. Το χαρακτηριστικό τους είναι ότι εκφέρουν κρίσεις για την διάγνωση παρούσας κατάστασης (και όχι για παρελθόντα γεγονότα) και διατυπώνουν κρίσεις. Οι πραγματογνώμονες βοηθούν το δικαστήριο με την γνωμοδότηση τους αλλά ταυτόχρονα θεωρούνται και αποδεικτικό μέσο.Η Πραγματογνωμοσύνη είναι το αποδεικτικό μέσο εκείνοι κατά το οποίο χρησιμοποιείται γνώση ειδικής εμπειρίας ή τέχνης για την απόδειξη των αποδεικτέων ζητημάτων. αν κρίνει πως πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης. Η συνεισφορά τους δεν είναι ανακοίνωση γνώσεων. Οι μάρτυρες δεν εκφέρουν κρίσεις. Το δικαστήριο ενδιαφέρεται για το τι ξέρει ο μάρτυρας και όχι για το τι θέλει. Οι πραγματογνώμονες διακρίνονται από τους μάρτυρες με ειδικές γνώσεις. Οι γνώσεις των μαρτύρων είναι για παρελθόντα πράγματα και ζητήματα. Π. Οι πραγματογνώμονες διακρίνονται από τους μάρτυρες. Άρθρο 368 Πότε διορίζονται πραγματογνώμονες 1. Το δικαστήριο οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονες αν το ζητήσει κάποιος διάδικος και κρίνει πώς χρειάζονται ειδικές (= ιδιάζουσες) γνώσεις επιστήμης ή τέχνης. Διέπονται από τις διατάξεις περί μαρτύρων. Όταν διενεργείται η πραγματογνωμοσύνη τηρούνται τα άρθρα 368 και επόμενο του ΚπολΔ που εξειδικεύουν αυτήν και την αποδεικτική διαδικασία. Δεν αποτελούν πραγματογνώμονες διότι οι μάρτυρες με ειδικές γνώσεις χρησιμοποιούν αυτές τις γνώσεις τους ελεύθερα ενώ οι πραγματογνώμονες δεσμεύονται από ορισμένους κανόνες κατά την διάρκεια της παροχής της κρίσεως τους. 2. 2. Είναι δυνατή η αντικατάσταση των πραγματογνωμόνων.χ. Οι μάρτυρες είναι αναντικατάστατοι με τον όρο μόνο αυτοί να αντιλήφθηκαν αυτά που θα πουν και δεν μπορούν να εξαιρεθούν ούτε να αντικατασταθούν. . Την γνώμη τους δεν την σχημάτισαν στα πλαίσια των διατάξεων που διέπουν την πραγματογνωμοσύνη. Η Πραγματογνωμοσύνη διακρίνεται από τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα κατά τα ακόλουθα: 1.

Κυρίως σχετίζονται με λόγους της έλλειψης αμεροληψίας. Γίνεται δεκτό ότι μπορούν να συμφωνήσουν οι ενδιαφερόμενοι πραγματογνωμοσύνη που θα είναι δεσμευτική για το δικαστήριο. Γίνεται δεκτό και από νομολογία ότι οι διάδικοι με συμφωνία μπορούν να δεσμεύσουν το δικαστήριο ως προς τα αποδεικτικά μέσα που θα χρησιμοποιηθούν. 4. εξετάζονται πρόσωπα που τα αντιλήφθηκαν με βάση τις ειδικές γνώσεις τους. Η πραγματογνωμοσύνη διενεργείται από έναν ή περισσότερους πραγματογνώμονες. Προέρχονται από ειδικούς καταλόγους που υπάρχουν ή από άτομα που είναι επιστήμονες έστω και αν δεν υπάρχουν στους καταλόγους. Μοιάζει με τον θεσμό της διαιτησίας. Πραγματογνώμονες # αυτοψία # μάρτυρες # διαιτητική πραγματογνωμοσύνη # μάρτυρες με ειδικές γνώσεις.Άρθρο 413 Μάρτυρες με ειδικές γνώσεις Οι σχετικές διατάξεις με τους μάρτυρες εφαρμόζονται και όταν. Η απλή πραγματογνωμοσύνη εκτιμάται ελεύθερα ενώ η διαιτητική απόφαση δεσμεύει υποχρεωτικά το δικαστήριο. για να αποδειχθούν περασμένα πραγματικά γεγονότα. Οι πραγματογνώμονες διακρίνονται από την αυτοψία: Έχουμε διατύπωση κρίσεων ή ανακοίνωση κρίσεως από διαδίκους ή τρίτους στο δικαστήριο και αντίληψη αυτών από το δικαστήριο. Η πραγματογνωμοσύνη διακρίνεται από την διαιτητική πραγματογνωμοσύνη. Η . Άλλοτε είναι δυνητική και άλλοτε υποχρεωτική για το δικαστήριο. 3. Γίνεται με βάση την αρχή της ιδιωτικής αυτονομίας και της αρχής της διάθεσης. Όταν οριστεί κάποιος πραγματογνώμονας είναι υποχρεωμένος να εκτελέσει τα καθήκοντα εκτός αν δε έχει τα απαραίτητα προσόντα οπότε τότε μπορεί να αποποιηθεί. Οι πραγματογνώμονες μπορούν να αντικατασταθούν και να εξαιρεθούν σύμφωνα με το άρθρο 370 του ΚπολΔ. Υπάρχει αυξημένη τυπική ισχύς λόγω της συμφωνίας που υπάρχει της διαιτητικής πραγματογνωμοσύνης. Μπορούν να οριστούν και οι πραγματογνώμονες με αυτήν την διαδικασία. Αποφασίζετε με συμφωνία ενδιαφερομένων και δεν διατάζεται από το δικαστήριο. Η διαιτητική πραγματογνωμοσύνη είναι η πραγματογνωμοσύνη που είναι αποτέλεσμα συμφωνίας των ενδιαφερομένων. Για την διενέργεια πραγματογνωμοσύνης το άρθρο 368 του ΚπολΔ θέτει κάποιες προϋποθέσεις. Ζητούν να βοηθήσουν το δικαστήριο με την κρίση τους αλλά περαιτέρω να εκφέρουν την κρίση τους για ένα συγκεκριμένο γεγονός (πραγματικό ή και νομικό γεγονός).

Ισχύει από 1. να παρατείνουν την προθεσμία. 3. ενεργούν όλες τις πράξεις που χρειάζονται για την πραγματογνωμοσύνη και καταρτίζουν τη γραπτή τους γνωμοδότηση από κοινού.1 του ν 2915/2001. Άρθρο 383 Γνωμοδότηση πραγματογνωμόνων. με αίτηση των διαδίκων ή αυτεπαγγέλτως κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ.άρθρο 15 ν 2943/2001. Η έγγραφη γνωμοδότηση κατατίθεται από τους πραγματογνώμονες ή από εκείνον που εξουσιοδότησαν γι' αυτό στη γραμματεία του δικαστηρίου που τους διόρισε και συντάσσεται σχετική έκθεση. Άρθρο 370 Διορισμός και αντικατάσταση πραγματογνωμόνων Καταργήθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4. 2. Κατάθεση της εκθέσεως 1. Αν η γνωμοδότηση κατατέθηκε στη γραμματεία του δικαστηρίου που ενεργεί ύστερα από αίτηση ή παραγγελία ή του δικαστηρίου όπου υπηρετεί ο εντεταλμένος δικαστής. αυτό σημειώνεται στη γνωμοδότηση. που ενεργεί σύμφωνα με αίτηση ή παραγγελία. Η έγγραφη γνωμοδότηση πρέπει να αναφέρει τις ενέργειες των πραγματογνωμόνων και τη γνώμη καθενός αιτιολογημένη. Τους πραγματογνώμονες μπορεί να τους αντικαταστήσει για εύλογη αιτία ο εισηγητής ή ο δικαστής που τους διόρισε. η έκθεση στέλνεται αμέσως στη γραμματεία του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση. ή σε εντεταλμένο δικαστή.1. Αν διατάχθηκε έγγραφη γνωμοδότηση. και να υπογράφεται από αυτούς. όταν τους καλεί οποιοσδήποτε από αυτούς. χωρίς την προηγούμενη κλήτευση των διαδίκων. αν το ζητήσουν οι πραγματογνώμονες. Αν υπάρχουν περισσότεροι πραγματογνώμονες. Ο δικαστής ή στα πολυμελή δικαστήρια ο πρόεδρος του δικαστηρίου μπορούν. το δικαστήριο ορίζει προθεσμία μέσα στην οποία πρέπει να την υποβάλουν οι πραγματογνώμονες. .2002 . Το δικαστήριο που δικάζει την υπόθεση μπορεί να αναθέσει το διορισμό των πραγματογνωμόνων ή και τον ορισμό του αριθμού του σε άλλο δικαστήριο.εξαίρεση / αντικατάσταση γίνεται με προφορική ανακοίνωση του δικαστηρίου/ διαδίκου. αν κρίνουν ότι δεν είναι αρκετή για να καταρτιστεί η γνωμοδότηση. Αν κάποιος ή κάποιοι από τους πραγματογνώμονες δεν παρουσιάζονται όταν γίνεται η πραγματογνωμοσύνη ή αρνούνται να υπογράψουν την έγγραφη γνωμοδότηση. 3. 2. Για το σκοπό αυτόν συνέρχονται. Στοιχεία που πρέπει να περιέχει.

Αν το δικαστήριο διορίζει πραγματογνώμονες. Άρθρο 390 Άλλες γνωμοδοτήσεις Το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα τις γνωμοδοτήσεις προσώπων που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης σε ζητήματα που αφορούν εκκρεμή δίκη. Ο σύμβουλος πληρώνεται από διάδικο που τον διόρισε. Οι πραγματογνώμονες δεν έχουν υποχρέωση να καλούν τον σύμβουλο κατά την πραγματογνωμοσύνη. Αποτελεί κυρίως περίπτωση γνωμοδότησης για νομικά θέματα. 2. . Μπορεί να είναι προφορική ενώπιον του δικαστηρίου. Ο προσδιορισμός γίνεται με δήλωση προς το δικαστήριο.Η γνωμοδότηση του πραγματογνώμονα είναι κυρίως γραπτή. Ο σύμβουλος πρέπει να έχει τα προσόντα του πραγματογνώμονα. οι οποίες συντάχθηκαν ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου και προσάγονται από αυτόν. Το άρθρο 390 του ΚπολΔ δεν είναι ούτε πραγματογνωμοσύνη ούτε τεχνικός σύμβουλος. Ο τεχνικός σύμβουλος που διορίζεται από τους διαδίκους δεν είναι υποχρεωμένος να αποδεχτεί το διορισμό και η αμοιβή του πληρώνεται από το διάδικο που τον διόρισε. κάθε διάδικος μπορεί να διορίσει από ένα τεχνικό σύμβουλο που έχει την ικανότητα να διοριστεί πραγματογνώμονας. Άρθρο 391 Τεχνικοί σύμβουλοι των διαδίκων 1. ενώ ο πραγματογνώμονας πληρώνεται από το δικαστήριο – δημόσιο. Εφόσον είναι περισσότεροι οι πραγματογνώμονες τότε απαιτείται ομοφωνία μεταξύ τους. Οι διάδικοι έχουν και την δυνατότητα να ορίσουν τεχνικούς συμβούλους ή ιδιωτικούς δηλαδή πραγματογνώμονες. Οι σύμβουλοι μπορούν να αντικρούσουν την πραγματογνωμοσύνη. Οι πραγματογνώμονες έχουν διευρυμένες εξουσίες. Άρθρο 387 Ελεύθερη εκτίμηση της γνωμοδοτήσεως Το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα τη γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων. Έχει δικαίωμα να παρίσταται στις ενέργειες πραγματογνωμόνων.

Κατά τη διενέργεια των εξετάσεων των δύο προηγούμενων παραγράφων πρέπει να λαμβάνονται όλα τα μέτρα ώστε να εξασφαλίζονται πλήρως η υγεία και η αξιοπρέπεια του εξεταζομένου. αυτήκοοι μάρτυρες και μάρτυρες εξ ακοής που ξέρουν τα γεγονότα δηλαδή και είναι τρίτα πρόσωπα άγνωστα προς την υπόθεση.Άρθρο 615 Υποβολή σε ιατρικές εξετάσεις 1. να χρησιμοποιούν σημείωμα για να βοηθήσουν τη μνήμη τους. Αν το δικαστήριο διατάζει την υποβολή στις εξετάσεις της προηγούμενης παραγράφου και τρίτων που δεν είναι διάδικοι. χωρίς να έχει ειδικούς λόγους υγείας. Mάρτυρες Οι μάρτυρες είναι τα πιο συνηθισμένα αποδεικτικά μέσα. Καταθέτουν στο δικαστήριο αυτά που γνωρίζουν για τα αποδεικτικά θέματα που είναι γεγονότα του παρελθόντος. πρέπει να κληθεί δέκα ημέρες πριν από την διενέργειά της για να παραστεί σ' αυτήν. ΟΙ μάρτυρες δεν είναι διάδικοι ούτε δικαστικές. Είναι πραγματογνωμοσύνη στο πλαίσιο της ειδικής διαδικασίας διαφορών γονέων και τέκνων. Οι μάρτυρες είναι τρίτα πρόσωπα τα οποία εισφέρουν στην δίκη αυτά που γνωρίζουν για τα αποδεικτέα θέματα. Αν στις διαφορές της πρώτης παραγράφου του προηγούμενου άρθρου ένας διάδικος. αρνείται να υποβληθεί στις πρόσφορες ιατρικές εξετάσεις με γενικά αναγνωρισμένες επιστημονικές μεθόδους. 3. μπορεί με την ίδια απόφασή του να απειλεί την επιβολή σ' αυτούς. Οι μάρτυρες εξετάζονται χωριστά και μόνο αν κριθεί απαραίτητο μπορούν να εξεταστούν σε αντιπαράσταση με άλλους μάρτυρες ή και με τους διαδίκους. οι ισχυρισμοί του αντιδίκου του λογίζονται ότι έχουν αποδειχθεί. που του επιβλήθηκαν από το δικαστήριο ως αναγκαίο αποδεικτικό μέσο για τη διαπίστωση της πατρότητας. 2. του οποίου διατάσσεται η εξέταση. για την περίπτωση που θα παρεμπόδιζαν αδικαιολόγητα τη διενέργεια των εξετάσεων με την απουσία τους κατά την ημέρα και ώρα που ορίστηκαν για το σκοπό αυτό ή με την άρνησή τους να υποβληθούν σ' αυτές. Ο διάδικος ή ο τρίτος. χρηματική ποινή δέκα χιλιάδων έως εκατό χιλιάδων δραχμών. Οι μάρτυρες καταθέτουν προφορικά και μπορούν κατά την κρίση του δικαστή. Υπάρχουν αυτόπτες μάρτυρες. Είναι το λεγόμενο DNA test. Άρθρο 409 Πώς γίνεται η εξέταση των μαρτύρων 1. .

2.1. Ο δικαστής εκτιμάει ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα. Είναι φανερή η επικινδυνότητα αυτού του αποδεικτικού μέσου.) 3.2002 . 3. σύγχρονα ή μεταγενέστερα δικαιοπραξίας που έχει συνταχθεί εγγράφως έστω και αν δεν είναι αντίθετα προς το περιεχόμενο του εγγράφου. Συμβάσεις και συλλογικές πράξεις δεν μπορούν να αποδειχθούν με μάρτυρες εφόσον η αξία του αντικειμένου τους υπερβαίνει τα πέντε χιλιάδες εννιακόσια (5. Μπορεί ο μάρτυρας να καταθέτει ότι ξέρει αλλά είναι υποχρεωμένος να δηλώσει και την πηγή του στην περίπτωση που μαθαίνει για αυτά που καταθέτει από κάποιον άλλον. Δεν επιτρέπεται να αποδειχθούν με μάρτυρες πρόσθετα σύμφωνα. Είναι ένα από τα πλέον επισφαλή μέσα. Ο μάρτυρας οφείλει να δηλώσει πώς έμαθε αυτά που καταθέτει.2002 . προγενέστερα.900) ευρώ. Υπάρχει κίνδυνος για ψευδομαρτυρία ειδικά όταν το αντικείμενο της δίκης έχει μεγάλη αξία.) 2. Ισχύει από 1.1. Ισχύει από 1.900) ευρώ (Όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 14 παρ. αν είναι έκδηλα άσκοπες ή έξω από το θέμα. Παραίτηση από το δικαίωμα . Η άρνηση του μάρτυρα να αναφέρει την πηγή του στην παραπάνω περίπτωση δεν δημιουργεί ακυρότητα αποδεικτικού μέσου και της αποδεικτικής διαδικασίας. Δεν μπορούμε να τα αποδείξουμε τα πάντα με χρήση των μαρτύρων.άρθρο 15 ν 2943/2001. Το δικαστήριο μπορεί να απαγορεύει τις ερωτήσεις των διαδίκων ή των πληρεξουσίων τους προς το μάρτυρα. (Όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 14 παρ. έστω και αν η αξία του αντικειμένου της δικαιοπραξίας είναι μικρότερη από τα πέντε χιλιάδες εννιακόσια (5. Οι παραπάνω περιορισμοί ΔΕΝ περιορίζουν το δικαίωμα της προηγούμενης ακροάσεως των διαδίκων. και κηρύσσει περατωμένη την εξέταση του μάρτυρα όταν κρίνουν ότι κατέθεσε όλα όσα γνωρίζει για τα αποδεικτέα. οφείλει να δηλώνει και το πρόσωπο από το οποίο πληροφορήθηκε όσα καταθέτει.5 του ν 2915/2001. Άρθρο 393 Πότε δεν επιτρέπεται απόδειξη με μάρτυρες λόγω ποσού 1.άρθρο 15 ν 2943/2001. και αν πρόκειται για γεγονότα για τα οποία δεν έχει άμεση αντίληψη. Δεν επιτρέπεται η απόδειξη με μάρτυρες κατά του περιεχομένου εγγράφου.5 του ν 2915/2001.

Σ.9000 ευρώ. Ο δεύτερος περιορισμός της εμμάρτυρης απόδειξης προκύπτει από το δικαιοπρακτικό περιεχόμενο του εγγράφου και όχι . προσύμφωνα κτλπ) και δεν μπορούν να αποδεικτούν με μάρτυρες. Περιορισμός 2: Οι μάρτυρες δεν αποδεικνύουν κατά το περιεχόμενου του εγγράφου. Οι μονομερείς – οιονεί δικαιοπραξίες. Η παραπάνω απαγόρευση δεν αφορά οποιαδήποτε νομική πράξη. των σωματείων. Περιορισμός 1: Εάν έχουμε σύμβαση / συλλογική πράξη αυτό δεν αποδεικνύεται με χρήση μαρτύρων ως αποδεικτικού μέσου εφόσον η αξία του αντικειμένου είναι 5900 ευρώ και πάνω. δεν εμπίπτει στο παραπάνω περιορισμό και γίνεται απόδειξη απόσβεσης με μάρτυρες (απλή υλική πράξη η εξόφληση). πλαγιαστική αγωγή ( ο μη δικαιούχος τρίτος διάδικος) μπορεί να χρησιμοποιήσει μάρτυρες σε τέτοιες περιπτώσεις -. αποφάσεις Δ.χ. οι υλικές πράξεις που παράγουν έννομες συνέπειες.. 2. Δεν έχει σημασία η φύση των συμβάσεων για την απαγόρευση (π. αν θεωρηθεί ως σύμβαση η εξόφληση εμπίπτει στο περιορισμό και δεν μπορούν να αποδειχθούν με χρήση μαρτύρων ως αποδεικτικά μέσα. Με περιορισμό των μαρτύρων ως αποδεικτικών μέσων ΔΕΝ παραβιάζεται η αρχή της προηγούμενης ακροάσεως.της προηγούμενης ακρόασης ΔΕΝ νοείται και είναι άκυρη αν γίνει. Άρα τρίτα πρόσωπα μπορούν να χρησιμοποιούν μάρτυρες σε αυτήν την περίπτωση. οι οποίοι δεσμεύονται από τον περιορισμό χρήσης αποδεικτικών μέσων. Π.για αυτούς δεν ισχύει ο περιορισμός. η απόφαση των κοινωνών (συγκύριων ενός πράγματος δηλαδή).χ. Για τις συλλογικές πράξεις ο περιορισμός ξεκινάει ότι ούτε δυσχερείς ούτε άσκοπος τα περισσότερα άτομα να καταγράφουν την απόφαση τους σε κάποιο έγγραφο. φυσικά γεγονότα κτλπ δεν εμπίπτουν στον περιορισμό αυτό και μπορούν να αποδειχθούν με χρήση μαρτύρων. Είναι συνταγματικά κατοχυρωμένο και δεν περιορίζεται το δικαίωμα της προηγούμενης ακρόασης. ΠΡΟΣΟΧΗ: Ο περιορισμός αυτός λόγω ποσού (5. Στον περιορισμό εμπίπτουν και οι πολυμελείς συλλογικές πράξεις όπως οι αποφάσεις Γ. Η εξόφληση: 1.Σ. αμφοτεροβαρής – ετεροβαρής συμβάσεις – οριστικές συμφωνίες. Αυτή είναι η κρατούσα άποψη στη θεωρία. Ακόμα και αν η αξία του αντικειμένου είναι κάτω από 5. Είναι τρίτα πρόσωπα και δεν εξομοιώνονται με τους συμβαλλόμενους συμβασιούχους.900 ευρώ) αφορά μόνο τους συμβαλλόμενους σε αυτήν και όχι τα τρίτα πρόσωπα που δεν συμμετέχουν.

Η εικονικότητα δεν πρέπει να στρέφεται κατά το περιεχόμενο της δικαιοπραξίας. Δεν μιλάμε για εικονικότητα εδώ αλλά για απόδειξη για διαφορετικού περιεχομένου δικαιοπραξίας. Ο νόμος υπάρχει περίπτωση να ορίζει μόνο έγγραφο απόδειξη σε ορισμένες υποθέσεις.από άλλα στοιχεία του περιεχομένου της δικαιοπραξίας.900 ευρώ σε αυτές δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν οι μάρτυρες ως αποδεικτικό μέσο στην περίπτωση που υπάρχει έγγραφη με αντίθετο περιεχόμενο. Οι προφορικές συμβάσεις είναι ανυπόστατες. Με αυτόν τον τρόπο μπορούν να αποκλειστεί η χρήση των μαρτύρων ως αποδεικτικών μέσων. Συνήθως τα μέρη συμφωνούν ότι ο έγγραφος τύπος δεν θα είναι συστατικός. Περιορισμός 4: Το έγγραφο είναι συστατικός και αποδεικτικός τύπος μιας νομικής πράξης με νόμο ή με συμφωνία. Οι μάρτυρες δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως πρόσθετη συμφωνία. αλλά κατά του κύρους της δικαιοπραξίας για να μπορούν να χρησιμοποιηθούν οι μάρτυρες ως αποδεικτικό μέσο. Το συμβολαιογραφικό προσύμφωνο δίνει την δυνατότητα για αγωγή για δήλωση βουλήσεως. Ο τρίτος περιορισμός είναι η απόδειξη της πρόσθετης συμφωνίας η οποία δεν αποδεικνύεται με μάρτυρες ακόμα και αν τα πρόσθετα συμφωνητικά δεν είναι αντίθετα προς το περιεχόμενο του εγγράφου.χ. Η απόδειξη της εικονικότητας είναι επιτρεπτή να γίνει με χρήση μαρτύρων σύμφωνα με την θεωρία και νομολογία .Μόνο απόδειξη περιεχομένου δικαιοπραξίας έγγραφης δικαιοπραξιας με χρήση μαρτύρων απαγορεύεται. αλλά μόνο αποδεικτικός. Πριν από την υπογραφή του συμβολαίου. Άρθρο 394 Πότε επιτρέπεται ανεξάρτητα από το ποσό . Δεν μπορούμε στην πρόσθετη συμφωνία να προσθέσουμε κάτι με χρήση των μαρτύρων ως αποδεικτικού μέσου (αφορά γενικά την μεταβολή και την τροποποίηση της πρόσθετης συμφωνίας αυτός ο περιορισμός της χρήσης των μαρτύρων). Π. επιτρέπεται η σύναψη προσυμφωνητικού (προσυμφωνίας). Ο έγγραφος τύπος απαιτείται για την ασφάλεια των συναλλαγών (π. Περιορισμός 3: Δικαιοπραξίες και συλλογικές πράξεις με αντικείμενο διαφοράς ακόμα και με 5. μάρτυρες δεν μπορούν αποδείξουν ότι ήταν έντοκη η συμφωνία (πρόσθεση στη συμφωνία) ή να αποδείξουν ότι υπήρχε διαλυτική αίρεση στην συμφωνία (να μεταβάλουν αρνητικά την συμφωνία).χ. Δεν μπορούμε στην περίπτωση έγγραφης πώλησης με αξία 5.900 ευρώ να αποδείξουμε με μάρτυρες αυτό. πώληση ή ενέχυρο κτλπ).

Για τον περιορισμό αυτό δεν μας ενδιαφέρει η νομική φύση των συμβάσεων. η απόδειξη της δικαιοπραξίας με μάρτυρες επιτρέπεται μόνο στην περίπτωση της παραγράφου 1 εδάφιο γ'. δικαιολογείται η απόδειξη με μάρτυρες. γ) αν αποδεικνύεται ότι το έγγραφο που έχει συνταχθεί χάθηκε τυχαία. μάρτυρες κατά περιεχομένου εγγράφων (δικαιοπραξίας κτλπ). σε αδυναμία σωστής προσέγγισης γεγονότων μπορεί κάποιος να καταθέσει ως μάρτυρας που πολύ απέχουν από την πραγματικότητα. Με χρήση μαρτύρων αποδεικνύεται μόνο η εικονικότητα των εγγράφων χωρίς να υπάρχουν περιορισμοί. Η άρση αυτών είναι αποτέλεσμα της διαχρονικής ανάγκης να προσαρμόζεται ο θεσμός των μαρτύρων στις ανάγκες των συναλλαγών και όρων αυτών των συναλλαγών που αλλάζουν. δ) αν από τη φύση της δικαιοπραξίας ή τις ειδικές συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε. Εάν ο νόμος ή τα μέρη όρισαν ότι μια δικαιοπραξία για να είναι υποστατή να περιβληθεί το έγγραφο τύπο (συστατικός τύπος) αν δεν . Αν χάσουμε το έγγραφο αυτό που θα μας χρησιμεύσει με άρτυρες μπορούμε να αποδείξουμε ότι το έγγραφο που ήταν συστατικός ή αποδεικτικός τύπος χάθηκε τυχαία και τα μέρη δεν είχαν καμία υπαιτιότητα. Για λόγους που οφείλονται σε πρόθεση. Η απόδειξη με μάρτυρες επιτρέπεται σε κάθε περίπτωση α) αν δεν υπάρχει αρχή έγγραφης απόδειξης που πηγάζει από έγγραφο που έχει αποδεικτική δύναμη. διαφορές με αξία πάνω από 5. και ιδίως αν πρόκειται για εμπορικές συναλλαγές. Η απόδειξη της δικαιοπραξίας επιτρέπεται και με έγγραφο τύπο.900 ευρώ. Για αυτό υπάρχουν κάποιοι περιορισμοί στην χρήση μαρτύρων ως αποδεικτικών μέσων όπως π.χ. 2. β) αν υπήρχε φυσική ή ηθική αδυναμία να αποκτηθεί έγγραφο. Όπως έχουμε πει οι μάρτυρες δεν είναι και πλέον το πιο αξιόπιστο αποδεικτικό μέσο. Οι εξαιρέσεις και οι περιπτώσεις άρσης είναι τέσσερεις.1. Οι παραπάνω περιπτώσεις αίρονται σε κάποιες περιπτώσεις με αποτέλεσμα να επιτρέπεται και η χρήση των μαρτύρων ως αποδεικτικών μέσων (κανόνας ελεύθερης εμμάρτυρης απόδειξης). Όταν ο νόμος ή τα μέρη ορίζουν ότι για τη δικαιοπραξία χρειάζεται έγγραφο είτε ως συστατικός είτε ως αποδεικτικός τύπος.

Μειώνονται οι κίνδυνοι για ψευδομαρτυρία στην περίπτωση αυτή και . δ) αν από τη φύση της δικαιοπραξίας ή τις ειδικές συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε. Δεν δημιουργείται πλήρης δικανική πεποίθηση (π. με έγγραφο). Άρθρο 394 Πότε επιτρέπεται ανεξάρτητα από το ποσό 1. δικαιολογείται η απόδειξη με μάρτυρες.χ. Υπό ορισμένες προϋποθέσεις παύει να ισχύει η εξαίρεση περιορισμού χρήσης μαρτύρων ως αποδεικτικών μέσων και επιτρέπεται η χρήση μαρτύρων. και ιδίως αν πρόκειται για εμπορικές συναλλαγές. γ) αν αποδεικνύεται ότι το έγγραφο που έχει συνταχθεί χάθηκε τυχαία. Δίκη -> σύνολο διαδικαστικών πράξεων στο σύνολο της και στα επιμέρους κομμάτια της που ακολουθεί την κοινωνική εξέλιξη που αντικατοπτρίζεται και στις συναλλαγές. 2. Δημιουργεί πιθανότητες ότι το γεγονός που ισχυρίζεται είναι αληθές. Έτσι η χρήση / απαγόρευση χρήσης μαρτύρων εναρμονίζεται με τις εξελίξεις. Η απόδειξη με μάρτυρες επιτρέπεται σε κάθε περίπτωση α) αν δεν υπάρχει αρχή έγγραφης απόδειξης που πηγάζει από έγγραφο που έχει αποδεικτική δύναμη. ασφαλιστικά μέτρα -> πιθανολόγηση κάποιου δικαιώματος) Όταν υπάρχει τέτοιο έγγραφο που δεν αποδεικνύει πλήρες αλλά πιθανολογεί κάτι τότε επιτρέπεται η χρήση και των μαρτύρων ως αποδεικτικών μέσων. Οι εξαιρέσεις αυτές είναι οι ακόλουθες:  αν υπάρχει αρχή έγγραφης απόδειξης που πηγάζει από έγγραφο τύπο: Αρχή έγγραφης απόδειξης υπάρχει όταν για την απόδειξη του αποδεικτέου γεγονότος προσκομίζεται έγγραφο το οποίο μολονότι δεν αποδεικνύει πλήρως. β) αν υπήρχε φυσική ή ηθική αδυναμία να αποκτηθεί έγγραφο. η απόδειξη της δικαιοπραξίας με μάρτυρες επιτρέπεται μόνο στην περίπτωση της παραγράφου 1 εδάφιο γ'. Όταν ο νόμος ή τα μέρη ορίζουν ότι για τη δικαιοπραξία χρειάζεται έγγραφο είτε ως συστατικός είτε ως αποδεικτικός τύπος.έχεις το έγγραφο στην απόδειξη πρέπει να αποδείξεις ότι χάθηκε και έτσι αποδεικνύεται μόνο με μάρτυρες μετά. πιθανολογεί το αποδεικτέο γεγονός.χ. Συστατικός τύπος -> συντάσσεται κάτι εγγράφως Αποδεικτικός τύπος -> αποδεικνύεται κάτι σε συγκεκριμένο τύπο (π.

Ανταπόδειξη επιτρέπεται μόνο με προσβολή του εγγράφου ως πλαστού. που επιβεβαιώνει πως το σημάδι έχει τεθεί αντί για την υπογραφή και ότι ο εκδότης δήλωσε ότι δεν μπορεί να υπογράψει. δεν πρέπει να είναι διαγραμμένα κτλπ ή να μην είναι αλλαγμένα σε ουσιώδη μέρη τους και επίσης να περιλαμβάνουν και τα στοιχεία κύρους ώστε να έχει αποδεικτική δύναμη. αλλαγμένα σε ουσιώδη μέρη τους. Για να έχουν αποδεικτική δύναμη ιδιωτικά έγγραφα πέραν από τους . Το έγγραφο πρέπει να έχει συνταχθεί με νόμιμο τύπο. και μπορούν να διαβαστούν. Έγγραφα που συντάσσονται από το δημόσιο έχουν πλήρη αποδεικτική δύναμη. Άρθρο 438 Βεβαιώσεις του συντάκτη δημοσίων εγγράφων Έγγραφα που έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται στο έγγραφο ότι έγιναν από το πρόσωπο που συνέταξε το έγγραφο ή ότι έγιναν ενώπιόν του. δεν είναι τεμαχισμένα. Άρθρο 432 Πότε τα έγγραφα έχουν αποδεικτική δύναμη Τα έγγραφα έχουν αποδεικτική δύναμη όταν έχουν συνταχθεί σύμφωνα με τους νόμιμους τύπους. Ο νόμιμος τύπος σε δημόσια έγγραφα συμπίπτει με το κύρος τους.. Πρέπει να υπάρχει έγγραφο με αποδεικτική δύναμη από την οποία πηγάζει η αρχή της έγγραφης απόδειξης. έχουν τα στοιχεία τα απαραίτητα για το κύρος τους. αν το πρόσωπο αυτό είναι καθ' ύλην και κατά τόπον αρμόδιο να κάνει αυτή τη βεβαίωση. δεν έχουν ξυσίματα ή εξαλείψεις ή δεν είναι με άλλον τρόπο. Το έγγραφο είναι το χαρτί που περιέχει κάποια πράγματα ή γεγονότα. Άρθρο 443 Στοιχεία ιδιωτικών εγγράφων Για να έχει αποδεικτική δύναμη ιδιωτικό έγγραφο πρέπει να έχει την ιδιόχειρη υπογραφή του εκδότη ή αντί για υπογραφή ένα σημάδι που αυτός έβαλε και επικυρώθηκε από συμβολαιογράφο ή άλλη δημόσια αρχή. τρυπημένα ή διαγραμμένα. Τα έγγραφα για να έχουν αποδεικτικά δύναμη και ισχύ πρέπει να πληρούν κάποιες προϋποθέσεις που ορίζονται στα άρθρα 432/ 438 και 443 του ΚπολΔ.επιτρέπονται οι μάρτυρες. Δεν πρέπει να έχουν αλλοιώσει ή να έχουν καταστραφεί τα έγγραφα για να έχουν αποδεικτική δύναμη.

Όσα ορίζονται στην παράγραφο 1 ισχύουν και για όσα αναφέρονται αφηγηματικά στο έγγραφο. στενούς φίλους κτλπ. Όσα δεν έχουν άμεση σχέση θεωρούνται ως αρχή έγγραφης απόδειξης. συζύγους. Το δικαστήριο για να σχηματίσει κρίση ότι υπάρχει ηθική αδυναμία να συνταχθεί έγγραφο κατά την κατάρτιση της δικαιοπραξίας εκτιμάει την σχέση ανάμεσα στα ενδιαφερόμενα . Τα έγγραφα που συντάσσονται σύμφωνα με τα άρθρα 438 και 439 για τη σύσταση ή τη βεβαίωση δικαιοπραξίας αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς το περιεχόμενο των δικαιοπρακτικών δηλώσεων των μερών. σύμβαση μεταξύ στρατιωτικών σε πόλεμο ή σύμβαση μεταξύ αγράμματων ατόμων. Αν το έγγραφο προέρχεται από διάδικο / δικαιοπάροχο του μπορεί να είναι δικαιοπρακτικό έγγραφο ή να είναι καθαρά έγγραφο μαρτυρίας χωρίς να περιέχει δήλωση βουλήσεως. επιτρέπεται όμως ανταπόδειξη 2. Άρθρο 441 Δηλώσεις συμβαλλομένων σε δημόσια έγγραφα 1. Η φυσική αδυναμία πρέπει να είναι ολοκληρωτική με την έννοια αδυναμία σύνταξης δημοσίου ή ιδιωτικού εγγράφου (θεωρία + νομολογία). Φυσική αδυναμία υπάρχει όταν οι συνθήκες κάτω από τις οποίες καταρτίστηκε η δικαιοπραξία που είναι αποδεικτέα δεν επέτρεπαν την έγγραφη διατύπωση της. Αν μπορούσε να συνταχθεί δημόσιο έγγραφο και δεν συντάχθηκε τότε δεν επιτρέπονται μάρτυρες αλλιώς επιτρέπονται. Και οι δικαστικές αποφάσεις αποτελούν αρχή έγγραφης απόδειξης διότι είναι δημόσια έγγραφα.  αν υπήρχε φυσική ή ηθική αδυναμία να αποκτηθεί το έγγραφο: Αν κατά τον χρόνο που έγινε η δικαιοπραξία υπήρχε αδυναμία οφειλόμενη σε φυσικά ή ηθικά αίτια ώστε να μην αποκτηθεί το έγγραφο. Η ηθική αδυναμία υπάρχει όταν ο δεσμός των συμβαλλομένων ή από κάποιον από αυτούς κατά τον χρόνο κατάρτισης της δικαιοπραξίας είναι έτσι ώστε η απαίτηση έγγραφης διατύπωσης συμβάσεων να εμφανίζεται ως δυσπιστία που δεν ήταν οικεία. Πιθανολογείται: πεποίθηση του δικαστή (εύλογη) ότι το γεγονός είναι αληθινό. ερωτευμένους.νόμιμους τύπος πρέπει να έχουν ιδιόχειρη υπογραφή ή σημάδι του εκδότη. εφόσον έχουν άμεση σχέση με το κύριο αντικείμενο του εγγράφου. Π.χ. Τέτοια σχέση εντοπίζεται ανάμεσα σε συγγενείς. Τα έγγραφα αυτά μπορούν να είναι έγγραφα των διαδίκων ή τους δικαιοπαρόχους τους (δηλαδή από άτομα που σχετίζονται με τους διαδίκους) ή να είναι από τρίτα πρόσωπα εφόσον έχουν σχέση με την νομική ή έννομη σχέση που αφορά το έγγραφο.

Οι διάδικοι ή οι νόμιμοι αντιπρόσωποί τους οφείλουν κατά την συζήτηση στο ακροατήριο να εμφανιστούν αυτοπροσώπως.μέρη και το υλικό αντίκρισμα (ύψος) της συμβάσεως. Η μη εμφάνιση του διαδίκου ή του νόμιμου αντιπροσώπου του στο ακροατήριο. Δεν πρέπει μόνο να έγινε η καταστροφή από τον διάδικο που το επικαλείται. Αποδεικτικά μέσα 1. Μπορεί να ζητηθεί από τον κάτοχο του εγγράφου η επίδειξη του εγγράφου αλλά και λήψη αντιγράφου του εγγράφου. Με την επιφύλαξη του άρθρου 260.  Αν από την φύση της δικαιοπραξίας ή της ειδικές συνθήκες κατά τον χρόνο κατάρτισης δικαιοπραξίας δικαιολογείται η απόδειξη με μάρτυρες : Π. αν κατά τη .χ. Με βάση όμως το άρθρο 270 του ΚπολΔ υπάρχει και η εν μέρει ελεύθερη απόδειξη. Αν χαθεί έγγραφο ή γίνει άχρηστο εκείνος που διεξάγει την απόδειξη μπορεί να αποδείξεις ότι νόμιμα συντάχθηκε το έγγραφο. Η κρίση του δικαστηρίου περί φυσικής ή ηθικής αδυναμία δεν υπόκεινται σε αναιρετικό έλεγχο του Αρείου Πάγου. Δεν έχει σημασία αν οφείλεται σε φυσική καταστροφή ή ανθρώπινη αμέλεια / δόλο κάποιου τρίτου.  Η τυχαία απώλεια του εγγράφου: Αν έγγραφο που συντάχθηκε εγγράφως χάθηκε τυχαία επιτρέπεται χρήση μαρτύρων. Ενώπιον των πρωτοβαθμίων δικαστηρίων η συζήτηση είναι προφορική. Η απώλεια δεν πρέπει να οφείλεται στην υπαιτιότητα αυτού που επικαλείται το έγγραφο για να το αποδείξει.  όταν οι μάρτυρες χρησιμοποιούνται ως μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα : έχουμε την αυστηρή απόδειξη. στην οποία οι κανόνες δικαίου για την απόδειξη δεσμεύουν το δικαστήριο και σχηματίζει πλήρη δικανική πεποίθηση. Επομένως στην περίπτωση φυσικής ή ηθικής αδυναμίας σύνταξης εγγράφου με αποδεικτική δύναμη επιτρέπεται η χρήση μαρτύρων ως αποδεικτικού μέσου. εμπορικές συναλλαγές ή αστικές διαφορές ή συμφωνίες που υπογράφονται σε σιδηροδρομικό σταθμό ή αεροδρόμια λίγα λεπτά πριν από την αποχώρηση. εκτιμάται από το δικαστήριο ελεύθερα. Άρθρο 270 Προφορικότητα διαδικασίας. αν είναι αδικαιολόγητη. Όταν έγγραφο που συντάχθηκε ακόμα αι όταν ορίζεται συστατικός τύπος εφόσον απωλέσθηκε / αλλοιώθηκε τότε υπάρχει εξαίρεση από τον περιορισμό χρήσης μαρτύρων και επιτρέπεται η απόδειξη του εγγράφου με χρήση μαρτύρων. Ο δικαστής οφείλει πριν από τη συζήτηση να έχει ενημερωθεί επί της αγωγής και επί των εκατέρωθεν ισχυρισμών και αποδεικτικών μέσων και ιδίως ως προ τα θέματα και το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών. Συμπληρωματικά λαμβάνονται υπόψη και αποδεικτικά μέσα μη πληρούνται τους όρους του νόμου.

η προθεσμία για την κατάθεση της γνωμοδότησης των πραγματογνωμόνων. που δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερη από εξήντα ημέρες καθώς και κάθε άλλο χρήσιμο στοιχείο. Η οριστική απόφαση εκδίδεται με βάση τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι έχουν προσκομίσει και τις αποδείξεις που έχουν διεξαχθεί στο ακροατήριο. αν τούτο κριθεί απαραίτητο λόγω διαφορετικών συμφερόντων. 5. 3. επιτρέπεται διακοπή για άλλη ημέρα και ώρα ενώπιον των ίδιων δικαστών. ο χρόνος. Το δικαστήριο ζητεί τις αναγκαίες πληροφορίες και διασαφήσεις από τους διαδίκους ή τους εκπροσώπους τους και τους εξετάζει κατά την κρίση του. Στην ανακοίνωση αυτή προσδιορίζεται ο τόπος. οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από αυτή. 6. . 4. Έως τη δωδεκάτη ώρα της όγδοης εργάσιμης ημέρας από τη συζήτηση ή από την αυτοψία ή από τη λήξη της προθεσμίας για την κατάθεση της γνωμοδότησης των πραγματογνωμόνων. πρόσθετων βεβαιώσεων. με προφορική ανακοίνωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά και επέχει θέση κλήτευσης όλων των διαδίκων και εκείνων που δεν παρίστανται. σύμφωνα με την προβλεπόμενη αποδεικτική δύναμη του καθενός. Οφείλει να εξετάσει ένα τουλάχιστον από τους προτεινόμενους και παριστάμενους μάρτυρες για κάθε πλευρά. 7. οι διάδικοι μπορούν να καταθέσουν προσθήκη στις προτάσεις τους. 2. Το δικαστήριο. το πολύ ίσου αριθμού προς τις αντικρουόμενες. υποχρεούται να χορηγεί στους διαδίκους αντίγραφα των πρακτικών της δίκης. Για την αντίκρουση ένορκων βεβαιώσεων επιτρέπεται η προσκομιδή.2. τα ονόματα των πραγματογνωμόνων. Το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που πληρούν τους όρους του νόμου. Ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου λαμβάνονται υπόψη το πολύ τρεις για κάθε πλευρά και μόνο αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση.3 του άρθρου 237. Συμπληρωματικά μπορεί να λαμβάνει υπόψη και να εκτιμά ελεύθερα και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου. Αν ο χρόνος δεν επαρκεί. με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394. η οποία περιορίζεται στην αξιολόγηση των αποδείξεων και την αντίκρουση των ισχυρισμών που προβλήθηκαν οψίμως κατά το άρθρο 269 παρ. και αν πρόκειται να δοθούν στην αλλοδαπή. αν είναι αναγκαίο. μέσα στην προθεσμία της παρ. έστω και αν δεν συντρέχουν οι όροι του άρθρου 415. μολονότι έχει κληθεί νομίμως και εμπροθέσμως. Ο γραμματέας το αργότερο τη τέταρτη εργάσιμη ημέρα από τη συζήτηση. Η συζήτηση και η διεξαγωγή της απόδειξης ολοκληρώνεται σε μία δικάσιμο. η διαδικασία προχωρεί σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.συζήτηση της υπόθεσης δεν εμφανισθεί η εμφανισθεί και δεν λάβει νόμιμα μέρος κάποιος από τους διαδίκους. διατάσσει αυτοψία ή πραγματογνωμοσύνη με προφορική ανακοίνωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά. Σε περίπτωση ομοδικίας μπορεί να εξετασθεί ένας μάρτυρας για κάθε ομόδικο. το θέμα της πραγματογνωμοσύνης.

της έννοιας της αμέλειας είναι νομικό ζήτημα και ελέγχεται αναιρετικά. Ελέγχεται αναιρετικά. Έτσι υπάρχει κίνδυνος σύγχυσης μεταξύ πραγματικού και νομικού ζητήματος. Εξειδίκευση κανόνα δικαίου -> νομικό ζήτημα Σε αρκετούς κανόνες δικαίου οι νομικές έννοιας έχουν αφηρημένο περιεχόμενο του κανόνα δικαίου. Η αφηρημένη έννοια μετατρέπεται σε συγκεκριμένη και ορισμένη έννοια. . Επηρεασμένος ο δικαστής από τα γεγονότα νιώθει την ανάγκη της εξειδίκευσης του περιεχομένου της αφηρημένης νομικής έννοιας. Όταν έχουμε έννοιας με ιδιαίτερα αφηρημένο νομικό περιεχόμενο προκύπτει ζήτημα των κριτηρίων εξειδίκευσης. Η κατηγοριοποίηση πραγματικών περιστατικών δεν ελέγχεται αναιρετικά και είναι πραγματικό ζήτημα. Η εξειδίκευση της νομικής έννοιας είναι θέμα ερμηνείας του κανόνα δικαίου. Η νοητική εργασία κατηγοριοποίησης πραγματικών περιστατικών είναι εργασία που αφορά το δίκαιο της απόδειξης. Η εξειδίκευση π.χ. Αντικείμενο απόδειξης: διαπίστωση και κατηγοριοποίηση των πραγματικών περιστατικών.Οι αφηρημένες έννοιες που υπάρχουν σε κανόνα δικαίου οριστικοποιούνται. Σκοπός είναι να καταλήξει ο δικαστής στο μέσο όρο του δικαστικού συλλογισμού. Ο μέσος όρος πρέπει να συναντάτε και στην μείζονα και στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού. Κατηγοριοποίηση πραγματικών περιστατικών -> πραγματικό ζήτημα.

Έτσι τελικά επεκτείνουμε την έννοια του νόμου αναλογικά. αλλά αυτές βρίσκονται εκτός πεδίου εφαρμογής του νόμου λόγου της στενής διατύπωσης του νόμου.Υπάρχουν κριτήρια σκοπιμότητας που ρυθμίζουν την εξειδίκευση κάποιας αφηρημένης έννοιας. Κρίνεται ότι θα έπρεπε να υπαχθούν σε συγκεκριμένη νομοθετική ρύθμιση. 2. Σκοπός: ασφάλεια δικαίου.νομική και υπάρχει πλέον αναγκαιότητα για ομοιόμορφη και αναλογική εφαρμογή κάποιου κανόνα δικαίου. Πραγματικά γεγονότα τα οποία είναι τόσο πασίγνωστα ώστε να μην υπάρχει εύλογη αμφιβολία ότι είναι αληθινά λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως χωρίς απόδειξη. Με βάση αποδεδειγμένα πραγματικά γεγονότα το δικαστήριο μπορεί να βγάλει συμπεράσματα για άλλα γεγονότα. Το δικαστήριο λαμβάνει αυτεπαγγέλτως υπόψη τα διδάγματα της κοινής πείρας και χωρίς απόδειξη. Αντικείμενο απόδειξης είναι μόνο οι πραγματικοί ισχυρισμοί. Έμμεση απόδειξη: αποδεικνύεται κάτι άλλο από το αντικείμενο απόδειξης και με βάση αυτό με κοινό συλλογισμό και διδάγματα . Αν η έννοια της ομοιότητας αποδοθεί με μη νομικά κριτήρια δεν έχουμε νομικό ζήτημα. αν η αλήθεια τους ισχύει απέναντι σε όλους. Πραγματικά γεγονότα γνωστά στο δικαστήριο από άλλη δικαστική ενέργειά του λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως και χωρίς απόδειξη. Άρθρο 336 Γεγονότα κοινώς γνωστά ή γνωστά στο δικαστήριο. συναισθηματική και όχι έξω. Η κάλυψη κενών του νόμου προϋποθέτει ομοιότητα και αναλογία. Θεωρητικοί: εφόσον οι ενστάσεις και ο τρόπος/ ταχύτητα υποβολής τους εξυπηρετούν την ίδια γενική και συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή υπάρχει μια ομοιότητα νομική πλέον και όχι λογική. 4. Διδάγματα της κοινής πείρας 1. Η νομική έννοια και νομικός ισχυρισμός δεν είναι αντικείμενο αποδείξεως αλλά εξειδικεύσεως. Υπάρχουν περιπτώσεις που υπάρχουν και κενά σε κάποιο νόμο. 3. Αν προσπαθήσουμε όμως να συναντήσουμε τις ρυθμισμένες έννοιες θα διαπιστώσουμε κατά πόσον ομοιάζουν ή όχι.

Στην έμμεση απόδειξη χρησιμοποιούμε πάντοτε διδάγματα κοινής πείρας. Η έμμεση απόδειξη είναι επισφαλής ως προς την υποχρεωτικότητα της αλλά ωστόσο είναι χρήσιμη. συμβαίνει η αντιφατική προς αυτό θέση στην λογική. Δεν είναι πλήρης παρατήρηση αλλά το δείγμα της παρατήρησης είναι ατελής. Στην έμμεση απόδειξη χρησιμοποιούμε τις αντιφάσεις. Τα διδάγματα αυτά χρησιμεύουν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου. Αποτελούν αυτά τους υποχρεωτικούς κανόνες δικαίου. Διδάγματα κοινής πείρας: γνώσεις μέσης μορφώσεως ανθρώπου. Τα διδάγματα κοινής πείρας δεν έχουν υποχρεωτικότητα που έχουν οι κανόνες της λογικής. Έμμεση απόδειξη: όταν κάτι είναι αδύνατον να συμβαίνει. Τα διδάγματα κοινής πείρας δεν υποβάλλονται σε αναιρετικό έλεγχο εκτός αν χρησιμοποιούνται για εξειδίκευση κανόνων δικαίου. Επαγωγή: Από την παρατήρηση συμπεριφορών εξάγουμε συμπεράσματα. Είναι μια λογική διαδικασία. Η δικανική γνώση μπορεί να είναι και έμμεση (δηλαδή επιτρέπεται και έμμεση απόδειξη). Γεγονότα (συγκεκριμένο χαρακτήρα) -> υπάρχει ευρεία αποδοχή # Διδάγματα κοινής πείρας (Αφηρημένες έννοιες και χαρακτήρας) -> Δεν υπάρχει υποχρεωτική αποδοχή από όλους (υπάρχουν εξαιρετικοί άνθρωποι πάνω από το μέσο επίπεδο ανθρώπου). . Δεν μας ενδιαφέρει η λογική αναγκαιότητα της κρίσεως. Άμεση απόδειξη: ο δικαστής δημιουργεί δικανική πεποίθηση παρατηρώντας το αντικείμενο που αποδεικνύεται. Η έμμεση απόδειξη δεν μπορεί να απαγορευτεί διότι αυτό αντίκειται στους κανόνες της λογικής. Οι δικαστικές αποφάσεις χωρίς αιτιολόγηση ελέγχονται αναιρετικά από δικαστήριο. Αυτό σημαίνει ότι μπορεί να ελέγχονται και υπάρχει ασφάλεια δικαίου. Υπάρχουν έμμεσα συμπεράσματα από την έμμεση απόδειξη.κοινής πείρας οδηγούμαστε στην νομική θεμελίωση της απόδειξης του αντικειμένου της απόδειξης. αλλά η δικανική πεποίθηση του δικαστή ως προς την απόδειξη.

Διδάγματα της κοινής πείρας 1. η αυτοψία. 4. Τα πραγματικά περιστατικά ποτέ δεν είναι αντικείμενο αναίρεσης. 3. Δηλαδή στοιχεία που δόθηκαν στο δικαστήριο χωρίς να τηρηθούν οι δικονομικές προϋποθέσεις που προβλέπει η δικονομία και αποτελούν αποδεικτικά μέσα. Με βάση αποδεδειγμένα πραγματικά γεγονότα το δικαστήριο μπορεί να βγάλει συμπεράσματα για άλλα γεγονότα. ενώ υπάρχουν και διδάγματα κοινής πείρας που εφόσον χρησιμοποιούνται στην εξειδίκευση κανόνων δικαίου τότε ελέγχονται αναιρετικά. Δικαστικό τεκμήριο: 1. Τα διδάγματα κοινής πείρας και η έμμεση απόδειξη βοηθούν σε αυτό.χ. οι μάρτυρες. Τα δικαστικά τεκμήρια είναι άτυπα/ παράτυπα αποδεικτικά μέσα. Πραγματικά γεγονότα γνωστά στο δικαστήριο από άλλη δικαστική ενέργειά του λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως και χωρίς απόδειξη. η πραγματογνωμοσύνη.Αντικείμενο απόδειξης είναι η κρίση περί της υπάρξεως / πεποιθήσεως περί της αλήθειας ενός πραγματικού γεγονότος. Άρθρο 336 Γεγονότα κοινώς γνωστά ή γνωστά στο δικαστήριο. της νηφαλιότητας στην νομική έννοια της αμέλειας και για την απόδειξη της νηφαλιότητας χρειάζεται επιστημονική κρίση (π. αν η αλήθεια τους ισχύει απέναντι σε όλους. έρευνα ιατροδικαστή). Υπάρχουν δηλαδή διδάγματα κοινής πείρας που βοηθούν στην αποδεικτική διαδικασία τα οποία δεν επιβάλλονται σε αναιρετικό έλεγχο. Αφορούν την τυπικότητα. Πραγματικά γεγονότα τα οποία είναι τόσο πασίγνωστα ώστε να μην υπάρχει εύλογη αμφιβολία ότι είναι αληθινά λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως χωρίς απόδειξη. Υπάρχει υπαγωγή π. Άρθρο 339 Ποια είναι τα αποδεικτικά μέσα Αποδεικτικά μέσα είναι η ομολογία. Το δικαστήριο λαμβάνει αυτεπαγγέλτως υπόψη τα διδάγματα της κοινής πείρας και χωρίς απόδειξη. η εξέταση των διαδίκων. έμμεση δια τεκμηρίου απόδειξη) 2.χ. τα έγγραφα. 2. 339 του ΚπολΔ. . και τα δικαστικά τεκμήρια.

το πολύ ίσου αριθμού προς τις αντικρουόμενες. Με την επιφύλαξη του άρθρου 260. Η συζήτηση και η διεξαγωγή της απόδειξης ολοκληρώνεται σε μία δικάσιμο. Για την αντίκρουση ένορκων βεβαιώσεων επιτρέπεται η προσκομιδή. 3. Οι διάδικοι ή οι νόμιμοι αντιπρόσωποί τους οφείλουν κατά την συζήτηση στο ακροατήριο να εμφανιστούν αυτοπροσώπως. 2. μολονότι έχει κληθεί νομίμως και εμπροθέσμως. 5. Σε περίπτωση ομοδικίας μπορεί να εξετασθεί ένας μάρτυρας για κάθε ομόδικο. πρόσθετων βεβαιώσεων. ανεπικύρωτο φωτο. το θέμα της πραγματογνωμοσύνης.Π. εκτιμάται από το δικαστήριο ελεύθερα. μέσα στην προθεσμία της παρ. αν είναι αναγκαίο. αν τούτο κριθεί απαραίτητο λόγω διαφορετικών συμφερόντων. που δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερη από εξήντα ημέρες καθώς και κάθε άλλο χρήσιμο στοιχείο. 4. Αποδεικτικά μέσα 1. και αν πρόκειται να δοθούν στην αλλοδαπή. ο χρόνος.3 του άρθρου 237. οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από αυτή. Το δικαστήριο. Το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που πληρούν τους όρους του νόμου.αντίγραφο. Συμπληρωματικά μπορεί να λαμβάνει υπόψη και να εκτιμά ελεύθερα και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου. Αν ο χρόνος δεν επαρκεί. Η μη εμφάνιση του διαδίκου ή του νόμιμου αντιπροσώπου του στο ακροατήριο. έστω και αν δεν συντρέχουν οι όροι του άρθρου 415. σύμφωνα με την προβλεπόμενη αποδεικτική δύναμη του καθενός. Άρθρο 270 Προφορικότητα διαδικασίας. Το δικαστήριο ζητεί τις αναγκαίες πληροφορίες και διασαφήσεις από τους διαδίκους ή τους εκπροσώπους τους και τους εξετάζει κατά την κρίση του. Ενώπιον των πρωτοβαθμίων δικαστηρίων η συζήτηση είναι προφορική. Στην ανακοίνωση αυτή προσδιορίζεται ο τόπος. επιτρέπεται διακοπή για άλλη ημέρα και ώρα ενώπιον των ίδιων δικαστών. Ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου λαμβάνονται υπόψη το πολύ τρεις για κάθε πλευρά και μόνο αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση. Ο δικαστής οφείλει πριν από τη συζήτηση να έχει ενημερωθεί επί της αγωγής και επί των εκατέρωθεν ισχυρισμών και αποδεικτικών μέσων και ιδίως ως προ τα θέματα και το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών. η προθεσμία για την κατάθεση της γνωμοδότησης των πραγματογνωμόνων. με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394. αν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης δεν εμφανισθεί η εμφανισθεί και δεν λάβει νόμιμα μέρος κάποιος από τους διαδίκους. με προφορική ανακοίνωση που καταχωρίζεται . διατάσσει αυτοψία ή πραγματογνωμοσύνη με προφορική ανακοίνωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά. η διαδικασία προχωρεί σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι. αν είναι αδικαιολόγητη.χ. τα ονόματα των πραγματογνωμόνων. Οφείλει να εξετάσει ένα τουλάχιστον από τους προτεινόμενους και παριστάμενους μάρτυρες για κάθε πλευρά.

ΑΚ 914 -> αδικοπραξία : όποιος ζημιώσει τον άλλον παράνομα. Η αιτιότητα συνήθως αποδεικνύεται έμμεσα. Αποτελούν δίδαγμα κοινής πείρας. Η οριστική απόφαση εκδίδεται με βάση τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι έχουν προσκομίσει και τις αποδείξεις που έχουν διεξαχθεί στο ακροατήριο. υποχρεούται να χορηγεί στους διαδίκους αντίγραφα των πρακτικών της δίκης. Η έννοια του αιτιώδης συνδέσμου είναι πραγματική έννοια.2. Προσφορότητα: Ζημία που προσδοκάτε κάποιος με την συνήθη πορεία των πραγμάτων. Ο γραμματέας το αργότερο τη τέταρτη εργάσιμη ημέρα από τη συζήτηση. H έννοια της παρανομίας πρέπει να προκύπτει από τις διατυπώσεις των γενικών αρχών ή κανόνων δικαίου.χ. Συναλλακτικά ήθη -> νομική έννοια. Απαιτείται αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της αποδοκιμαστέας πράξης και μεταξύ της επελθούσας ζημίας.στα πρακτικά και επέχει θέση κλήτευσης όλων των διαδίκων και εκείνων που δεν παρίστανται. Χρειάζεται εξειδίκευση της έννοιας της παρανομίας για να συνδεθεί αυτή με τα αποτελέσματα και την έννοια της αποδοκιμαστέας πράξης. Χρειάζεται σωστή και οικονομική αξίωση με το καλύτερο τρόπο των αποδεικτικών μέσων που διαθέτουμε. οι διάδικοι μπορούν να καταθέσουν προσθήκη στις προτάσεις τους. Π. Τα δικαστικά τεκμήρια έχουν χαρακτήρα και αποδεικτικού λόγου και αποδεικτικού μέσου. Η έμμεση απόδειξη οδηγεί στην θεμελίωση της ευθύνης και είναι σημαντική για την αιτιότητα της ευθύνης. Πρόσφορη συμπεριφορά δεν αποτελεί η κατασκευή του αυτοκινήτου με την έννοια μόνο και μόνο η κατασκευή του δεν συνδέεται αιτιωδώς και με το ατύχημα που έγινε. 6. Ο αιτιώδης σύνδεσμος πρέπει να διακρίνεται από την προσφορότητα. 7. Υποβάλλεται σε αναιρετικό έλεγχο. Επειδή είναι νομική έννοια υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Η έννοια της προσφορότητας είναι νομική έννοια. Η παρανομία λειτουργεί ως προϋπόθεση ευθύνης. Έως τη δωδεκάτη ώρα της όγδοης εργάσιμης ημέρας από τη συζήτηση ή από την αυτοψία ή από τη λήξη της προθεσμίας για την κατάθεση της γνωμοδότησης των πραγματογνωμόνων. αμελής οδήγηση κάποιου οδηγού φορτηγού. . η οποία περιορίζεται στην αξιολόγηση των αποδείξεων και την αντίκρουση των ισχυρισμών που προβλήθηκαν οψίμως κατά το άρθρο 269 παρ.

Αλλιώς δεν αποτελούν αντικείμενο αναίρεσης όταν σχετίζονται ή αποτελούν τα πραγματικά περιστατικά.Τα θεμέλια της ευθύνης είναι ο νόμος και η σύμβαση.χ. Η έννοια της παρανομίας συνδέεται με την έννοια της επιμέλειας και αμέλεια και αυτό θεμελιώνεται πάντοτε δια της εμμέσου αποδείξεως με την βοήθεια διδαγμάτων κοινής πείρας που είναι αντικείμενα αναίρεσης όταν εξηγούν – εξειδικεύουν νομικούς κανόνες μόνο. Ευθύνη από διακινδύνευση: ΑΚ 924 : ευθύνη του κατόχου ζώου (νόθος αντικειμενική ευθύνη). Π. Οι υποχρεώσεις φροντίδας και επιμέλειας στις συναλλαγές και η παραβίαση αυτών δικαιολογούν την παρανομία. κατασκευή έργου (685 ΑΚ – 914 ΑΚ) Το 914 ΑΚ προϋποθέτει ότι έχει συμβεί το αποδοκιμαστέο γεγονός. Αν δεν καταβληθεί η φροντίδα αυτή τότε έχουμε παρανομία. 2. η συμπεριφορά μπορεί να είναι αμελής με την έννοια ότι μπορεί δηλαδή να χρησιμοποιηθεί αρνητικά για την θεμελίωση της αμέλειας). Η ευθύνη εξαρτάται από την υπαιτιότητα και από την νόθο αντικειμενική ευθύνη (ευθύνη από διακινδύνευση).χ. Υπάρχουν συναλλακτικές υποχρεώσεις επιμέλεια που πρέπει να καταβάλλονται. μπορεί να διατυπωθεί και θετικά ως απαίτηση επιμελούς συμπεριφοράς. δεν πάω γλυκά σε επίσκεψη. Ανεξαρτήτως υπαιτιότητας ζημία που προκλήθηκε από μη κατοικίδιο ζώο είναι παράνομη. Π. Γεννιέται αξίωση αποζημίωσης. αλλά δεν είναι κακόπιστη πράξη (παράνομη κιόλας) που να γεννά αξιώσεις. ενώ το ΑΚ 685 δρα προληπτικά και προσπαθεί να εμποδίσει τον κίνδυνο. Φαινόμενο διπλής λειτουργίας της επιμέλειας: 1. . Κάθε αποδοκιμαστέα συμπεριφορά ΔΕΝ αποτελεί κακόπιστη συμπεριφορά που να γεννά αξιώσεις. δεν είναι καλόπιστη πράξη. Το αποδοκιμαστέο αποτέλεσμα θα πρέπει να συνδεθεί αιτιωδώς με την παρανομία αυτή. + Εξειδίκευση αρχής καλής πίστης κατά την συναλλακτική συμπεριφορά. (θεμελιώνεται η παρανομία και η υπαιτιότητα). Η έννοια της παρανομίας εδώ είναι κατευθείαν από τον νόμο.

Το Ελληνικό δίκαιο απόδειξης δεν τηρεί την παραπάνω αρχή με συνέπεια. Η αρχή της ελεύθερης εκτίμησης αποδείξεων σχετίζεται με την κατά συνείδηση απόφαση του δικαστηρίου περί της αλήθειας των πραγματικών ισχυρισμών. Το δικαίωμα αυτό είναι μέρος δικαιώματος προηγούμενης ακροάσεως. Ελαττωματικό είναι το προϊόν που δεν παρέχει την εύλογα αναμενόμενη ασφάλεια λόγω του χαρακτήρα του. Ο παραγωγός δεν ευθύνεται όταν το ελάττωμα οφείλεται στο ότι το προϊόν κατασκευάστηκε με κανόνες αναγκαστικού δικαίου ή το τεχνικό επίπεδο δεν ήταν αρκετό για την διαπίστωση του ελαττώματος (νόθος αντικειμενική ευθύνη και αποτελεί εξειδίκευση της έννοιας της διακινδύνευσης). Πλήρης απόδειξη: όταν η απόδειξη γίνεται με τρόπο έτσι ώστε κανείς να μην μπορεί να αμφιβάλλει μετά περί της αλήθειας των πραγματικών ισχυρισμών. Η πλήρης απόδειξη πρέπει να είναι στην υποκειμενική της εκδοχή που εστιάζεται μόνο στον δικαστή ( ο οποίος και εξετάζει τα αποδεικτικά μέσα και αμφιβάλλει). Το δικαίωμα αποδείξεως των διαδίκων εκφράζεται με το άρθρο 340 του ΚπολΔ που επιβάλλει ελεύθερη εκτίμηση αποδείξεων από δικαστή και απαγορεύει στον δικαστή να χρησιμοποιήσει άλλους κανόνες και κριτήρια. Εκτίμηση αποδείξεων: Άρθρο 340 Ελεύθερη εκτίμηση και κατά συνείδηση κρίση Εκτός από τις περιπτώσεις που ορίζει ρητά ο νόμος. Τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να εκτιμώνται από το δικαστήριο ελεύθερα χωρίς περιορισμούς και απαγορεύσεις. Ο δικαστής ακούει τον διάδικο ως προς τους πραγματικούς ισχυρισμούς και να τις εκτιμήσει. Στην απόφαση πρέπει να αναφέρονται οι λόγοι που οδήγησαν το δικαστή να σχηματίσει την πεποίθησή του. το δικαστήριο κρίνει ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα και αποφασίζει κατά συνείδηση αν οι ισχυρισμοί είναι αληθινοί. Το αποδεικτικό υλικό πρέπει να εκτιμηθεί από τον δικαστή. .Άρθρο 6 του νόμο περί προστασίας καταναλωτή -> ο παραγωγός ευθύνεται για κάθε ζημία που οφείλεται σε ελάττωμα του προϊόντος του.

νόμιμο τεκμήριο (338 του ΚπολΔ). Αν δεν έχουμε . Αποτελεί έμμεσο συλλογισμό το δίδαγμα κοινής πείρας. Π. ΑΚ 685 – Σύμβαση έργου -> ο εργολάβος έχει υποχρέωση να χρησιμοποιήσει με επιμέλεια το υλικό του εργοδότη.χ. Δικαστικά τεκμήρια: . Το νόμιμο τεκμήριο αφορά την κατανομή του βάρους απόδειξης. Στην περίπτωση των έμμεσων δια τεκμηρίου αποδείξεων αυτά αποτελούν αντικείμενο αναίρεσης με βάση το άρθρο 559 του ΚπολΔ. Άρθρο 347 Πιθανολόγηση περιστατικών με όλα τα πρόσφορα μέσα Όπου ο νόμος θεωρεί την πιθανολόγηση το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να εφαρμόσει τις διατάξεις που ισχύουν για την αποδεικτική διαδικασία.άτυπα και παράτυπα αποδεικτικά μέσα (άρθρο 336 του ΚπολΔ) .Το μέτρο της απόδειξης σημαίνει το ποσοστό απόδειξης δηλαδή από πότε μπορεί ο δικαστής να θεωρεί ότι πείστηκε περί της αλήθειας των ισχυρισμών. 100 % πεπεισμένος. # Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις ο δικαστής πρέπει να έχει πλήρη δικανική πεποίθηση (πλήρης απόδειξης) δηλαδή να είναι 100 % σίγουρος για το συγκεκριμένο ζήτημα μιας πολιτικής δίκης. Πιθανολόγηση μπορεί για παράδειγμα να υπάρξει στα ασφαλιστικά μέτρα. Στην απόφαση πρέπει να αναφέρονται αυτά που οδήγησαν στην λήψη απόφασης (αιτιολογία απόφασης). τα αποδεικτικά μέσα και τη δύναμή τους. αλλά λαμβάνει υπόψη οποιαδήποτε μέσα κρίνει κατάλληλα για να σχηματισθεί πιθανότητα σχετικά με την αλήθεια των πραγματικών περιστατικών.τεκμήριο με έμμεση δια τεκμηρίου απόδειξη . Πλήρης απόδειξης # πιθανολόγηση Πιθανολόγηση: υφίσταται όταν ένα γεγονός παρουσιάζεται πολύ πιθανόν. Η πειστικότητα των επιχειρημάτων είναι σχετική. Υιοθετείται το δίδαγμα κοινής πείρας ως υποχρεωτικός κανόνες για την απόδειξη. Το άρθρο 340 του ΚπολΔ ενδιαφέρεται περί την συνείδηση του δικαστή για την αλήθεια των πραγματικών περιστατικών.

Τα διδάγματα πείρας του άρθρου 338. Τα παραπάνω θεμελιώνουν την αξίωση αποζημίωσης. Πρέπει να ψάξουμε σε κάθε περίπτωση και τον σκοπό του κανόνα δικαίου. Προσφορότητα: η ζημία που προσδοκάτε να επέλθει σύμφωνα με την συνήθη πορεία των πραγμάτων. Αιτιότητα – αιτιώδης συνάφεια: Φυσιοκρατική αιτιότητα # προσφορότητα κατά τον σκοπό του νόμου. γειτονικό δίκαιο – κίνδυνος πτώσης οικοδομής. Ο κίνδυνος ως αξίωση έχει την αυτοτέλεια του.χ. Π. παρ. Το ίδιο ισχύει και με το λεωφορείο που κάνει ατύχημα και επιβάτες που έχουν πληρώσει ή όχι εισιτήρια και με βάση αυτό ασφαλίζονται. ο κλέφτης δεν βρίσκεται νόμιμα σε κάποιο χώρο να μην προστατεύεται νομικά (Αγωγή αποζημίωσης) κατά της νοικοκυράς που έπλυνε το πάτωμα με αποτέλεσμα ο κλέφτης να γληστρίσει και να πάθει βλάβη. Το άρθρο επιβάλλει κανόνες χρηστής συναλλακτικής συμπεριφοράς αλλά δεν επιβάλλει κυρώσεις. . Η αμελής αυτή συμπεριφορά πρέπει να επιδοκιμάζεται από το δίκαιο και να είναι κακόπιστη ή παράνομη συμπεριφορά.συμβατικά.χ. Το αστικό δίκαιο την παρανομία την καθιερώνει ως θεμελιώδη λόγο για διεκδίκηση κάποιας αποζημίωσης. Απαιτείται και αιτιότητα εκτός από προσφορότητα. Υπάρχει αφηρημένη διακινδύνευση στην οποία χρειάζεται απόδειξη αιτιότητας και συγκεκριμένη διακινδύνευση στην οποία δεν χρειάζεται απόδειξη αιτιότητας. 2 είναι περιεχόμενο κανόνων δικαίου. Ευθύνη από διακινδύνευση -> παράνομη συμπεριφορά χωρίς να έχει προέλθει και ζημία.κανόνες επιμέλειας ο εργολάβος παραβιάζει την σύμβαση δρώντας αντι. Υπάρχει πιθανότητα να υπάρχει και συντρέχον πταίσμα ενάγοντος / εναγόμενου. Μπορεί μεν να υπάρχει συνυπαιτιότητα και συντρέχον πταίσμα αλλά επειδή π. Η παρανομία θεμελιώνει εδώ την ευθύνη. Δηλαδή η αξίωση μπορεί να γεννηθεί απλά από κίνδυνο και ορισμένες φορές δεν απαιτείται παράνομη συμπεριφορά. Δεν χρειάζεται ζημία για να απαιτείται αξίωση/ να γίνεται αγωγή. Υπάρχει πιθανότητα να υπάρχει συρροή αιτιών σε κάποια ζημία που συμβαίνει. Επομένως δεν αρκεί η αμέλεια για θεμελίωση της αποζημίωσης. Στην περίπτωση αυτή ψάχνουμε την προσφορότητα της κάθε συμπεριφοράς που οδηγεί στην ζημία.

Εφόσον υπάρχουν κενά στην αιτιακή αλυσίδα κάνουμε μελέτη της προσφορότητας (πιθανών αιτιών). Οι διάδικοι προβάλλουν πραγματικούς και νομικούς ισχυρισμούς. Άγνωστος ενάγον/ εναγόμενος -> περίπτωση ομοδικίας Η κακή εφαρμογή διδαγμάτων κοινής πείρας ελέγχεται αναιρετικά για θέματα αιτιότητας και προσφορότητας. Ασφάλεια δικαίου: δυνατότητα αποφυγής δικαστικών αποφάσεων που δεν είναι αναμενόμενες και δημιουργούν προβλήματα στην απονομή της δικαιοσύνης. Δικαίωμα αποδείξεως: Θεμελιώδης αρχή του αστικού δικαίου είναι το δικαίωμα δικαστικής ακρόασης το οποίο έχει κάποια όρια. Στο κενό της αιτιακής αλυσίδας όσον αφορά την αιτιότητα εφαρμόζεται η έμμεση δια τεκμηρίου απόδειξη που δημιουργεί δικανική πεποίθηση στον δικαστή. Ο δικαστής πρέπει να δημιουργήσει δικανική πεποίθηση δηλαδή να πειστεί πλήρως. το δικαστήριο κρίνει ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα και αποφασίζει κατά συνείδηση αν οι ισχυρισμοί είναι αληθινοί. Καλύπτει και την εξέταση της υπόθεσης στην ουσία της. Η φυσιοκρατική αιτιότητα δεν ελέγχεται αναιρετικά. Υπάρχουν κανόνες στατιστικής που αμμέσως θεμελιώνουν και αποδεικνύουν την ζημία. Η δικαστική ανεξαρτησία περιλαμβάνει ελευθερία του δικαστή στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων. Στην απόφαση πρέπει να αναφέρονται οι λόγοι που οδήγησαν το δικαστή να σχηματίσει την πεποίθησή του. Οι κανόνες της επαγωγής έχουν σχετική αποδεικτική αξία διότι δεν είναι αναντίρρητα. Το δικαίωμα αποδείξεως περιορίζεται από την ασφάλεια του δικαίου. . Άρθρο 340 Ελεύθερη εκτίμηση και κατά συνείδηση κρίση Εκτός από τις περιπτώσεις που ορίζει ρητά ο νόμος. Η πειστικότητα των επιχειρημάτων είναι σχετική και όχι απόλυτη. Η αρχή της προηγούμενης ακρόασης – δικαστικής ακρόασης συνδέεται και με την ασφάλεια του δικαίου.

Υπάρχει ελευθερία δικαστή στην εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων (χρήση και της δικαστικής ανεξαρτησίας) Περιορισμοί: . Είναι απαράδεκτη η λήψη υπόψη ανυπόστατων αποδεικτικών μέσων.Άρθρο 338 Ποιος φέρει το βάρος της αποδείξεως 1. το δικαστήριο κρίνει ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα και αποφασίζει κατά συνείδηση αν οι ισχυρισμοί είναι αληθινοί. Στην απόφαση πρέπει να αναφέρονται οι λόγοι που οδήγησαν το δικαστή να σχηματίσει την πεποίθησή του. 2. παρ. .άρθρο 339 του ΚπολΔ -> τυπική απόδειξη (εξαντλητική παρουσίαση αποδεικτικών μέσων. Όταν ο νόμος ορίζει κάποιο τεκμήριο για την ύπαρξη ενός πραγματικού γεγονότος. επιτρέπει αντίθετη απόδειξη. οπότε πέραν από αυτά δεν νοείται ελεύθερη εκτίμηση αποδεικτικών μέσων).Άρθρο 270 του ΚπολΔ. αν δεν ορίζεται διαφορετικά. 2 -> προβλέπονται και μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα που προσκομίζονται κατά τους όρους και τις αρχές της μερικά ελεύθερης απόδειξης. . Μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα # δικαστικά τεκμήρια Άρθρο 339 Ποια είναι τα αποδεικτικά μέσα . Άρθρο 340 Ελεύθερη εκτίμηση και κατά συνείδηση κρίση Εκτός από τις περιπτώσεις που ορίζει ρητά ο νόμος. Κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του.Εν μέρει ελεύθερα αποδεικτικά μέσα όπως δικαστικά τεκμήρια που προσκομίζονται με βάση την αρχή της μερική ελεύθερης εκτίμησης αποδεικτικών μέσων.

αν είναι αναγκαίο. Άρθρο 270 Προφορικότητα διαδικασίας. Το δικαστήριο ζητεί τις αναγκαίες πληροφορίες και διασαφήσεις από τους διαδίκους ή τους εκπροσώπους τους και τους εξετάζει κατά την κρίση του. έστω και αν δεν συντρέχουν οι όροι του άρθρου 415. ο χρόνος. και αν πρόκειται να δοθούν στην αλλοδαπή. Η μη εμφάνιση του διαδίκου ή του νόμιμου αντιπροσώπου του στο ακροατήριο. Ο δικαστής οφείλει πριν από τη συζήτηση να έχει ενημερωθεί επί της αγωγής και επί των εκατέρωθεν ισχυρισμών και αποδεικτικών μέσων και ιδίως ως προ τα θέματα και το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών. αν τούτο κριθεί απαραίτητο λόγω διαφορετικών συμφερόντων. διατάσσει αυτοψία ή πραγματογνωμοσύνη με προφορική ανακοίνωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά. Ενώπιον των πρωτοβαθμίων δικαστηρίων η συζήτηση είναι προφορική. οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από αυτή. σύμφωνα με την προβλεπόμενη αποδεικτική δύναμη του καθενός. οι μάρτυρες. αν είναι αδικαιολόγητη. Οφείλει να εξετάσει ένα τουλάχιστον από τους προτεινόμενους και παριστάμενους μάρτυρες για κάθε πλευρά. μέσα στην προθεσμία της παρ. Για την αντίκρουση ένορκων βεβαιώσεων επιτρέπεται η προσκομιδή. Το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που πληρούν τους όρους του νόμου. Οι διάδικοι ή οι νόμιμοι αντιπρόσωποί τους οφείλουν κατά την συζήτηση στο ακροατήριο να εμφανιστούν αυτοπροσώπως. Συμπληρωματικά μπορεί να λαμβάνει υπόψη και να εκτιμά ελεύθερα και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου. Αν ο χρόνος δεν επαρκεί. η εξέταση των διαδίκων. εκτιμάται από το δικαστήριο ελεύθερα. η πραγματογνωμοσύνη. Με την επιφύλαξη του άρθρου 260. Η συζήτηση και η διεξαγωγή της απόδειξης ολοκληρώνεται σε μία δικάσιμο. το πολύ ίσου αριθμού προς τις αντικρουόμενες. επιτρέπεται διακοπή για άλλη ημέρα και ώρα ενώπιον των ίδιων δικαστών. 2. η προθεσμία για την κατάθεση της γνωμοδότησης των πραγματογνωμόνων. με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394. με προφορική ανακοίνωση που καταχωρίζεται . η αυτοψία. 3. Ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου λαμβάνονται υπόψη το πολύ τρεις για κάθε πλευρά και μόνο αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση.Αποδεικτικά μέσα είναι η ομολογία. και τα δικαστικά τεκμήρια. 5. Το δικαστήριο. τα έγγραφα. τα ονόματα των πραγματογνωμόνων. αν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης δεν εμφανισθεί η εμφανισθεί και δεν λάβει νόμιμα μέρος κάποιος από τους διαδίκους. Αποδεικτικά μέσα 1. πρόσθετων βεβαιώσεων.3 του άρθρου 237. 4. Στην ανακοίνωση αυτή προσδιορίζεται ο τόπος. Σε περίπτωση ομοδικίας μπορεί να εξετασθεί ένας μάρτυρας για κάθε ομόδικο. που δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερη από εξήντα ημέρες καθώς και κάθε άλλο χρήσιμο στοιχείο. μολονότι έχει κληθεί νομίμως και εμπροθέσμως. το θέμα της πραγματογνωμοσύνης. η διαδικασία προχωρεί σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.

Πλήρης δικανική πεποίθηση: Ελεύθερη εκτίμηση αποδεικτικών μέσων που οδηγεί στον σχηματισμό πλήρης δικανικής πεποίθησης ότι οι ισχυρισμοί αυτοί είναι αληθινοί.χ. Την αιτιολογία θα την αντλήσει από τα πληρούνται ή τα μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα αρκεί να είναι πειστικά. υποχρεούται να χορηγεί στους διαδίκους αντίγραφα των πρακτικών της δίκης. 7. . Τα αποδεικτικά μέσα (π. Ο γραμματέας το αργότερο τη τέταρτη εργάσιμη ημέρα από τη συζήτηση. Η αληθοφάνεια αποδεικτικών μέσων εξαρτάται από τα διδάγματα κοινής πείρας. Στην απόφαση του δικαστηρίου πρέπει να αναφέρονται οι λόγοι που οδήγησαν το δικαστήριο στην δικαστική αυτή πεποίθηση (τεκμηρίωση). Ο δικαστής υποχρεούται να αιτιολογήσει την απόφαση του . οι διάδικοι μπορούν να καταθέσουν προσθήκη στις προτάσεις τους. Η οριστική απόφαση εκδίδεται με βάση τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι έχουν προσκομίσει και τις αποδείξεις που έχουν διεξαχθεί στο ακροατήριο. 6. δεν επιτρέπεται ούτε και η απόδειξη με δικαστικά τεκμήρια. Το δίδαγμα αυτό της κοινής πείρας δεν ελέγχεται αναιρετικά.2.στα πρακτικά και επέχει θέση κλήτευσης όλων των διαδίκων και εκείνων που δεν παρίστανται. Αυτά τα αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου χρησιμοποιούνται συμπληρωματικά. Έως τη δωδεκάτη ώρα της όγδοης εργάσιμης ημέρας από τη συζήτηση ή από την αυτοψία ή από τη λήξη της προθεσμίας για την κατάθεση της γνωμοδότησης των πραγματογνωμόνων. Τα τεκμήρια (άρθρο 395 του ΚπολΔ) και τα μη πληρούντα τα όρια του νόμου αποδεικτικά μέσα δεν λαμβάνονται υπόψη όταν έχουμε πλήρη αποδεικτικά μέσα. Άρθρο 395 Σχέση μαρτύρων και τεκμηρίων Όταν η απόδειξη με μάρτυρες αποκλείεται. η οποία περιορίζεται στην αξιολόγηση των αποδείξεων και την αντίκρουση των ισχυρισμών που προβλήθηκαν οψίμως κατά το άρθρο 269 παρ. έγγραφο) για να θεωρηθεί ισχυρό απαιτεί κάποιες προϋποθέσεις. η οποία αιτιολογία πρέπει να είναι επαρκής.

Ανταπόδειξη επιτρέπεται μόνο με προσβολή του εγγράφου ως πλαστού. Πιθανολόγηση υπάρχει εκεί που το αναφέρει ο νόμος μόνο. Η δικανική πεποίθηση θέλει 100 % βεβαιότητα για την αλήθεια των πραγματικών περιστατικών – ισχυρισμών. Αναφέρει ότι πείστηκε ή όχι ή δεν δημιούργησε 100 % δικανική πεποίθηση περί της αλήθειας των ισχυρισμών.Έγγραφο – μάρτυρας: το έγγραφο έχει μεγαλύτερη δύναμη από μάρτυρα. αν το πρόσωπο αυτό είναι καθ' ύλην και κατά τόπον αρμόδιο να κάνει αυτή τη βεβαίωση. Η δικανική πεποίθηση μπορεί να προκύψει και από διδάγματα κοινής πείρας τα οποία δεν είναι αναντίρρητα. Δεν πρέπει να υπάρχουν αμφιβολίες στον δικαστή. . Άρθρο 438 Βεβαιώσεις του συντάκτη δημοσίων εγγράφων Έγγραφα που έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται στο έγγραφο ότι έγιναν από το πρόσωπο που συνέταξε το έγγραφο ή ότι έγιναν ενώπιόν του. Ανταπόδειξη επιτρέπεται μόνο με την προσβολή του εγγράφου ως πλαστού (αυτό προσβάλλει όμως το δικαίωμα αποδείξεως διότι την καθιστά δύσκολη). Ο δικαστής όμως είναι υποχρεωμένος να δημιουργήσει δικανική πεποίθηση. Ο ισχυρισμός του διαδίκου θα γίνει δεκτός με βεβαιότητα 100 % από τον δικαστή ακόμα και αν δεν είναι αληθής αλλά αληθοφανές ο ισχυρισμός του. Έτσι εφαρμόζονται οι κανόνες περί κατανομής βάρους αποδείξεως. Διαφορετική απόφαση (επιλογή) του δικαστή καθιστά την δικαστική απόφαση αναιρετέα.